National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Εξέλιξη του ελέγχου των συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου

    No full text
    Περίληψη Η μεγάλη οικονομική σημασία των δημόσιων συμβάσεων που συνάπτει το Δημόσιο και τα δημόσια νομικά πρόσωπα για την εκτέλεση έργων και την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών κατέστησαν την ρύθμιση τους ως ένα απαραίτητο στοιχείο για την οικονομική ανάπτυξη και απασχόληση τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ενωσιακό επίπεδο η εξέλιξη του ρυθμιστικού τους πλαισίου καλύπτει πλέον κάθε πτυχή της διαδικασίας ανάθεσης κατασκευής έργων, προμήθειας αγαθών και παροχής υπηρεσιών σε τρίτους οικονομικούς φορείς και σε συνδυασμό με την ερμηνεία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμβάλλουν στο άνοιγμα του τομέα των δημοσίων συμβάσεων στον ανταγωνισμό ως βήμα για την ολοκλήρωση της Κοινής Αγοράς και την πραγματική υλοποίηση των θεμελιωδών ελευθεριών στις οποίες βασίζεται η Ένωση. Σε εθνικό επίπεδο ο Έλληνας νομοθέτης κινούμενος πέρα από το πλαίσιο των ευρωπαϊκών Οδηγιών με στόχο τη σωστή διαχείριση και αποτελεσματική προστασία του δημοσίου χρήματος καθώς και τη διασφάλιση της διαφάνειας της διαγωνιστικής διαδικασίας προέβλεψε ως αναγκαίο έναν προληπτικό έλεγχο νομιμότητας των συμβάσεων που συνάπτουν η Διοίκηση και τα δημόσια νομικά πρόσωπα. Ο έλεγχος αυτός ανατέθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο από το νομοθέτη θεωρώντας ότι προσφέρει τα καλύτερα εχέγγυα για την άσκηση του ρόλου αυτού. Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας αρχικά περιγράφεται η ιστορική εξέλιξη του ελέγχου με τα επιμέρους στάδια από την αρχική νομοθετική καθιέρωση τη δεκαετία του 1990 και τη συνταγματική κατοχύρωση με την Αναθεώρηση του 2001 μέχρι τη θέσπιση του σημερινού ολοκληρωμένου συστήματος με τον ν. 4700/2020, αναλύοντας τις σημαντικότερες νομοθετικές παρεμβάσεις. Περαιτέρω αναλύεται η νομική φύση του προσυμβατικού ελέγχου όπως διευκρινίστηκε με τις αποφάσεις του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου καθώς και το αντικειμενικό και υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής με αναφορά στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και στην ερμηνεία του από τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στη συνέχεια αφού παρουσιαστεί το σημερινό πλαίσιο διενέργειας του προσυμβατικού ελέγχου εξετάζεται η σχέση του ελέγχου αυτού με άλλα είδη ελέγχου που ασκούνται από όργανα της Διοίκησης καθώς και πρόσφατα νομολογιακά πορίσματα τόσο του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στο τελευταίο κεφαλαίο επιχειρείται μία ανάλυση της μελλοντικής εξέλιξης του προσυμβατικού ελέγχου μέσω της επεξεργασίας των βασικών χαρακτηριστικών της νέας δημοσιονομικής διακυβέρνησης η οποία τα τελευταία χρόνια έχει επηρεάσει το έργο του Ελεγκτικού Συνεδρίου κυρίως μέσω ανάπτυξης νέων αρχών, όπως η αρχή της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης (η οποία εξειδικεύεται στις τρεις επιμέρους αρχές της οικονομικότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας), καθώς και με τα νέα εργαλεία που προσφέρονται στο Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο στο νέο δημοσιονομικό περιβάλλον, όπως οι έλεγχοι επιδόσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η εξέλιξη της νομολογίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσω των νέων δυνατοτήτων που του παρέχονται φαίνεται να οδηγεί σταδιακά σε έναν πιο ενδελεχή έλεγχο της συναλλακτικής δράσης της Διοίκησης.Abstract The great economic importance of public contracts concluded by the State and public legal entities for the execution of works and the purchase of products and services has made their regulation an essential element for economic growth and employment both at national level and at European Union level. At EU level, the development of their regulatory framework now covers every aspect of the process of awarding construction contracts, the supply of goods and the provision of services to third-party economic operators and, in conjunction with the interpretation of the Court of Justice of the European Union, contribute to opening up the public procurement sector to competition as a step towards the completion of the Single Market and the effective implementation of the fundamental freedoms on which the Union is based. At the national level, the Greek legislator, going beyond the framework of European Directives with the aim of proper management and effective protection of public funds, as well as ensuring the transparency of the tender process, deemed it necessary to introduce a preventive control of the legality of contracts concluded by the Administration and public legal entities. This control was assigned to the Court of Auditors by the legislator, considering that it offers the best guarantees for the exercise of this role. This thesis begins by describing the historical development of the audit, with the individual stages from its initial legislative establishment in the 1990s and its constitutional enshrinement in the 2001 Revision to the establishment of the current integrated system under Law 4700/2020, analyzing the most important legislative interventions. Furthermore, it analyzes the legal nature of pre-contractual audit as clarified by the decisions of the Supreme Special Court, as well as its objective and subjective scope of application with reference to the current legislative framework and its interpretation by the case law of the Court of Audit. Next, after presenting the current framework for conducting pre-contractual audit, the relationship between this audit and other types of control exercised by administrative bodies is examined, as well as recent case law findings of both the Court of Audit and the Council of State. of the State. The final chapter attempts to analyze the future development of pre-contractual audit by examining the basic characteristics of the new fiscal governance which in recent years has influenced the work of the Court of Audit, mainly through the development of new principles, such as the principle of fiscal sustainability and sound fiscal management (which consists of the three sub-principles of economy, efficiency, and effectiveness), as well as the new tools available to the Supreme Fiscal Court in the new fiscal environment, such as performance audits. Within this framework, the development of the Court of Audit's case law through the new possibilities available to it seems to be gradually leading to a more thorough audit of the administration's transactional activit

