National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Ρήτρες μεταβίβασης μετοχών: δικαίωμα πρώτης προτίμησης, drag-along και tag-along
Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη λειτουργία τριών βασικών μηχανισμών που ρυθμίζουν τη μεταβίβαση των μετοχών στις κεφαλαιουχικές εταιρείες, ιδίως στην ανώνυμη εταιρεία: το δικαίωμα πρώτης προτίμησης (right of first refusal), τη ρήτρα συμπαράσυρσης (drag along) και τη ρήτρα προσκόλλησης (tag along). Οι εν λόγω ρήτρες αποτελούν καίρια εργαλεία διαμόρφωσης στρατηγικών εξόδου από το μετοχικό σχήμα, τόσο στο πλαίσιο των «κλειστών» εταιρειών όσο και στον χώρο των επενδύσεων μέσω κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (Venture Capital) και ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (Private Equity Funds), όπου η πρόβλεψη σαφών μηχανισμών αποεπένδυσης συνιστά ουσιώδες στοιχείο επενδυτικού σχεδιασμού. Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που διέπει εν γένει τη μεταβίβαση των μετοχών σύμφωνα με τον Ν. 4548/2018, η θεμελιώδης αρχή της ελεύθερης μεταβίβασής τους, καθώς και οι επιτρεπτοί καταστατικοί και συμβατικοί περιορισμοί αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, οι υπό εξέταση ρήτρες συνιστούν περιορισμούς της αρχής της ελεύθερης μεταβίβασης των μετοχών, με σκοπό την προσαρμογή της στις ανάγκες της συναλλακτικής πρακτικής και τη διασφάλιση της σταθερότητας της εταιρικής σχέσης. Ακολούθως, εξετάζονται διεξοδικά η νομική φύση, ο επιδιωκόμενος σκοπός και η πρακτική εφαρμογή των ρητρών, με ιδιαίτερη έμφαση στις έννομες συνέπειες της παραβίασής τους. Κρίσιμης σημασίας αναδεικνύεται η διάκριση μεταξύ της ενσωμάτωσής τους στο καταστατικό ή σε εξωεταιρική συμφωνία μεταξύ μετόχων, καθώς η επιλογή αυτή επηρεάζει καθοριστικά τον βαθμό δεσμευτικότητας και την αποτελεσματικότητα σε περίπτωση παραβίασης των σχετικών ρυθμίσεων. Εξίσου κρίσιμη είναι η πρόβλεψη σαφών διαδικασιών και προθεσμιών που διασφαλίζουν την εκτελεστότητα των ρητρών και αποτρέπουν ενδεχόμενες καταστρατηγήσεις ή χειραγωγήσεις.This study examines the function of three key mechanisms governing the transfer of shares in capital companies, particularly in the société anonyme: the right of first refusal, the drag-along clause, and the tag-along clause. These provisions constitute essential tools for shaping exit strategies from the shareholding structure, both within the framework of “closed” companies and in the context of investments through venture capital and private equity funds, where the provision of clear divestment mechanisms is a fundamental aspect of investment planning. The analysis begins with the current legal framework regulating the transfer of shares under Law 4548/2018, the fundamental principle of their free transferability, and the permissible statutory and contractual restrictions. Within this context, the examined clauses constitute limitations on the principle of free transfer of shares, aiming to adapt it to the needs of commercial practice and to ensure the stability of corporate relationships. Subsequently, the study provides a detailed examination of the legal nature, intended purpose, and practical application of these clauses, with particular emphasis on the legal consequences of their breach. A critical point is the distinction between their inclusion in the company’s articles of association or in extraneous shareholder agreements, as this choice decisively affects the degree of binding force and the effectiveness of the provisions in case of violation. Equally important is the provision of procedures and deadlines that guarantee the enforceability of the clauses and prevent potential circumventions or manipulations
Η επίδραση της δίαιτας DASH στην εμφάνιση υπέρτασης της κύησης σε έγκυες γυναίκες
