National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    The Matter of Heroes: Bodies, Persons and Things in the Homeric World

    No full text
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή επιχειρεί να προσεγγίσει τον υλικό πολιτισμό των Ομηρικών Επών υπό τα θεωρητικά παραδείγματα της εμπρόθετης δράσης, της υλικότητας και της προσωποθεσίας. Πιο συγκεκριμένα, τα ομηρικά αντικείμενα, τα σώματα και οι ήρωες εξετάζονται ως ενεργοί δρώντες που συνδιαμορφώνουν τα γεγονότα. Η δομή της διατριβής διαμορφώνεται ως εξής: από την Εισαγωγή, τρία κύρια μέρη, τα Συμπεράσματα και την Βιβλιογραφία. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται η έννοια της εμπρόθετης δράσης, εντός του ομηρικού συγκειμένου, όπως διαποτίζει αντικείμενα με πολυσήμαντες επιδοχές διάδρασης. Τα αντικείμενα που εξετάζονται χωρίζονται σε κατηγορίες διάδρασης ως υποβλητικά, θαυματουργικά, αποφασιστικά, κινητικά, θανάσιμα και μη προγραμματικά. Η έννοια της ομηρικής εμπρόθετης δράσης περιγράφει αντικείμενα που συμμετέχουν σε πεδία δράσης όπως ο ήχος, τα συναισθήματα και η πείνα. Στο δεύτερο μέρος εξετάζεται η έννοια της υλικότητας ως εμπειρία, όπως αυτή διασώζεται από το ομηρικό έπος. Η υλικότητα των αντικειμένων μεταβάλλει τις ικανότητες των ομηρικών μορφών. Τα αντικείμενα μετατρέπονται σε μέλη των ανθρώπινων σωμάτων. Παράλληλα, η υλικότητα των αντικειμένων μεταβάλλεται καθώς αυτά ενσωματώνονται από τους χρήστες τους. Η ύλη γίνεται όριο και προέκταση του σώματος. Στο τρίτο μέρος εξετάζεται πώς οι ομηρικές ταυτότητες προσωποθετούνται από αντικείμενα και υλικότητες. Η δράση των υλικών πραγμάτων και η υλικότητα των σωμάτων λογοθετούν τους ομηρικούς ήρωες και πολεμιστές. Τα συμπεράσματα της διδακτορικής διατριβής καταλήγουν στο ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι διαμεσολαβητές υλικής μνήμης. Η υλική αυτή μνήμη διασκορπά τα ομηρικά αντικείμενα ως πρωταγωνιστές των δύο επών. Τα εμπρόθετα αντικείμενα επηρεάζουν γεγονότα και η υλικότητά τους ενσωματώνεται από τα ανθρώπινα σώματα. Έτσι η αντικειμενική δράση και υλικότητα υπαγορεύει ομηρικές ταυτότητες.This doctoral thesis seeks to examine the material culture of the Iliad and the Odyssey through the theoretical frameworks of agency, materiality, and personhood. More specifically, Homeric bodies, persons and things are considered as active agents that shape the outcomes of events. The structure of the dissertation consists of an Introduction, three main parts, the Conclusions, and the Bibliography. Part 1 explores how Homeric objects are imbued with notions of agency. The categories of objects discussed are evocative, thaumaturgic, decisive, kinetic, lethal and unscripted. Objects with agency have their own voice, evoke emotions and threaten human existence. The second part examines notions of materiality. Material reality of bodies and things is experienced through mediators. Mediators like images and texts showcase how matter shifts from one event to the other, from one user to the next. Additionally, the materiality of objects alters human bodies and human abilities. Matter becomes a limit and extension of Homeric bodies. Part 3 investigates how Homeric identities are defined by objects and materialities. Heroes and warriors depend on other entities and emerge as hybrid persons. To be a Homeric hero means to embody others, their traits and abilities, it means to be recognised as such by your peers. Homeric warriors on the other hand are related to a past memory of the self. Some men are both and others neither. Based on the above discussion this doctoral thesis concludes that the Iliad and the Odyssey are mediators of material memories. They preserve aspects of human-thing entanglement and interactions. The Homeric context shows how materials attach to other bodies, how persons embody traits from other entities and how objects define human lives and identities