    Αεροπορικά ταξίδια: υποχρεώσεις αερομεταφορέα, αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και προστασία του επιβάτη - καταναλωτή

    No full text
    Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να διερευνήσει το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την ευθύνη του αεροπορικού μεταφορέα, ιδίως από την σκοπιά του Κανονισμού (ΕΚ) 261/2004, καθώς και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των επιβατών, οι οποίες συχνά αποτελούν προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Με αφετηρία το γεγονός ότι ο επιβάτης συνιστά τον κατά τεκμήριο ασθενέστερο συμβαλλόμενο στη σύμβαση αερομεταφοράς, γίνεται προσπάθεια διερεύνησης του κατά πόσο η παρεχόμενη σε αυτόν προστασία είναι εύλογη και επαρκής. Ειδικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται ο Κανονισμός 261/2004/ΕΚ, αναλύεται ο σκοπός και το πεδίο εφαρμογής του, οι περιπτώσεις ανώμαλης εξέλιξης της παροχής, ήτοι η άρνηση επιβίβασης, η ματαίωση και η καθυστέρηση πτήσεων, καθώς και τα επιμέρους δικαιώματα των επιβατών, μεταξύ των οποίων η αποζημίωση, η παροχή βοήθειας και η παροχή φροντίδας. Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στα δικαιώματα των επιβατών υπό το πρίσμα του δικαίου προστασίας του καταναλωτή, με ιδιαίτερη έμφαση στην υπαγωγή του επιβάτη στην έννοια του καταναλωτή και στην προστασία του από τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων αερομεταφοράς. Το τρίτο κεφάλαιο εστιάζει στην υποχρέωση ενημέρωσης του επιβάτη αναφορικά με τα δικαιώματά του, βάσει τόσο του Κανονισμού 261/2004/ΕΚ όσο και της γενικής αρχής της καλής πίστης, καθώς και στο πως η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική με τη μορφή της παραπλανητικής παράλειψης. Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζεται η δυνατότητα θεμελίωσης αξιώσεων κατά το ελληνικό δίκαιο επί παραβίασης των διατάξεων του Κανονισμού, με ανάλυση της σχέσης του ενωσιακού με το εθνικό δίκαιο και της δυνατότητας στοιχειοθέτησης αδικοπραξίας εκ μέρους του αερομεταφορέα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 914 του Αστικού Κώδικα. Παρότι τα προβλήματα των πτήσεων δίνουν ερεθίσματα σε νομολογία και θεωρία για διεξαγωγή γόνιμου επιστημονικού διαλόγου, ο πανεπόπτης ενωσιακός νομοθέτης οφείλει να εγκύψει στα προβλήματα αυτά και να παράσχει λύσεις, επιλύοντας αμφιβολίες και ασάφειες, προασπίζοντας παράλληλα τα δικαιώματα των επιβατών. Η παρούσα διπλωματική εργασία επιδιώκει να αναδείξει τόσο τα επιτεύγματα του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου όσο και τα ζητήματα που παραμένουν ακόμη ανοιχτά, με τελικό στόχο την κατανόηση και ερμηνεία της ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα στις περιπτώσεις ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης αερομεταφοράς, καθώς και την αποτίμηση της αποτελεσματικότητας της προστασίας που παρέχεται στον επιβάτη - καταναλωτή, η οποία δύναται να θεμελιωθεί τόσο στη σύμβαση μεταφοράς (ενωσιακό δίκαιο), όσο και στις διατάξεις περί αδικοπραξίας (εθνικό δίκαιο).This dissertation seeks to examine the legislative framework governing the liability of the air carrier, in particular from the perspective of Regulation (EC) No 261/2004, as well as the corresponding obligations of passengers, which often constitute a precondition for the exercise of their rights. Starting from the premise that the passenger is the presumptively weaker party to the contract of air carriage, an effort is made to investigate the extent to which the protection afforded to the passenger is reasonable and adequate. Specifically, the first chapter examines Regulation (EC) No 261/2004, analyzing its purpose and scope of application, the instances of irregular performance of the service, namely denied boarding, cancellation, and delay of flights, as well as the individual rights of passengers, including compensation, assistance, and care. The second chapter refers to passengers’ rights from the standpoint of consumer protection law, with particular emphasis on the passenger’s inclusion within the concept of “consumer” and on protection from unfair terms in contracts of air carriage. The third chapter focuses on the obligation to inform the passenger regarding his or her rights, on the basis both of Regulation (EC) No 261/2004 and of the general principle of good faith, and on how failure to comply with this obligation constitutes an unfair commercial practice in the form of a misleading omission. Finally, the fourth chapter examines the possibility of grounding claims under Greek law in the event of infringements of the Regulation’s provisions, with an analysis of the relationship between Union and national law and of the possibility of establishing tortious liability on the part of the air carrier pursuant to Article 914 of the Civil Code. Although flight-related problems give rise to case law and academic theory that foster a fruitful scientific dialogue, the overarching Union legislator must delve into these problems and provide solutions, resolving doubts and ambiguities while at the same time safeguarding passengers’ rights. This dissertation seeks to highlight both the achievements of the current regulatory framework and the issues that remain open, with the ultimate aim of understanding and interpreting the liability of the air carrier in cases of disruption in the performance of the contract of air carriage, as well as assessing the effectiveness of the protection afforded to the passenger-consumer, which may be grounded both in the contract of carriage (union law) and in the provisions on tort (national law)