Η υπέρταση κύησης ορίζεται ως υπέρταση που εμφανίζεται μετά την 20ή εβδομάδα της κύησης με ανεύρεση αρτηριακής πίεσης ≥140/90 mmHg, χωρίς πρωτεϊνουρία, επηρεάζοντας το 1.7%-4.9% των εγκύων στις ανεπτυγμένες χώρες και φτάνοντας το 8.7%. σε άλλες περιοχές. Συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη προεκλαμψίας (15-25% των περιπτώσεων), πρόωρο τοκετό και ανεπάρκεια πλακούντα, ενώ οι παθογενετικοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα του μονοξειδίου του αζώτου (NO), αυξημένη έκφραση της ενδοθηλίνης-1(ET-1) και ανισορροπία μεταξύ του αγγειακού ενδοθηλιακού παράγοντα ανάπτυξης (VEGF) και του διαλυτού υποδοχέα fms-Τυροσινικής Κινάσης-1 (sFlt1). Παράγοντες κινδύνου είναι η παχυσαρκία, ο διαβήτης, η ηλικία >35 ετών και η πρώτη κύηση. Η διατροφή DASH, πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ολικής άλεσης, βελτιώνει την αρτηριακή πίεση και μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών που προκύπτουν από αυτήν, ενώ συμπληρώματα όπως ασβέστιο και φυλλικό οξύ, συμβάλλουν στην πρόληψη. Η αύξηση του επιπολασμού της υπέρτασης κύησης τα τελευταία χρόνια οφείλεται στην αύξηση παραγόντων κινδύνου, όπως η μεγαλύτερη ηλικία τεκνοποίησης, η παχυσαρκία και οι μεταβολικές διαταραχές. Η παρούσα μελέτη διερευνά τον ρόλο της δίαιτας DASH (Dietary Approaches to Stop Hypertension) στην πρόληψη και διαχείριση αυτών των καταστάσεων μέσω συστηματικής ανασκόπησης και μετα-ανάλυσης. Ένα προκαθορισμένο πρωτόκολλο διαμορφώθηκε και καταχωρήθηκε στο PROSPERO (CRD420251044348) και είναι διαθέσιμο διαδικτυακά. Κατά τη στατιστική ανάλυση δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική επίδραση της δίαιτας DASH στην υπέρταση κύησης και την προεκλαμψία. Η παρούσα μελέτη τονίζει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τα πιθανά οφέλη της δίαιτας αυτής και την εξέταση μακροπρόθεσμων επιδράσεων. Η μελέτη, αν και δεν εξήγαγε στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα, υποστηρίζει τη σημασία της διατροφικής διαχείρισης ως μέρος μιας ολιστικής προσέγγισης στην αντιμετώπιση των υπερτασικών διαταραχών της εγκυμοσύνης.Gestational hypertension is defined as elevated blood pressure (≥140/90 mmHg) that occurs after the 20th gestational week, without proteinuria. Its prevalence is estimated around 1.7%-4.9% in developed countries and can increase up to 4.4% worldwide. It is associated with increased risk of preeclampsia, preterm birth, and placental insufficiency. The pathophysiological mechanisms include endothelial dysfunction, reduced nitric oxide (NO) bioavailability, increased endothelin-1 (ET-1) expression, and an imbalance between VEGF and sFlt1. Risk factors include obesity, diabetes, age >35 years, and primiparity. The DASH (Dietary Approaches to Stop Hypertension) diet, rich in fruits, vegetables, and whole grains has been shown to improve blood pressure and reduce the risk of hypertension related complications in the general population. Supplements such as calcium and folic acid, also contribute to prevention. The increasing prevalence of gestational hypertension in the recent decades is attributed to higher risk factor frequency, such as older maternal age, obesity, and metabolic syndrome. This study explores the role of the DASH diet in the prevention and management of gestational hypertension employing the methods of systematic review and meta-analysis. A prespecified protocol was formulated and registered in PROSPERO (CRD420251044348) and is available online. During the analysis on the effect of DASH diet no statistically significant effect on gestational hypertension and preeclampsia was observed. Despite not achieving statistical significance, the findings highlight the potential benefits of this dietary approach in improving pregnancy outcomes. However, further research is required to confirm these findings and examine the long-term effects. Nonetheless, this study supports the importance of dietary management as part of a holistic approach to addressing hypertensive disorders in pregnancy
Βυζαντινή ιατρική γραμματεία
Η βυζαντινή ιατρική γραμματεία (4ος-15ος αιώνας) αποτελεί κρίσιμο συνδετικό κρίκο μεταξύ της αρχαίας ελληνικής, της ισλαμικής και της μεσαιωνικής ευρωπαϊκής ιατρικής. Οι βυζαντινοί ιατροί διατήρησαν και ανέπτυξαν τις γνώσεις του Ιπποκράτη, του Γαληνού και του Διοσκουρίδη μέσα από εγκυκλοπαιδικά έργα και πρακτικά εγχειρίδια. Η ιατρική στο Βυζάντιο συνδύαζε την επιστημονική προσέγγιση με τη χριστιανική φιλανθρωπία, γεγονός που εκφράζεται με την ίδρυση οργανωμένων νοσοκομείων. Η φαρμακολογία και η βοτανική γνώση αναπτύχθηκαν μέσα από έργα όπως ο Διοσκουρίδης της Βιέννης. Οι μεταφράσεις βυζαντινών ιατρικών κειμένων στα αραβικά και τα λατινικά είχαν καθοριστική επίδραση στην