    Προσβασιμότητα τυφλών στα μαθηματικά

    No full text
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται την προσβασιμότητα των μαθηματικών για άτομα με οπτική αναπηρία, εστιάζοντας ιδιαίτερα στις γλωσσικές και τεχνολογικές και διαστάσεις που σχετίζονται με την απόδοση και κατανόηση των μαθηματικών σε απτικό/ψηλαφητό, ακουστικό και πολυτροπικό / πολυαισθητηριακό περιβάλλον. Η ανάγκη για καθολική και ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε δημοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ τα μαθηματικά —λόγω της συμβολικής και αφηρημένης φύσης τους— συνιστούν έναν ιδιαίτερα απαιτητικό τομέα ως προς την προσβασιμότητα. Η παρούσα διατριβή αναπτύχθηκε με στόχο να καλύψει αυτό το κενό και να συμβάλει στην επιστημονική θεμελίωση και πρακτική υποστήριξη της μαθηματικής προσβασιμότητας και στην ελληνική γλώσσα. Η ερευνητική πορεία δομήθηκε σε τρεις διακριτές αλλά αλληλοσυμπληρούμενες φάσεις. Στην πρώτη φάση, υλοποιήθηκε η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου αποθετηρίου μαθηματικών κωδίκων, το οποίο προέκυψε από τη συστηματοποιημένη καταγραφή των μαθηματικών συμβόλων braille στην ελληνική γλώσσα. Το έργο αυτό αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση της αποσπασματικότητας που χαρακτήριζε την ψηλαφητή αναπαράσταση των μαθηματικών στην Ελλάδα αλλά και σε παγκοσμίως, προσφέροντας ένα τυποποιημένο εργαλείο μετατροπής εκπαιδευτικού υλικού σε braille για δασκάλους/καθηγητές και μαθητές/φοιτητές. Το έργο αυτό αποτέλεσε το απαραίτητο θεμέλιο για τη μελέτη και εφαρμογή πιο σύνθετων μορφών πρόσβασης. Η δεύτερη φάση επικεντρώθηκε στην ακουστική απόδοση των μαθηματικών εκφράσεων, αξιοποιώντας τεχνολογίες μετατροπής μαθηματικών σε ομιλία και εξετάζοντας την αποτελεσματικότητα και την ακρίβειά τους. Η έρευνα ανέδειξε πλήθος μεταφραστικών και δομικών λαθών κατά την απόδοση ελληνικών μαθηματικών σε βιβλία DAISY, αποδεικνύοντας την ανάγκη για γλωσσική προσαρμογή και ποιοτική αξιολόγηση. Για τον σκοπό αυτό αναπτύξαμε τη μεθοδολογία EAR Math, με την οποία εξετάστηκε πειραματικά η ικανότητα των χρηστών να αντιλαμβάνονται μαθηματικές εκφράσεις ακουστικά, με αποτελέσματα που επιβεβαιώνουν τις δυσκολίες στην κατανόηση δομικών στοιχείων και την αξία της εκπαίδευσης και του σχεδιασμού κατάλληλων ακουστικών κανόνων. Στο ίδιο πλαίσιο, αναπτύχθηκαν και αξιολογήθηκαν αυτοματοποιημένες μέθοδοι εξαγωγής μετρικών απόδοσης, οι οποίες επιτρέπουν την αντικειμενική και επεκτάσιμη αξιολόγηση ακουστικής απόδοσης μαθηματικών σε διάφορα περιβάλλοντα-συστήματα. Η τρίτη φάση της διατριβής διεύρυνε το ερευνητικό πεδίο προς μια συγκριτική ανάλυση των διαφόρων μορφών πρόσβασης —ψηλαφητής, ακουστικής και ψηλαφητής-ακουστικής (πολυτροπικής/πολυαισθητηριακής)— εξετάζοντας την απόδοσή τους ως προς τη βραχυπρόθεσμη μνημονική ανάκληση μαθηματικών εκφράσεων από τυφλά άτομα. Τα αποτελέσματα της μελέτης κατέδειξαν με σαφήνεια την υπεροχή της πολυτροπικής προσέγγισης, η οποία ενισχύει τη μνημονική συγκράτηση και ελαχιστοποιεί τα σφάλματα κατανόησης, ιδίως σε πιο σύνθετες μαθηματικές εκφράσεις. Η ακουστική απόδοση, αντίθετα, παρουσίασε τις περισσότερες δυσκολίες, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του πολυαισθητηριακού σχεδιασμού στο προσβάσιμο μαθησιακό περιβάλλον. Συνολικά, η διατριβή αυτή φιλοδοξεί να προσφέρει μια ολιστική προσέγγιση στην προσβασιμότητα των μαθηματικών, συνδυάζοντας τη γλωσσική προσαρμογή, την τεχνολογική αξιολόγηση και την εμπειρική διερεύνηση της χρήσης από άτομα με οπτική αναπηρία. Πέρα από το ελληνικό πλαίσιο, η μεθοδολογία και τα ευρήματα έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν διεθνώς στη βελτίωση των τεχνολογιών προσβασιμότητας για τα μαθηματικά, προάγοντας την ισότιμη συμμετοχή όλων των μαθητών και φοιτητών στη μαθηματική εκπαίδευση και την ευρύτερη επιστημονική κοινότητα.This doctoral dissertation addresses the accessibility of mathematics for individuals with visual impairments, with particular emphasis on the linguistic and technological dimensions related to the rendering and comprehension of mathematics in tactile, auditory, and multimodal/multisensory environments. The need for universal and equitable access to education for persons with disabilities constitutes a fundamental principle of any democratic educational system. Mathematics, however —due to its symbolic and abstract nature— represents a particularly demanding domain in terms of accessibility. This dissertation was developed to address this gap and to contribute both to the scientific foundation and to the practical support of mathematical accessibility in the Greek language. The research trajectory was structured into three distinct yet complementary phases. In the first phase, a comprehensive repository of mathematical codes was developed, emerging from the systematic documentation of mathematical braille symbols in Greek. This work aimed to address the fragmentation that characterized the tactile representation of mathematics in Greece, as well as internationally, by providing a standardized tool for converting educational material into braille for teachers and students. This project formed the essential foundation for the dissertation and implementation of more complex forms of access. The second phase focused on the auditory rendering of mathematical expressions, utilizing math-to-speech technologies and examining their effectiveness and accuracy. The research revealed a large number of translation and structural errors in the rendering of Greek mathematics in DAISY books, demonstrating the need for linguistic adaptation and quality evaluation. For this purpose, the EAR Math methodology was developed, through which users’ ability to perceive mathematical expressions through synthetic voice was experimentally investigated. The results confirmed the difficulty in understanding structural elements and highlighted the importance of a) training and b) the design of appropriate auditory rules. Within the same framework, automated methods for extracting performance metrics were also developed and evaluated, enabling objective and scalable assessment of the auditory rendering of mathematics across different environments and systems. The third phase of the dissertation expanded the research field toward a comparative analysis of different forms of access—tactile, auditory, and combined tactile-auditory (multimodal/multisensory)—examining their effectiveness in terms of short-term memory recall of mathematical expressions by blind individuals. The findings clearly demonstrated the superiority of the multimodal approach, which enhances memory retention and minimizes comprehension errors, particularly in more complex mathematical expressions. Auditory rendering, in contrast, presented the most retention errors, confirming the importance of multisensory design in accessible learning environments. Overall, this dissertation aspires to offer a holistic approach to mathematical accessibility, combining linguistic adaptation, technological evaluation, and empirical investigation of use by individuals with visual impairments. Beyond the Greek context, the methodology and findings have the potential to contribute internationally to the improvement of accessibility technologies for mathematics, promoting equal participation of all pupils and students in mathematics education and in the broader scientific community

