National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Ψυχοκοινωνικός κίνδυνος και προστατευτικοί παράγοντες που σχετίζονται με την επαγγελματική εξουθένωση σε Αστυνομικούς: συστηματική ανασκόπηση

    No full text
    Εισαγωγή: Η επαγγελματική εξουθένωση αναγνωρίζεται ως ένα από τα σημαντικότερα επαγγελματικά προβλήματα στον χώρο της αστυνόμευσης, δεδομένων των ιδιαίτερα απαιτητικών συνθηκών εργασίας, της συνεχούς έκθεσης σε στρεσογόνα γεγονότα, καθώς και της ανάγκης για συνεχή ψυχολογική ετοιμότητα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης ήταν να διερευνηθούν οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι και οι προστατευτικοί παράγοντες που σχετίζονται με την εμφάνιση επαγγελματικής εξουθένωσης σε αστυνομικούς. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας. Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων (PubMed, Scopus, Web of Science και PsycINFO) με τη χρήση συνδυασμών λέξεων-κλειδιών σχετικών με «burnout», «police officers», «psychosocial risk factors» και «protective factors». Συμπεριλήφθηκαν πρωτογενείς ποσοτικές μελέτες που διερεύνησαν την επαγγελματική εξουθένωση σε αστυνομικούς και εξέτασαν είτε παράγοντες κινδύνου είτε προστατευτικούς μηχανισμούς. Ο τελικός αριθμός μελετών που πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης ήταν δεκαεπτά, οι οποίες αξιολογήθηκαν ως προς τη μεθοδολογική ποιότητα, τον πληθυσμό μελέτης, τα εργαλεία μέτρησης και τα κύρια αποτελέσματα. Αποτελέσματα: Οι σημαντικότεροι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι για την εμφάνιση επαγγελματικής εξουθένωσης είναι ο υψηλός φόρτος εργασίας, η σύγκρουση ρόλων, το οργανωσιακό και επιχειρησιακό άγχος, η έλλειψη σαφήνειας καθηκόντων, οι διαταραχές ύπνου, η δυσαρέσκεια από την εργασία και η ανισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Οι γυναίκες αστυνομικοί, οι εργαζόμενοι με περισσότερα έτη υπηρεσίας και εκείνοι που εκτίθενται σε τραυματικά ή τοξικά γεγονότα παρουσίασαν υψηλότερο κίνδυνο εξουθένωσης. Αντίθετα, ως προστατευτικοί παράγοντες αναδείχθηκαν η ανθεκτικότητα, οι στρατηγικές αντιμετώπισης που εστιάζουν στην επίλυση προβλημάτων, η κοινωνική και οργανωτική υποστήριξη, η σωματική δραστηριότητα, η συμμετοχή σε δραστηριότητες αναψυχής, καθώς και η δίκαιη και υποστηρικτική ηγεσία. Τα ποσοστά εμφάνισης της επαγγελματικής εξουθένωσης κυμάνθηκαν σε υψηλά επίπεδα, με αρκετές μελέτες να καταγράφουν ότι σχεδόν οι μισοί αστυνομικοί παρουσίαζαν σημαντικά συμπτώματα εξουθένωσης τους τελευταίους μήνες. Συμπεράσματα: Η επαγγελματική εξουθένωση στους αστυνομικούς αποτελεί κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας και οργανωσιακής λειτουργικότητας. Η παρούσα ανασκόπηση επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για πολυπαραγοντικό φαινόμενο, όπου οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι και οι προστατευτικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν δυναμικά. Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας, η επένδυση σε υποστηρικτικές μορφές ηγεσίας, η ανάπτυξη παρεμβάσεων πρόληψης του εργασιακού στρες και η εφαρμογή πολιτικών που προάγουν την ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής συνιστούν καίρια μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγηση τέτοιων παρεμβάσεων μπορεί να συμβάλει στη μείωση της επαγγελματικής εξουθένωσης και στη βελτίωση της ψυχικής υγείας και της αποδοτικότητας των αστυνομικών.Introduction: Burnout has emerged as one of the most significant occupational health problems in policing, given the highly demanding working conditions, continuous exposure to stressful and traumatic events, and the constant requirement for psychological readiness. Aim: The aim of this systematic review was to explore the psychosocial risk factors and protective elements associated with burnout among police officers. Methodology: A systematic review was conducted following the PRISMA guidelines. Electronic databases (PubMed, Scopus, Web of Science, and PsycINFO) were searched using a combination of keywords such as “burnout,” “police officers,” “psychosocial risk factors,” and “protective factors.” Primary quantitative studies examining burnout among police officers and reporting on either risk or protective factors were included. A total of 16 studies met the inclusion criteria. Each study was assessed for methodological quality, population characteristics, measurement tools, and main findings. Results: The most significant psychosocial risks contributing to burnout include high workload, role conflict, organizational and operational stress, lack of role clarity, sleep disturbances, job dissatisfaction, and work–family conflict. Female officers, those with longer years of service, and those exposed to traumatic incidents or hazardous materials were identified as being at higher risk of developing burnout. Conversely, protective factors included resilience, problem-focused coping strategies, supportive leadership, social and organizational support, physical exercise, engagement in leisure activities, and work environments that promoted fairness and justice. The prevalence of burnout was consistently high across studies, with several indicating that nearly half of the participating officers reported significant symptoms of burnout within the last six months. Conclusions: Burnout among police officers is a critical issue affecting both public health and organizational performance. This review underscores the multifactorial nature of the phenomenon, where psychosocial risks and protective factors interact dynamically. Strengthening resilience, fostering supportive leadership, promoting interventions to reduce occupational stress, and implementing policies that enhance work–life balance are essential strategies for addressing burnout. Continuous monitoring and evaluation of these interventions will be vital in reducing burnout levels, improving psychological health, and maintaining the overall effectiveness and well-being of police officers

    «Η κατανόηση του σημείου ίσον «=» στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού.»

