National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Εφαρμογές του blockchain και της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) στον τομέα της φαρμακοβιομηχανίας και με ποιον τρόπο αυτά τα εργαλεία τον επηρεάζουν
Η φαρμακευτική βιομηχανία βρίσκεται σε φάση ταχείας ψηφιακής μετάβασης, με την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) και την τεχνολογία Blockchain να αποτελούν δύο από τις πλέον καινοτόμες και στρατηγικά σημαντικές εξελίξεις. Η παρούσα εργασία εξετάζει τις εφαρμογές και τις επιδράσεις των δύο αυτών τεχνολογιών στον φαρμακευτικό κλάδο, εστιάζοντας τόσο στις δυνατότητες που προσφέρουν όσο και στις προκλήσεις που εγείρουν. Η AI αξιοποιείται σε κρίσιμα πεδία, όπως η ανακάλυψη νέων φαρμάκων, η βελτιστοποίηση κλινικών δοκιμών, ενισχύοντας την καινοτομία και την αποδοτικότητα. Παράλληλα, το Blockchain προσφέρει διαφάνεια, ασφάλεια, ιχνηλασιμότητα και προστασία δεδομένων, συμβάλλοντας καθοριστικά στην καταπολέμηση της παραποίησης φαρμάκων και στη συμμόρφωση με τις ρυθμιστικές απαιτήσεις. Για τη διερεύνηση της στάσης των επαγγελματιών του φαρμακευτικού τομέα απέναντι σε αυτές τις τεχνολογίες, πραγματοποιήθηκε πρωτογενής ποσοτική έρευνα με ερωτηματολόγιο σε δείγμα 110 στελεχών φαρμακευτικών εταιρειών στην Ελλάδα. Τα ευρήματα καταδεικνύουν περιορισμένη εξοικείωση με την AI και ελάχιστη προηγούμενη εκπαίδευση, παρά τη γενικά θετική στάση και την αναγνώριση της στρατηγικής της σημασίας, ιδιαίτερα στον τομέα του μάρκετινγκ. Οι κύριες ανησυχίες αφορούν την έλλειψη κανονιστικού πλαισίου, την προστασία δεδομένων και την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Παρότι το Blockchain αναγνωρίζεται θεωρητικά ως εργαλείο διαφάνειας και ασφάλειας, η έρευνα έδειξε ότι η πρακτική του κατανόηση και η υιοθέτησή του παραμένουν περιορισμένες. Η συμβολή της εργασίας έγκειται στην αποτύπωση της ετοιμότητας, των στάσεων και των αντιλήψεων του ανθρώπινου δυναμικού του κλάδου απέναντι σε δύο τεχνολογίες που αναμένεται να καθορίσουν το μέλλον της φαρμακοβιομηχανίας. Τα αποτελέσματα προσφέρουν πολύτιμες ενδείξεις για τη χάραξη στρατηγικών ψηφιακού μετασχηματισμού, την ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων και τη διαμόρφωση κανονιστικών πολιτικών που θα επιτρέψουν την υπεύθυνη και αποδοτική ενσωμάτωση της AI και του Blockchain.The pharmaceutical industry is undergoing a phase of rapid digital transformation, with Artificial Intelligence (AI) and Blockchain technology emerging as two of the most innovative and strategically significant developments. This study examines the applications and impacts of these two technologies in the pharmaceutical sector, focusing both on the opportunities they offer and the challenges they pose. AI is utilized in critical areas such as new drug discovery and the optimization of clinical trials, thereby enhancing innovation and efficiency. At the same time, Blockchain provides transparency, security, traceability, and data protection, contributing significantly to the prevention of pharmaceutical counterfeiting and to compliance with regulatory requirements. To investigate the attitudes of professionals in the pharmaceutical sector toward these technologies, a primary quantitative study was conducted using a questionnaire administered to a sample of 110 executives from pharmaceutical companies in Greece. The findings indicate limited familiarity with AI and minimal prior training, despite a generally positive attitude and recognition of its strategic importance, particularly in the field of marketing. The main concerns relate to the lack of a clear regulatory framework, data protection issues, and the shortage of specialized personnel. Although Blockchain is theoretically recognized as a tool for transparency and security, the study shows that its practical understanding and adoption remain limited. The contribution of this study lies in capturing the readiness, attitudes, and perceptions of the pharmaceutical industry’s human resources toward two technologies that are expected to shape the future of the pharmaceutical sector. The results provide valuable insights for the formulation of digital transformation strategies, the development of targeted training programs, and the design of regulatory policies that will enable the responsible and effective integration of AI and Blockchain