ανάπτυξη της ιατρικής παγκοσμίως. Η βυζαντινή ιατρική ήταν μια ενεργή και δημιουργική παράδοση, που συνδυάζει την πίστη, τη γνώση και την επιστημονική μεθοδολογία.Byzantine medical scholarship (4th–15th centuries) is a crucial link between ancient Greek, Islamic and medieval European medicine. Byzantine physicians preserved and developed the knowledge of Hippocrates, Galen and Dioscorides through encyclopedic works and practical manuals. Medicine in Byzantium combined a scientific approach with Christian philanthropy, a fact expressed in the establishment of organized hospitals. Pharmacology and botanical knowledge were developed through works such as the Vienna Dioscorides. The translations of Byzantine medical texts into Arabic and Latin had a decisive influence on the development of medicine worldwide. Byzantine medicine was an active and creative tradition, combining faith, knowledge and scientific methodology
Walls of control or rehabilitation? Rethinking prison architecture though the lens of penal theories
Η αρχιτεκτονική των φυλακών εξετάζεται ως έκφραση των θεωριών της ποινής, υποστηρίζοντας ότι το δομημένο περιβάλλον της φυλάκισης δεν είναι ποτέ ουδέτερο, αλλά διαμορφώνει ενεργά τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η στερητική της ελευθερίας ποινή του εγκλεισμού. Αντιστοιχίζοντας τις θεωρίες της ανταπόδοσης, της αποτροπής, της αδρανοποίησης και της αποκατάστασης με τύπους φυλακτικών χώρων, η αρχιτεκτονική όχι μόνο αντικατοπτρίζει αλλά και αναδιαμορφώνει τη λογική που νομιμοποιεί τον περιορισμό. Μέσω μιας συγκριτικής ανάλυσης των φυλακών υψίστης ασφαλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ελ Σαλβαδόρ και του σκανδιναβικού μοντέλου φυλάκισης, η μελέτη υπογραμμίζει την έντονη απόκλιση μεταξύ των τιμωρητικών και των αποκαταστατικών προσεγγίσεων. Οι φυλακές υψίστης ασφαλείας, με τον απομονωτικό και ασφαλισμένο σχεδιασμό τους, ενσωματώνουν μια ηθική ελέγχου και αποκλεισμού, ενώ οι σκανδιναβικές φυλακές, δίνοντας έμφαση στην αρχή της ομαλοποίησης και την αξιοπρεπή διαβίωση των τροφίμων, χωροποιούν την πιθανότητα επανένταξης. Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι ο σχεδιασμός των φυλακών έχει διττή δυναμική, δημιουργώντας συνθήκες για αλλαγή ή θεσμοθετώντας την απελπισία, ανάλογα με την ευθυγράμμισή του με τις ευρύτερες ποινικές κουλτούρες. Αυτό θέτει ένα κανονιστικό ερώτημα στο επίκεντρο της εργασίας: μπορεί η φυλακή να ενσωματώνει τη δικαιοσύνη, ή μήπως οι ίδιοι οι τοίχοι της αποκαλύπτουν τα όρια του εγκλεισμού ως απάντηση στην κοινωνική βλάβη;Prison architecture is examined as a materialization of penal ideologies, arguing that the built environment of incarceration is never neutral but actively shapes how punishment is experienced and understood. By translating theories of retribution, deterrence, incapacitation, and rehabilitation into spatial realities, architecture not only reflects but also reconfigures the logics that legitimize confinement. Through a comparative analysis of supermax prisons in the United States and El Salvador and Scandinavian model of imprisonment, the study highlights the stark divergence between punitive and rehabilitative approaches. Supermax institutions, with their isolating and securitized designs, embody an ethos of control and exclusion, while Nordic prisons, emphasizing normalization and dignity, spatialise the possibility of reintegration. The central argument is that prison design holds dual potential, enabling conditions for change or institutionalizing hopelessness, depending on its alignment with broader penal cultures. This raises a normative question at the core of the thesis: can prison ever embody justice, or do its very walls reveal the limits of confinement as a response to social harm
Συγχρονική μελέτη διερεύνησης της επίδρασης του συγγενικού στίγματος στο άγχος λόγω του γονεϊκού ρόλου των γονιών παιδιών με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος: Ο ρόλος της αυτοσυμπόνιας