    No full text
    Η παρούσα εργασία εξετάζει την κατανόηση του σημείου ίσον «=» στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σχολείου. Στο σημείο ίσον «=» αποδίδονται δυο βασικές ερμηνείες, η σχεσιακή (relational) και η λειτουργική (operational). Για τη μελέτη του συγκεκριμένου θέματος ακολουθήθηκε μια δειγματοληπτική έρευνα βασισμένη σε ερωτηματολόγια. Κατά τη διάρκεια της έρευνας δόθηκαν ερωτηματολόγια σε μαθητές Α’ και Β’ Δημοτικού, δυο διαφορετικών σχολικών μονάδων, που μελετούσαν την αντίληψη των μαθητών για το σημείο ίσον «=». Στα ερωτηματολόγια αποτυπώθηκαν οι στάσεις των μαθητών των πρώτων τάξεων του Δημοτικού απέναντι στα Μαθηματικά, ενώ στη συνέχεια περιλαμβάνονταν ασκήσεις που αφορούσαν την αντίληψη του σημείου. Αναλυτικότερα, περιείχαν μια άσκηση Σωστού/Λάθους και μια άσκηση συμπλήρωσης κενών αναφορικά με τις ιδιότητες του σημείου, σχεσιακά ή λειτουργικά και με συμβολική ή μη συμβολική αναπαράσταση των προτάσεων ισότητας. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι μαθητές της Α’ και Β’ Δημοτικού κατανοούν σε ικανοποιητικό επίπεδο το σημείο ίσον «=», κυρίως στη λειτουργική του διάσταση. Παρότι υπήρχαν υψηλά ποσοστά επιτυχίας σε κάποιες αριθμητικές προτάσεις σχεσιακής κατανόησης, η αφαίρεση με ελλείποντα μειωτέο ανέδειξε περιορισμούς στη σχεσιακή κατανόηση. Συγκεντρωτικά, οι μαθητές ανταποκρίθηκαν καλύτερα στις προσθέσεις συγκριτικά με τις αφαιρέσεις, με μικρές διαφορές, ενώ μικρές διαφοροποιήσεις υπήρχαν ανάμεσα στα δείγματα των δυο τάξεων, οι οποίες δεν αφορούν απαραίτητα νοητική ωρίμανση, όσο εξοικείωση με τις διαφορετικές διαστάσεις του σημείου ίσον «=» και τις μορφές αναπαράστασης. Ιδιαίτερα θετικό εύρημα αποτελεί η επιτυχής διαχείριση των ταυτοτήτων και της ανακλαστικής ιδιότητας του σημείου ίσον «=», δεδομένης της περιορισμένης παρουσίας τους στα σχολικά εγχειρίδια.This dissertation examines the understanding of the sign equal "=" in the first grades of primary school. Two main interpretations, relational and operational, are attributed to the equals sign "=". A sample survey based on questionnaires was followed to study this topic. During the research, questionnaires were given to first and second grade students, from two different schools, to study the students' perception of the sign equal "=". The questionnaires captured the attitudes of students in the first grades of primary school towards mathematics, and then included exercises related to the perception of the sign. More specifically, they included a True/False exercise and a fill-in-the-blank exercise regarding the properties of the sign, relational or functional and with symbolic or non-symbolic representation of equality sentences. The results of the survey showed that first and second grade students demonstrate a satisfactory understanding of the equal sign “=”, mainly in its operational dimension. Although high success rates were observed in some arithmetic sentences reflecting relational understanding, subtraction with a missing minuend revealed limitations in relational comprehension. Overall, students responded better to addition compared to subtraction, with minor differences, while slight variations were also observed between the samples of the two grade levels. These differences, however, do not necessarily reflect cognitive maturation, but rather the degree of familiarity with the various dimension of the equal sign “=” and the form of representation. A particularly noteworthy finding is the successful handling of identities and the reflexive property of the equal sign “=”, given their limited presence in school textbooks

    Ο δικαστικός έλεγχος των δημοσίων συμβάσεων στην Ελλάδα: Εξέλιξη, όρια και προοπτικές

    No full text
    Το θέμα της διπλωματικής εργασίας αφορά τον δικαστικό έλεγχο των δημοσίων συμβάσεων στην Ελλάδα, εστιάζοντας στην εξέλιξη του σχετικού νομικού πλαισίου, στα όρια και τις προκλήσεις του ελέγχου, καθώς και στις μελλοντικές του προοπτικές. Ειδικότερα, η εργασία θα μελετήσει τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των διοικητικών δικαστηρίων, με στόχο την ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο τα δικαστήρια παρεμβαίνουν στις διαδικασίες ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται κατά τη διαγωνιστική διαδικασία, στον προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας, καθώς και στα κριτήρια που τίθενται για τη θεμελίωση έννομου συμφέροντος και την παροχή έννομης προστασίας. Παράλληλα, θα εξεταστεί το ζήτημα της εξισορρόπησης μεταξύ της ανάγκης για αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, που να δια-σφαλίζει τη διαφάνεια, τη νομιμότητα και την ίση μεταχείριση των οικονομικών φορέων, και της απαίτησης για ταχεία και απρόσκοπτη υλοποίηση δημοσίων έργων, ενόψει και των ευρωπαϊκών επιταγών. Η εργασία αποσκοπεί στη συνολική αποτίμηση της λειτουργίας του υφιστάμενου συστήματος δικαστικού ελέγχου, εντοπίζοντας ενδεχόμενα προβλήματα ή ελλείψεις και διατυπώνοντας προτάσεις βελτίωσης, τόσο σε θεσμικό όσο και σε επίπεδο εφαρμογής στην πράξη.The subject of the master’s thesis concerns the judicial review of public procurement in Greece, focusing on the evolution of the relevant legal framework, the limits and challenges of judicial control, as well as its future prospects. More specifically, the thesis examines the case law of the Council of State, the Court of Audit, and the administrative courts, with the aim of highlighting the manner in which courts intervene in the procedures for the award and execution of public contracts. Particular emphasis is placed on the legal remedies available during the tendering process, on the pre-contractual legality review, as well as on the criteria governing the establishment of legal interest and the granting of judicial protection. At the same time, the study addresses the issue of balancing the need for effective judicial review—ensuring transparency, legality, and equal treatment of economic operators—with the requirement for the swift and unhindered implementation of public projects, also in light of European law imperatives. The thesis seeks to provide an overall assessment of the functioning of the existing system of judicial review, identifying potential shortcomings or deficiencies and formulating proposals for improvement, both at the institutional level and at the level of practical application

    Το φαινόμενο της Επαγγελματικής εξουθένωσης και οι συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα

    No full text
    Η εργασία αυτή εστιάζει σε ένα φαινόμενο που απασχολεί έντονα τις σύγχρο-νες κοινωνίες και το εκπαιδευτικό σύστημα: την επαγγελματική εξουθένωση των εκ-παιδευτικών. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων απαιτήσεων, διοικητικών βαρών και κοινωνικών πιέσεων, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να ανταποκριθούν σε πολλαπλούς ρόλους, γεγονός που συχνά επιδρά αρνητικά στην ψυχολογική τους ευημερία και στη γενικότερη επαγγελματική τους εικόνα. Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο της επαγγελματικής εξουθένωσης στους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, με έμφαση στις συνθήκες εργασίας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Το θεωρητικό μέρος περιλαμβάνει την εννοιολογική προσέγγιση της εξουθέ-νωσης, την παρουσίαση θεωρητικών μοντέλων, τις αιτίες και τα συμπτώματα του φαι-νομένου, καθώς και τις επιπτώσεις του στην επαγγελματική και προσωπική ζωή των εκπαιδευτικών. Το ερευνητικό μέρος πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του σταθμισμένου εργα-λείου MBI-ES (Maslach Burnout Inventory – Educators Survey), σε δείγμα 110 εκπαι-δευτικών. Η συλλογή των δεδομένων έγινε ηλεκτρονικά και τα αποτελέσματα αναλύ-θηκαν με στατιστικές μεθόδους. Τα ευρήματα αναδεικνύουν αυξημένα επίπεδα συναι-σθηματικής εξάντλησης, ενώ παρατηρούνται διαφορές ανάλογα με κοινωνικοδημο-γραφικούς και επαγγελματικούς παράγοντες, όπως η ηλικία, η οικογενειακή κατάστα-ση, η ύπαρξη παιδιών και η εργασιακή σχέση. Επιπλέον, καταγράφονται σημαντικές διαφορές στα επίπεδα εξουθένωσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των εκπαιδευτικών και την ε-νίσχυση της λειτουργικότητας των σχολικών μονάδων.This study focuses on a phenomenon that significantly affects modern societies and the educational system: teacher burnout. In a professional environment marked by increasing demands, administrative responsibilities, and social expectations, teachers are required to respond to multiple roles, which often impacts their mental health and overall job satisfaction. The present thesis investigates the phenomenon of professional burnout among primary school teachers, with particular emphasis on working conditions in both the public and private sectors. The theoretical part includes a conceptual overview of burnout, a review of key theoretical models, causes and symptoms of the syndrome, and its consequences on the professional and personal lives of educators. The empirical research was conducted using the validated Maslach Burnout Inventory – Educators Survey (MBI-ES), with a sample of 110 teachers. Data were collected electronically and analyzed through statistical methods. The results indicate high levels of emotional exhaustion, while significant differences were found based on demographic and professional factors such as age, marital status, parenting, and employment type. Differences between public and private sector teachers in burnout levels were also observed. The study concludes with recommendations for preventing and addressing burnout, aiming to improve the well-being of educators and enhance the effective operation of educational institutions

