National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    From milieu intérieur to quantum holobionts: Relational ontologies in physiological regulation

    No full text
    Η παρούσα Μεταπτυχιακή Εργασία ιχνηλατεί την εννοιολογική εξέλιξη της φυσιολογικής ρύθμισης από το milieu intérieur του Claude Bernard έως τη σύγχρονη κβαντική βιολογία, αποκαλύπτοντας μια προοδευτική μετατόπιση από οριοθετημένα, ατομοκεντρικά πλαίσια προς σχεσιακές, πολυειδικές οντολογίες. Η ομοιόσταση έδωσε έμφαση στην εσωτερική σταθερότητα, η αλλόσταση εισήγαγε την προληπτική προσαρμογή, η φυσιολογία δικτύων προτάσσει τον δυναμικό συντονισμό μεταξύ των οργανικών συστημάτων. Το ανθρώπινο μικροβίωμα κρυσταλλώνει αυτόν τον μετασχηματισμό, επιβάλλοντας την επαναδιατύπωση της φυσιολογικής ρύθμισης ως διαοργανισμικής διαδικασίας που λειτουργεί εκτεινόμενη σε βιολογικά βασίλεια. Τοποθετώντας το μικροβίωμα ως βιο-αντικείμενο, μια βιολογική οντότητα συγκροτούμενη μέσω επιστημονικών πρακτικών, τεχνολογικών υποδομών και κοινωνικών φαντασιακών, αναλύουμε με ποιον τρόπο αποσταθεροποιεί τα όρια μεταξύ εαυτού και άλλου, ατόμου και συλλογικότητας, ιατρικής και παρέμβασης στον τρόπο ζωής. Το μικροβίωμα επεκτείνει τα ομοιοστατικά, αλλοστατικά και δικτυακά πλαίσια πέρα από τους ατομικούς οργανισμούς προς ολοβιωτικά συναθροίσματα, εγείροντας παράλληλα βιοπολιτικά ερωτήματα σχετικά με τη διακυβέρνηση, την κυριότητα δεδομένων και τη μικροβιακή ισότητα. Η κβαντική βιολογία αναδεικνύεται ως μεθόριο εικασίας, ενώ η κβαντική σήραγγα στα ενζύμων και η κβαντική συνοχή στη φωτοσύνθεση είναι εδραιωμένες σε εξειδικευμένα συστήματα, η συνάφειά τους με τη γενική φυσιολογική ρύθμιση παραμένει αναπόδεικτη. Εξετάζουμε κατά πόσο τα κβαντικά φαινόμενα θα μπορούσαν να αλληλεπιδρούν με τον συντονισμό του ολοβιώτη, διακρίνοντας την πειθαρχημένη εικασία από αβάσιμους ισχυρισμούς μέσα από την ανάλυση ακραίων περιβαλλόντων—μικροβιακά δίκτυα του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού, κρυοβιωτικοί νηματώδεις—και φανταστικών μελλόντων διαστημικής κρυοβίωσης. Η γενεαλογία αποκαλύπτει τη σχεσιακή στροφή της φυσιολογίας. Η ρύθμιση δεν αναδύεται από εγγενείς ιδιότητες αλλά από μοτίβα αλληλεπίδρασης, η υγεία μετατρέπεται από ατομικό χαρακτηριστικό σε σχεσιακό επίτευγμα, το σώμα μεταμορφώνεται από οριοθετημένη ουσία σε συνάθροισμα διαδικασιών. Αυτή η οντολογική μετατόπιση φέρει επιστημολογικές, πολιτικές και ηθικές συνέπειες για τη βιοϊατρική του 21ου αιώνα.This Master Thesis traces the conceptual evolution of physiological regulation from Claude Bernard's milieu intérieur through contemporary quantum biology, revealing a progressive shift from bounded, individual-centered frameworks toward relational, multi-species ontologies. Homeostasis emphasized internal constancy; allostasis introduced anticipatory adaptation; network physiology puts forth dynamic coordination across organ systems. The human microbiome crystallizes this transformation, compelling reconceptualization of physiological regulation as trans-organismal process operating across biological kingdoms. Positioning the microbiome as bio-object, a biological entity constituted through scientific practices, technological infrastructures, and social imaginaries we analyze how it destabilizes boundaries between the self and the other, the individual and the collective, and medicine and lifestyle intervention. The microbiome extends homeostatic, allostatic and network frameworks beyond individual organisms to holobiont assemblages while raising biopolitical questions about governance, data ownership and microbial equity. Quantum biology presents a speculative frontier while enzyme tunneling