    Προφίλ ασφάλειας και τοξικότητας της θεραπείας με CAR T-κύτταρα στο υποτροπιάζον/ανθεκτικό πολλαπλούν μυέλωμα: Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση κλινικών μελετών / Safety and toxicity profile of CAR T-cell therapy in relapsed/refractory multiple myeloma: A systematic review and meta-analysis

    No full text
    Εισαγωγή: Το πολλαπλούν μυέλωμα (ΜΜ) αντιπροσωπεύει το 1% όλων των καρκίνων και περίπου το 10% όλων των αιματολογικών κακοηθειών. Αποτελεί κακοήθη διαταραχή των πλασματοκυττάρων, η οποία παραμένει ανίατη παρά την σημαντική πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών. Στα υποτροπιάζοντα και πολυανθεκτικά στάδια (RRMM), η πρόγνωση είναι δυσμενής και οι θεραπευτικές επιλογές περιορισμένες, καθιστώντας τη διαχείριση της νόσου δύσκολη. Σε αυτό το πλαίσιο, τα CAR-T κύτταρα αποτελούν μία πολλά υποσχόμενη θεραπευτική επιλογή, αλλά με ιδιαίτερο προφίλ τοξικότητας που ενδέχεται να περιορίσει την ευρεία κλινική εφαρμογή τους. Υλικά και Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση με στόχο την εύρεση κλινικών μελετών που αξιολόγησαν τη χρήση CAR-T κυττάρων στο RRMM, με καταληκτική ημερομηνία αναζήτησης την 5η Αυγούστου 2025. Τα αποτελέσματά τους συνεκτιμήθηκαν ως ποσοστά με 95% διαστήματα εμπιστοσύνης, χρησιμοποιώντας μοντέλα τυχαίων επιδράσεων. Η μετα-ανάλυση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA και έχει καταχωρηθεί στη βάση PROSPERO (ID: CRD420251179952). Αποτελέσματα: Συμπεριλήφθηκαν συνολικά 35 μελέτες, οι οποίες περιλάμβαναν συνολικά 1.520 ασθενείς. Καταγράφηκε υψηλή συχνότητα ανεπιθύμητων συμβαμάτων βαθμού ≥3, σε ποσοστό 97%. Από τις αιματολογικές τοξικότητες, οι συχνότερες ήταν η ουδετεροπενία βαθμού ≥3 σε ποσοστό 89%, η λευκοπενία βαθμού ≥3 σε ποσοστό 79% και η λεμφοπενία βαθμού ≥3 σε ποσοστό 69%, ενώ εξίσου σημαντική ήταν η θρομβοκυτταροπενία βαθμού ≥3 σε ποσοστό 50%, καθώς και η αναιμία βαθμού ≥3 σε ποσοστό 50%. Οι λοιμώξεις οποιουδήποτε βαθμού ήταν επίσης συχνές, σε ποσοστό 52% και οι σοβαρές, βαθμού ≥3, σε ποσοστό 17%. Το σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών (CRS) αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό και αναμενόμενο ανοσολογικό σύμβαμα των CAR-T, το οποίο παρατηρήθηκε σε ποσοστό 86%. Οι νευρολογικές τοξικότητες, είτε εκδηλούμενες ως ICANS είτε ως άλλες μορφές νευροτοξικότητας παρατηρήθηκαν σε ποσοστά 4% και 6%, αντίστοιχα. Συζήτηση: Η θεραπεία με CAR-T κύτταρα συνιστά αποτελεσματική επιλογή για το RRMM, αλλά το ειδικό προφίλ τοξικότητας καθιστά απαραίτητη την εφαρμογή δομημένων και τεκμηριωμένων στρατηγικών πρόληψης και διαχείρισης των σχετιζόμενων ανεπιθύμητων ενεργειών.Introduction: Multiple myeloma (MM) accounts for approximately 1% of all cancers and about 10% of all hematologic malignancies. It is a malignant plasma-cell disorder that remains incurable despite the substantial therapeutic progress of recent decades. In the relapsed/refractory (RRMM) setting, prognosis is poor and therapeutic options are limited, making disease management challenging. In this context, CAR-T cell therapy represents a promising and potent treatment option, although its unique toxicity profile may limit its broad clinical applicability. Materials and Methods: A systematic review was conducted to identify clinical trials investigating the use of CAR-T cells in RRMM (end-of-search, August 5th, 2025). Pooled estimates were calculated as proportions with 95% confidence intervals using random-effects models, in order to account for the clinical and methodological heterogeneity among the included studies. This meta-analysis was conducted in accordance with the PRISMA guidelines and has been registered in the PROSPERO database (ID: CRD420251179952). Results: A total of 35 studies comprising 1,520 patients were included. Adverse events (AEs) of Grade ≥3 occurred in the 97% of patients. Among hematologic toxicities, the most frequent were Grade ≥3 neutropenia in 89%, Grade ≥3 leukopenia in 79%, and Grade ≥3 lymphopenia in 69%. Equally important were Grade ≥3 thrombocytopenia in 50% and Grade ≥3 anemia in 50%. Infections of any-grade were common, occurring in 52% of patients, with Grade ≥3 occurring in 17%. Cytokine release syndrome (CRS) of any-grade, the most characteristic and anticipated immunologic event associated with CAR-T therapy, was observed in 86% of patients. Neurological toxicities of any grade - manifesting either as ICANS or as other forms of neurotoxicity - were observed in 4% and 6%, respectively. Discussion: CAR-T cell therapy represents an effective treatment option for RRMM, although its distinct toxicity profile requires the use of clearly defined and evidence based strategies for the prevention and management of associated adverse events

    The role of solidarity in the New Pact on Asylum and Migration

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εκκινώντας από την παρατήρηση ότι το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου θα πρέπει να βασίζεται στην αλληλεγγύη και ακολουθώντας την δυαδική λογική, προσπαθεί να εξερευνήσει την πιο πρόσφατη απόπειρα του ενωσιακού νομοθέτη να πραγματώσει την αρχή της αλληλεγγύης, μέσω της θέσπισης ενός υποχρεωτικού μα και ευέλικτου μηχανισμού αλληλεγγύης εντός του πλαισίου του Νέου Συμφώνου για το Άσυλο και την ΜετανάστευσηThis dissertation, starting from the observation that the Common European Asylum System should be based on solidarity and following binary logic, tries to explore the most recent attempt of the EU legislator to operationalise solidarity, through the establishment of a mandatory but flexible solidarity mechanism within the framework of the New Pact on Asylum and Migration