    Διερεύνηση της επίπτωσης ευαισθητοποίησης στο νικέλιο μετά την εμφύτευση συσκευής σύγκλεισης ανοιχτού ωοειδούς τρήματος (PFO) / Nickel hypersensitivity after transcatheter patent foramen ovale (PFO) closure

    No full text
    Εισαγωγή: Τα κρυπτογενή αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια αντιστοιχούν σε περίπου 25% με 30% των ισχαιμικών αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Το βατό ωοειδές τρήμα (PFO) ανευρίσκεται σε περίπου 25% του γενικού πληθυσμού και έχει ενοχοποιηθεί για την πρόκληση παράδοξης εμβολής. Αν και ο δια βίου κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου που αποδίδεται στο PFO είναι χαμηλός, η διακαθετηριακή σύγκλειση του PFO έχει αποδειχθεί ως αποτελεσματική και ασφαλής για τη δευτερογενή πρόληψη εγκεφαλικού επεισοδίου. Τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες έχουν δείξει σημαντική μείωση του κινδύνου υποτροπής συγκριτικά με την αντιθρομβωτική αγωγή. Οι συσκευές που περιέχουν νικέλιο, όπως οι Amplatzer PFO Occluder και Gore Cardioform Septal Occluder, χρησιμοποιούνται για τη διακαθετηριακή σύγκλειση PFO. Ωστόσο, η επίδραση της υπερευαισθησίας στο νικέλιο στα μετεπεμβατικά αποτελέσματα παραμένει ελλιπώς κατανοητή. Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο την αξιολόγηση του κινδύνου ανεπιθύμητων συμβαμάτων σε ασθενείς με υπερευαισθησία στο νικέλιο που υποβάλλονται σε σύγκλειση PFO. Μέθοδοι: Πρόκειται για μια προοπτική, τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη, στην οποία εντάχθηκαν ασθενείς με κρυπτογενές αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο σχετιζόμενο με βατό ωοειδές τρήμα, στους οποίους εμφυτεύτηκε είτε η συσκευή Amplatzer PFO Occluder είτε η συσκευή Gore Cardioform Septal Occluder. Η υπερευαισθησία στο νικέλιο αξιολογήθηκε με δερματικές δοκιμασίες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η επίπτωση του συνδρόμου συσκευής, ενός σύνθετου καταληκτικού σημείου που περιλάμβανε το θωρακικός άλγος, το αίσθημα παλμών, τις ημικρανίες, τη δύσπνοια και το εξάνθημα. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις ανά τύπο συσκευής και ανά φύλο, καθώς και διερεύνηση για πιθανής νέας ευαισθητοποίησης μετά τη σύγκλειση του PFO. Αποτελέσματα: Από τους 96 ασθενείς, οι 28 (29,2%) εμφάνισαν υπερευαισθησία στο νικέλιο. Η επίπτωση του συνδρόμου συσκευής ήταν σημαντικά υψηλότερη στους ασθενείς με υπερευαισθησία στο νικέλιο σε σύγκριση με όσους δεν είχαν (71,4% έναντι 20,6%, p < 0.001). Συγκεκριμένα, η εμφάνιση ή η επιδείνωση προϋπάρχουσων ημικρανιών και του αισθήματος παλμών ήταν συχνότερες στους ασθενείς με υπερευαισθησία. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές σε τεκμηριωμένες αρρυθμίες, αιμορραγίες ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι η υπερευαισθησία στο νικέλιο σχετίστηκε με 10,5 φορές υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου συσκευής (προσαρμοσμένος λόγος πιθανοτήτων 10,53 [95% CI, 3,17–35,00]· p < 0.001). Η επίπτωση του συνδρόμου συσκευής ήταν παρόμοια για τις δύο συσκευές. Επιπλέον, η εμφάνιση ή επιδείνωση ημικρανιών (15,6% έναντι 0,0%, p = 0.003) ήταν σημαντικά συχνότερη στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Στις γυναίκες, το σύνδρομο συσκευής παρατηρήθηκε στο 78,3% όσων είχαν υπερευαισθησία στο νικέλιο, έναντι 18,2% όσων δεν είχαν (p < 0.001). Το αίσθημα παλμών καταγράφηκε στο 52,2% των γυναικών με υπερευαισθησία, σημαντικά υψηλότερο από το 13,6% χωρίς υπερευαισθησία (p = 0.006). Συμπεράσματα: Οι ασθενείς με υπερευαισθησία στο νικέλιο διατρέχουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου συσκευής μετά από σύγκλειση PFO. Και οι συσκευές Amplatzer και Gore Cardioform Septal Occluder παρουσίασαν συγκρίσιμη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε αυτή την ομάδα ασθενών. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη περαιτέρω έρευνας για τη βελτιστοποίηση της επιλογής συσκευής και τη βελτίωση των κλινικών εκβάσεων σε ασθενείς με υπερευαισθησία στο νικέλιο.Background: Cryptogenic strokes account for about 25% to 30% of ischemic strokes. A patent foramen ovale (PFO) is present in about 25% of the general population and has been implicated in paradoxical embolism. Although the lifetime stroke risk attributable to PFO is low, transcatheter PFO closure has demonstrated efficacy in secondary stroke prevention. Randomized trials have shown significant reductions in recurrent stroke risk compared with antithrombotic treatment alone. Nickel-containing devices, such as the Amplatzer PFO Occluder and GSO, are used for transcatheter PFO closure. However, the impact of nickel hypersensitivity on postprocedural outcomes remains poorly understood. This study aimed to evaluate the risk of adverse events in patients with nickel hypersensitivity undergoing PFO closure. Methods: This was a prospective, double-blind, randomized study enrolling patients with cryptogenic stroke and PFO-related ischemic stroke to receive either the Amplatzer or GSO device. Nickel hypersensitivity was assessed using skin patch testing. The primary end point was the incidence of device syndrome, a composite of patient-reported symptoms (chest pain, palpitations, migraines, dyspnea, and rash). Additionally, device- and sex-based analyses were performed, as well as investigation of sensitization following the PFO closure. Results: Of the 96 patients, 28 (29.2%) had nickel hypersensitivity. The incidence of device syndrome was significantly higher in patients with nickel hypersensitivity compared with those without (71.4% versus 20.6%, p < 0.001). Specifically, new-onset or worsening migraines and palpitations were more frequent in nickel-hypersensitive patients. No significant differences were observed in documented arrhythmias, bleeding, or stroke. Multivariable analysis showed that nickel hypersensitivity was associated with a 10.5-fold increase in the odds of device syndrome (adjusted odds ratio, 10.53 [95% CI, 3.17–35.00]; p < 0.001). The incidence of device syndrome was similar for both devices. Furthermore, the new-onset or worsening migraines (15.6% vs 0.0%, p = 0.003) were significantly more frequent in female than male patients. In female patients, device syndrome was observed in 78.3% of those with nickel hypersensitivity, compared with 18.2% of those without (p < 0.001). Palpitations occurred in 52.2% of female patients with nickel hypersensitivity, significantly more than 13.6% without (p = 0.006). Conclusions: Patients with nickel hypersensitivity are at significantly higher risk of developing device syndrome after PFO closure. Both the Amplatzer and GSO devices demonstrated comparable safety and efficacy in this population. These findings highlight the need for further research to optimize device selection and improve outcomes in nickel-hypersensitive patients