Θεωρητικό Υπόβαθρο: Οι γονείς παιδιών με ΔΑΦ καλούνται συχνά να αντιμετωπίσουν την επικριτική στάση του κοινωνικού περίγυρου, βιώνοντας το λεγόμενο Συγγενικό Στίγμα (ΣΣ), το οποίο σχετίζεται με μειωμένη ψυχική ευημερία. Σκοπός: Η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στη διερεύνηση του ΣΣ σε δείγμα Ελλήνων γονέων παιδιών με ΔΑΦ και, ειδικότερα, στην εξέταση της σχέσης που υπάρχει με το άγχος που αναφέρουν λόγω του γονεϊκού τους ρόλου. Ακόμα, κεντρικός ερευνητικός στόχος υπήρξε η ανάδειξη της αυτοσυμπόνιας (ΑΣ) των γονέων ως ρυθμιστικό παράγοντα στην προαναφερθείσα σχέση. Μεθοδολογία: 40 γονείς παιδιών με ΔΑΦ (Μ= 45 ετών, Τ.Α.= 5.81), που έχουν συνεργαστεί με το Ειδικό Ιατρείο ΔΑΦ της Παιδοψυχιατρικής Κλινικής στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», συμμετείχαν στην έρευνα συμπληρώνοντας τη Κλίμακα Συγγενικού Στίγματος/Affiliate Stigma Scale (ASS), τη Κλίμακα Γονεϊκού Άγχους/Parenting Stress Scale (PSS),τη Κλίμακα Αυτοσυμπόνιας/Self-Compassion Scale (SCS) καθώς και ένα ερωτηματολόγιο κοινωνικο-δημογραφικών και οικογενειακών στοιχείων. Αποτελέσματα: Ο βαθμός ΣΣ του δείγματος ήταν χαμηλός (Μ= 35.90, Τ.Α.= 8.32) και διαφοροποιούταν ως προς τις επιμέρους διαστάσεις του ανάλογα με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των γονέων, των οικογενειών τους αλλά και της διάγνωσης του παιδιού. Επιπροσθέτως, ο βαθμός ΣΣ των γονέων υπήρξε ο σημαντικότερος προβλεπτικός παράγοντας του άγχους λόγω του γονεϊκού ρόλου αυτών (β= .41, p= .008), ακόμα και μετά τον έλεγχο άλλων μεταβλητών. Ωστόσο, ο βαθμός ΑΣ των γονέων δεν φάνηκε να ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών παραγόντων. Συμπεράσματα: Παρά τις αδυναμίες της, η συγκεκριμένη μελέτη έρχεται να διευρύνει το πεδίο έρευνας του φαινόμενο του ΣΣ σε γονείς παιδιών με ΔΑΦ στην Ελλάδα.Theoretical Background: Parents of children with ASD often face the critical judgement of other society members. As a result, they experience the so-called Affiliate Stigma (AS) which has been associated with impaired psychological well-being. Aim: The present study seeks to investigate the AS in a Greek sample of parents of children with ASD and, even more specifically, to examine its relationship with their parenting stress levels. Furthermore, this study aims to examine parents’ self-compassion (SC) as a possible moderator in the relationship of the two mentioned variables. Methodology: 40 parents of children with ASD (M= 45, SD= 5.81), who have visited the Specialized Department for ASD of the Children’s Psychiatric Unit in the Children’s Hospital of “Aghia Sophia”, participated in this study by filling out the “Affiliate Stigma Scale” (ASS), the “Parenting Stress Scale” (PSS), the “Self-Compassion Scale” (SCS) and a questionnaire regarding their socio-demographic and family data. Results: The levels of AS in the present sample were low (M=35.90, SD=8.32) and varied across its dimensions according to certain parental, familial and diagnostic characteristics. Moreover, the parent’s levels of AS were the most significant predictive factor of their levels of parenting stress (β= .41, p= .008), even after controlling for additional variables. However, it wasn’t proved that the parent’s levels of SC moderated the relationship between parent’s AS and their parenting stress. Conclusions: Despite its limitations, the present study contributes to the research field of AS in parents of children with ASD in Greece
Η εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας στις μη εισηγμένες Α.Ε. υπό τον Ν. 4548/2018 (“Sell & Squeeze-out”). Νομοθετικό πλαίσιο και σύγχρονες προσεγγίσεις
Τα δικαιώματα εξαγοράς των μετοχών της μειοψηφίας, ήτοι τα δικαιώματα sell & squeeze-out (όπως αυτά έχουν ορολογικά επικρατήσει διεθνώς), παρουσιάζουν διαχρονικό ενδιαφέρον στη λειτουργία των μη εισηγμένων Α.Ε., συνιστώντας, πρωτίστως, ένα βασικό «εργαλείο» προστασίας της αποδυναμωμένης μετοχικής μειοψηφίας από πιθανές καταχρήσεις της πλειοψηφίας, αλλά και έναν σημαντικό μηχανισμό οργάνωσης του εταιρικού γίγνεσθαι. Στην παρούσα, λοιπόν, εργασία, σκοπείται, ακριβώς, η διεξοδική ανάλυση των ως άνω δικαιωμάτων, όπως αυτά αποτυπώνονται στον νέο εταιρικό νόμο υπ' αριθμ. 4548/2018 και, ειδικότερα, στα άρθρα 45, 46 και 47 αυτού. Η ανάλυση επικεντρώνεται στην εξέταση των εν λόγω δικαιωμάτων στις μη εισηγμένες Α.Ε. (οι οποίες αποτελούν και την πλειονότητα των Α.