National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Κίνητρα συμμετοχής σε αθλητικές διοργανώσεις: Ανασκόπηση της Διεθνούς Βιβλιογραφίας
Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει τα ψυχολογικά κίνητρα συμμετοχής ατόμων σε αθλητικές διοργανώσεις μαζικής συμμετοχής (sportevents) και τους παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη συμμετοχή τους. Σκοπός της εργασίας είναι η συστηματική διερεύνηση των βασικών θεωρητικών προσεγγίσεων και των σύγχρονων ερευνητικών ευρημάτων σχετικά με την παρακίνηση, τη συναισθηματική εμπειρία, την ικανοποίηση και τις συμπεριφορικές προθέσεις των συμμετεχόντων, με έμφαση στη Θεωρία του Αυτοκαθορισμού και στον ρόλο της ικανοποίησης βασικών ψυχολογικών αναγκών. Η εργασία βασίζεται σε βιβλιογραφική ανασκόπηση επιστημονικών άρθρων που δημοσιεύθηκαν κυρίως κατά την τελευταία δεκαετία σε έγκριτα διεθνή περιοδικά με σύστημα αξιολόγησης από ομότιμους κριτές. Τα κριτήρια επιλογής της βιβλιογραφίας περιλάμβαναν τη θεματική συνάφεια με τα ψυχολογικά κίνητρα συμμετοχής σε sportevents, τη μελέτη ενήλικων ερασιτεχνών συμμετεχόντων και τη χρήση έγκυρων ψυχομετρικών εργαλείων. Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε σε διεθνείς ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, όπως οι Scopus, Web of Science, SPORT Discus και Google Scholar. Τα αποτελέσματα της ανασκόπησης καταδεικνύουν ότι τα εσωτερικά κίνητρα, η κοινωνική συνδεσιμότητα, η αίσθηση ικανότητας, τα θετικά συναισθήματα και η αντιλαμβανόμενη ποιότητα της διοργάνωσης αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες τόσο για την αρχική συμμετοχή όσο και για την πρόθεση επανα-συμμετοχής. Επιπλέον, προκύπτει ότι η ικανοποίηση από τη συμμετοχή λειτουργεί ως βασικός μεσολαβητικός μηχανισμός μεταξύ της εμπειρίας του γεγονότος και της μελλοντικής αθλητικής συμπεριφοράς. Συμπερασματικά, η κατανόηση των ψυχολογικών παραγόντων που διέπουν τη συμμετοχή σε αθλητικές διοργανώσεις συνιστά κρίσιμο στοιχείο για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό των sportevents, τη βελτίωση της εμπειρίας των συμμετεχόντων και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των διοργανώσεων.This thesis examines the psychological motivations for individuals to participate in mass participation sporting events (sport events) and the factors that influence their behavior before, during, and after their participation. The aim of this thesis is to systematically investigate the basic theoretical approaches and contemporary research findings on motivation, emotional experience, satisfaction, and behavioral intentions of participants, with an emphasis on Self-Determination Theory and the role of satisfying basic psychological needs. The study is based on a literature review of scientific articles published mainly in the last decade in reputable international peer-reviewed journals. The criteria for selecting the literature included thematic relevance to the psychological motivations for participating in sport events, the study of adult amateur participants, and the use of valid psychometric tools. The search was conducted in international electronic databases such as Scopus, Web of Science, SPORT Discus, and Google Scholar. The results of the review show that internal motivations, social connectedness, sense of competence, positive emotions, and perceived quality of the event are decisive factors for both initial participation and intention to participate again. Furthermore, it appears that satisfaction with participation acts as a key mediating mechanism between the experience of the event and future sporting behavior. In conclusion, understanding the psychological factors that govern participation in sporting events is critical to the effective design of sport events, the improvement of the participant experience, and the long-term sustainability of events
Γεωαναφορά Εικονοληπτικών Μετρήσεων από Drones