    Η διενέργεια του φορολογικού ελέγχου και η προστασία του φορολογούμενου

    No full text
    Η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, με τη συλλογή των φόρων, δασμών, ανταποδοτικών τελών κ.λπ. εξυπηρετεί τον υπέρτατο σκοπό δημοσίου συμφέροντος που δεν είναι άλλος από την κρατική συνέχεια, τη διατήρηση και εξακολούθηση του κράτους πρόνοιας. Κυρίαρχη θέση, προς την εξυπηρέτηση αυτού του στόχου, κατέχει ο Φορολογικός Έλεγχος, συνιστάμενος σε μια σειρά αλληλοεξαρτούμενων, αλληλένδετων διαδικασιών και υλικών ενεργειών από την Φορολογική Διοίκηση. Στόχος του Φορολογικού Ελέγχου είναι η αποκάλυψη της φορολογητέας ύλης, που αποτελεί απαραίτητο συστατικό για τον προσδιορισμό του φορολογικού αντικειμένου (άρθρο 78 Σ.), προκειμένου στη συνέχεια να εισπραχθεί ο αναλογούν φόρος με βάση τη φοροδοτική ικανότητα κάθε φορολογικού υποκειμένου (άρθρο 4 παρ.5 Σ.). Η εν λόγω αποκάλυψη εξυπηρετεί απολύτως τη δημιουργία κοινωνικής ισότητας, καθώς κάθε ένας πολίτης της Χώρας επιβαρύνεται με τον φόρο που του αναλογεί, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες κοινωνικής συνοχής και ενότητας και να αποτρέπονται φαινόμενα αντικοινωνικής, ακόμη και εχθρικής απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, συμπεριφοράς. Ωστόσο, ακόμη και αν η δράση της Φορολογικής Διοίκησης, εκδηλούμενη μέσω της διενέργειας του Φορολογικού Ελέγχου, ασκείται για την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να διέπεται, σε όλη της την έκταση, από αρχές στις οποίες οφείλει να συμορφώνεται η Φορολογική Διοίκηση προκειμένου να μην θίγεται ο πυρήνας των δικαιωμάτων των φορολογούμενων από αυθαίρετες εισβολές στην ιδιωτική του ζωή.The execution of the State Budget, through the collection of taxes, duties, compensatory fees, etc., serves the supreme objective of public interest, namely the continuity of the State and the preservation and perpetuation of the welfare state. A dominant role in the pursuit of this objective is held by the Tax Audit, which consists of a series of interdependent and interconnected procedures and material acts carried out by the Tax Administration. The purpose of the Tax Audit is the disclosure of taxable matter, which constitutes a necessary component for the determination of the taxable object (Article 78 of the Constitution), so that the corresponding tax may subsequently be collected on the basis of each taxpayer’s ability to pay (Article 4(5) of the Constitution). Such disclosure fully serves the creation of social equality, as every citizen of the country is burdened with the tax that corresponds to him or her, thereby creating conditions of social cohesion and unity and preventing phenomena of antisocial—even hostile toward the social whole—behavior. However, even though the action of the Tax Administration, as manifested through the conduct of Tax Audits, is exercised in order to satisfy the public interest, it must, throughout its entire scope, be governed by principles with which the Tax Administration is obliged to comply, so that the core of taxpayers’ rights is not infringed by arbitrary intrusions into their private life

    Ψηφιακά νομίσματα Κεντρικών Τραπεζών (CBDCs) - συγκριτική ανάλυση στρατηγικών υιοθέτησης σε διάφορες οικονομίες

    No full text
    Η έρευνα αυτή εξετάζει συστηματικά τις στρατηγικές για την υιοθέτηση των ψηφιακών νομισμάτων των κεντρικών τραπεζών (CBDC) σε διάφορες οικονομίες σε όλο τον κόσμο. Χρησιμοποιώντας μια συγκριτική μελέτη εστιασμένη σε 15 μελέτες περιπτώσεων από ένα σύνολο 137 χωρών που ασχολούνται ενεργά με τα CBDC, η έρευνα προσδιορίζει και αξιολογεί την αποτελεσματικότητα πέντε διαφορετικών στρατηγικών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των χρηστών CBDC παγκοσμίως προέρχεται από αναδυόμενες οικονομίες και ότι η στρατηγική μέθοδος που χρησιμοποιείται είναι κρίσιμη για την επιτυχία. Η εφαρμογή των CBDC με σταδιακή επέκταση υπερτερεί των στρατηγικών ευρείας κάλυψης. Η μελέτη αυτή προωθεί τη θεωρία της διάδοσης της καινοτομίας και προσφέρει νέες πληροφορίες για τις οικονομίες που ταξινομούνται ανά επίπεδο ανάπτυξης.This research systematically examines strategies for adopting central bank digital currencies (CBDC) in various economies around the world. Using a comparative study focused on 15 case studies from a total of 137 countries actively engaged in CBDC, the research identifies and evaluates the effectiveness of five different strategies. The results show that the vast majority of CBDC users worldwide come from emerging economies and that the strategic approach used is critical to success. The implementation of CBDC with gradual expansion outperforms broad coverage strategies. This study advances the theory of innovation diffusion and offers new insights into economies classified by level of development

    Ο έλεγχος της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας μετά τον ν.3900/2010