Ε. στη χώρα μας) και καλύπτει σχεδόν το σύνολο των αναφυόμενων κατά την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων ζητημάτων, ήτοι: Στις εισαγωγικές παρατηρήσεις παρατίθεται μια γενική επισκόπηση των χαρακτηριστικών και του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των δικαιωμάτων εξαγοράς, της νομικής τους φύσης, της συνταγματικότητας του περιεχομένου και της λειτουργίας τους, ενώ παρουσιάζονται και έτερα ζητήματα που συχνά συναντώνται στη δικηγορική συμβουλευτική καθημερινότητα, όπως η εξέταση της δυνατότητας θέσης περιορισμών στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων δια καταστατικών ρητρών ή εξωεταιρικών συμφωνιών. Κατόπιν, και σε κατ' ιδίαν κεφάλαια, παρουσιάζεται έκαστο εκ των δικαιωμάτων εξαγοράς των μετοχών της μειοψηφίας, με διεξοδική αναφορά στις εκ του νόμου προϋποθέσεις άσκησής του, καθώς και με ορισμένες δικαιοσυγκριτικές παρατηρήσεις και σύντομες συγκριτικές επισκοπήσεις των αντίστοιχων «θεσμών» στις εισηγμένες Α.Ε. υπό τον Ν. 3461/2006. Ακόμη, στο τέλος της εργασίας, επιχειρείται η σύνδεση ιδίως του δικαιώματος εξαγοράς των μετοχών της μειοψηφίας από την εταιρία με το σύγχρονο ζήτημα των ESG πολιτικών και των πληροφοριών βιωσιμότητας, που ορισμένες εταιρείες οφείλουν να τηρούν, ενώ η εργασία ολοκληρώνεται με ορισμένες καταληκτικές σκέψεις και συμπεράσματα.The sell-out and squeeze-out rights are of significant interest in the operation of the non-listed S.A.s. They constitute, primarily, a fundamental instrument for the protection of the minority shareholders against potential abuses by the majority, as well as an important mechanism for the organization of the corporate structure. The present study therefore aims at a thorough analysis of these rights as regulated under L. 4548/2018, and in particular Articles 45, 46, and 47 thereof. The analysis focuses on their application in non-listed S.A.s and addresses almost all interpretative issues arising from the application of the relevant provisions. The introductory section provides a general overview of the characteristics, personal scope of application, legal nature, constitutional compatibility, and function of the rights, while also examining issues commonly encountered in day-to-day legal advisory practice, such as the permissibility of restrictions of these rights through articles of association or shareholders' agreements. Subsequently, each of the three mechanisms for the acquisition of minority shares is examined in separate sections, with reference to the conditions governing their exercise, as well as with comparative law observations and brief comparative overviews of the corresponding mechanisms applicable to listed S.A.s under L. 3461/2006. Finally, the study addresses the link between the sell-out right of the minority shareholders against the company and contemporary issues relating to ESG policies and sustainability disclosures, before concluding with final remarks
Χρήση της Μηχανικής Μάθησης για Αναγνώριση Υποβρύχιων Ηχητικών Καταγραφών Πλοίων
Η διπλωματική εργασία πραγματεύεται την αναγνώριση υποβρύχιων ηχητικών καταγραφών πλοίων με μεθόδους Μηχανικής Μάθησης (Machine Learning) και Βαθιάς Μάθησης. Παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες της υποβρύχιας ακουστικής, στρατιωτικές εφαρμογές για αυτού του τύπου συστήματα, τους γενικούς μηχανισμούς διάδοσης και το γενικό διάγραμμα λήψης, αποδιαμόρφωσης και απόφασης ενός παθητικού Sonar. Αναλύονται τα χαρακτηριστικά διάδοσης του διαύλου της υποβρύχιας ακουστικής και ειδικά θέματα που υπάρχουν. Τεκμηριώνεται το ερευνητικό και εφαρμοσμένο ενδιαφέρον σε στρατιωτικές και πολιτικές εφαρμογές. Παράλληλα ορίζεται ο σκοπός χρήσης της μηχανικής μάθησης / τεχνητής νοημοσύνης στην υποβρύχια ακουστική μέσω ακουστικών παθητικών καταγραφών. Περιγράφεται η ροή εργασίας συλλογής δεδομένων, προεπεξεργασίας / εξαγωγής χαρακτηριστικών και η εκπαίδευση ταξινομητών στο θεωρητικό τους υπόβαθρο για Naïve Bayes (NB), K-Nearest Neighbor (K-NN), Logistic Regression (LR), Support Vector Machine (SVM), Multilayer Perceptron (MLP), Convolutional Neural Networks (CNN) καθώς και μετρικές αξιολόγησης που θα χρησιμοποιηθούν για την σωστή αξιολόγηση των μοντέλων. Υλοποιούνται τα ανωτέρα μοντέλα με πλήρεις αναφορές μετρικών και πινάκων σύγχυσης. Παρουσιάζονται δύο στρατηγικές εξαγωγής χαρακτηριστικών, υλοποιείται CNN και ερμηνεύονται τα αποτελέσματα