and photosynthetic coherence are established in specialized systems, relevance to general physiological regulation remains unproven. We examine whether quantum effects might interface with holobiont coordination, distinguishing disciplined speculation from unfounded claims through analysis of extreme environments (International Space Station microbial networks, cryptobiotic nematodes) and imagined futures (interstellar cryptobiosis). The genealogy reveals physiology’s relational turn. Regulation emerges not from intrinsic properties but interaction patterns, health becomes relational achievement rather than individual attribute, the body transforms from bounded substance to processual assemblage. This ontological shift carries epistemological, political and ethical consequences for 21st century biomedicine

    Μικροπλαστικά στην τροφική αλυσίδα: αναδυόμενος διατροφικός κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία / Microplastics in the food chain: an emerging dietary risk to human health

    No full text
    Τα μικροπλαστικά είναι σωματίδια πλαστικού με διάμετρο μικρότερη των 5 mm, προερχόμενα είτε από σκόπιμα παραγόμενα προϊόντα είτε από τη διάσπαση μεγαλύτερων πλαστικών, τα οποία έχουν πλέον αναδειχθεί σε αναδυόμενο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι τα μικροπλαστικά έχουν διασπαρεί σε όλα τα κύρια περιβαλλοντικά διαμερίσματα και εισέρχονται συστηματικά στην τροφική αλυσίδα. Μετρήσεις σε θαλάσσια οικοσυστήματα καταγράφουν σωματίδια σε πλαγκτόν, μαλάκια και ψάρια, με συγκεντρώσεις που συχνά επαρκούν ώστε η κατανάλωση θαλασσινών να αποτελεί σημαντική πηγή διατροφικής έκθεσης. Παράλληλα, ανιχνεύονται μικροπλαστικά σε επιτραπέζιο αλάτι, πόσιμο και εμφιαλωμένο νερό, φρούτα, λαχανικά και προϊόντα σιτηρών, ενώ η παρουσία τους σε ζωοτροφές υποδηλώνει έμμεση μεταφορά και στα ζωικά προϊόντα. Εκτιμήσεις πρόσληψης υποδεικνύουν ότι ο μέσος ενήλικας προσλαμβάνει ετησίως δεκάδες χιλιάδες σωματίδια, με υψηλότερες τιμές σε άτομα που καταναλώνουν συστηματικά θαλασσινά ή μεγάλο όγκο εμφιαλωμένου νερού. Η έκθεση δεν περιορίζεται στη διατροφή: μικροπλαστικά και ίνες καταγράφονται σε εσωτερικό και εξωτερικό αέρα, με υπολογιζόμενη ημερήσια εισπνοή χιλιάδων σωματιδίων, ιδίως σε κλειστούς χώρους. Η βιοπαρακολούθηση στον άνθρωπο έχει πλέον τεκμηριώσει την παρουσία μικροπλαστικών σε κόπρανα, αίμα, πνευμονικό ιστό, πλακούντα, μητρικό γάλα, σπέρμα και, σε πρόσφατες μελέτες, ακόμη και σε εγκεφαλικό ιστό και αθηρωματικές πλάκες. Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι τα σωματίδια είναι βιοδιαθέσιμα, μπορούν να διαπεράσουν βιολογικούς φραγμούς και να συσσωρεύονται σε ζωτικούς ιστούς. Πειραματικά δεδομένα in vitro και in vivo δείχνουν ότι μικρο- και νανοπλαστικά επάγουν οξειδωτικό στρες, φλεγμονή, βλάβη φραγμών, διαταραχή του μικροβιώματος και πιθανή ενδοκρινική δυσλειτουργία. Πρώιμες επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν συσχετίσεις με γαστρεντερικές, καρδιαγγειακές και αναπαραγωγικές εκβάσεις, αλλά η βεβαιότητα των αποδείξεων παραμένει χαμηλή λόγω μεθοδολογικών περιορισμών και ανεπαρκούς τυποποίησης της έκθεσης. Συνολικά, τα δεδομένα υποστηρίζουν ότι η ανθρώπινη έκθεση είναι καθολική, με βιολογικά εύλογους μηχανισμούς βλάβης, αλλά με σημαντικά κενά ως προς τα ακριβή επίπεδα κινδύνου, ιδίως για τις ευάλωτες ομάδες και για τα νανοπλαστικά.Microplastics are plastic particles smaller than 5 mm, originating either as intentionally manufactured products or as fragments from the degradation of larger plastics, and have emerged as a potential threat to human health. Available evidence indicates that microplastics are now widespread in all major environmental