    Λαπαροσκοπική χειρουργική μονής τομής για δημιουργία ειλεοπρωκτικής αναστόμωσης τύπου J-pouch – ανασκόπηση της βιβλιογραφίας 15 ετών

    No full text
    Εισαγωγή/Σκοπός: Η λαπαροσκοπική χειρουργική μονής τομής (SILS) έχει αναδειχθεί ως εξέλιξη των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών, προσφέροντας πιθανά οφέλη σε επίπεδο αισθητικού αποτελέσματος και μετεγχειρητικής ανάρρωσης. Η παρούσα ανασκόπηση είχε ως στόχο την αξιολόγηση των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με την ασφάλεια, τη σκοπιμότητα και τα αποτελέσματα της SILS για τη δημιουργία ειλεοπρωκτικής αναστόμωσης τύπου J-pouch (IPAA). Υλικό και Μέθοδος: Πραγματοποιήθηκε δομημένη βιβλιογραφική αναζήτηση στη βάση δεδομένων PubMed για μελέτες που δημοσιεύθηκαν από τον Ιανουάριο του 2010 έως τον Ιανουάριο του 2025, με αντικείμενο ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς που υποβλήθηκαν σε πρωκτοκολεκτομή αποκατάστασης με IPAA μέσω μίας τομής. Αποτελέσματα: Εντοπίστηκαν 22 μελέτες οι οποίες περιλάμβαναν συνολικά 182 επεμβάσεις. Ο μέσος χειρουργικός χρόνος κυμαινόταν από 125 έως 455 λεπτά. Μετατροπή σε λαπαροσκοπική επέμβαση πολλαπλών οπών ή ανοικτή επέμβαση αναφέρθηκε σε 3,9% των περιπτώσεων, ενώ η μέση εκτιμώμενη απώλεια αίματος κυμάνθηκε από 27 έως 136mL. Η μέση διάρκεια νοσηλείας στις περισσότερες μελέτες ήταν τέσσερις ημέρες. Σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές (Clavien–Dindo grade≥III) παρατηρήθηκαν σε περίπου 9% των ασθενών, με συχνότερες τον αποφρακτικό ειλεό λεπτού εντέρου ή την αναστομωτική διαφυγή. Η ικανοποίηση από το αισθητικό αποτέλεσμα και οι δείκτες μετεγχειρητικού πόνου ήταν γενικά ευνοϊκοί, αν και τα μακροχρόνια λειτουργικά αποτελέσματα σπανίως αναφέρονταν. Συμπέρασμα: Η SILS-IPAA φαίνεται να είναι εφικτή και ασφαλής σε επιλεγμένους ασθενείς, ιδιαίτερα όταν εκτελείται από έμπειρους χειρουργούς που είναι εξοικειωμένοι με τη κλασική λαπαροσκοπική πρωκτοκολεκτομή αποκατάστασης. Η τρέχουσα βιβλιογραφία εμφανίζει ετερογένεια και περιορίζεται από τα μικρά μεγέθη δειγμάτων και τα επικαλυπτόμενα δεδομένα των ιδρυμάτων. Απαιτούνται περαιτέρω συγκριτικές μελέτες, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των ρομποτικών πλατφορμών, για να οριστεί ο ρόλος της SILS στη σύγχρονη χειρουργική των ληκύθων.Background/Aim: Single-incision laparoscopic surgery (SILS) has emerged as a refinement of minimally invasive techniques, offering potential cosmetic and postoperative recovery benefits. This review aimed to evaluate the current evidence regarding the safety, feasibility, and outcomes of SILS for ileal pouch–anal anastomosis (IPAA). Materials and Methods: A structured literature search was performed in PubMed for studies published between January 2010 and January 2025, focusing on adult and paediatric patients undergoing restorative proctocolectomy with IPAA performed through a single incision. Results: Twenty-two studies were identified, encompassing 182 procedures. The mean operative time ranged from 125 to 455 minutes. Reported conversion to multiport laparoscopy or open surgery occurred in 3.9% of cases, while mean estimated blood loss varied from 27 to 136mL. The median length of hospital stay was four days across most studies. Major postoperative complications (Clavien–Dindo grade ≥III) occurred in approximately 9% of patients, most commonly small-bowel obstruction or anastomotic leak. Cosmetic satisfaction and postoperative pain scores were generally favorable, although long-term functional outcomes were rarely reported. Conclusion: SILS-IPAA appears feasible and safe in selected patients, particularly when performed by experienced surgeons familiar with conventional laparoscopic restorative proctocolectomy. The current literature is heterogeneous and limited by small sample sizes and overlapping institutional data. Further comparative studies, 10 especially in the context of robotic platforms, are needed to define the role of SILS in modern pouch surgery

    Shape variability and sexual dimorphism of the chin: a 3D geometric morphometric analysis