    Evidence for an Impact of Super Skills for Life on Emotional and Behavioral Difficulties in Greek Anxious Children

    No full text
    Αbstract Super Skills for Life (SSL) is a transdiagnostic psychoeducational program designed for children with anxiety and depressive symptoms based on cognitive-behavioral therapy. Empirically documented studies to date have demonstrated its immediate and long-term effectiveness in different contexts. The aim of this study was to assess the efficacy of the SSL program to reduce emotional and behavioral difficulties in a clinical sample of Greek-speaking primary school children aged 6 to 12. The program was implemented over 2 years in a community child mental health unit of the NHS. The sample consisted of 23 children attending elementary school who had been diagnosed with at least one anxiety disorder (AD). Small groups of 4 to 6 children with a similar age range were formed, and each session was held once a week for 1 hour. Assessments were conducted before and after the 8-week intervention by using the Strengths and Difficulties Questionnaire parent form. After the intervention, a reduction was observed in children's hyperactivity (Z = -2.83, p = 0.01), peer problems (Z = -2.69, p = 0.01), as well as total scores of SDQ parent form (Z = -2.31, p = 0.02). A statistically significant increase in children's prosocial skills was also observed (Z = -2.470, p = 0.01). The findings of this study imply an immediate effect of the Greek adaptation of SSL, suggesting that it could be a valuable resource for early reduction, not only of emotional but also of comorbid symptoms in young Greek-speaking children. Finally, these results suggest that the intervention could be delivered by a non-mental health specialist since the program coordinator was a special educator. Clinical implications of these findings are discussed further in this report