    No full text
    Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το ζήτημα της αναθεώρησης του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά τον νόμο 3900/2010, ειδικότερα ως προς τον χαρακτήρα που έχει προσλάβει ο έλεγχος της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Αναλυτικότερα, στο πρώτο μέρος διερευνάται η έννοια της ελαττωματικής αιτιολογίας πριν από τη νομοθετική μεταβολή που συντελέστηκε με τον νόμο 3900/2010 και μετά από αυτήν. Ειδικότερα αναλύονται οι έννοιες του αναιτιολόγητου, της πλημμελούς αιτιολογίας και της μη λήψης υπόψη ουσιώδους ισχυρισμού, υπό το φως των οικείων διατάξεων του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, στο δεύτερο μέρος εντοπίζονται τα χαρακτηριστικά του αναιρετικού ελέγχου της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων, όπως αυτά έχουν μεταβληθεί μετά τον 3900/2010, και αναζητώνται, ανάμεσα στις υφιστάμενες νομοθετικές επιλογές, πρόσφορα μέσα αναιρετικού ελέγχου της αιτιολογίας, στις περιπτώσεις που η «νέα» αίτηση αναίρεσης αποδεικνύεται ατελέσφορη.. Μεταξύ των συμπερασμάτων της εργασίας είναι και η θέση, ότι η εφαρμογή στο στάδιο της αίτησης αναιρέσεως του σκοπού της επιτάχυνσης της εκδίκασης των διοικητικών διαφορών αποβαίνει εις βάρος της έκδοσης επαρκώς αιτιολογημένων δικαστικών αποφάσεων, δηλαδή η ποιότητα των δικαστικών αποφάσεων θυσιάζεται χάριν της ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης.This paper deals with the issue of the revision of the legal remedy of the reversal upon petition of final judgements before the Council of State (Supreme Administrative Court of Greece), following the Law 3900/2010, particularly with regard to the nature, that the review of the reasoning of the judicial decisions has assumed. More specifically, the first part explores the concept of defective reasoning before and after the legislative change brought about by Law 3900/2010. In particular, the paper analyzes the concepts of unjustified, inadequate reasoning, and the failure to take into account a substantive argument, in light of the relevant provisions of the Constitution and the ECHR. Furthermore, the second part identifies the characteristics of the review of the reasoning of court decisions, as these have changed since 3900/2010, and seeks, among the existing legislative options, adequate means of appellate review of reasoning in cases where the "new" legal remedy proves to be ineffective. Among the conclusions of the paper is the position that the application, at the stage of the legal remedy of the reversal upon petition of final judgements before the Council of State, of the objective of expediting the adjudication of administrative disputes is detrimental to the issuance of adequately reasoned court decisions, i.e. the quality of court decisions is sacrificed for the sake of faster justice

    Δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων στους εταιρικούς μετασχηματισμούς

    No full text
    Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στο δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων και εκείνο των εταιρικών μετασχηματισμών. Κοινό σημείο επαφής αποτελεί η υποχρέωση ανάκτησης η οποία, αν μη τι άλλο, περιπλέκεται δυνάμει της συμμετοχής περισσότερων εταιρικών υποκειμέ-νων. Για το λόγο αυτό, η ανά χείρας χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο εξ αυτών επιχειρεί να παρουσιάσει τις βασικές πτυχές των υπό πτυχών του δικαίου των κρατικών μετασχηματισμών με ιδιαίτερη έμφαση στις προϋποθέσεις που