    No full text
    Εισαγωγή: Βάσει των εξελικτικών θεωριών, ο πώγωνας αποτελεί ένα ανατομικό στοιχείο μοναδικό στον άνθρωπο, με αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα στις ιδιαιτερότητες που επέβαλαν οι συνθήκες και οι ανάγκες κάθε σταδίου εξέλιξης από την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη. Το ενδιαφέρον των επιστημόνων έχει επικεντρωθεί ανά τους αιώνες στην αποσαφήνιση του ρόλου του πώγωνα αλλά και στις μορφολογικές διαφορές του μεταξύ των δύο φύλων. Η ιατροδικαστική επιστήμη υποστηρίζει, μάλιστα, ότι θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο αναγνώρισης του φύλου. Στις μέχρι τώρα διαθέσιμες μελέτες ο φυλετικός διμορφισμός του πώγωνα έχει μελετηθεί με τη χρήση πλάγιων κεφαλομετρικών ακτινογραφιών, υπολογιστικών τομογραφιών, οπτικών λέιζερ, τρισδιάστατης σάρωσης του προσώπου, αλλά και με τη σύγκριση ανθρώπινων κρανίων. Γραμμικές μετρήσεις, γωνιακές, αλλά και γεωμετρικές μορφομετρικές μέθοδοι έχουν χρησιμοποιηθεί για να αναλύσουν τις μορφολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, καταλήγοντας όμως σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει τη μορφολογία του πώγωνα και στις τρεις διαστάσεις του, καθώς και τον φυλετικό διμορφισμό του. Υλικό και Μέθοδος: Το δείγμα αποτελούνταν από 95 υπολογιστικές τομογραφίες ενήλικων ατόμων, οι οποίες έχουν ληφθεί προγενέστερα για λόγους μη σχετικούς με την παρούσα μελέτη (όπως ο σχεδιασμός και η τοποθέτηση εμφυτευμάτων ή η εξαγωγή τρίτων γομφίων). Τα κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού στη μελέτη ήταν τα ακόλουθα: ηλικία άνω των 21 ετών, απουσία κρανιοπροσωπικών δυσμορφιών και μη ελλείποντα ή εξαχθέντα δόντια στην πρόσθια περιοχή της κάτω γνάθου. Τα αρχεία DICOM μετατράπηκαν σε επιφάνειες πλέγματος. Η ανάλυση των τομογραφιών πραγματοποιήθηκε με τη χρήση της γεωμετρικής μορφομετρίας. Η μεθοδολογία περιλάμβανε τρία στάδια: ένα χειρωνακτικό και δύο αυτοματοποιημένα, οδηγώντας σε πλήρη κάλυψη της περιοχής της σύμφυσης με 600 σημεία, σε πυκνή διάταξη, ώστε να περιγραφούν με επάρκεια και λεπτομέρεια τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της. Τα σημεία τοποθετήθηκαν αρχικά βάσει των ανατομικών δομών της περιοχής και ακολούθως αναπροσαρμόστηκαν με ελαχιστοποίηση της ενέργειας κάμψης έναντι του μέσου όρου του δείγματος, ώστε να επιτευχθεί αντιστοιχία μεταξύ των δειγμάτων. Η ανάλυση PCA χρησιμοποιήθηκε για να εξαχθούν οι κύριες συνιστώσες διακύμανσης του σχήματος (Principal Components-PCs). Οι τυχόν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων εξετάστηκαν με μη παραμετρική στατιστική ανάλυση (permutation test) και απεικονίστηκαν με αλληλεπίθεση Προκρούστη. Αποτελέσματα: Τα πρώτα τρία PCs αντιστοιχούν σχεδόν στο 58% της διακύμανσης του σχήματος, η οποία σχετίστηκε κυρίως με το λόγο ύψους προς πλάτος, καθώς και με το πάχος της σύμφυσης. Σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων διαπιστώθηκαν τόσο στο σχήμα όσο και στο μέγεθος: οι ανδρικές συμφύσεις ήταν κατά 8,7% μεγαλύτερες. Επιπλέον, εντοπίστηκαν διαφορές στην καμπυλότητα του κάτω ορίου της σύμφυσης και στην προβολή των γενειακών ογκωμάτων, οι οποίες όμως εξασθένησαν σε στατιστικά σημαντικό βαθμό μετά το συνυπολογισμό της αλλομετρίας. Συμπεράσματα: Η παρούσα έρευνα προτείνει μια ταχεία, ημιαυτοματοποιημένη και φιλική προς τον χρήστη τρισδιάστατη γεωμετρική μορφομετρική μέθοδο για τη μελέτη της μορφολογίας του γενείου. Μέσω αυτής εντοπίστηκαν τα κύρια μορφολογικά χαρακτηριστικά της σύμφυσης, καθώς και οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, οι οποίες σχετίζονταν κυρίως με το μέγεθος, τονίζοντας την επιρροή της αλλομετρίας.Background: The chin is a distinctive anatomical trait unique to Homo sapiens, with unclear origin and function. Objectives: This study aimed to evaluate chin morphology, quantify shape variability, and identify potential sex differences. Materials and method: The sample consisted of 95 CBCT images, from university archives. Inclusion and exclusion criteria were: age above 21 years, absence of craniofacial deformities, no missing or extracted teeth in the anterior mandibular area and no alveolar bone resorption. Raw DICOM data were converted into mesh surfaces. The method comprised three steps: one manual and two automated resulting in comprehensive coverage of the chin by 600 semilandmarks, free to slide along the surface. Principal component analysis (PCA) extracted the main patterns of shape variation. Sex differences were evaluated with permutation tests and allometry was assessed by regressing on the logarithm of centroid size. Results: The first PCs accounted for nearly 58% of shape variation, which was primarily linked to height-to-width ratio and symphyseal thickness. Significant sex differences were found both in shape and size; male symphyses were 8.7% larger. Notable sex-related shape differences in mental tubercle prominence and mandibular curvature were also found, but were significantly weakened after removing the allometry effect. Conclusions: We suggest a new 3D geometric morphometric method, to assess chin morphology, which proved fast and user-friendly. We identified the main symphyseal shape patterns and the sex differences, which were mostly related to size, exhibiting a pronounced allometric effect. This method could benefit fields such as plastic surgery, forensics, anthropology and human biology

    Επίδραση της μηχανικής φόρτισης στο σπογγώδες και φλοιώδες οστό σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό

    No full text
    Εισαγωγή/Σκοπός: Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός (PHPT) είναι μία συχνή ενδοκρινική διαταραχή η οποία χαρακτηρίζεται από αυτόνομη έκκριση της παραθορμόνης (PTH) και οδηγεί σε υπερασβεστιαιμία ή σε επίπεδα ασβεστίου (Ca) στα ανώτερα φυσιολογικά όρια (νορμοασβεστιαιμικός πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός). Στις μέρες μας, η σοβαρή βλάβη οργάνου στόχου, συμπεριλαμβανομένου του σκελετού και των νεφρών είναι σπάνια, δεδομένης της διάγνωσης της νόσου σε αρχικά συνήθως στάδια. Παρόλα αυτά, η ‘ασυμπτωματική’ μορφή της νόσου συχνά συνοδεύεται από χαμηλή οστική πυκνότητα (BMD), σπονδυλικές παραμορφώσεις και νεφρολιθίαση. Οι σκελετικές επιδράσεις της PTH εξαρτώνται από την ποσότητα, τη διάρκεια και κυρίως την περιοδικότητα της δράσης της στα οστικά κύτταρα. Πιο συγκεκριμένα, η PTH επάγει το σχηματισμό οστίτη ιστού, ως αποτέλεσμα της άμεσης δράσης της, στους οστεοβλάστες και τα οστεοκύτταρα, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει την οστική απορρόφηση μέσω της έμμεσης δράσης της στις οστεοκλάστες. Έτσι, ενώ τα ανάλογα της PTH, όπως είναι η τεριπαρατίδη, με τη διαλείπουσα χορήγηση τους έχουν αναβολική δράση στο σκελετό, η συνεχής υπερέκκριση της PTH όπως συμβαίνει στον PHPT, έχει καταβολική δράση. Αρχικά, μελέτες με τη λήψη βιοψιών από τη λαγόνια ακρολοφία και μελέτες με τη μέτρηση της περιοχικής οστικής πυκνότητας (aBMD) με τη χρήση της απορροφησιομετρίας διπλοενεργειακής δέσμης ακτίνων Χ (DXA), έδειξαν ότι το σπογγώδες οστό δεν επηρεάζεται ιδιαίτερα, ενώ αντίθετα το φλοιώδες οστό παρουσιάζει αυξημένη ποροτικότητα και μειωμένη οστική μάζα (BMC). Ωστόσο, οι μελέτες που ακολούθησαν, με τη χρήση της μεθόδου της περιφερικής ποσοτικής υπολογιστής τομογραφίας (pQCT) και της υψηλής ανάλυσης περιφερικής ποσοτικής υπολογιστής τομογραφίας (HR-pQCT) , έδειξαν ότι ο PHPT έχει καταβολικές δράσεις τόσο στο φλοιώδες όσο και στο σπογγώδες οστό. Αυτά τα ευρήματα, μπορούν να εξηγήσουν και την αυξημένη επίπτωση τόσο των σπονδυλικών όσο και μη σπονδυλικών καταγμάτων στους πάσχοντες από PHPT. Η μηχανική φόρτιση είναι ένας σημαντικός αναβολικός παράγοντας για το οστό. Είναι γνωστό ότι η PTH αυξάνει την απαντητικότητα των οστεοβλαστών στη μηχανική φόρτιση, μέσω του υποδοχέα της PTH (PTHR1), επάγοντας τον οστικό σχηματισμό. Eπίσης, η διαλείπουσα χορήγηση PTH 1-34 μαζί με τη μηχανική φόρτιση έχουν συνεργική αναβολική δράση τόσο στο φλοιώδες όσο και στο σπογγώδες οστό. Η pQCT τόσο στην κερκίδα όσο και την κνήμη είναι μία απεικονιστική μέθοδος του σκελετού, η οποία παρέχει πληροφορίες για την ογκομετρική οστική πυκνότητα (vBMD) τόσο του σπογγώδους όσο και του φλοιώδους οστού και την οστική γεωμετρία (πάχος φλοιώδους οστού, ενδοοστική και περιοστική περίμετρος). Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει την επίδραση του PHPT στην vBMD όσο και την οστική γεωμετρία με τη χρήση της pQCT στην κερκίδα και την κνήμη, σε οστικές δηλαδή περιοχές με παρόμοια δομικά χαρακτηριστικά, αλλά που βρίσκονται υπό την επίδραση διαφορετικής μηχανικής φόρτισης. Υλικό και μέθοδος: Εκτιμήθηκε η επίδραση του PHPT στο οστό, συγκρίνοντας τα z-scores της vBMD και παραμέτρων της οστικής γεωμετρίας ταυτόχρονα στην κνήμη και την κερκίδα με τη χρήση της pQCT. Σαράντα μία μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με PHPT και 79 υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου, συμπεριελήφθησαν στη μελέτη. Αποτελέσματα: Τόσο στο σπογγώδες όσο και στο φλοιώδες οστό, η vBMD και οι παράμετροι της οστικής γεωμετρίας φαίνεται να είναι σημαντικά χαμηλότερες στους πάσχοντες σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Στους πάσχοντες από PHPT, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στο σπογγώδες οστό της κνήμης και της κερκίδας, με εξαίρεση το χαμηλότερο z-score της ολικής ογκομετρικής οστικής πυκνότητας (tot vBMD) (p=0.01) στην κερκίδα. Αντίθετα, στις φλοιώδεις περιοχές, τα z-scores της ογκομετρικής ποσότητας της οστικής μάζας του φλοιώδους οστού (cort BMC) (p=0.02), της ογκομετρικής οστικής πυκνότητας (cort vBMD) (p=0.01) και του εμβαδού του φλοιώδους οστού (cort CSA) (p=0.05) ήταν σημαντικά χαμηλότερα στην περιοχή της κερκίδας σε σχέση με την κνήμη, δείχνοντας ότι το φλοιώδες οστό στην περιοχή της περισσότερο μηχανικά φορτιζόμενης κνήμης φαίνεται να επηρεάζεται σε μικρότερο βαθμό από τις καταβολικές δράσεις της PTH. Επιπλέον, τα επίπεδα της PTH σχετίζονταν θετικά με τη διαφορά στα z-scores της cort νBMD (r=0.439, p<0.01), δείχνοντας ότι στις πιο σοβαρές περιπτώσεις της νόσου, έτσι όπως εκφράζονται με βάση τα επίπεδα της PTH, οι αρνητικές επιδράσεις της νόσου στη λιγότερο μηχανικά φορτιζόμενη κερκίδα επιτείνονται. Συζήτηση/Συμπέρασμα: Βρέθηκε ότι στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με PHPT, τόσο το σπογγώδες όσο και το φλοιώδες οστό επηρεάζονται αρνητικά. Ωστόσο, στη δεχόμενη μεγαλύτερη μηχανική φόρτιση κνήμη, η αρνητική αυτή επίδραση του PHPT, ιδίως στο φλοιώδες οστό φαίνεται να μετριάζεται.Introduction/Purpose: Primary Hyperparathyroidism (PHPT) is a common endocrine disorder characterized by autonomous secretion of parathyroid hormone (PTH) leading to hypercalcemia or high-normal calcium (Ca) levels (normocalcemic primary hyperparathyroidism). Currently, severe target organ damage, including bone and kidney is rare, given the relatively earlier diagnosis of the disease. However, the contemporary ‘asymptomatic’ form of PHPT is frequently associated with low bone mineral density (BMD), vertebral deformities and renal stones. The skeletal effects of PTH depends on the amount, the duration and most importantly on the periodicity of its action on bone cells. In particular, PTH induces bone formation, as a result of its direct effect on osteoblasts and osteocytes, and simultaneously increases bone resorption through its indirect effect on osteoclasts. Thus, while PTH analogs, such as teriparatide, given intermittently exhibit proremodeling anabolic effects, continuous PTH over-secretion as in PHPT, results in catabolic effects on bone. Indeed, many studies have been conducted with regard to the effect of PHPT on bone. Previous studies of iliac crest bone biopsies and studies evaluating areal bone mineral density (aBMD) by dual-energy X-ray absorptiometry (DXA), indicated that trabecular bone was preserved, while cortical bone was adversely affected, with increased cortical porosity and reduced bone mass. However, subsequent studies using peripheral quantitative computed tomography (pQCT) and high-resolution peripheral quantitative computed tomography (HR-pQCT), firmly established that PHPT is associated with catabolic effects at both trabecular and cortical bone. These findings may explain the increased incidence of vertebral and non-vertebral fractures in patients with PHPT. Mechanical loading is one of the most important natural anabolic stimuli for bone. Moreover, it is known that PTH signaling, through activation of PTHR1, increases the response of osteoblasts to mechanical loading, thus further enhancing bone formation. Also, intermittent PTH 1-34 administration combined with mechanical loading exert synergistic osteogenic effects at both trabecular and cortical bone. pQCT at the radius and tibia is an established method of bone imaging, providing information about compartment specific vBMD (trabecular vs cortical) and bone geometry (cortical thickness, endosteal and periosteal circumference). The present study was designed to assess the impact of PHPT on volumetric Bone Mineral Density (vBMD) and bone geometry using pQCT at the radius and tibia, sites with similar structural characteristics, but subject to different loading conditions. Methods: We evaluated the impact of PHPT on bone, by comparing the z-scores of vBMD and indices of bone geometry simultaneously at the tibia and the radius by pQCT, skeletal sites with similar structure, but subject to different loading conditions. Forty-one postmenopausal women with PHPT and 79 healthy postmenopausal women that comprised the control group, were included in the study. Results: At both trabecular and cortical sites, vBMD and bone geometry indices were significantly lower in patients compared with controls. In patients with PHPT, apart from a lower z-score for total vBMD (tot vBMD) (p=0.01) at the radius, there was no other difference between the radius and the tibia at trabecular sites. On the contrary, at cortical sites, the z-scores of cortical bone mineral content (cort BMC) (p=0.02), cortical vBMD (cort vBMD) (p=0.01) and cortical cross-sectional area (cort CSA) (p=0.05) were significantly lower at the radius compared with the tibia, indicating that cortical bone at the weight bearing tibia might be less affected by the catabolic actions of the continuous PTH exposure. PTH levels were positively associated with the difference in z-scores of cort vBMD (r=0.439, p<0.01) indicating that in more severe cases, as expressed by higher PTH levels, the deleterious effects at the non-weight bearing radius might be accentuated. Conclusion: We found that in postmenopausal women with PHPT, both trabecular and cortical bone are adversely affected. However, at the weight bearing tibia as compared with the radius, the deleterious effects, especially on cortical bone, seem to be attenuated