    Συγκριτική ανάλυση της επιτυχίας του σερβίς στην αντισφαίριση ανά φύλο

    No full text
    Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις διαφορές στην απόδοση του σερβίς στο άθλημα της Αντισφαίρισης μεταξύ των δύο φύλων ανδρών και γυναικών. Σκοπός της έρευνας είναι να καταγραφούν οι διαφορές και οι αποκλίσεις καθώς και να αναδείξει πιθανές διαφορές στην τεχνική και την ψυχολογική προσέγγιση που έχει το κάθε φύλο στην εκτέλεση του σερβίς. Για την εκπόνηση της έρευνας συμμετείχαν 30 άτομα εκ των οποίων οι 15 ήταν άνδρες και οι 15 γυναίκες αθλητές και αθλήτριες Αντισφαίρισης. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μετρήθηκαν στις κάτωθι μεταβλητές: επιτυχία του πρώτου σερβίς, επιτυχία του δεύτερου σερβίς και δυο συνεχόμενα αποτυχημένα σερβίς. Σημαντικός παράγοντας που μετρήθηκε ήταν και η αυτοαξιολόγηση του κάθε παίχτη όσον αφορά την αυτοπεποίθηση που είχε σε μια κλίμακα από το 1-5 ακριβώς πριν την εκτέλεση κάθε σερβίς. Καταγράφηκε το φύλο, η ηλικία και η εμπειρία στο άθλημα της αντισφαίρισης του κάθε δοκιμαζόμενου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα δεν παρατηρούνται στατιστικώς σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών ερασιτεχνών αθλητών αντισφαίρισης. Στατιστικώς σημαντική διαφορά φαίνεται να παρουσιάζει η αυτοπεποίθηση (t=3.46, p=0.0017) με τους άνδρες να εμφανίζουν μεγαλύτερο ποσοστό αυτοπεποίθησης στην μέτρηση της αυτοαξιόλογησης πριν την εκτέλεση της προσπάθειάς τους σε σύγκριση με τις γυναίκες.OX

    Τρέξιμο αντοχής: η εξελικτική ιστορία του και οι βιολογικές προσαρμογές στο ανθρώπινο σώμα

    No full text
    Το ερευνητικό ερώτημα της παρούσας εργασίας είναι: «Σε ποιον βαθμό το τρέξιμο αντοχής διαμόρφωσε την εξέλιξη του Homo sapiens;». Η εργασία εξετάζει το τρέξιμο αντοχής όχι ως σύγχρονη αθλητική δραστηριότητα, αλλά ως εξελικτικό φαινόμενο που πιθανώς λειτούργησε ως καθοριστικός παράγοντας για τη φυσιολογία, τη μορφολογία και τη συμπεριφορική οργάνωση των πρώιμων ανθρώπων. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει ανασκόπηση βιβλιογραφίας από τα πεδία της παλαιοανθρωπολογίας, της εξελικτικής βιολογίας, της συγκριτικής ανατομίας, της βιομηχανικής και της νευροφυσιολογίας. Επιπλέον, αξιοποιούνται εθνογραφικά δεδομένα από σύγχρονες κυνηγετικές-τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες ως λειτουργικά ανάλογα πιθανών συμπεριφορών των πρώιμων ανθρώπων. Η εργασία οργανώνεται γύρω από τις βασικές εξελικτικές προσαρμογές που σχετίζονται με την αντοχή: σκελετικές και μυοσκελετικές δομές, μορφολογία κάτω άκρων και ποδιού, θερμορρυθμιστικοί μηχανισμοί, μεταβολική ευελιξία και νευρολογικά συστήματα που ενισχύουν την παρατεταμένη προσπάθεια. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ένα σύνολο συμπληρωματικών χαρακτηριστικών — όπως τα μακριά κάτω άκρα, η καμάρα του ποδιού, ο μεγάλος γλουτιαίος, η εκτεταμένη εφίδρωση, η απώλεια τριχώματος, η εξαιρετική μιτοχονδριακή απόδοση και η ενεργοποίηση του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος — υποστηρίζουν την υπόθεση ότι ο άνθρωπος εξελίχθηκε ως είδος προσαρμοσμένο στο επίμονο κυνήγι και στη μετακίνηση μεγάλων αποστάσεων. Συγκριτικές αναλύσεις με άλλα πρωτεύοντα και θηλαστικά ενισχύουν τη μοναδικότητα του ανθρώπου στην παρατεταμένη αερόβια δραστηριότητα. Συμπερασματικά, η έρευνα δείχνει ότι το τρέξιμο αντοχής δεν αποτελεί απλώς παράγωγο της ανθρώπινης φυσιολογίας, αλλά πιθανότατα υπήρξε ένας από τους κεντρικούς εξελικτικούς μηχανισμούς που διαμόρφωσαν το σώμα, τον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά του Homo sapiens. Η εξελικτική αυτή κληρονομιά έχει άμεσες προεκτάσεις στη σύγχρονη υγεία και στην κατανόηση των ασθενειών που σχετίζονται με καθιστικό τρόπο ζωής.This extended essay addresses the research question:“To what extent did endurance running shape the evolution of Homo sapiens?” The study approaches endurance running not as a modern athletic practice but as an evolutionary phenomenon that may have exerted significant selective pressures on early humans, shaping their anatomy, physiology, and behavior. The methodology is based on an interdisciplinary literature review incorporating paleoanthropology, evolutionary biology, comparative anatomy, biomechanics, physiology, and neurobiology. Ethnographic evidence from modern hunter-gatherer groups is used to illuminate behaviors such as persistence hunting, which may represent functional analogues of early human subsistence strategies. The analysis focuses on key evolutionary adaptations associated with endurance performance, including skeletal and muscular structures, lower-limb and foot morphology, thermoregulatory mechanisms, metabolic flexibility, and neurological systems supporting prolonged effort. Findings indicate that a suite of mutually reinforcing traits — such as elongated lower limbs, arched feet, a powerful gluteus maximus, extensive sweating capacity, reduced body hair, high mitochondrial density, and activation of the endocannabinoid reward system — supports the hypothesis that humans evolved as an endurance-adapted species. Comparisons with non-human primates and cursorial mammals highlight the distinctive human capacity for sustained long-distance locomotion, especially under thermal stress. In conclusion, the essay argues that endurance running was likely a major evolutionary force influencing the morphology, metabolism, and cognitive profile of Homo sapiens. This evolutionary legacy continues to shape modern human health, offering insight into the physiological mismatches and chronic diseases associated with sedentary lifestyles