συναπαρτίζουν την επίμαχη έννοιας σε συνδυασμό με τη διαδικασία της ανάκτησης. Το δεύτερο μέρος, το οποίο αποτελεί και το κεντρικό θεματικό ά-ξονα, εστιάζει στην σταχυολογημένη παρουσίαση και ανάλυση των εταιρικών μετασχηματισμών και εν συνεχεία της περιπτωσιολογίας ανάκτησης και όλων των διαστάσεων που τη χαρακτηρί-ζουν καθώς και των σχετικών προβληματικών που ανακύπτουν από τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων δυνάμει ειδικής αλλά και καθολικής διαδοχής. Στο πλαίσιο αυτό, η πρωτοκαθεδρία αποδίδεται στο προσδιορισμό της υποχρέωσης ανάκτησης και ειδικότερα στην ακολουθούμενη μεθοδολογία, σύμφωνα με κριτήριο της οικονομικής συνέχειας που αναγνωρίζει τόσο η Επιτροπή όσο και η ενωσιακή νομολογία. Στη συνέχεια, επιχειρείται η εκτύλιξη των ενδεδειγμένων μεθόδων από τις οποίες μπορεί να προκύψει με εγκυρότητα η ταυτότητα του υπόχρεου εξ ανάκτησης επιχειρημα-τικού φορέα. Προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού επιστρατεύεται η εμπειρική πρακτική, οι α-παραίτητοι κανόνες της λογιστικής, το νομικό καθεστώς των θιγόμενων κλάδων δικαίου καθώς και η κρίσιμη εθνική και ενωσιακή νομολογία, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο κριτήριο της οικο-νομικής συνέχειας το οποίο, ενίοτε, απαιτείται να νοηθεί και να αντιμετωπισθεί διαφορετικά, προ-κειμένου να προσαρμοσθεί στις εκάστοτε ισχύουσες συγκυρίες. Για το λόγο αυτό, η εν λόγω ανά-πτυξη πραγματοποιείται με γνώμονα τη λογική και νομική συνοχή ανάμεσα, αφενός, στην ενω-σιακή έννομη τάξη και, αφετέρου, στο ελληνικό νομικό σύστημα.This paper explores the relationship between state aid law and company transformation law. Their point of intersection lies in the obligation of recovery, which becomes particularly complex when multiple corporate entities are involved. For this reason, the paper is divided into two parts. The first part seeks to present the fundamental aspects of the relevant legal fields, in order to clarify the basic concepts and features of State Aid Law with emphasis on the conditions comprising the term state aid and the recovery procedure. The second part, which constitutes the central thematic focus, concentrates on a selected presentation and analysis of corporate transformations and a casuistry regarding the thematically relevant recovery procedure and all its defining dimensions, as well as the legal issues that arise in the context of transfer of businesses with two respects: the sale of assets and the transfer due to universal succession. Within this framework, particular emphasis is placed on the determination of the recovery obligation and, more specifically, on the methodology applied in cases of business transfers, based on the criterion of economic continuity—a stand-ard recognized both by the European Commission and EU case law. Subsequently, the paper ex-amines the appropriate methods through which the identity of the liable business entity for recovery can be accurately established. To serve this purpose, empirical practice is employed, alongside the necessary accounting principles, the legal framework of the affected legal sectors, and the relevant national and EU case law. Particular emphasis is given to the criterion of economic continuity, which sometimes must be interpreted and applied differently in order to adapt to prevailing circumstances. Therefore, this analysis is carried out with a view to ensuring logical and legal coherence between, on the one hand, the EU legal order and, on the other, the Greek legal system