    Επίδραση της νεφρικής συμπαθητικής απονεύρωσης στην μικροκυκλοφορία υπερτασικών ασθενών

    No full text
    Σκοπός: Σε αυτή τη μελέτη διερευνήθηκε η επίδραση της νεφρικής συμπαθητικής απονεύρωσης (RDN) στην μικροκυκλοφορία υπερτασικών ασθενών. Μέθοδοι: 45 ασθενείς με μη ελεγχόμενη αρτηριακή υπέρταση σταδίου Ι και ΙΙ, με ή χωρίς φαρμακευτική αγωγή τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 3:2 σε δύο ομάδες, την ομάδα νεφρικής απονεύρωσης (όπου οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε RDN) και την ομάδα ελέγχου. Όλοι οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για διάστημα 12 μηνών με προγραμματισμένες επισκέψεις τον 3ο, 6ο και 12ο μήνα μετά από την ένταξή τους ή/και την RDN. Πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης με 24h ABPM και ΟBPm, πλήρης εργαστηριακός έλεγχος και μέτρηση της μικροκυκλοφορίας μέσω τηλετρηχοειδοσκόπησης και υπολογισμό της μικροαλβουμινουρίας . Οι ομάδες δεν είχαν μεταξύ τους στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς την ηλικία (52,1±8,1 και 48,4±8,9 έτη αντίστοιχα), τα δημογραφικά στοιχεία, τη νεφρική λειτουργεία, τις συννοσηρότητες και το κάπνισμα. Αποτελέσματα: Η RDN συνέβαλε στη μείωση των τιμών της ΣΑΠ κατά την 24h ABPM στους 3μήνες (-11,9±11,5mmHg, p=0.01), της ΔΑΠ(-10,2 ±11,6mmHg, p=0.01) στους 3 μήνες και στο ένα έτος(-20,4/ -17.4± 9,9/11,7 mmHg αντίστοιχα). Στις μετρήσεις στο ιατρείο καταγράφηκε πτώση της ΣΑΠ και ΔΑΠ στους 3μήνες (-20,7±11,3mmHg, p=0.002 και 12.6±8,6mmHg, p=0.03 αντίστοιχα) και 12μήνες (-31,0±10,2mmHg, p=0.015 και 19.5±8.3mmHg, p=0.008 αντίστοιχα). Στους 12 μήνες μετά τη RDN σημειώθηκε αύξηση της τριχοειδικής πυκνότητας κατά 4,6±6.1/mm2 στην ομάδα RDN σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (1,4±8,8/mm2) η οποία δεν ήταν στατιστικά σημαντική (p: 0,150). Ως προς τον λόγο αλβουμίνης προς κρεατινίνη (ACR) δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην μεταβολή του ACR μεταξύ των δύο ομάδων από την αρχική τιμή στο τέλος του πρώτου έτους (−2,7±13,8 έναντι 0,46±5,2 mg/g, p=0,365), παρόλα αυτά καταγράφηκε μείωση των τιμών στην ομάδα της νεφρικής απονεύρωσης 1 χρόνο μετά, ενώ στην ομάδα ελέγχου μια μικρή αύξηση των τιμών. Στην μελέτη δεν καταγράφηκαν ανεπιθύμητα συμβάματα μετά την επέμβαση RDN. Συμπέρασμα: Η RDN δεν οδήγησε σε μία στατιστικά σημαντική αύξηση της τριχοειδικής πυκνότητας, ούτε σε στατιστικά σημαντική μείωση της μικροαλβουμινουρίας. Παρόλα αυτά διαφαίνεται μία τάση βελτίωσης της μικροκυκλοφορίας μετά την RDN. Η RDN συνέβαλε όπως έχουν καταδείξει και άλλες μελέτες στη μείωση των τιμών της ΑΠ.Objective: This study investigated the effect of renal sympathetic denervation (RDN) on the microcirculation of hypertensive patients. Methods: Forty-five patients with uncontrolled stage I and II arterial hypertension, with or without antihypertensive medication, were randomized in a 3:2 ratio into two groups: the renal denervation group (patients who underwent RDN) and the control group. All patients were followed for a period of 12 months, with scheduled visits at 3, 6, and 12 months after enrollment and/or RDN. Blood pressure measurements were performed using 24-hour ambulatory blood pressure monitoring (24h ABPM) and office blood pressure measurements (OBPm). A complete laboratory evaluation was conducted, and microcirculation was assessed by nailfold videocapillaroscopy, along with the calculation of microalbuminuria. The two groups did not differ statistically significantly with regard to age (52.1 ± 8.1 vs. 48.4 ± 8.9 years, respectively), demographic characteristics, renal function, comorbidities, or smoking status. Results: RDN contributed to a reduction in systolic blood pressure (SBP) values on 24h ABPM at 3 months (−11.9 ± 11.5 mmHg, p = 0.01) and in diastolic blood pressure (DBP) (−10.2 ± 11.6 mmHg, p = 0.01) at 3 months, as well as at one year (−20.4/−17.4 ± 9.9/11.7 mmHg, respectively). Office blood pressure measurements demonstrated a decrease in SBP and DBP at 3 months (−20.7 ± 11.3 mmHg, p = 0.002 and −12.6 ± 8.6 mmHg, p = 0.03, respectively) and at 12 months (−31.0 ± 10.2 mmHg, p = 0.015 and −19.5 ± 8.3 mmHg, p = 0.008, respectively). At 12 months after RDN, an increase in capillary density of 4.6 ± 6.1/mm² was observed in the RDN group compared with the control group (1.4 ± 8.8/mm²); however, this difference was not statistically significant (p = 0.150). Regarding the albumin-to-creatinine ratio (ACR), no statistically significant difference was observed in the change in ACR between the two groups from baseline to the end of the first year (−2.7 ± 13.8 vs. 0.46 ± 5.2 mg/g, p = 0.365). Nevertheless, a reduction in ACR values was recorded in the renal denervation group one yearafter the intervention, whereas a slight increase was observed in the control group. No adverse events related to the RDN procedure were recorded in the study. Conclusion: RDN did not lead to a statistically significant increase in capillary density nor to a statistically significant reduction in microalbuminuria. However, a trend toward improvement in microcirculation after RDN was observed. In line with findings from other studies, RDN contributed to a reduction in blood pressure levels

    Συνταγματικά ζητήματα των ατόμων με αναπηρία, στην εκπαίδευση και στην εργασία – Από την ιατρική περίθαλψη στην κοινωνική ένταξη.