αυτού. Για το CNN τεκμηριώνεται ότι ο συνδυασμός πλούσιων χρονικο‑συχνοτικών καναλιών (LOFAR/DEMON/log‑Mel), η προσεκτική ρύθμιση απενεργοποίησης νευρώνων και η εξισορρόπηση μεγέθους δειγμάτων επηρεάζουν ουσιαστικά τη γενίκευση του μοντέλου. Αντιπαραβάλλεται επίσης η επίδοση MLP ως ισχυρή κλασική γραμμή βάσης για αρχιτεκτονικές νευρωνικών δικτύων. Συνδέεται το σύνολο των υλοποιημένων αποτελεσμάτων με το μοντέλο διάδοσης της υποβρύχιας ακουστικής και αναλύεται πώς οι υλοποιήσεις αντιμετωπίζουν τα φαινόμενα του καναλιού διάδοσης. Παράλληλα παρουσιάζεται η συγκεντρωτική σύγκριση των καλύτερων μοντέλων ανά είδος αλγορίθμου. Ειδικό βάρος δίδεται στη Βαθιά Υπολειμματική Μάθηση (Deep Residual Network). Παρουσιάζεται η φιλοσοφία της και εξηγείται, γιατί αυτά είναι κατάλληλα για 2D χρονικο-συχνοτικά χαρακτηριστικά, όπως LOFAR/DEMON/log-Mel. Mέσω μεταφοράς μάθησης και κατάλληλων τεχνικών, τα ResNets καταδεικνύουν σαφή άνοδο της ισορροπημένης ακρίβειας και υψηλή γενίκευση σε πραγματικά δεδομένα, καθιστώντας τις υπολειμματικές αρχιτεκτονικές ισχυρό κορμό για ταξινόμηση υποβρύχιων ακουστικών στόχων. Αναφέρονται μελλοντικές προτάσεις και παράλληλα, συζητούνται κατευθύνσεις για επιχειρησιακή αξιοποίηση. Προτείνεται ο συνδυασμούς μοντέλων ταξινομητών που συγχωνεύουν πιθανότητες από πολλαπλούς ταξινομητές μέσω αρχιτεκτονικών με διπλούς φασματικούς κλάδους για χαμηλές (<200 Hz) και μεσαίες / υψηλές συχνότητες. Παράλληλα αναφέρονται ρεαλιστικοί περιορισμοί διαθέσιμων εκπαιδευτικών δεδομένων σε παθητικά στρατιωτικά σενάρια, με συνακόλουθες προτάσεις, όπως η χρήση συνθετικών δειγμάτων και η σταδιακή προσαρμογή τους. Επιπλέον αναλύεται το όφελος της αξιοποίησης της βαθιάς μάθησης σε παθητικές στρατιωτικές καταγραφές και η ένταξη του Machine Learning σε ναυτικές στρατιωτικές μονάδες με αντίστοιχα απαραίτητο εξοπλισμό και εκπαίδευση που απαιτείται.This dissertation addresses the recognition of underwater acoustic recordings of ships using Machine Learning (ML) and Deep Learning methods. It outlines the fundamental concepts of underwater acoustics, military applications of such systems, the general propagation mechanisms, and the typical receive, demodulate, decision chain of a passive sonar. The propagation characteristics of the underwater acoustic channel and domain‑specific issues are analysed. The research and applied relevance in military and civilian contexts is substantiated. In parallel, the purpose of using machine learning / artificial intelligence in underwater acoustics through passive acoustic recordings is defined. A complete workflow is described as data collection, preprocessing / feature extraction, and the theoretical background for training classifiers such as Naïve Bayes (NB), K‑Nearest Neighbour (K‑NN), Logistic Regression (LR), Support Vector Machine (SVM), Multilayer Perceptron (MLP), and Convolutional Neural Networks (CNN) together with the evaluation metrics used for rigorous model assessment. The above models are implemented with full reports of metrics and confusion matrixes. Two feature extraction strategies are presented, a CNN is implemented, and its results are interpreted. For the CNN, it is demonstrated that combining rich time frequency channels (LOFAR/DEMON/log‑Mel), careful neuron deactivation (dropout) tuning, and class‑size balancing materially affect the model’s generalization. The MLP is also contrasted as a strong classical baseline among neural‑network architectures. The complete set of results is linked to the underwater propagation model, explaining how the implementations address the phenomena of the propagation channel. A consolidated comparison of the best models by algorithm family is also provided. Particular emphasis is given to Deep Residual Learning. Its rationale is presented along with an explanation of why such networks are suitable for 2D time – frequency representations like LOFAR/DEMON/log‑Mel. Through transfer learning and appropriate techniques, Residual Networks (ResNets) demonstrate a clear increase in balanced accuracy and strong generalization on real‑world data, establishing residual architectures as a robust backbone for classifying underwater acoustic targets. Future directions are discussed together with avenues for operational deployment. We propose combining classifier models that fuse probabilities from multiple learners and architectures with dual spectral branches for low (<200 Hz) and mid / high frequencies. Realistic constraints in the availability of training data for passive military scenarios are highlighted, along with remedies such as the use of synthetic samples and gradual domain adaptation. Finally, the benefits of deep learning for passive military recordings are analyzed, as is the integration of ML within naval units, including the requisite equipment and training