    Σύνδρομο σχετικού ενεργειακού ελλείμματος και διατροφή αθλητών: Γνώσεις αθλητών και προπονητών πετοσφαίρισης

    No full text
    Σκοπός: Η παρούσα μελέτη εξετάζει το επίπεδο γνώσεων γενικής διατροφής, αθλητικής διατροφής και του συνδρόμου σχετικού ενεργειακού ελλείμματος (relative energy deficiency in sport) σε αθλητές και προπονητές πετοσφαίρισης. Στόχος της έρευνας ήταν να καταγραφεί ο βαθμός κατανόησης κρίσιμων διατροφικών εννοιών και να διερευνηθεί η ικανότητα αναγνώρισης κινδύνων που σχετίζονται με τη χαμηλή ενεργειακή διαθεσιμότητα. Μεθοδολογία: Η παρούσα μελέτη υιοθέτησε ερευνητικό σχεδιασμό και βασίστηκε στη συλλογή δεδομένων μέσω ερωτηματολογίων σε ηλεκτρονική μορφή. Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 70 άτομα, εκ των οποίων 57 ήταν αθλητές και 13 προπονητές πετοσφαίρισης. Για την αξιολόγηση των γνώσεων γενικής και αθλητικής διατροφής χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο Abridged Nutrition for Sport Knowledge Questionnaire (ANSKQ), ενώ για την αξιολόγηση των γνώσεων σχετικά με τη χαμηλή ενεργειακή διαθεσιμότητα χρησιμοποιήθηκε το Relative Energy Deficiency in Sport Knowledge Questionnaire (RED-S). Επιπλέον, συλλέχθηκαν δημογραφικά στοιχεία των συμμετεχόντων. Οι συγκρίσεις στις βαθμολογίες γνώσεων μεταξύ αθλητών και προπονητών, καθώς και μεταξύ των συμμετεχόντων που δήλωσαν ότι έχουν παρακολουθήσει επιτυχώς τουλάχιστον ένα μάθημα διατροφής και εκείνων που δεν έχουν παρακολουθήσει, πραγματοποιήθηκαν με t-test για ανεξάρτητα ζεύγη. Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι το συνολικό επίπεδο γνώσεων διατροφής των συμμετεχόντων ήταν μέτριο. Όσον αφορά στις γνώσεις αθλητικής διατροφής, εντοπίστηκαν σημαντικά κενά σε θέματα που αφορούν την ενεργειακή διαθεσιμότητα και τη διατροφική υποστήριξη της αθλητικής απόδοσης. Οι συμμετέχοντες που είχαν λάβει προηγούμενη διατροφική εκπαίδευση παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερες βαθμολογίες στις γνώσεις αθλητικής διατροφής και στις συνολικές γνώσεις διατροφής σε σχέση με όσους δεν είχαν λάβει αντίστοιχη εκπαίδευση (p<0,05). Συμπεράσματα: Η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες και συστηματικές εκπαιδευτικές παρεμβάσεις τόσο σε αθλητές όσο και σε προπονητές, με σκοπό τη βελτίωση της διατροφικής παιδείας και τη μείωση των κινδύνων που συνδέονται με τη χαμηλή ενεργειακή διαθεσιμότητα. Η ενίσχυση της επιστημονικής κατάρτισης στον χώρο του αθλητισμού αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την μέγιστη απόδοση και τη διασφάλιση της υγείας των αθλητών.Purpose: This study examines the level of knowledge of general nutrition, sports nutrition and the relative energy deficiency syndrome (relative energy deficiency in sport) in volleyball athletes and coaches. The aim of the research was to record the degree of understanding of critical nutritional concepts and to investigate the ability to recognize risks associated with low energy availability. Methodology: This study adopted a research design and was based on data collection through questionnaires in electronic format. A total of 70 people participated in the study, of whom 57 were athletes and 13 were volleyball coaches. The Abridged Nutrition for Sport Knowledge Questionnaire (ANSKQ) was used to assess general and sports nutrition knowledge, while the Relative Energy Deficiency in Sport Knowledge Questionnaire (RED-S) was used to assess knowledge regarding low energy availability. In addition, demographic data of the participants were collected. Comparisons of knowledge scores between athletes and coaches, as well as between participants who declared that they had successfully attended at least one nutrition course and those who had not, were performed using t-tests for independent pairs. Results: The results of the study showed that the overall level of nutrition knowledge of the participants was moderate. Regarding sports nutrition knowledge, significant gaps were identified in issues related to energy availability and nutritional support of athletic performance. Participants who had received previous nutrition education presented statistically significantly higher scores in sports nutrition knowledge and overall nutrition knowledge compared to those who had not received corresponding education (p<0.05). Conclusions: The study highlights the need for targeted and systematic educational interventions for both athletes and coaches, with the aim of improving nutritional literacy and reducing the risks associated with low energy availability. Strengthening scientific training in the field of sports is a decisive factor for maximum performance and ensuring the health of athletes