compartments and enter the food chain through multiple pathways. Measurements in marine ecosystems consistently report microplastic particles in plankton, bivalves and fish, often at levels sufficient for seafood consumption to represent a major source of dietary exposure. In parallel, microplastics have been detected in table salt, drinking and bottled water, fruits, vegetables and cereal-based products, while their presence in animal feed suggests indirect transfer into meat and dairy. Intake assessments estimate that an average adult may ingest tens of thousands of particles per year, with higher doses in individuals who consume large amounts of seafood or bottled water. Exposure is not limited to ingestion. Airborne microplastic particles and fibres have been found in indoor and outdoor air, with daily inhalation of thousands of particles estimated in some scenarios, particularly in enclosed spaces. Human biomonitoring has now documented microplastics in faeces, blood, lung tissue, placenta, breast milk, semen and, in recent studies, even in brain tissue and atherosclerotic plaques. These findings confirm that particles are bioavailable, can cross biological barriers and may accumulate in critical organs. Experimental in vitro and in vivo data show that micro- and nanoplastics can induce oxidative stress, inflammation, barrier disruption, microbiome alterations and possible endocrine effects, with toxicity modulated by particle size, shape, polymer type, surface chemistry and associated chemicals. Early epidemiological studies suggest links with gastrointestinal, cardiovascular and reproductive outcomes; however, the overall certainty of evidence remains low due to small sample sizes, cross-sectional designs and poorly characterized exposure. Taken together, current data support the view that human exposure to microplastics is ubiquitous and biologically relevant, while the exact magnitude of health risk is still uncertain. This uncertainty is particularly pronounced for nanoplastics, for chronic low-dose exposure and for vulnerable populations such as fetuses, infants, children, pregnant women and immunocompromised patients

    Η Ανθεκτικότητα και η Ευημερία των Υπαλλήλων σε Δημόσιες Υπηρεσίες Υψηλής Πίεσης: Μια Συγκριτική Μελέτη σε ΑΑΔΕ και ΕΟΔΥ

    No full text
    Η παρούσα ερευνητική εργασία εξετάζει την έννοια της επαγγελματικής ανθεκτικότητας και ευημερίας στον δημόσιο τομέα, μέσα από μια συγκριτική ποιοτική μελέτη δύο κρίσιμων οργανισμών: της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ). Μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων με δώδεκα (12) εργαζόμενους, διερευνώνται πέντε θεματικοί άξονες: η καθημερινή εργασιακή εμπειρία και οι πηγές επαγγελματικής πίεσης, οι στρατηγικές ανθεκτικότητας, η αντίληψη επαγγελματικής ευημερίας, η οργανωσιακή υποστήριξη και η επαγγελματική ταυτότητα. Η ανάλυση ανέδειξε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο οργανισμών: οι εργαζόμενοι του ΕΟΔΥ έδωσαν έμφαση στη νοηματοδότηση του έργου τους και στην ομαδική υποστήριξη, ενώ στην ΑΑΔΕ επικράτησαν ατομικές στρατηγικές αυτορρύθμισης και η ανάγκη για δομική σταθερότητα. Τα ευρήματα ερμηνεύονται μέσω θεωρητικών μοντέλων όπως το JD-R, το P–E Fit και η Θεωρία Αυτοκαθοριζόμενης Παρακίνησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη θεσμικής παρέμβασης στον δημόσιο τομέα για την ενίσχυση της επαγγελματικής ανθεκτικότητας. Η μελέτη συμβάλλει στον εμπλουτισμό της ελληνικής βιβλιογραφίας, προσφέροντας ένα πλαίσιο αξιοποίησης των αποτελεσμάτων στην επαγγελματική καθοδήγηση και την οργανωσιακή ανάπτυξη.This research study examines the concepts of occupational resilience