Η επίδραση της χρήσης ρομποτικών εξωσκελετών κάτω άκρων στο μυοσκελετικό και καρδιοαναπνευστικό σύστημα ασθενών με κάκωση νωτιαίου μυελού
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τις επιδράσεις της χρήσης ρομποτικών εξωσκελετών κάτω άκρων σε ασθενείς με κάκωση νωτιαίου μυελού, με έμφαση στο μυοσκελετικό και καρδιοαναπνευστικό σύστημα. Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση στη διεθνή βιβλιογραφία των τελευταίων δέκα ετών, συμπεριλαμβάνοντας μελέτες που αξιολόγησαν την επίδραση εξωσκελετών όπως Ekso, ReWalk, HAL, Indego, ExoAtlet και άλλων. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν σημαντική βελτίωση σε παραμέτρους φυσικής λειτουργίας, όπως η ταχύτητα βάδισης, η αντοχή, η ενεργειακή δαπάνη και η καρδιοαναπνευστική ικανότητα. Παράλληλα, παρατηρήθηκαν ορθοπεδικά οφέλη όπως βελτίωση μυϊκής μάζας και οστικής πυκνότητας, καθώς και μείωση της σπαστικότητας και του πόνου. Συμπερασματικά, η χρήση ρομποτικών εξωσκελετών αποτελεί αποτελεσματικό εργαλείο αποκατάστασης για τα άτομα με κάκωση νωτιαίου μυελού, ενισχύοντας τη λειτουργικότητα, την ποιότητα ζωής και τις δυνατότητες κινητικής επανεκπαίδευσης.Spinal cord injuries (SCI) often lead to long-term impairments affecting mobility and physiological health. The advent of robotic exoskeletons offers new hope for rehabilitation, supporting mobility and physiological health in SCI patients, particularly in enhancing musculoskeletal and cardiorespiratory function. This review analyzes recent studies on the therapeutic effects of exoskeletons in SCI patients, focusing on improvements in muscle strength, cardiovascular endurance, functional mobility, and quality of life. Studies also highlight notable respiratory improvements and increased user satisfaction following consistent exoskeleton training. Despite promising results, limitations such as small sample sizes and high costs need to be addressed to fully realize the potential of this technology in clinical settings
The socio-economic impact of the Golden Visa programme on the Greek real estate market
Η παρούσα εργασία μελετά τις κοινωνικό-οικονομικές επιδράσεις του προγράμματος της Golden Visa στην ελληνική αγορά ακινήτων, με αφετηρία το ιστορικό πλαίσιο υιοθέτησής του στην ελληνική έννομη τάξη και οδηγό κάθε αλλαγή που υπέστη ως προς τις προϋποθέσεις ένταξης των πολιτών τρίτων χωρών σε αυτό. Ζητήματα που αναλύονται είναι το προφίλ των επενδυτών (φυσικών και νομικών προσώπων), και κυρίως οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις του προγράμματος στην ελληνική πραγματικότητα, χωρίς ωστόσο να παραβλέπονται και τα οφέλη του στην ελληνική οικονομία. Τα ειδικότερα ζητήματα που παρουσιάζονται αφορούν στη νομική διάσταση του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζεται το πρόγραμμα στην πράξη, και γίνεται ειδική μνεία στη συγκριτική ανάλυση μεταξύ αντίστοιχων προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού νότου. Τέλος, προτείνονται πολιτικές ώστε το πρόγραμμα να καταστεί βιώσιμο και αποδοτικότερο και παρατίθεται το μέχρι τώρα αποτύπωμά του, όπως επίσης και η προοπτική που διαφαίνεται ότι ήδη έχει εξασφαλίσει.This paper examines the socio-economic impact of the Golden Visa programme on the Greek real estate market, beginning