    Η απόδοση του μπλοκ αναφορικά με την αγωνιστική θέση της αμυνόμενης πασαδόρου σε αγώνες πετοσφαίρισης υψηλού επιπέδου

    No full text
    Ο σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση και η συγκριτική ανάλυση της απόδοσης του μπλοκ σε πετοσφαιρίστριες υψηλού επιπέδου, αναφορικά με την αγωνιστική ζώνη στην οποία βρίσκεται η πασαδόρος (επιθετική έναντι αμυντικής ζώνης). Το δείγμα αποτέλεσαν δέκα (10) αγώνες γυναικών από την τελική φάση (Final Six) του FIVB Volleyball World Grand Prix 2017. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω συστηματικής βιντεοπαρατήρησης και καταγραφής 1.414 ενεργειών μπλοκ σε πρωτόκολλο Excel. Η αξιολόγηση της απόδοσης του σερβίς και του μπλοκ πραγματοποιήθηκε με την πενταβάθμια (0-4) κλίμακα των Eom και Shutz (1992). Για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των μετρήσεων, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της επαναληπτικής καταγραφής (intra-rater reliability). Η στατιστική ανάλυση των δεδομένων έγινε με SPSS, χρησιμοποιώντας περιγραφική στατιστική και τη δοκιμασία Chi-square (χ2) για τη σύγκριση αναλογιών και συχνοτήτων. Οι μεταβλητές που εξετάστηκαν περιλάμβαναν την περίοδο του σετ, την περιοχή εκτέλεσης, τον τύπο, την κατεύθυνση και τη βαθμίδα απόδοσης του σερβίς, καθώς και τη ζώνη εκδήλωσης επίθεσης και τον τύπο του μπλοκ. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, σε γενικές γραμμές, δεν υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην απόδοση του μπλοκ αναφορικά με τη ζώνη της πασαδόρου, υποδηλώνοντας υψηλή τακτική προσαρμοστικότητα των ελίτ ομάδων. Ωστόσο, εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά (p&lt;0,01) στην βαθμίδα απόδοσης μπλοκ ΒΠΜ2, μετά από σερβίς ΒΠΣ3 όπου η παρουσία της πασαδόρου στην αμυντική (πίσω) ζώνη οδήγησε σε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά επαφής με τη μπάλα και συνέχισης της φάσης. Επίσης, σημαντική διαφοροποίηση (p=0,03) παρατηρήθηκε όταν το σερβίς εκτελούνταν από την περιοχή 6 και η πασαδόρος ήταν πίσω σε σχέση με το αν ήταν μπροστά. Φάνηκε επίσης ότι στο μπλοκ στη ζώνη 2 και όταν η πασαδόρος ήταν μπροστά συχνότερα παρουσιάστηκαν πολύ καλές ενέργειες μπλοκ ΒΠΜ3 (p=0,02). Συμπερασματικά, η θέση της πασαδόρου στο σύγχρονο γυναικείο βόλεϊ υψηλού επιπέδου δεν αποτελεί παράγοντα αμυντικής ανισορροπίας, καθώς οι ομάδες καταφέρνουν να εξισορροπούν την απόδοσή τους μέσω της συνολικής τακτικής.The purpose of this study was to investigate and comparatively analyze block performance in high-level female volleyball players, specifically regarding the setter&apos;s court zone (front-row vs. back-row position). The sample consisted of ten (10) women’s matches from the final phase (Final Six) of the 2017 FIVB Volleyball World Grand Prix. Data collection was conducted through systematic video observation, recording 1,414 blocking actions in an Excel protocol. The evaluation of service and block performance was based on the five-point (0-4) scale by Eom and Schutz (1992). To ensure measurement reliability, the intra-rater reliability method was employed. Statistical analysis was performed using SPSS, utilizing descriptive statistics and the Chi-square (χ2\chi ^{2}) test to compare proportions and frequencies. The variables examined included the set period, service execution area, service type, direction, and performance level, as well as the attack zone and block type. The results indicated that, in general, there are no statistically significant differences in block performance relative to the setter’s zone, suggesting high tactical adaptability among elite teams. However, a statistically significant difference (p<0.01) was identified in the block performance level BPM2 following a BPS3 serve, where the setter&apos;s presence in the back-row led to significantly higher rates of ball contact and rally continuation. Additionally, a significant differentiation (p=0.03p=0.03) was observed when the serve was executed from Zone 6 and the setter was in the back-row compared to the front-row. It was also found that blocking in Zone 2 resulted in more frequent high-quality blocking actions (BPM3) when the setter was in the front-row (p=0.02p=0.02). In conclusion, the setter&apos;s position in modern high-level women&apos;s volleyball does not constitute a factor of defensive imbalance, as teams successfully balance their performance through overall tactics.