and well-being in the public sector through a comparative qualitative analysis of two critical organizations: the Independent Authority for Public Revenue (IAPR) and the National Public Health Organization (NPHO). Through semi-structured interviews with twelve (12) employees, five thematic axes are explored: daily work experience and sources of professional stress, resilience strategies, perceptions of occupational well-being, organizational support, and professional identity. The analysis revealed significant differences between the two organizations: NPHO employees emphasized the meaningfulness of their work and team-based support, while in IAPR, individual self-regulation strategies and the need for structural stability prevailed. The findings are interpreted through theoretical models such as JD-R, P–E Fit, and Self-Determination Theory, highlighting the need for institutional intervention in the public sector to enhance occupational resilience. This study contributes to the enrichment of the Greek literature, offering a framework for the practical application of the findings in career counseling and organizational development

    Συμβολή της μελέτης των επιπέδων καλπροτεκτίνης και του καρκινικού αντιγόνου CA 15-3 στη διάγνωση του καρκίνου των ωοθηκών

    No full text
    Ο καρκίνος των ωοθηκών (OC) είναι μία από τις πιο συχνές γυναικολογικές κακοήθειες και παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ αυτών. Ο καρκίνος των ωοθηκών έχει πολυπαραγοντική παθογένεια και χαρακτηρίζεται από σιωπηρή έναρξη, εξέλιξη και ανίχνευση σε προχωρημένο στάδιο. Επομένως, η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση έχει ζωτική σημασία για τη βελτίωση των ποσοστών επιβίωσης. Σύμφωνα με νεότερα δεδομένα, οι καρκινικοί δείκτες αποτελούν χρήσιμα εργαλεία τόσο για τη διάγνωση όσο και για την παρακολούθηση. Στην παρούσα μελέτη αξιολογήσαμε τη δυναμική τριών δεικτών: του CA-125, του CA 15-3 και της καλπροτεκτίνης ορού (Calprotectin). Το CA-125 είναι μια πρωτεΐνη που βρίσκεται αυξημένη σε περιπτώσεις καρκίνου των ωοθηκών, του μαστού και των πνευμόνων. Ο δείκτης CA 15-3 είναι μια πρωτεΐνη που ανιχνεύεται σε υψηλά επίπεδα σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού και των ωοθηκών και παρουσιάζει σημαντική αύξηση σε ασθενείς με μεταστάσεις ή υποτροπή του OC. Η καλοπροτεκτίνη είναι μια πρωτεΐνη που απελευθερώνεται από ενεργοποιημένα ουδετερόφιλα, σχετίζεται με φλεγμονώδεις καταστάσεις και μπορεί να αποτελέσει έναν εν δυνάμει ανοσολογικά μεσολαβούμενο δείκτη στον καρκίνο των ωοθηκών. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνήσει τη σημασία των επιπέδων καλοπροτεκτίνης, CA-125 και CA 15-3 στον ορό σε γυναίκες με υψηλόβαθμο ορώδη καρκίνο των ωοθηκών. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν τριάντα οκτώ (38) γυναίκες με διαγνωσμένο καρκίνο ωοθηκών ως ομάδα μελέτης και είκοσι επτά (27) υγιείς γυναίκες χωρίς ιστορικό ή παρούσα διάγνωση OC ως ομάδα ελέγχου. Οι γυναίκες και στις δύο ομάδες είχαν παρόμοιο ιατρικό ιστορικό ώστε να αποκλειστούν συγχυτικοί παράγοντες. Η ομάδα των ασθενών υποδιαιρέθηκε περαιτέρω σε υποομάδες πρώιμου και προχωρημένου σταδίου. Αιματολογικά δείγματα συλλέχθηκαν από όλες τις γυναίκες και εξετάστηκαν με kit ELISA για την αξιολόγηση των επιπέδων των παραπάνω δεικτών. Κατά τη σύγκριση των ασθενών με τις υγιείς γυναίκες, παρατηρήθηκε ότι τα επίπεδα της καλπροτεκτίνης ήταν υψηλότερα στους ασθενείς με OC. Επιπλέον, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση της καλπροτεκτίνης μεταξύ της ομάδας ελέγχου και των ασθενών με προχωρημένο OC. Ο δείκτης CA-125 παραμένει το πρότυπο στη διάγνωση, με ευαισθησία 90%, ενώ η ευαισθησίες