The evolution of the EU's external competence in the field of investment
Η παρούσα εργασία αναλύει την εξέλιξη της εξωτερικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των επενδύσεων μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας. Η ανάλυση αυτή γίνεται μέσα από μία ενδελεχή εξέταση της φύσεως της αρμοδιότητας αυτής πριν και μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ταυτόχρονα εξετάζονται και οι βασικότερες δικαστικές αποφάσης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πως αυτές οριοθέτησαν αυτήν την αρμοδιότητα ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της. Τέλος, παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι εν λόγω θεσμικές και νομολογιακές επιρροές, διαμόρφωσαν σύγχρονους μηχανισμούς επίλυσης επενδυτικών διαφορών στην Ε.Ε. καθώς και τη θέση που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση στη παγκόσμια οικονομική σκηνή μετά από αυτές τις μεταρρυθμίσεις.This thesis analyzes the evolution of the European Union’s external competence in the field of investment following the signing of the Treaty of Lisbon. This analysis is conducted through a thorough examination of the nature of this competence both before and after the entry into force of the Treaty of Lisbon. At the same time, the most significant judicial decisions of the Court of Justice of the European Union are examined, as well as the manner in which they delineated this competence by interpreting its content. Finally, the thesis presents the way in which these institutional and jurisprudential influences have shaped contemporary mechanisms for the resolution of investment disputes within the European Union, as well as the position adopted by the European Union on the global economic stage following these reforms
Τα ειδικά πολεοδομικά σχέδια: νομοθετικό πλαίσιο και νομολογιακή αντιμετώπιση
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον θεσμό του Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (ΕΠΣ). Τα αρχικά κεφάλαια της εργασίας αναλύουν τη φύση και τη λειτουργία του ΕΠΣ, σκιαγραφώντας τον διττό του χαρακτήρα: αφενός ως μηχανισμός διευκόλυνσης επενδύσεων στρατηγικής σημασίας και αφετέρου ως εργαλείο άσκησης στοχευμένων δημόσιων πολιτικών, όπως η αστική ανάπλαση και η αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών. Στη συνέχεια, εξετάζεται η σύνθετη θέση του ΕΠΣ εντός της ιεραρχίας του χωρικού σχεδιασμού και το πλέγμα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας που το διέπει. Το Κεφάλαιο 5, που αποτελεί και το κεντρικό εύρημα της εργασίας, εστιάζει στην προβληματική ενσωμάτωση του ευέλικτου ΕΠΣ στο κατά βάση άκαμπτο και ιεραρχικό ελληνικό σύστημα σχεδιασμού. Διαπιστώνεται ότι, στην πράξη, ο έλεγχος ενός ΕΠΣ περιορίζεται στο αν αυτό συμμορφώνεται τυπικά με τον υφιστάμενο σχεδιασμό (π.χ. ένα ΓΠΣ ή μια ΖΟΕ) και δεν τον «ανατρέπει». Αυτή η προσέγγιση βασίζεται τελικώς σε νεφελώδη κριτήρια και μετατρέπει τη Διοίκηση σε παθητικό ελεγκτή αντί για ενεργό διαμορφωτή του κάθε ΕΠΣ. Ως λύση, η εργασία προτείνει μια νέα λογική αξιολόγησης των ΕΠΣ, βασισμένη στα χωρικά συστήματα της «απόδοσης» (performing planning systems). Σύμφωνα με αυτήν, ο γενικός σχεδιασμός (τα μελλοντικά ΤΠΣ) θα πρέπει να καθορίζει τους στρατηγικούς στόχους για κάθε περιοχή, προσδιορίζοντας τι συνιστά έργο «υπερτοπικής κλίμακας» ή «στρατηγικής σημασίας», ένα κριτήριο αξιολόγησης των ΕΠΣ που παραμένει ανενεργό ως επί το πλείστον, παρά τη νομοθετική του κατοχύρωση. Κατά συνέπεια, κάθε ΕΠΣ δεν θα κρίνεται πλέον με βάση την απλή συμμόρφωση, αλλά με βάση την απόδοση του ως προς την επίτευξη αυτών των συγκεκριμένων, τοπικά καθορισμένων στόχων. Έτσι, η ευελιξία του ΕΠΣ παύει να