    Επίπεδο απόδοσης συμμετεχόντων στον ιστορικό μαραθώνιο της Αθήνας

    No full text
    Ο Κλασικός Μαραθώνιος της Αθήνας – ο «Authentic Marathon» – αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δρομικά γεγονότα με παγκόσμιο ιστορικό και αθλητικό ενδιαφέρον. Στην παρούσα εργασία εξετάζεται το επίπεδο απόδοσης των συμμετεχόντων στον Μαραθώνιο της Αθήνας κατά την περίοδο 2008–2024. Συλλέχθηκαν δεδομένα επιδόσεων (χρόνοι τερματισμού) από τους επίσημους πίνακες αποτελεσμάτων και αναλύθηκαν δείκτες όπως ο μέσος χρόνος των πρώτων 100 αθλητών κάθε έτος, ο αριθμός των δρομέων με χρόνο κάτω από 3 ώρες (sub-3) και κάτω από 4 ώρες (sub-4), καθώς και η εξέλιξη των παραπάνω μεγεθών διαχρονικά. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση της βιβλιογραφίας της τελευταίας δεκαετίας σχετικά με τις τάσεις στην απόδοση μαραθωνίου, τη συμμετοχή του ευρύτερου πληθυσμού και τους παράγοντες που επηρεάζουν τις επιδόσεις (φύλο, ηλικία, πλήθος συμμετοχών, περιβαλλοντικές συνθήκες, τεχνολογία κ.ά.). Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο αριθμός των συμμετεχόντων αυξήθηκε σημαντικά και παράλληλα αυξήθηκε και ο αριθμός των δρομέων που πετυχαίνουν αξιόλογους χρόνους (sub-3 και sub-4), αν και το συνολικό πεδίο τερματισμών περιλαμβάνει ευρύτερο φάσμα ικανοτήτων. Για παράδειγμα, οι δρομείς με χρόνο κάτω από 4 ώρες αυξήθηκαν από περίπου 1.300 το 2009 σε πάνω από 5.100 το 2024. Διαφαίνεται μια τάση βελτίωσης των επιδόσεων των κορυφαίων δρομέων (ιδίως διεθνών συμμετεχόντων) αλλά και ταυτόχρονα διεύρυνση της συμμετοχής με πολλούς νέους δρομείς που τερματίζουν σε πιο αργούς χρόνους. Τα ευρήματα αυτά συμβαδίζουν με τις διεθνείς τάσεις: η δημοτικότητα του μαραθωνίου έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να βελτιώνονται οι κορυφαίες επιδόσεις χάρη σε καλύτερη προπόνηση και τεχνολογία, ενώ παράλληλα το μέσο επίπεδο επιδόσεων του μαζικού κοινού παρουσιάζει μικρή επιβράδυνση λόγω της μαζικοποίησης. Συμπερασματικά, ο Μαραθώνιος της Αθήνας εμφανίζει διαχρονική άνοδο στη συμμετοχή και υψηλότερο ανταγωνισμό στην κορυφή, με τις μέσες επιδόσεις να επηρεάζονται από παράγοντες όπως η αυξανόμενη συμμετοχή ξένων ελίτ δρομέων, η βελτίωση των υποδομών προπόνησης και η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών (π.χ. υποδήματα), αλλά και γεγονότα όπως η επέτειος 2.500 ετών (2010) ή η πανδημία COVID-19 (2020–2021). Προτείνονται περαιτέρω έρευνες με έμφαση σε επιμέρους πτυχές (π.χ. ανάλυση ανά ηλικιακή κατηγορία, φύλο, καιρικές συνθήκες) καθώς και πρακτικές παρεμβάσεις (προγράμματα προπόνησης για ερασιτέχνες, δράσεις ενθάρρυνσης συμμετοχής γυναικών) ώστε να βελτιωθεί το συνολικό επίπεδο απόδοσης και η εμπειρία των δρομέων στο ιστορικό αυτό γεγονός.OX

    Η Επίδραση του Functional Electrical Stimulation (FES) σε Άτομα με Ατελή και Πλήρη Κάκωση Νωτιαίου Μυελού

    No full text
    Στην παρούσα ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αξιολογήθηκαν δημοσιεύσεις που περιγράφούν την επίδραση του Functional Electrical Stimulation (FES) σε συνανθρώπους μας με ατελή και πλήρη κάκωση στον νωτιαίο μυελό (ΚΝΜ). Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκαν λέξεις κλειδιά όπως FES, functional electrical stimulation, spinal cord injury, SCI, physical activity, physical therapy κλπ και αξιολογήθηκαν δημοσιεύσεις από το 2000 και μετά, σε βάσεις δεδομένων που είχε πρόσβαση το πανεπιστήμιο (πχ Google Scholar, Scopus). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν 12 μελέτες οι οποίες έδειξαν θετική επίδραση σε συγκεκριμένες μυϊκές ομάδες όπως τους τετρακέφαλους και ισχιοκνημιαίους και αύξηση στην μυϊκή μάζα. Υπήρχε μείωση του λίπους, αύξηση της θετικής ψυχολογίας των ασκούμενων αλλά και μεγαλύτερη πελματιαία και ραχιαία κίνηση του αστραγάλου. Επίσης υπήρχε αύξηση δύναμης του τετρακέφαλου και του πλάτους έκτασης της άρθρωσης του γόνατος, βελτίωση ποιότητας ζωής, της ισορροπίας αλλά και στο εύρος κίνησης του ισχίου και περιορισμοί στην σπαστικότητα. Τα αποτελέσματα, ως εκ τούτου, είναι θετικά, αλλά οι ερευνητές συμπέραναν ότι περισσότερη έρευνα είναι απαραίτητη στο μέλλον, για να διασφαλιστεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων, προτού μπορέσουν τα FES να εφαρμοστούν με ακρίβεια στον αθλητισμό ή και σε προγράμματα αποκατάστασης συνανθρώπων μας με ΚΝΜ.ΟΧ

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