για την καλπροτεκτίνη και το CA 15-3 ήταν 60% και 50% αντίστοιχα. Ο δείκτης CA-125 παραμένει ο πιο αξιόπιστος βιοδείκτης για τον καρκίνο των ωοθηκών, με τη μεγαλύτερη στατιστική σημαντικότητα, συσχέτιση με το στάδιο της νόσου, ικανότητα ανίχνευσης τόσο πρώιμων όσο και προχωρημένων περιπτώσεων και ευαισθησία 90%. Η καλπροτεκτίνη φαίνεται να αποτελεί έναν υποσχόμενο φλεγμονώδη βιοδείκτη για την έγκαιρη διάγνωση, παρουσιάζοντας αυξημένα επίπεδα στους ασθενείς, ενώ ο δείκτης CA 15-3 παρέχει συμπληρωματική πληροφόρηση με μέτρια ευαισθησία σε σύγκριση με τους άλλους δύο δείκτες. Η καλπροτεκτίνη ενισχύει την ικανότητα ανίχνευσης του OC όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τον CA-125, καθώς η συνδυασμένη προσέγγιση ανίχνευσε μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών σε σχέση με τον CA-125 μόνο, υποδεικνύοντας βελτιωμένο διαγνωστικό δυναμικό.Ovarian cancer (OC) is one of the most common gynecologic malignancies and has the highest mortality rate among them. OC has a multifactorial pathogenesis and is characterized by silent onset, progression, and late-stage detection. Therefore, accurate and early detection is of great importance in order to improve survival rates. Emerging evidence reveals that tumor markers are valuable diagnostic and monitoring tools. In this study, we evaluated the aforementioned potential of three markers CA-125, CA 15-3, and serum Calprotectin. CA-125 is a protein that is found elevated in cases of ovarian, breast, and lung cancer. Cancer Antigen 15-3 (CA 15-3) is a protein detected in high levels in women with breast cancer and ovarian cancer and it is significantly elevated in patients with metastasis and recurrence of OC. Calprotectin is a protein released from activated neutrophils, related to inflammatory conditions and can be a potential immune-mediated marker in OC. Purpose: The purpose of this study was to explore the significance of serum calprotectin, CA-125, and CA 15-3 in women diagnosed with serous OC. Methodology: Thirty-eight (38) women with diagnosed OC were included in this research as the study group and twenty-seven (27) healthy women with no history or current diagnosis of OC were included in the control group. Women in both groups shared similar past histories to avoid any other parameters interfering with the study. Our study group was further subdivided into early stage and advanced stage patients. Blood samples were collected from all women of both groups and were examined using ELISA kits to evaluate the levels of the above markers. Results: When comparing patients versus control patients, those with OC exhibited higher levels of Calprotectin compared to healthy individuals. Additionally, Calprotectin showed a statistically significant elevation between the control group and advanced patients. CA-125 remains the current standard of care biomarker exhibiting 90% sensitivity, whereas sensitivities in Calprotectin and CA 15-3 were 60% and 50%, respectively. Conclusions: Serum CA-125 remains the single most valuable biomarker for ovarian cancer, having the highest statistical significance, correlation with disease stage, detecting both early or advanced patients, and sensitivity of 90%. It appears to be a promising inflammatory biomarker in the early diagnosis of ovarian cancer, showing an elevation in patients, while CA 15-3 provides moderate complementary information and exhibits inferior sensitivity when compared to both CA-125 and Calprotectin. The latter appears to be a promising marker and further studies could show if its addition to established protocols could improve early detection, disease progression, or risk stratification. Calprotectin enhances the detection range for ovarian cancer when used alongside CA-125, while this combined approach detected a greater proportion of patients than CA-125 alone, indicating improved diagnostic potential