είναι μια απλή παρέκκλιση από το σύστημα και γίνεται μέρος του, όντας ένα ουσιαστικό εργαλείο για την υλοποίηση του δημοσίου συμφέροντος.This thesis examines the spatial and legal tool of the Special Urban Plan (SUP). The first four chapters of the paper analyze the nature and function of the SUP, outlining its dual character: on the one hand as a mechanism for facilitating investments of strategic importance, and on the other as a tool for implementing targeted public policies, such as urban regeneration and disaster management. Subsequently, the complex position of the SUP within the hierarchy of spatial planning and the framework of environmental legislation that governs it are examined. Chapter 5, which constitutes the main finding of the paper, focuses on the problematic integration of the flexible SUP into the fundamentally rigid and hierarchical Greek planning system. It is established that, in practice, the review of an SUP is limited to whether it formally complies with the existing plan (e.g., a General Urban Plan) and does not "overturn" it. This approach is ultimately based on nebulous criteria and transforms the Administration into a passive auditor instead of an active shaper of each SUP. As a solution, the paper proposes a new logic for evaluating SUPs, based on performing planning systems. According to this, general planning (the future Local Urban Plans) should define the strategic goals for each area, specifying what constitutes a project of "supralocal scale" or "strategic importance". Consequently, each SUP will no longer be judged on the basis of simple compliance, but on its performance in achieving these specific, locally defined objectives. Thus, the flexibility of the SUP ceases to be a simple deviation from the system and becomes part of it, being an essential tool for the implementation of the public interest
Οι προαγωγές στις θέσεις Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων
Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιάσει το ισχύον συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης στην χώρα μας, εκθέτοντας και αναλύοντας ταυτόχρονα αφενός μεν τα αιτιολογικά ερείσματα και την κριτική που έχει ασκηθεί στις ρυθμίσεις του συντακτικού και κοινού νομοθέτη, αφετέρου δε τα ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα για το ίδιο ζήτημα η σπουδαιότητα του οποίου για την δικαστική ανεξαρτησία είναι αναμφισβήτητη για όλες τις κατά καιρούς αντιμαχόμενες επί αυτού πλευρές. Αρχικώς, αναλύονται τα γενικώς προβλεπόμενα για τη δικαστική ανεξαρτησία στο Ελληνικό Σύνταγμα. Στη συνέχεια η εργασία εστιάζει στη διαδικασία προαγωγών στις θέσεις Προέδρων και Αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, αναλύοντας αφενός τις προσπάθειες βελτίωσης που έχουν γίνει σε αυτή και αφετέρου την κριτική που της έχει ασκηθεί. Τα αναφερόμενα στο τελευταίο μέρος της εργασίας, ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και την επιλογή της ηγεσίας αυτής μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση για τον Έλληνα συντακτικό νομοθέτη της επόμενης συνταγματικής αναθεώρησης.The aim of this paper is to present the current constitutional and legislative framework for the selection of the leadership of the judiciary in our country, presenting and analyzing at the same time, on the one hand, the rationale and the criticism that has been made of the provisions of the constitutional and common legislator, and on the other hand, the European and international data on the same issue, the importance of which for judicial independence is undeniable for all the sides that have been fighting over it from time to time. Initially, the general provisions for judicial independence in the Greek Constitution are analyzed. The paper then focuses on the promotion process to the positions of Presidents and Vice-Presidents of the supreme courts, analyzing on the one hand the efforts that have been made to improve it and on the other hand the criticism that has been made of it. The European and international data on the independence of the judiciary and the selection of its leadership, mentioned in the last part of the paper, can serve as inspiration for the Greek constitutional legislator of the next constitutional revision