    No full text
    Η παρούσα διατριβή επικεντρώνεται στο ερώτημα εάν έχει πραγματοποιηθεί μετάβαση από το ιατρικό μοντέλο στο κοινωνικό όσον αφορά τα άτομα με οπτική αναπηρία και τους κωφάλαλους, με επίκεντρο της μελέτης τους τομείς της εκπαίδευσης και της εργασίας. Το ισχύον Σύνταγμα, και κυρίως μετά την αναθεώρηση του 2001, έχει πραγματοποιήσει μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο που αντιμετωπίζει το θέμα της αναπηρίας. Αυτή η αλλαγή αντικατοπτρίζεται ακόμα και στον τρόπο που προσεγγίζεται πλέον ο ορισμός της αναπηρίας. Καίριας σημασίας είναι η παράγραφος 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όπου εισήχθη με την αναθεώρηση του 2001, και αναφέρεται στην αυτονομία των ατόμων με κάποια αναπηρία, στην ένταξή τους στην αγορά εργασίας και στη συμμετοχή τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Η προάσπιση του δικαιώματος στην εκπαίδευση και στην απασχόληση είναι καίριας σημασίας και αποτελεί βασική προϋπόθεση για να εξασφαλίσει το άτομο με αναπηρία την αυτονομία του, συμπεριλαμβανομένων και των ατόμων με κάποια αισθητηριακή αναπηρία. Η αυτονομία του ατόμου με αναπηρία βρίσκεται στον πυρήνα της δικαιωματικής προσέγγισης, όπως τονίζεται και από την Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία. Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, η νέα προσέγγιση είναι η συνεκπαίδευση των ατόμων με κάποια αναπηρία στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα προκειμένου να μπορέσουν αυτά τα άτομα να συνυπάρξουν στο ίδιο σχολείο με τους μαθητές που δεν έχουν κάποια αναπηρία. Το θέμα όμως είναι, βάση αυτής της νέας πρόκλησης, κατά πόσο μπορεί στην πράξη το γενικό εκπαιδευτικό σύστημα να ενσωματώσει τα άτομα με οπτική αναπηρία και τους κωφάλαλους. Ομοίως, όσον αφορά τον εργασιακό χώρο, η προβληματική στηρίζεται στο γεγονός ότι, παρόλο που υπάρχει η νομοθετική πρόβλεψη για την πραγματοποίηση εύλογων προσαρμογών, στην πράξη οι εργοδότες αδυνατούν να κάνουν αυτές τις τροποποιήσεις για να καλύψουν τις ανάγκες των εργαζομένων τους με κάποια αισθητηριακή αναπηρία. Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την περίοδο 2020-2023, η Εθνική Στρατηγική για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία για την περίοδο 2024-2030, όπου έγινε αντιληπτό ότι πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια με νέους, ακόμα πιο φιλόδοξους στόχους, η ενεργοποίηση του Συντονιστικού Μηχανισμού όπως ορίζει ο Νόμος 4488/2017 για την εφαρμογή του περιεχομένου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία με τον καθορισμό σημείων αναφοράς υλοποίησης της Σύμβασης σε όλα τα Υπουργεία, τις Περιφέρειες και τους Δήμους της χώρας, η θέσπιση της Εθνικής Αρχής Προσβασιμότητας, ως το συμβουλευτικό όργανο που υπάγεται στον Πρωθυπουργό με απώτερο σκοπό την προώθηση της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας τους, η δημιουργία της Εθνικής Πύλης Αναπηρίας και του ψηφιακού κόμβου amea.gov.gr, όπου αναρτώνται οι δράσεις, οι πολιτικές και τα νομοθετήματα που αφορούν την αναπηρία, αποτελούν κάποιες σημαντικές κρατικές πρωτοβουλίες που αποδεικνύουν τη μετάβαση από το ιατρικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας στο κοινωνικό. Ωστόσο, η μετάβαση από το ιατρικό προς το κοινωνικό μοντέλο αναπηρίας, στο οποίο η αναπηρία αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα θεσμικών και κοινωνικών εμποδίων, πρέπει να ενσωματωθεί πιο αποτελεσματικά στην εφαρμογή και ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων. Η νομολογία δείχνει πως υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, τόσο στο σημείο αναγνώρισης των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία, όσο και στην επιβολή των υποχρεώσεων του κράτους. Η διατριβή υπογραμμίζει την ανάγκη για περαιτέρω πολιτικές και νομικές παρεμβάσεις, οι οποίες να είναι σύμφωνες με την συνταγματική εγγύηση της παραγράφου 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ανεξάρτητη διαβίωση και την πλήρη κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία.This dissertation focuses on the question of whether there has been a transition from the medical model to the social model with regard to persons with visual disabilities and deaf-mute individuals, concentrating on the fields of education and employment. The current Constitution of Greece, particularly after the 2001 revision, has introduced a significant change in the way disability is addressed. This change is even reflected in the approach to the definition of disability itself. Of crucial importance is paragraph 6 of Article 21 of the Constitution of Greece, introduced with the 2001 revision, which refers to the autonomy of persons with disabilities, their integration into the labor market, and their participation in the social and economic life of the country. The safeguarding of the right to education and employment is of vital importance and constitutes a fundamental prerequisite for a person with a disability to ensure his or her autonomy, including individuals with sensory disabilities. The autonomy of persons with disabilities lies at the core of the rights-based approach, as emphasized by the UN Convention on the Rights of Persons with Disabilities. With respect to education, the new approach emphasizes inclusive education within the general education system so that persons with disabilities can coexist in the same schools with students without disabilities. The central issue, however, arising from this new challenge, is to what extent the general education system can, in practice, integrate persons with visual impairments and deaf-mute individuals. Similarly, with respect to employment, the challenge lies in the fact that, although the law provides for reasonable accommodations, in practice employers are often unable to implement such adjustments to meet the needs of employees with sensory disabilities. The National Action Plan for the period 2020–2023, the National Strategy for the Rights of Persons with Disabilities for the period 2024–2030, where it became clear that efforts must continue with new, even more ambitious goals, the activation of the Coordinating Mechanism as mandated by Law 4488/2017 for the implementation of the UN Convention on the Rights of Persons with Disabilities, through the establishment of reference points for implementation across all Ministries, Regions, and Municipalities, the creation of the National Accessibility Authority as an advisory body under the Prime Minister aimed at promoting accessibility for persons with disabilities in all aspects of daily life, as well as the establishment of the National Disability Portal and the digital hub amea.gov.gr, where actions, policies, and legislation relating to disability are published—these constitute significant state initiatives that demonstrate the transition from the medical model of disability to the social one. Nevertheless, the shift from the medical to the social model of disability, in which disability is seen as a result of institutional and social barriers, must be more effectively incorporated into the application and interpretation of constitutional provisions. Case law shows that there is still room for improvement, both in recognizing the rights of persons with disabilities and in enforcing the obligations of the state. This dissertation highlights the need for further political and legal interventions consistent with the constitutional guarantee of Article 21(6), which enshrines the right to independent living and the full social inclusion of persons with disabilities