with an outline of the historical context of its adoption into Greek law and subsequent amendments to the conditions for third-country nationals. The issues analyzed focus on the profile of investors (natural and legal persons) and, above all, on the programme’s economic and social impact in Greek society, while also acknowledging its benefits to the national economy. Specific issues presented concern the legal aspects of the programme’s practical implementation, along with a comparative analysis of similar programmes in southern Europe. Finally, the paper proposes policies to enhance the programme’s sustainability and efficiency and presents its impact to date, as well as the prospects it appears to have already secured
Energy solidarity and security of supply in the European Union: legal foundations, geopolitical dynamics, and policy challenges
Η διατριβή εξετάζει πώς η ενεργειακή αλληλεγγύη και η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού λειτουργούν στο δίκαιο και στην πολιτική της ΕΕ. Παρουσιάζει την πορεία της ευρωπαϊκής ενεργειακής ολοκλήρωσης και στη συνέχεια εστιάζει στις νομικές βάσεις της αλληλεγγύης, ιδίως στα άρθρα 122 και 194 ΣΛΕΕ, με κομβικό σημείο την απόφαση του ΔΕΕ OPAL (Γερμανία κατά Πολωνίας, C-848/19), η οποία επιβεβαιώνει την αλληλεγγύη ως δεσμευτική νομική αρχή. Παράλληλα αναλύει το ενωσιακό πλαίσιο ασφάλειας εφοδιασμού για το φυσικό αέριο, την ηλεκτρική ενέργεια και το πετρέλαιο και αξιολογεί πώς η ενεργειακή κρίση του 2022 και η αντίδραση της ΕΕ, όπως το REPowerEU, η διαφοροποίηση προμηθευτών και τα έκτακτα μέτρα, ανέδειξαν αδυναμίες αλλά επιτάχυναν την εμβάθυνση του συντονισμού. Η εργασία καταλήγει ότι η μελλοντική ανθεκτικότητα προϋποθέτει σαφέστερη νομική εξειδίκευση της αλληλεγγύης, ενίσχυση διασυνοριακών υποδομών και ισορροπία ανάμεσα στις εθνικές ενεργειακές επιλογές και στις ενωσιακές ανάγκες ασφάλειας.This dissertation examines how energy solidarity and security of energy supply function within EU law and policy. It traces the EU’s path toward energy-market integration and then focuses on the legal foundations of solidarity, especially Articles 122 and 194 TFEU, highlighting the CJEU’s OPAL judgment (Germany v Poland, C-848/19) as a key moment confirming solidarity as a binding legal principle. It also analyses the EU’s security-of-supply framework across gas, electricity, and oil, and evaluates how the 2022 energy crisis and the EU response, including REPowerEU, diversification efforts, and emergency measures, revealed structural vulnerabilities while accelerating deeper coordination. The thesis concludes that future resilience requires clearer legal operationalisation of solidarity, stronger cross-border infrastructure, and a careful balance between national energy choices and EU-wide security needs
GDPR and company compliance: main problems and available solutions
Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία εξετάζει τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ/GDPR) ως κεντρικό πυλώνα του καθεστώτος προστασίας δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εστιάζοντας στον αντίκτυπό του στην εταιρική συμμόρφωση. Αναλύει τα νομικά θεμέλια, τις αρχές και τους ρυθμιστικούς στόχους του ΓΚΠΔ, εντάσσοντάς τους στο δίκαιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ και σε συγκριτικά διεθνή πλαίσια. Η μελέτη προσδιορίζει τις κύριες νομικές, οργανωτικές και τεχνολογικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες κατά την εφαρμογή των υποχρεώσεων του ΓΚΠΔ, συμπεριλαμβανομένων ζητημάτων λογοδοσίας, επιβολής και διασυνοριακής επεξεργασίας δεδομένων. Επιπλέον, διερευνά τα εργαλεία συμμόρφωσης και τους μηχανισμούς διακυβέρνησης που έχουν στη διάθεσή τους οι οργανισμοί, αντλώντας στοιχεία από ρυθμιστικές οδηγίες, τη νομολογία και