Η παρούσα εργασία αφορά τη Γεωαναφορά και ευθυγράμμιση ορατών (RGB) και υπέρυθρων (IR/NIR) εικόνων που λήφθηκαν από drone πάνω από το Συγκρότημα Ευρίπου του ΕΚΠΑ στα Ψαχνά Ευβοίας. Η μεθοδολογία βασίζεται στον προσδιορισμό επίγειων σημείων ελέγχου (GCPs) και στην εφαρμογή μετασχηματισμού πρώτης τάξης, με στόχο την ένταξη των εικόνων σε κοινό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς και τη βελτιστοποίηση της γεωμετρικής συνέπειας μεταξύ RGB–IR δεδομένων. Η διαδικασία υλοποιήθηκε στο λογισμικό QGIS (εργαλείο Georeferencer), όπου επιλέχθηκαν κατάλληλα Γεωαναφερόμενα υπόβαθρα και εντοπίστηκαν σταθερά, αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά για την τοποθέτηση GCPs. Η ακρίβεια αξιολογήθηκε μέσω του δείκτη RMS (Root Mean Square Error), επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία με διαφορετικούς αριθμούς και κατανομές GCPs, ώστε να εξεταστεί συγκριτικά η επίδρασή τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αύξηση των GCPs βελτιώνει την ακρίβεια μέχρι ενός σημείου, πέραν του οποίου η περαιτέρω προσθήκη GCPs δεν προσφέρει περεταίρω όφελος, υποδηλώνοντας ότι η ποιότητα και η χωρική κατανομή υπερέχουν του πλήθους των GCPs. Συνολικά, η εργασία τεκμηριώνει μία πρακτική και επαναλήψιμη μεθοδολογία Γεωαναφοράς για εναέρια δεδομένα UAV, ικανή να παράγει αξιόπιστα γεωχωρικά προϊόντα για εφαρμογές χαρτογράφησης και γεωπληροφορικής.This thesis investigates the georeferencing and geometric alignment of visible (RGB) and infrared (IR/NIR) images captured by an Unmanned Aerial Vehicle (UAV) over the Evripos Complex of the National and Kapodistrian University of Athens (NKUA) in Psachna, Evia. The methodology is based on the identification of Ground Control Points (GCPs) and the application of a first-order transformation to integrate all images into a common geodetic reference system and ensure geometric consistency between RGB and IR datasets. The procedure was carried out in QGIS (Georeferencer tool), using suitable georeferenced basemaps and stable, clearly identifiable ground features. Accuracy was evaluated through the Root Mean Square Error (RMS) metric, with multiple scenarios tested by varying the number and spatial distribution of GCPs to assess their impact. The results indicate that increasing the number of GCPs improves accuracy up to a threshold, beyond which additional points provide diminishing benefits, highlighting the importance of point quality and spatial distribution over quantity alone. Overall, the thesis presents a practical and repeatable workflow for UAV image georeferencing, capable of producing reliable geospatial outputs for mapping and geoinformation applications
Η Άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη και οι επικοινωνιακές στρατηγικές της.
Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει συστηματικά την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και τις επικοινωνιακές στρατηγικές που αξιοποιεί, με στόχο να γίνει κατανοητό το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο που επέτρεψε την ενδυνάμωση αυτών των κομματικών ομάδων και ο τρόπος με τον οποίο αυτές διαμορφώνουν τον δημόσιο λόγο. Η μελέτη εστιάζει επίσης σε τέσσερις χαρακτηριστικές χώρες: Γαλλία, Ιταλία Σουηδία και Ελλάδα, ώστε να αναδειχθούν τα σημεία σύγκλισης και οι αποκλίσεις τους ως προς τα αίτια της ανόδου, τους κοινωνικούς παράγοντες και τις πολιτικές τους πρακτικές. Η εργασία ξεκινάει με μια εννοιολογική αποσαφήνιση του όρου «ακροδεξιά». Στη συνέχεια εξετάζεται ιστορικά η πορεία της ακροδεξιάς στην Ευρώπη από τις απαρχές του 19ου αιώνα, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, μέχρι την έλευση της «νέας δεξιάς», που διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και εντεύθεν και πλέον εκφράζεται μέσα από λαϊκίστικά, εθνικιστικά και αντισυστημικά κόμματα. Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τους κύριους παράγοντες ενίσχυσης της ακροδεξιάς. Τα κόμματα της ακροδεξιάς εμφανίζονται ως απάντηση στην κρίση αντιπροσώπευσης αλλά και χρησιμοποιούν την δυσαρέσκεια του λαού προς όφελός τους. Η εργασία αναλύει επίσης τον ρόλο της ακροδεξιάς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου συχνά επικρατεί η ενίσχυσή της, ένεκα της χαμηλής συμμετοχής, καθώς οι ευρωεκλογές λειτουργούν ως «εκλογές δεύτερης τάξης». Σημαντικό μέρος της εργασίας αφιερώνεται επίσης στις επικοινωνιακές στρατηγικές της άκρας δεξιάς. Η ακροδεξιά χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την παραπληροφόρηση, τις θεωρίες συνωμοσίας, και σύγχρονες μεθόδους πολιτικού μάρκετινγκ ώστε να ενισχυθεί η επιρροή της.The present undergraduate thesis systematically examines the rise of the far right in Europe and the communication strategies it employs, with the aim of understanding the social and political context that