    Συμμορίες ανηλίκων

    No full text
    Στις σύγχρονες κοινωνίες, η παραβατικότητα των ανηλίκων και ειδικότερα η συμμετοχή τους σε συμμορίες αποτελεί ένα φαινόμενο που προκαλεί σοβαρές ανησυχίες τόσο στο κοινωνικό όσο και στο νομικό πεδίο. Οι νεανικές συμμορίες, ως μορφή συλλογικής παραβατικής συμπεριφοράς, αντανακλούν βαθιές κοινωνικές παθογένειες, όπως η κοινωνική ανισότητα, ο αποκλεισμός, η κρίση των θεσμών και η αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού. Η ένταξη ανηλίκων σε συμμορίες δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ατομικών επιλογών ή "κακής ανατροφής", αλλά απορρέει από ένα πλέγμα κοινωνικών, οικονομικών και θεσμικών παραγόντων. Η σχολική αποτυχία, η ανεργία, η φτώχεια, η οικογενειακή δυσλειτουργία και η απουσία ουσιαστικών προτύπων κοινωνικής ένταξης οδηγούν πολλούς ανήλικους σε μια εναλλακτική "οικογένεια": τη συμμορία. Παράλληλα, το κράτος καλείται να διαχειριστεί αυτό το σύνθετο φαινόμενο μέσα από το ποινικό και δικαστικό σύστημα ανηλίκων, το οποίο οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στην προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού και στην ανάγκη διατήρησης της κοινωνικής τάξης. Το νομικό πλαίσιο που διέπει την ποινική ευθύνη των ανηλίκων, οι παρεμβάσεις του εισαγγελέα ανηλίκων, καθώς και τα μέτρα αναμορφωτικού χαρακτήρα, συνιστούν σημαντικά εργαλεία στην πρόληψη και την αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότηταςIn modern societies, juvenile delinquency and, more specifically, minors’ involvement in gangs constitute a phenomenon that raises serious concerns both socially and legally. Youth gangs, as a form of collective delinquent behavior, reflect deep social pathologies such as social inequality, exclusion, institutional crisis, and the weakening of the social fabric. The involvement of minors in gangs is not simply the result of individual choices or “poor upbringing,” but rather stems from a network of social, economic, and institutional factors. School failure, unemployment, poverty, family dysfunction, and the absence of meaningful models for social integration lead many minors to an alternative “family”: the gang. At the same time, the state is called upon to manage this complex phenomenon through the juvenile justice system, which must balance the protection of children's rights with the need to maintain social order. The legal framework governing the criminal responsibility of minors, the interventions of the juvenile prosecutor, and the implementation of reformative measures are important tools in the prevention and management of youth delinquency