την εταιρική πρακτική. Η εργασία υποστηρίζει ότι η συμμόρφωση με τον ΓΚΠΔ δεν πρέπει να εκλαμβάνεται απλώς ως μια νομική απαίτηση, αλλά ως μια διαρκής διαδικασία οργάνωσης και διακυβέρνησης στο πλαίσιο της ψηφιακής οικονομίας.This postgraduate thesis examines the General Data Protection Regulation (GDPR) as a central component of the European Union’s data protection regime, focusing on its impact on corporate compliance. It analyses the legal foundations, principles, and regulatory objectives of the GDPR, situating them within EU fundamental rights law and comparative international frameworks. The study identifies the main legal, organisational, and technological challenges faced by companies in implementing GDPR obligations, including issues of accountability, enforcement, and cross-border data processing. It further explores the compliance tools and governance mechanisms available to organisations, drawing on regulatory guidance, case law, and corporate practice. The thesis argues that GDPR compliance should be understood not merely as a legal requirement, but as an ongoing organisational and governance process in the digital economy
Σχεδίαση και Υλοποίηση Διαλογικού Συστήματος Υποστήριξης για Άγχος και Συναφείς Δυσκολίες με Τεχνικές Μηχανικής Μάθησης
Η παρούσα διπλωματική πραγματεύεται τη σχεδίαση και υλοποίηση ενός ελεγχόμενου διαλογικού συστήματος υποστήριξης για άγχος και συναφείς δυσκολίες, με στόχο να παρέχει σύντομη, τεκμηριωμένη και ασφαλή καθοδήγηση σε ελληνόφωνους χρήστες. Το σύστημα δεν επιχειρεί διάγνωση ή θεραπευτική παρέμβαση, αλλά λειτουργεί ως εργαλείο πρώτου επιπέδου: προσφέρει ψυχοεκπαίδευση και πρακτικές τεχνικές αυτοφροντίδας (π.χ. αναπνοές/γείωση, ύπνος, διαχείριση υπερανάλυσης, στρες ή κρίσης πανικού) και ενθαρρύνει την αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας όταν αυτό είναι αναγκαίο. Η αρχιτεκτονική ακολουθεί υβριδικό pipeline δύο σταδίων: (α) αναγνώριση πρόθεσης (intent classification) με επιβλεπόμενη μηχανική μάθηση και (β) ανάκτηση απάντησης (retrieval) από επιμελημένη βάση γνώσης ερωτήσεων-απαντήσεων (Q/A), όπου κάθε απάντηση συνοδεύεται από πηγή. Για την αναγνώριση προθέσεων υλοποιήθηκε baseline μοντέλο TF-IDF (n-grams 1-2) με Logistic Regression, ενώ για την ανάκτηση χρησιμοποιείται TF-IDF και cosine similarity, με κατώφλια ομοιότητας και fallback πολιτική όταν δεν υπάρχει επαρκής συνάφεια. Ο Dialogue Manager ενσωματώνει κανόνες για small-talk (χαιρετισμός/αποχαιρετισμός), χειρισμό χαμηλής εμπιστοσύνης (top-k intents) και anchors λέξεων-κλειδιών για σταθερότερη συμπεριφορά. Κρίσιμο στοιχείο της υλοποίησης είναι το Safety Layer: σε μηνύματα υψηλού ρίσκου (intent crisis_risk) παρακάμπτει την τυπική ροή και επιστρέφει προκαθορισμένο, ασφαλές μήνυμα παραπομπής, ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος ακατάλληλων αποκρίσεων σε ευαίσθητα σενάρια. Το πρωτότυπο υλοποιήθηκε με διεπαφή χρήστη σε Streamlit, επιτρέποντας δοκιμές και εμφάνιση πηγών/παραμέτρων για αναπαραγωγιμότητα. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει ποσοτική εκτίμηση του intent classifier και ποιοτική αξιολόγηση της συμπεριφοράς σε σενάρια χρήσης. Στο test set, το baseline μοντέλο πέτυχε Accuracy=0,30 και macro-F1=0,34, αναδεικνύοντας τη δυσκολία του προβλήματος με μικρά και πολυ-κλασικά δεδομένα. Παρά τους περιορισμούς, η συνολική λειτουργικότητα ενισχύεται από τους μηχανισμούς ελέγχου (intent-filtered retrieval, thresholds, fallbacks και safety overrides). Τέλος, προτείνονται επεκτάσεις όπως εμπλουτισμός δεδομένων, αναβάθμιση ανάκτησης με σημασιολογικά embeddings και αξιολόγηση με πραγματικούς χρήστες/ειδικούς.This thesis presents the design and implementation of a controlled conversational support system for anxiety and related difficulties, aiming to deliver