allowed the strengthening of these party groups and the way in which they shape public discourse. The study also focuses on four characteristic countries: France, Italy, Sweden, and Greece, in order to highlight the points of convergence and their divergences with regard to the causes of the rise, the social factors, and their political practices. The thesis begins with a conceptual clarification of the term “far right.” It then historically examines the course of the far right in Europe from the beginnings of the 19th century, through the interwar period, up to the advent of the “new right,” which was formed in the early 1990s and thereafter and is now expressed through populist, nationalist, and anti-system parties. The study also highlights the main factors that have strengthened the far right. Far-right parties appear as a response to the crisis of representation, but they also use public dissatisfaction to their own advantage. The thesis further analyzes the role of the far right in the European Parliament, where its strengthening often prevails due to low participation, as the European elections function as “second-order elections.” A significant part of the thesis is also devoted to the communication strategies of the far right. The far right uses social media, disinformation, conspiracy theories, and modern methods of political marketing in order to strengthen its influence
Γνώσεις και αντιλήψεις των φοιτητών του ΤΕΦΑΑ πάνω στη vegan διατροφή και τον αθλητισμό
Η παρούσα πτυχιακή εργασία διερευνά τις γνώσεις, τις στάσεις και τις αντιλήψεις φοιτητών και φοιτητριών Σ.Ε.Φ.Α.Α. σχετικά με τη vegan διατροφή και τη σύνδεσή της με την αθλητική απόδοση. Η έρευνα βασίστηκε σε ποιοτική μεθοδολογική προσέγγιση και πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων ατομικών συνεντεύξεων. Το δείγμα αποτέλεσαν 80 προπτυχιακοί φοιτητές και φοιτήτριες της Σ.Ε.Φ.Α.Α. Αθηνών, ισόρροπα κατανεμημένοι ως προς το φύλο και το έτος σπουδών. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε κατόπιν έγγραφης συναίνεσης και τα δεδομένα αναλύθηκαν με τη μέθοδο της θεματικής ανάλυσης. Από την ανάλυση προέκυψαν έξι βασικές θεματικές κατηγορίες που αφορούν το επίπεδο γνώσεων για τη vegan διατροφή, την προσωπική εμπειρία και τα κίνητρα υιοθέτησής της, τη σχέση της με την αθλητική απόδοση, τα κοινωνικά στερεότυπα, τα εμπόδια εφαρμογής και τη διατροφική εκπαίδευση στο Σ.Ε.Φ.Α.Α. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν πως παρότι οι συμμετέχοντες είναι εξοικειωμένοι με τις αρχές της vegan διατροφής, η αντίληψη περί της διατροφικής της επάρκειας είναι περιορισμένη και συχνά συνοδεύεται από παρανοήσεις αναφορικά με τη θρεπτική της αξία. Ταυτόχρονα, οι δεδομένες αντιλήψεις φαίνεται να επηρεάζονται έντονα από κοινωνικά στερεότυπα και πηγές μη επιστημονικής πληροφόρησης. Συμπερασματικά, η έρευνα καθιστά εμφανή την ανάγκη ενίσχυσης της διατροφικής εκπαίδευσης στο πρόγραμμα σπουδών των Σ.Ε.Φ.Α.Α., με στόχο την επιστημονικά τεκμηριωμένη και αμερόληπτη αξιολόγηση των σύγχρονων διατροφικών επιλογών, από τους μελλοντικούς επαγγελματίες του αθλητισμού.The present undergraduate thesis investigates the knowledge, attitudes, and perceptions of students of the chool of Physical Education and Sport Science (SPESS) regarding the vegan diet and its association with athletic performance. The study adopted a qualitative methodological approach and was conducted through semi-structured individual interviews. The sample consisted of 80 undergraduate students of SPESS Athens, equally distributed in terms of gender and year of study. Data collection was carried out following the provision of written informed consent, and the data were analyzed using thematic analysis. The analysis yielded six main thematic categories concerning the level of knowledge about the vegan diet, personal experience and motivations for its adoption, its relationship with athletic performance, social stereotypes, barriers to implementation, and nutrition education within SPESS. The findings indicate that although participants are familiar with the basic principles of the vegan diet, perceptions regarding its nutritional adequacy remain limited and are often accompanied by misconceptions about its nutritional value. At the same time, prevailing perceptions appear to be strongly influenced by social stereotypes and non-scientific sources of information. In conclusion, the study highlights the need to strengthen nutrition education within the SPESS curriculum, aiming at the scientifically grounded and unbiased evaluation of contemporary dietary choices by future professionals in the field of sport