    Modelling of Resistive Relativistic Astrophysical Outflows

    No full text
    Οι σχετικιστικές αστροφυσικές εκροές πλάσματος βρίσκονται στο σημείο τομής της θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν, της ηλεκτροδυναμικής και της ρευστομηχανικής, καθιστώντας τες ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πολύπλοκα αστροφυσικά φαινόμενα που παρατηρούνται στη Φύση. Λόγω του ιονισμένου χαρακτήρα του πλάσματος αυτών των εκροών, οι ιδιότητές τους έχουν παραδοσιακά διερευνηθεί υπό την υπόθεση άπειρης ηλεκτρικής αγωγιμότητας ή, ισοδύναμα, μηδενικής ηλεκτρικής ειδικής αντίστασης, στο πλαίσιο της Ιδεατής Μαγνητοϋδροδυναμικής. Η έγκυρη αυτή υπόθεση επιτρέπει την εξαγωγή ισχυρών αποτελεσμάτων που αποτυπώνουν με ακρίβεια τους φυσικούς μηχανισμούς που δρουν σε αυτά τα συστήματα. Στην πραγματικότητα, όμως, η ηλεκτρική αγωγιμότητα των αστροφυσικών πλασμάτων, παρότι υψηλή, δεν είναι άπειρη, και μπορούν να εμφανιστούν αναλωτικά φαινόμενα στις αστροφυσικές εκροές πλάσματος, φαινόμενα τα οποία συχνά ευθύνονται για τα παροδικά ακτινοβολιακά χαρακτηριστικά αυτών των συστημάτων και δεν μπορούν να μελετηθούν στο πλαίσιο της Ιδεατής Μαγνητοϋδροδυναμικής. Η μοντελοποίηση των αστροφυσικών εκροών, λοιπόν, στο ευρύτερο πλαίσιο της Μαγνητοϋδροδυναμικής με Αντίσταση, δηλαδή υπό την υπόθεση πεπερασμένης ηλεκτρικής αγωγιμότητας, μπορεί να προσφέρει μια πιο ρεαλιστική περιγραφή των δυναμικών ιδιοτήτων και της εξέλιξής τους. Στόχος της παρούσας διατριβής είναι να διερευνήσει τον τρόπο και το βαθμό της επίδρασης της ηλεκτρομαγνητικής ανάλωσης στους μηχανισμούς που επιταχύνουν και εστιάζουν αυτές τις σχετικιστικές εκροές, στην τοπολογία των ηλεκτρομαγνητικών τους πεδίων και, τέλος, στις ασυνέχειες που προκύπτουν λόγω της αλληλεπίδρασής τους με τα περιβάλλοντα μέσα. Η διατριβή απαντά σε αυτά τα ερωτήματα μέσω μιας ποικιλίας προσεγγίσεων. Καταρχάς, κατασκευάζονται αναλυτικά μοντέλα αντιστατικών σχετικιστικών πιδάκων, τα οποία επιτρέπουν την εξαγωγή ακριβών λύσεων στις εξισώσεις της χρονοανεξάρτητης και αξισυμμετρικής Σχετικιστικής Μαγνητοϋδροδυναμικής με Αντίσταση. Τα αυτοόμοια αυτά μοντέλα ρίχνουν φως στις επιδράσεις που έχει η ηλεκτρομαγνητική, ή ωμική, ανάλωση ενέργειας στους μηχανισμούς που επιταχύνουν και εστιάζουν σχετικιστικούς πίδακες που εκτοξεύονται από την εγγύτητα μελανών οπών, καθώς και στη γεωμετρία των ηλεκτρομαγνητικών τους πεδίων. Στη συνέχεια, μελετάται η αλληλεπίδραση των σχετικιστικών εκροών με τα περιβάλλοντα μέσα τους, με έμφαση στην επίδραση της ηλεκτρικής αγωγιμότητας του πλάσματος στις συνθήκες άλματος για σχετικιστικά ωστικά κύματα που διαδίδονται σε μαγνητισμένα μέσα πεπερασμένης ηλεκτρικής αγωγιμότητας. Τέλος, πραγματοποιούνται αριθμητικές προσομοιώσεις μαγνητισμένων φλοιών πλάσματος με ηλεκτρική ειδική αντίσταση, οι οποίες δείχνουν ότι η ειδική αντίσταση μπορεί να επηρεάσει έμμεσα και την επιτάχυνσή τους, τροποποιώντας τη διάδοση των χαρακτηριστικών μαγνητοϋδροδυναμικών κυμάτων, τα οποία διαμορφώνουν τις βαθμίδες μαγνητικής πίεσης που επιταχύνουν τους φλοιούς πλάσματος.Relativistic astrophysical plasma outflows lie at the intersection of Einstein's theory of relativity, electrodynamics, and fluid mechanics, making them one of the most interesting and physically complex astrophysical phenomena observed in Nature. Due to the highly ionised state of the plasma of these outflows, their properties have traditionally been investigated under the assumption of an infinite electrical conductivity or, equivalently, a zero electrical resistivity, in the context of Ideal Magnetohydrodynamics. This valid assumption enables the derivation of robust results that accurately capture the physical mechanisms at play in these systems. In reality, however, the electrical conductivity of astrophysical plasmas, while high, is not infinite, and dissipative phenomena can emerge in astrophysical plasma outflows, phenomena that are more often than not responsible for the transient radiative signatures of these systems and cannot be studied within the context of Ideal Magnetohydrodynamics. The modelling of astrophysical outflows then, in the broader regime of Resistive Magnetohydrodynamics, that is, under the assumption of a finite electrical conductivity, can offer a more realistic description of their dynamical properties and evolution. The aim of the present thesis is to investigate the manner and magnitude of the impact of electromagnetic dissipation on the mechanisms that accelerate and collimate these relativistic outflows, on the topology of their electromagnetic fields, and finally on the discontinuities that emerge due to their interaction with their ambient environments. The thesis provides answers to these questions obtained via a variety of routes. Firstly, analytical, self-similar models of resistive relativistic jets are constructed, models that enable the acquisition of exact solutions to the equations of steady-state and axisymmetric General Relativistic Resistive Magnetohydrodynamics. These self-similar models shed light on the effects that electromagnetic, or ohmic, dissipation has on the mechanisms which accelerate and collimate relativistic jets launched from the vicinity of black holes, as well as on the geometry of their electromagnetic fields. Subsequently, the interaction of relativistic outflows with their ambient media is investigated, with a focus on the impact of the plasma's electrical conductivity on the jump conditions for relativistic shocks propagating in magnetised media of finite electrical conductivity. Finally, numerical simulations of resistive magnetised plasma shells are performed, demonstrating that resistivity can also indirectly affect their impulsive acceleration, by modifying the propagation of the characteristic magnetohydrodynamic wave modes which shape the accelerating magnetic pressure gradients of the shells

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