brief, evidence-oriented, and safe guidance to Greek-speaking users. The system is not intended for diagnosis or therapy; instead, it acts as a first-line support tool by providing psychoeducational information and practical self-care techniques (e.g., breathing/grounding exercises, sleep hygiene, managing rumination, stress/overload, and panic symptoms) while encouraging users to seek professional help when appropriate. The proposed solution follows a hybrid pipeline: (a) intent recognition as a supervised text classification task and (b) answer retrieval from a curated question-answer (Q/A) knowledge base where each response is linked to a source. For intent classification, a TF-IDF representation (1-2 n-grams) with Logistic Regression is implemented as a baseline. For retrieval, TF-IDF and cosine similarity are used, combined with similarity thresholds and a fallback strategy when no sufficiently relevant entry is found. A Dialogue Manager complements the pipeline with small-talk rules (greeting/goodbye), low-confidence handling (top-k intents), and keyword anchors to improve robustness in obvious cases. A core contribution is the Safety Layer: for high-risk messages (crisis_risk intent) it overrides the default flow and returns a predefined, safe referral message, reducing the chance of inappropriate responses in sensitive scenarios. The prototype is exposed through a Streamlit user interface that supports experimentation and transparency (e.g., showing sources and adjustable parameters). Evaluation combines quantitative metrics for the intent classifier with qualitative scenario-based assessment of the end-to-end behavior. On the test set, the baseline intent model achieved Accuracy=0.30 and macro-F1=0.34, highlighting the challenges posed by a small, multi-class dataset. Despite these limitations, system-level behavior benefits from control mechanisms such as intent-filtered retrieval, thresholds, fallbacks, and safety overrides. Future work includes expanding the datasets, upgrading retrieval with semantic embeddings, and conducting user studies and expert review to strengthen usability and safety
Οι Τρωάδες σήμερα Μια συμμετοχική θεατρική δράση για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε έφηβες γυμνασίου, εμπνευσμένη από τις Τρωάδες του Ευριπίδη
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη δυνατότητα αξιοποίησης του αρχαίου δράματος και ειδικότερα της αρχαίας τραγωδίας Τρωάδες του Ευριπίδη ως θεατροπαιδαγωγικού εργαλείου για την προσέγγιση και κατανόηση ζητημάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από εφήβους. Η έρευνα εστιάζει σε θεατρικό εργαστήρι που υλοποιήθηκε με έφηβες Γυμνασίου, στο πλαίσιο του οποίου το αρχαίο κείμενο προσεγγίστηκε μέσα από ποικίλες θεατρικές μεθόδους, σωματικές ασκήσεις, αυτοσχεδιασμούς, συλλογική δραματουργία και σκηνική διασκευή. Βασικός στόχος της εργασίας είναι να διερευνηθεί κατά πόσο το αρχαίο δράμα μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο σύνδεσης του παρελθόντος με σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα, όπως ο πόλεμος, η προσφυγιά, ο ξεριζωμός, η έμφυλη βία, η αντιμετώπιση των θυμάτων πολέμου και η παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών. Η μεθοδολογία της έρευνας είναι ποιοτική και βασίζεται στην παρατήρηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, στην ανάλυση των θεατρικών μεθόδων που εφαρμόστηκαν και στην αξιολόγηση της εμπειρίας των συμμετεχουσών τόσο στο θεατρικό εργαστήριο όσο και στην παράσταση μέσω παρατήρησης αλλά και μέσω ερωτηματολογίου. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η βιωματική και θεατρική προσέγγιση του έργου Τρωάδες ενίσχυσε την ενσυναίσθηση, τον κριτικό στοχασμό και την ενεργή συμμετοχή των εφήβων, συμβάλλοντας στην κατανόηση της έννοιας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα από την τέχνη του θεάτρου. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το αρχαίο δράμα μπορεί να αποτελέσει ένα σύγχρονο και ουσιαστικό εκπαιδευτικό εργαλείο, ικανό να υποστηρίξει την ανθρωπιστική και κοινωνική αγωγή των εφήβων.The present thesis explores the potential of ancient drama, and more specifically Euripides’ ancient tragedy The Trojan Women, as a theatre-pedagogical tool for approaching and understanding issues of human rights among adolescents. The research focuses on a theatre workshop implemented with female lower secondary school students, within which the ancient text was approached through a variety of theatrical methods, physical exercises, improvisations, collective dramaturgy, and scenic adaptation. The main aim of the study is to investigate whether ancient drama can function as a means of connecting the past with contemporary social issues, such as war, refuge, displacement, gender-based violence, the treatment of war victims, and the violation of women’s rights. The research methodology is qualitative and is based on observation of the educational process, analysis of the theatrical methods applied, and evaluation of the participants’ experience both in the theatre workshop and in the performance, through observation as well as a questionnaire. The findings of the research indicate that the experiential and theatrical approach to The Trojan Women enhanced empathy, critical reflection, and active participation among adolescents, contributing to their understanding of the concept of human rights through the art of theatre. The study concludes that ancient drama can constitute a contemporary and meaningful educational tool, capable of supporting the humanistic and social education of adolescents
Χρήση εναλλακτικών καυσίμων στη ναυτιλία: ενωσιακή ρύθμιση, υποχρεώσεις και ευθύνη (AFIR, RED II)
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο των εναλλακτικών καυσίμων στον ναυτιλιακό τομέα, με έμφαση στο εξελισσόμενο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο και τη σχέση του με τον κάδο του ναυτικού δίκαιου. Υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της επιτακτικής ανάγκης απανθρακοποίησης των θαλάσσιων μεταφορών, η μελέτη επικεντρώνεται στον Κανονισμό για τις Υποδομές Εναλλακτικών Καυσίμων (AFIR) και στην Οδηγία για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (RED II). Τα εργαλεία αυτά θέτουν φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την προώθηση της χρήσης καυσίμων όπως το LNG, η μεθανόλη, η αμμωνία και το υδρογόνο, αναδιαμορφώνοντας ταυτόχρονα το νομικό και οικονομικό περιβάλλον της διεθνούς ναυτιλίας. Σε νομικό επίπεδο, η μελέτη διερευνά τις βασικές υποχρεώσεις και τα κίνητρα που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο για τη χρήση εναλλακτικών καυσίμων στη ναυτιλία, εστιάζοντας στις αλληλεπιδράσεις με το διεθνές κανονιστικό πλαίσιο του ΔΝΟ και στα πιθανά πεδία συγκρούσεων ή ερμηνευτικών κενών. Παράλληλα, αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες επιχειρούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της τεχνολογικής ετοιμότητας και της ρυθμιστικής προσαρμογής, ιδίως αναφορικά με πηγές ενέργειας που βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο της ανάπτυξής τους. Σε δε επίπεδο πολιτικής, η εργασία καταδεικνύει ότι η επιτυχής ενσωμάτωση των εναλλακτικών καυσίμων στη ναυτιλία προϋποθέτει τον συντονισμό μεταξύ κρατών - μελών, τις επενδύσεις σε λιμενικές υποδομές, αλλά και τη διασφάλιση ενός διαφανούς ρυθμιστικού περιβάλλοντος. Δια της επισκόπησης των ανωτέρω, η παρούσα διπλωματική εργασία αναδεικνύει ότι η χρήση εναλλακτικών καυσίμων στη ναυτιλία δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ή περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά έχει ευρύτερο νομικό και γεωοικονομικό αντικείμενο, το οποίο επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής ναυτιλίας και τις διεθνείς σχέσεις στον τομέα της ενέργειας. Τοποθετώντας την ανάλυση στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης, η μελέτη επιδιώκει να προσφέρει χρήσιμα εργαλεία για νομικούς, πολιτικούς δρώντες και φορείς της ναυτιλιακής βιομηχανίας, ώστε να κατανοήσουν τις προοπτικές, αλλά και να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα τις προκλήσεις της απανθρακοποίησης. Τέλος, σε ευρύτερο επίπεδο, η μελέτη φιλοδοξεί να εμπλουτίσει τη συναφή βιβλιογραφία σε ένα νεοσύστατο πεδίο, και να προσφέρει ένα οργανωμένο υπόβαθρο για την κατανόηση και αξιολόγηση των εναλλακτικών καυσίμων, διευκολύνοντας την προσέγγισή τους από νομικούς, πολιτικούς φορείς, καθώς και απλούς ενδιαφερόμενους. Τοιουτοτρόπως, προσδοκά να αναδείξει καίριες πτυχές ενός εξελισσόμενου τομέα και να καταστήσει την έρευνα πιο προσβάσιμη και ευχερέστερη για την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους επαγγελματίες της ναυτιλίας.This master thesis examines the role of alternative fuels in the maritime sector, with particular emphasis on the evolving European regulatory framework and its relationship with the field of maritime law. In light of the European Green Deal and the pressing need to decarbonize maritime transport, the study focuses on the Alternative Fuels Infrastructure Regulation (AFIR) and the Renewable Energy Directive (RED II). These instruments establish ambitious targets for the reduction of greenhouse gas emissions and the promotion of fuels such as LNG, methanol, ammonia and hydrogen, while simultaneously reshaping the legal and economic environment of international shipping. From a legal perspective, the present thesis explores the principal obligations and incentives arising from EU law regarding the use of alternative fuels in shipping, with a particular focus on their interaction with the international regulatory framework of the International Maritime Organization (IMO) and the potential areas of conflict or interpretative gaps. At the same time, it analyses how European initiatives seek to bridge the gap between technological readiness and regulatory adaptation, especially in relation to energy sources that remain at an early stage of development. At policy level, the study demonstrates that the successful integration of alternative fuels into maritime transport, presupposes coordination among Member States, investments in port infrastructure, and the establishment of a transparent and predictable regulatory environment. Through the above analysis, this thesis highlights that the use of alternative fuels in shipping does not constitute merely a technical or environmental issue, but rather a broader legal and geo-economic matter, affecting the competitiveness of European shipping and international energy relations. By situating the discussion within the context of the green transition, the study seeks to provide useful insights for legal practitioners, policymakers and stakeholders in the maritime industry, enabling them to better understand the prospects and to manage more effectively the challenges of decarbonization. Finally, at a broader level, the thesis aspires to enrich the relevant literature in an emerging field and to offer a structured analytical framework for understanding and assessing alternative fuels, facilitating their approach by legal scholars, policymakers and interested parties alike. In this manner, it aims to highlight key aspects of a rapidly evolving sector and to render research more accessible and practical for both the academic community and maritime professionals
Τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις και η αναπαραγωγή τους από την τεχνητή νοημοσύνη στα μαθηματικά