φουκωική ανάλυση έμφυλων διακρίσεων στο χώρο της υγείας: επιλογή γυναικολόγου - μαιευτήρα με κριτήριο το φύλο
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την έμφυλη διάσταση που αναδεικνύεται κατά την επιλογή επαγγελματία γυναικολόγου-μαιευτήρα από γυναίκες ασθενείς στην Ελλάδα. Η διεξαχθείσα έρευνα έχει ποιοτικό χαρακτήρα, ενώ η ανάλυση των δεδομένων βασίστηκε στη Φουκωική Ανάλυση Λόγου, σύμφωνα με το αναλυτικό πρότυπο της Willig. Οι έμφυλοι ρόλοι των κοινωνικών υποκειμένων, οι διακρίσεις που απορρέουν από αυτούς, καθώς και οι σχέσεις αλληλεπίδρασης που διαμορφώνονται μεταξύ τους, συνιστούν ένα διαχρονικό και πολυεπίπεδο πεδίο μελέτης. Αφορμή για τη διερεύνηση των έμφυλων διακρίσεων κατά την επιλογή επαγγελματία γυναικολόγου-μαιευτήρα αποτέλεσε η έλλειψη σχετικού ερευνητικού υλικού στο πλαίσιο του ελληνικού ακαδημαϊκού και κοινωνικού χώρου. Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης αναδεικνύουν την κοινωνική κατασκευή του φύλου, η οποία συμβάλλει στη διαιώνιση και διατήρηση του φαινομένου των έμφυλων διακρίσεων. Επιπλέον, οι εν λόγω διακρίσεις στην Ελλάδα φαίνεται να ενισχύονται από την επικράτηση του πατριαρχικού προτύπου κοινωνικής οργάνωσης και του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού. Σε ό,τι αφορά τον κλάδο της γυναικολογίας-μαιευτικής, δεν διαπιστώνεται άμεση συσχέτιση μεταξύ του φύλου του/της επαγγελματία και των επαγγελματικών του/της ικανοτήτων. Ωστόσο, στους/στις επαγγελματίες αποδίδονται συγκεκριμένα έμφυλα χαρακτηριστικά και ιδιότητες, σύμφωνα με τις κοινωνικές επιταγές και τα στερεότυπα που διέπουν τα φύλα. Επιπροσθέτως, διαπιστώνεται ότι το φύλο αποτελεί καθοριστικό κριτήριο επιλογής επαγγελματία γυναικολόγου από γυναίκες ασθενείς, ενώ καθοριστικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία διαδραματίζει το θεωρητικό σχήμα που συνδέει το φύλο με το κύρος και την εξουσία. Συνοψίζοντας, προκύπτει ότι, εξαιτίας των κυρίαρχων κοινωνικών επιταγών, η πλήρης εξάλειψη του φαινομένου των έμφυλων διακρίσεων καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής. Παρ’ όλα αυτά, εντοπίζονται τρόποι και προσεγγίσεις που μπορούν να συμβάλουν στην προώθηση ουσιαστικής κοινωνικής αλλαγής. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε επιβεβαιώνει το θεωρητικό πλαίσιο που χρησιμοποιήθηκε, προσφέροντας πολύτιμες γνώσεις για την κατανόηση της έμφυλης διάστασης στην ιατρική πρακτική και ειδικότερα στον τομέα της γυναικολογίας-μαιευτικής.This thesis examines the gender dimension that emerges when choosing a professional gynecologist-obstetrician by female patients in Greece. The research conducted is of a qualitative nature, while the data analysis was based on Foucauldian Discourse Analysis, according to Willig's analytical model. The gender roles of social subjects, the discriminations that result from them, as well as the interactive relationships that are formed between them, constitute a timeless and multi-level field of study. The reason for investigating gender discrimination when choosing a professional gynecologist-obstetrician was the lack of relevant research material within the Greek academic and social space. The findings of this study highlight the social construction of gender, which contributes to the perpetuation and maintenance of the phenomenon of gender discrimination. Furthermore, such discrimination in Greece appears to be reinforced by the prevalence of the patriarchal model of social organization and social constructivism. In the field of gynecology and obstetrics, there is no direct correlation between the gender of the professional and his/her professional skills. However, professionals are attributed specific gender characteristics and qualities, according to social imperatives and gender stereotypes. Additionally, it is found that gender is a determining criterion for the selection of a professional gynecologist by female patients, while the theoretical schema that links gender with prestige and power plays a decisive role in this process. In summary, it appears that, due to prevailing social imperatives, the complete elimination of the phenomenon of gender discrimination is extremely difficult. Nevertheless, ways and approaches can be identified that can contribute to the promotion of substantial social change. The research conducted confirms the theoretical framework used, offering valuable knowledge for understanding the gender dimension in medical practice and in particular in the field of gynecology-obstetrics