    Ο δικαστικός έλεγχος των πράξεων των εκκλησιαστικών οργάνων

    No full text
    Η νομολογία αποτελεί μέγεθος με δυναμικό χαρακτήρα επιτυγχάνοντας ενίοτε σημαντικές προόδους ή και υποχωρήσεις στα ζητήματα με τα οποία ασχολείται, από τα μεγάλα θεσμικά μέχρι τον έλεγχο εφαρμογής των απλούστερων διαδικαστικών τύπων. Και στην περίπτωση της «νομοπαραγωγής» των εκκλησιαστικών οργάνων έχουν προσφέρει τα εθνικά δικαστήρια σημαντικές αποφάσεις οι οποίες συνέδραμαν στην επίλυση αφενός πρακτικών προβλημάτων, αφετέρου κόμισαν επιχειρήματα για τη θέση της Εκκλησίας στον συνταγματικό και το πολιτειοκρατικό προβληματισμό. Ως εκ τούτου, το αντικείμενο της έρευνας του δικαστικού εν γένει ελέγχου των πράξεων των προερχόμενων από εκκλησιαστικές αρχές και όργανα, διαθέτει διαχρονική επικαιρότητα και έντονο νομικό ενδιαφέρον. Με τις επιμέρους πτυχές του πεδίου αυτού θα ασχοληθεί η παρούσα εργασία προκειμένου εν τέλει να οδηγηθεί σε κατά το δυνατόν ωφέλιμα για την επιστήμη του δικαίου και όχι μόνο συμπεράσματα. Μέσα από τις εξεταζόμενες δικαστικές αποφάσεις θα καταδειχθεί αφενός το εύρος του ελέγχου που επιχειρείται από τα κρατικά δικαιοδοτικά όργανα επί των εκκλησιαστικών θεμάτων, αφετέρου η στάση των εκκλησιαστικών οργάνων κατά την αντιμετώπιση ποικίλων καταστάσεων της εκκλησιαστικής ζωής. Ιδίως στην περίπτωση του εκκλησιαστικού πειθαρχικού ελέγχου και στην επιβολή κυρώσεων κατά των μελών αυτής διαγράφεται πεδίον δόξης λαμπρόν προκειμένου να αναπτυχθούν χρήσιμες παρατηρήσεις σχετικά με τον «εκκλησιαστικό τρόπο σκέψης» στην απονομή της δικαιοσύνης. Πολύ περισσότερο, δίνεται η ευκαιρία στα μέλη της Εκκλησίας να αναστοχασθούν για ζητήματα που λιγότερο ή περισσότερο αντιμετωπίζουν στον εκκλησιαστικό βίο. Από την άλλη, καταδεικνύεται και η οπτική του ίδιου του σύγχρονου αστικού κράτους σε συνθήκες φιλελεύθερης δημοκρατίας απέναντι σε θέματα εκκλησιολογικά, των οποίων η διαχρονία το ξεπερνούν ιστορικά-χρονολογικά κατά πολύ. Αποτελεί μία ιστορική συμπόρευση των δύο εννόμων μεγεθών, αφενός του πολιτειακού δικαίου που διαθέτει μια έντονη δυναμική ως προς την εξέλιξή του, και των Ιερών Κανόνων και της παράδοσης που ομοιάζουν με πιο στατικά μεγέθη και δύνανται να εφαρμόζονται σε συνθήκες διαφορετικών πολιτειακών καθεστώτων και συνθηκών. Αναπόδραστα, η συνύπαρξη αυτή διαθέτει άλλοτε στοιχεία συγκρουσιακού χαρακτήρα και ενίοτε σημεία σύμπνοιας.Jurisprudence is a dynamic entity, sometimes achieving significant progress or even retreat in the issues it addresses, from major institutional issues to the control of the application of the simplest procedural forms. In the case of the “lawmaking” of ecclesiastical bodies, national courts have offered important decisions that have contributed, on the one hand, to the resolution of practical problems and on the other hand have provided arguments for the position of the Church in constitutional and political considerations. Therefore, research on the judicial control in general of acts emanating from ecclesiastical authorities and bodies has a timeless relevance and intense legal interest. The present work addresses with the individual aspects of this field in order to ultimately lead to conclusions that are as beneficial as possible for the science of law and beyond. Through the examined judicial decisions, the scope of the control attempted by the state judicial bodies over ecclesiastical matters will be demonstrated, on the one hand, and the attitude of the ecclesiastical bodies when dealing with various situations of ecclesiastical life, on the other hand. Especially in the case of ecclesiastical disciplinary control and the imposition of sanctions against its members, there is a possibility for develop useful observations regarding the “ecclesiastical way of thinking” in the administration of justice. Moreover, members of the Church are given the opportunity to reflect on issues that they more or less encounter in ecclesiastical life. At the same time, the perspective of the modern state under conditions of liberal democracy towards ecclesiastical matters is examined a perspective whose relevance far surpasses its historical and-chronological context. It constitutes a historical coexistence of two legal entities, on the one hand, State law which has a strong dynamic in terms of its evolution, and the Sacred Canons and tradition which resemble more static entity and can be applied in conditions of different civil regimes and circumstances. Inevitably, this coexistence sometimes has elements of conflict and at the other times points of agreement

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