Η παρούσα μελέτη εξετάζει πώς τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις αναπαράγονται μέσω της χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) στη διδασκαλία των μαθηματικών. Αρχικά παρουσιάζονται οι θεωρητικές βάσεις των στερεοτύπων στην εκπαίδευση, με έμφαση στα έμφυλα, φυλετικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια αναλύεται η εφαρμογή της ΑΙ στη μαθηματική εκπαίδευση, οι αλγόριθμοι μάθησης και τα ψηφιακά περιβάλλοντα, αναδεικνύοντας τις ευκαιρίες και τις προκλήσεις τους. Η βιβλιογραφική ανασκόπηση περιλαμβάνει πρόσφατες μελέτες (2019–2025) που καταγράφουν περιπτώσεις αλγοριθμικής μεροληψίας και τις επιπτώσεις τους στη μαθησιακή επίδοση και την αυτοαντίληψη των μαθητών. Επιπλέον, εξετάζονται τα ηθικά ζητήματα, οι περιορισμοί των ερευνών και η ανάγκη διεπιστημονικής προσέγγισης. Τέλος, διατυπώνονται προτάσεις για εκπαιδευτική πολιτική και μελλοντική έρευνα, με στόχο τη δικαιότερη και πιο διαφανή χρήση της ΑΙ στα μαθηματικάThis study examines how stereotypes and prejudices are reproduced through the use of Artificial Intelligence (AI) in mathematics teaching. First, the theoretical foundations of stereotypes in education are presented, with an emphasis on gender, racial, and social characteristics. It then analyzes the application of AI in mathematics education, learning algorithms, and digital environments, highlighting their opportunities and challenges. The literature review includes recent studies (2019–2025) that document cases of algorithmic bias and their impact on student learning performance and self-perception. In addition, ethical issues, research limitations, and the need for an interdisciplinary approach are examined. Finally, recommendations for educational policy and future research are formulated, with the aim of achieving a fairer and more transparent use of AI in mathematics
«Η Αποδοχή των εκπαιδευτικών Πε70 ως προς τη χρήση και ενσωμάτωση των υπηρεσιών του Ψηφιακού Σχολείου»
Η ενσωμάτωση και η χρήση των υπηρεσιών του Ψηφιακού Σχολείου στην εκπαιδευτική κοινότητα είναι δυνατόν να αποτελεί ένα παράγοντα ο οποίος προσδιορίζεται από την αποδοχή των νέων τεχνολογιών. Στη παρούσα διπλωματική εργασία ως νέες τεχνολογίες ορίζονται όλες οι υπηρεσίες του Ψηφιακού Σχολείου. Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από 208 εν ενεργεία εκπαιδευτικούς Πε70 ανά την επικράτεια. Σκοπός της έρευνας είναι να διερευνηθεί ο βαθμός αποδοχής των εκπαιδευτικών ΠΕ70 (δάσκαλοι Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης) αναφορικά με τη χρήση και την ενσωμάτωση των υπηρεσιών του Ψηφιακού Σχολείου στη διδακτική πράξη. Εργαλείο της έρευνας ήταν το μοντέλο αποδοχής τεχνολογίας (ΤΑΜ) σε μορφή ερωτηματολογίου. Από τα αποτελέσματα της έρευνας φαίνεται ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν θετική στάση απέναντι στην ενσωμάτωση και χρήση των υπηρεσιών του Ψηφιακού Σχολείου.The integration and use of the services of the Digital School within the educational community may constitute a factor that is determined by the acceptance of new technologies. In the present master’s thesis, new technologies are defined as all the services of the Digital School. The sample of the study consists of 208 in-service primary education teachers (PE70) from across the country. The purpose of the research is to investigate the level of acceptance of PE70 teachers (Primary Education teachers) regarding the use and integration of the services of the Digital School in teaching practice. The research instrument used was the Technology Acceptance Model (TAM) in the form of a questionnaire. The results of the study indicate that teachers have a positive attitude towards the integration and use of the services of the Digital School