Η επίδραση του Ηλεκτρονικού Φακέλου Υγείας στην οργανωσιακή απόδοση και την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας
Η παρούσα εργασία εξετάζει την επίδραση του Ηλεκτρονικού Φακέλου Υγείας (ΗΦΥ) στην οργανωσιακή απόδοση και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Μέσα από συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση, διερευνώνται τα οφέλη, οι προκλήσεις και οι προϋποθέσεις επιτυχούς ενσωμάτωσης του ΗΦΥ στα συστήματα υγείας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο ΗΦΥ συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της αποδοτικότητας των δομών υγείας, μέσω της μείωσης του διοικητικού φόρτου, της βελτιστοποίησης των ροών εργασίας και της ενίσχυσης της επικοινωνίας μεταξύ επαγγελματιών υγείας. Παράλληλα, βελτιώνει την ποιότητα της φροντίδας αυξάνοντας την ασφάλεια των ασθενών και την ακρίβεια των κλινικών αποφάσεων. Ωστόσο, η επιτυχής εφαρμογή του προϋποθέτει επαρκή εκπαίδευση του προσωπικού, διαλειτουργικότητα συστημάτων και κατάλληλη τεχνική υποστήριξη. Εμπόδια όπως η κακή χρηστικότητα, ο αυξημένος διοικητικός φόρτος και ο κίνδυνος επαγγελματικής εξουθένωσης παραμένουν κρίσιμες προκλήσεις. Τέλος, η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, αναδεικνύεται ως σημαντικός παράγοντας για τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας του ΗΦΥ και τη μεγιστοποίηση των οφελών του για τα σύγχρονα συστήματα υγείας.This dissertation explores the impact of the Electronic Health Record (EHR) on organizational performance and the quality of healthcare services. Through a systematic literature review, it investigates the benefits, challenges, and prerequisites for successful EHR implementation. Findings indicate that EHRs enhance healthcare efficiency by reducing administrative workload, improving workflow, and strengthening communication among healthcare professionals. They also contribute to improved quality of care by increasing patient safety and clinical decision accuracy. However, successful adoption requires adequate staff training, interoperability, and technical support. Challenges such as poor usability, increased documentation time, and clinician burnout persist. Finally, the integration of emerging technologies like Artificial Intelligence is highlighted as a key factor in optimizing EHR functionality and maximizing its benefits for modern healthcare systems
Το αίτημα για ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση: Απόψεις και εμπειρίες γονέων μαθητών με χρόνιες νόσους σε σχέση με το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Η παρούσα εργασία εξετάζει ζητήματα που άπτονται της ισότιμης πρόσβασης των παιδιών με χρόνιες νόσους στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, βάσει των αντιλήψεων και των εμπειριών γονέων και κηδεμόνων. Σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, βασική προϋπόθεση για την εξασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης στην εκπαίδευση αποτελεί η διενέργεια μεταρρυθμίσεων σε όλα τα επίπεδα του συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της προαγωγής της ενταξιακής φιλοσοφίας και η της εφαρμογής των αρχών της παιδαγωγικής της ένταξης και της διαφοροποιημένης διδασκαλίας.. Ωστόσο, στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, οι μαθητές/τριες με χρόνιες νόσους συναντούν ποικίλες προκλήσεις που εμποδίζουν την εξέλιξή τους είτε σε γνωστικό είτε σε κοινωνικό και συναισθηματικό επίπεδο. Για να διερευνηθεί η ισχύουσα κατάσταση και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μαθητές/τριες με χρόνιες νόσους διενεργήθηκε η παρούσα έρευνα αξιοποίησε τις αρχές της ποιοτικής μεθοδολογίας. Ως μέθοδος συλλογής δεδομένων επιλέχθηκαν οι ημιδομημένες συνεντεύξεις και ως δείγμα της έρευνας 10 γονείς παιδιών με χρόνιες παθήσεις. Η ανάλυση των ευρημάτων της έρευνας, τα οποία αντλήθηκαν από το δείγμα αξιοποιώντας αυτοσχέδιο οδηγό συνέντευξης, έγινε ακολουθώντας τις αρχές της θεματικής ανάλυσης περιεχομένου. Βάσει των πορισμάτων της ανάλυσης, υποδεικνύεται ότι υπάρχει απόκλιση μεταξύ εκπαιδευτικού Λόγου περί ενταξιακής εκπαίδευσης και παιδαγωγικής πράξης. Οι βασικές προκλήσεις που αναδείχθηκαν αφορούν στην έλλειψη κατάλληλης ενημέρωσης και υποστήριξης από την πολιτεία, στην ανεπαρκή κατάρτιση των εκπαιδευτικών και σε ελλείψεις στις υλικοτεχνικές υποδομές, ώστε να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την υιοθέτηση διαφοροποιημένων πρακτικών από τα άτομα που στελεχώνουν τις εκπαιδευτικές μονάδες. Επιπλέον, οι γονείς αναφέρουν ότι ο κοινωνικός και κατ’ επέκταση εκπαιδευτικός αποκλεισμός και ο στιγματισμός που υφίστανται τα παιδιά με χρόνιες νόσους γεννούν σημαντικά προβλήματα στην ψυχική υγεία τους. Με βάση τα ευρήματα, προτείνονται λύσεις όπως η ύπαρξη κατάλληλης νομοθεσίας που να διαφυλάσσει την εξατομικευμένη προσέγγιση του εν λόγω μαθητικού πληθυσμού, ενίσχυση των δομών υποστήριξης, η καλύτερη προετοιμασία και ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών, και η υιοθέτηση μιας ενταξιακής φιλοσοφίας μέσω πρακτικών της διαφοροποιημένης παιδαγωγικής προσέγγισης, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες και τα μοναδικά χαρακτηριστικά των μαθητών με χρόνιες νόσους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβασή τους στην εκπαίδευση και στην κοινωνία.The present study examines issues of equitability as regards the access of children with chronic illnesses to the national educational system, as perceived through the experiences and viewpoints of their parents. According to relevant literature, a fundamental requirement for ensuring equitable access to education is the design and implementation of reforms at all levels of the educational system, including the promotion of an inclusive philosophy, accompanied by a differentiated pedagogical approach. However, taking countrywide contemporary circumstances into account, students with chronic illnesses encounter various challenges that hinder their development both academically and socially. In order to explore the current conditions and highlight the challenges anticipated by students with chronic illnesses the present research has been implemented by utilizing the principles of qualitative methodology Semistructured interviews were selected as the method of data collection and 10 parents of students with chronic illnesses constituted the research sample. The research data, which was collected through the use of an impromptu interview guide, were further analysed according to the principles of thematic content analysis. Research evidence indicates that there is a discrepancy between the discourse on inclusive education and the pedagogical practice. The issues that emerge pertain to a lack of adequate information and support from the state, insufficient teacher training and gaps in material resources, which are essential for adopting differentiated practices by educational staff. Furthermore, parents report that the social and, consequently, educational exclusion and stigmatization faced by children with chronic illnesses create significant issues for their mental health. Based on the findings, proposed solutions include the need for appropriate legislation that will safeguard a personalized approach to the specific needs of these children, strengthening support structures, better training and sensitization of educators, and adopting an inclusive philosophy through differentiated pedagogical practices that address the needs and unique characteristics of students with chronic illnesses, ensuring their equitable access to education and society
Γιαννούλης Χαλεπάς: ιδιοφυΐα ή παράνοια;
Η ενασχόληση με τις τέχνες, ανεξαρτήτως της μορφής τους, αναγνωρίζεται ευρέως για τις δυνητικά θεραπευτικές της ιδιότητες. Η δημιουργική διαδικασία, καθώς και η ανάγκη για προσωπική έκφραση, συνιστούν θεμελιώδεις διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρακτικές όπως η ζωγραφική, ο χορός και η συγγραφή λειτουργούν ως μέσα εκτόνωσης και συναισθηματικής αποσυμπίεσης, γεγονός που εξηγεί, εν μέρει, την ενστικτώδη τάση του ανθρώπου να αφιερώνει χρόνο σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Η τέχνη δρα ως μέσο συναισθηματικής αποδέσμευσης, επιτρέποντας την ελεύθερη έκφραση εσωτερικών βιωμάτων. Η δυνατότητα αυτή καθίσταται λυτρωτική, καθώς προσφέρει έναν ασφαλή χώρο έκφρασης των συναισθημάτων. Κάθε μορφή καλλιτεχνικής δραστηριότητας παρέχει την ευκαιρία στα συναισθήματα να ενσαρκωθούν και να καταστούν απτά. Μέσα από την κίνηση, τη μουσική ή τη ζωγραφική, το άτομο μπορεί να απομακρυνθεί από τα ψυχικά βάρη που το καταπιέζουν και να επανασυνδεθεί με το συναίσθημα, μετατοπίζοντας την εστίαση από το γνωσιακό στο συναισθηματικό επίπεδο. Στη μεταπτυχιακή αυτή διπλωματική θα ασχοληθούμε με έναν σπουδαίο καλλετέχνη που η ψυχική του υγεία επηρεάστηκε από την τέχνη του, τον Γιαννούλη Χαλεπά. Υπήρξε η ενασχόλησή του με τη γλυπτική μέσο «ίασης» της ψυχικής ασθένειας που είχε; Μήπως η απαγόρευση από τη μητέρα του να ασχοληθεί με τη γλυπτική του αντί να τον βοηθήσει, τον οδήγησε σε ποιο δαιδαλώδη μονοπάτια του εύθραστου ψυχικού κόσμου του;Engagement with the arts, regardless of their form, is widely recognized for its potentially therapeutic qualities. The creative process, along with the human need for personal expression, constitutes a fundamental aspect of human existence. Practices such as painting, dancing, and writing serve as outlets for emotional release and decompression, which partly explains the instinctive tendency of individuals to devote time to such activities. Art acts as a medium for emotional liberation, allowing the free expression of inner experiences. This capacity is redemptive, offering a safe space for emotions to be expressed. Every form of artistic activity provides the opportunity for emotions to be embodied and made tangible. Through movement, music, or painting, the individual can distance themselves from the psychological burdens that oppress them and reconnect with their emotional world, shifting the focus from a cognitive to an emotional level. This postgraduate thesis will focus on a significant artist whose mental health was profoundly affected by his art: Yannoulis Chalepas. Was his engagement with sculpture a means of “healing” his mental illness? Could the prohibition imposed by his mother on practicing sculpture have hindered rather than helped him, leading him further into the labyrinthine paths of his fragile psyche
Αυτοστιγματισμός και ψυχικές διαταραχές: Ο ρόλος της αυτοεκτίμησης
Σκοπός της μελέτης είναι η ανίχνευση του βαθμού αυτοστιγματισμού και αυτοεκτίμησης ατόμων με ψυχωσική διαταραχή και αυτών με διαταραχή χρήσης ουσιών. Η έρευνα επιχειρεί να απαντήσει στα εξής ερωτήματα. Αν υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά στα επίπεδα αυτοστιγματισμού και αυτοεκτίμησης μεταξύ ατόμων με ψυχωσική διαταραχή και ατόμων με διαταραχή χρήσης ουσιών. Τον τρόπο που σχετίζεται το επίπεδο αυτοεκτίμησης με τον αυτοστιγματισμό στο σύνολο του δείγματος. Τους κοινωνικοδημογραφικούς ή κλινικούς παράγοντες που σχετίζονται με υψηλότερα ή χαμηλότερα επίπεδα αυτοστιγματισμού και αυτοεκτίμησης. Τα ερευνητικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη συλλογή των δεδομένων ήταν η Κλίμακα Αξιολόγησης Αυτοστιγματισμού (Karydi et al., 2007) η Κλίμακα Αυτοεκτίμησης του Rosenberg και ένα ερωτηματολόγιο κοινωνικοδημογραφικών στοιχείων. Η στατιστική ανάλυση των δεδομένων έγινε μέσω του προγράμματος IBM SPSS Statistics. Τα αποτελέσματα της έρευνάς έδειξαν πως τα άτομα με διαταραχή χρήσης ουσιών εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά αυτοστιγματισμού (Μ = 2,9, SD = 0,7) συγκριτικά με τα άτομα με ψυχωσική διαταραχή (Μ = 2,5, SD = 0,7) με στατιστικά σημαντική διαφορά (p = 0,016). Από την άλλη, φάνηκε πως τα άτομα με ψυχωσική διαταραχή παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης (Μ = 2,8, SD = 0,4), σε σχέση με τα άτομα με εξάρτηση (Μ = 2,5, SD = 0,5) με στατιστικά σημαντική διαφορά (p = 0,004). Ακόμη αποδείχθηκε η αντιστρόφως ανάλογη συσχέτιση των δύο μεταβλητών, του αυτοστιγματισμού και της αυτοεκτίμησης μόνο στο δείγμα των ατόμων με διαταραχή χρήσης ουσιών (p = 0,001), όπου υψηλότερα επίπεδα αυτοστιγματισμού συνδέονταν με χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. Τέλος παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση των μεταβλητών με κοινωνικοδημογραφικούς και κλινικούς παράγοντες όπως η ανεργία, οι νοσηλείες, το υποστηρικτικό περιβάλλον, η ηλικία και η ηλικία νόσησης. Πιο συγκεκριμένα, στο σύνολο του δείγματος εντοπίστηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας νόσησης και των δύο μεταβλητών, δηλαδή μικρότερη ηλικία έναρξης σχετίστηκε με υψηλότερα επίπεδα αυτοστιγματισμού και χαμηλότερα αυτοεκτίμησης (p < 0,05). Ακόμη, στα άτομα με ψυχωσική διαταραχή, η νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική συσχετίστηκε με χαμηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης (p = 0,042). Στην ομάδα των ατόμων με εξάρτηση, η ανεργία σχετίστηκε με υψηλότερο αυτοστιγματισμό, ενώ στο σύνολο του δείγματος, η ύπαρξη υποστηρικτικού περιβάλλοντος αναδείχθηκε ως προστατευτικός παράγοντας και για τις δύο μεταβλητές. Τα ευρήματα της έρευνας έρχονται να επιβεβαιώσουν αποτελέσματα προγενέστερων ερευνών. Καταδεικνύεται λοιπόν η ανάγκη καταπολέμησης του κοινωνικού στίγματος και του συνακόλουθου αυτοστιγματισμού στα άτομα με κάποια μορφή ψυχικής διαταραχής. Μεγάλης σπουδαιότητας αποτελούν τα προγράμματα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης, γι αυτό οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας οφείλουν να εφαρμόζουν υπηρεσίες κατάλληλες των αναγκών της εκάστοτε πληθυσμιακής ομάδας υπερασπίζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου.The present study investigates the extent of self-stigma and self-esteem among individuals diagnosed with psychotic disorders and those with substance use disorders. Its purpose is twofold: to contribute to the limited body of research on the topic within the Greek context, and to underscore the necessity of implementing substitution and rehabilitation programs tailored to the specific needs of each population group. Equally significant is the emphasis on early intervention and psychoeducation for both patients and their families, with the ultimate aim of improving prognosis and preventing relapses. Moreover, the study aspires to inform and sensitize the general public, as well as mental health professionals and policymakers, so as to foster empathy and promote the implementation of strategies that counteract social stigma and self-stigma—conceptualized by Karydi et al. (2010) as a “second mental illness.” The research seeks to address the following questions: (a) Are there statistically significant differences in levels of self-stigma and self-esteem between individuals with psychotic disorders and those with substance use disorders? (b) What is the nature of the relationship between self-esteem and self-stigma across the sample? (c) Which sociodemographic and clinical variables are associated with elevated levels of self-stigma and/or self-esteem? Data collection was carried out using the Self-Stigma Assessment Scale (Karydi et al., 2007), the Rosenberg Self-Esteem Scale, and a sociodemographic questionnaire. Statistical analyses were conducted using IBM SPSS Statistics. Findings indicated that individuals with substance use disorders demonstrated higher levels of self-stigma and lower levels of self-esteem compared to participants with psychotic disorders, the latter group exhibiting comparatively higher self-esteem, possibly attributable to their engagement in psychosocial rehabilitation programs. An inverse association between self-stigma and self-esteem was further observed in the substance use disorder group. Additionally, statistically significant correlations were identified between these psychological constructs and sociodemographic or clinical variables such as unemployment, hospitalization history, availability of social support, chronological age, and age at onset of illness. These results corroborate previous research, highlighting the pressing need to address social stigma and the consequent self-stigma experienced by individuals with mental disorders. The findings further emphasize the critical role of psychosocial rehabilitation and social reintegration programs. Accordingly, mental health professionals are called upon to implement interventions tailored to the distinct needs of each clinical population, thereby safeguarding human rights and affirming the uniqueness of every individual
The Legal Challenges and Turmoil in the Aftermath of Brexit
Πως επηρέασε η ψήφο προς αποχώριση από την Ευρωπαική Ένωση την Αγγλία όσον αφορά τις σχέσεις τους με την ΕΕ και πως άλλαξε το νομικό περιβάλλον της Αγγλίας;How did the referendum vote of Brexit kickstart and affect the fate of the UK as it concerns its relations to the EU and how did the legal landscape of the UK change