    Διερεύνηση της έκφρασης του συμπλέγματος C-FOS/C-JUN στο μη μικροκυτταρικό καρκίνωμα του πνεύμονα

    No full text
    Στα καρκινώματα του πνεύμονα -πλακώδες και αδενοκαρκίνωμα- η απορρύθμιση ισχυρών μεταγραφικών παραγόντων οδηγεί σε αποδιοργάνωση φυσιολογικών ενδογενών του κυττάρου διαδικασιών και τροποποίηση της έκφρασης κομβικών γονιδίων που σχετίζονται με τον πολλαπλασιασμό, την απόπτωση και την κυτταρική αναγέννηση. Κατά συνέπεια η μεταβολή στην συνέκφρασή τους ή των συμπλόκων που δημιουργούν αποτελεί σημαντικό μοριακό συμβάν στα καρκινώματα αυτά τροποποιώντας τη βιολογική τους συμπεριφορά. Με τη δράση αυτή ρυθμίζουν και τη μεταγωγή των σημάτων μέσω των σηματοδοτικών οδών από την περιφέρεια προς τον πυρήνα τροποποιούμενα από συνθήκες όπως η υποξία και η νεοαγγειογένεση κατά την ανάπτυξη κακοηθειών. Το γονίδιο που κωδικοποιεί για την πρωτείνη C-FOS εδράζεται στο χρωμόσωμα 14 (gene locus: 14q24.3). Η παραγόμενη πρωτεΐνη 62 kDa protein (380 amino acids), η οποία δρα ως πρωτο-ογκογονίδιο συμμετέχει σε πλήθος φυσιολογικών διαδικασιών εντός των κυττάρων που περιλαμβάνουν την ιστική διαφοροποίηση, τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό, την επιβίωση και την ομοιοστασία των κυττάρων. Μαζί με την όμορη πρωτεΐνη C-JUN (chromosome location: 1p32-p31) δημιουργούν ως ισχυροί μεταγραφικοί παράγοντες σύμπλοκο που επηρεάζει την έκφραση άλλων γονιδίων και οδηγεί στη ρύθμιση του γονιδίου AP-1 (Activator Protein-1). Η ερευνητική αυτή μελέτη θα περιλάβει πενήντα (n=50) ιστικά παρασκευάσματα εγκλεισμένα σε κύβους παραφίνης πλακωδών καρκινωμάτων (SCC) και αδενοκαρκινωμάτων (AdenoCa) πνεύμονα (ιδανικά 25 ιστικά δείγματα από κάθε παθολογοανατομικό τύπο). Σε αυτά θα επακολουθεί σε αντίστοιχα 2 πλακίδια ανά περιστατικό ανοσοϊστοχημική ανάλυση των μορίων C-FOS και C-JUN σε μικροτόμηση των 4μm. Θα επακολουθήσει πυκνομετρική μέτρηση της έντασης της ανοσοϊστοχημικής χρώσης με ψηφιακή ανάλυση μικροσκοπικής εικόνας (digital staining intensity image analysis). Ο συνδυασμός αυτών των τεχνικών θα στοχεύσει στην ανάδειξη της έκφρασης των εξεταζόμενων μορίων και θα διερευνήσει πιθανές συσχετίσεις με κλινικο-παθολογοανατομικές παραμέτρους των εξεταζόμενων αρχειακών δειγμάτων. Σκοπό της ερευνητικής διαδικασίας αποτελεί η ανεύρεση ειδικών υποκατηγοριών ασθενών με συγκεκριμένα ανοσοφαινοτυπικά χαρακτηριστικά – όσον αφορά την έκφραση του συμπλόκου C-FOS/C-JUN.Oncogenes’ over activation is a crucial genetic event in malignant and pre-malignant neoplastic epithelia. Especially, deregulation of crucial pathways including transcription factors - such as c-Fos and c-Jun - leads to an aberrant expression of other crucial genes responsible for cell homeostasis. Up-regulation of c-Fos and c-Jun proto-oncogenes -due to increased copy numbers (amplification) or intra-genic point mutations- seems to be correlated with aggressive biological behaviour in lung squamous cell and adenocarcinomas. Fos Proto-Oncogene or AP-1 Transcription Factor Subunit (c-Fos) represents a well analyzed gene involved in solid malignancies’ development and progression. The corresponding protein forms heterodimer with c-jun, a strong transcription factor. The Fos super family includes c-Fos, FosB, FosL1, and FosL2 genes. c-Fos is a proto-oncogene that is the human homolog of the retroviral oncogene v-fos (gene locus: 14q24.3). It was initially analyzed and cloned in rat fibroblasts as the transforming gene of Finkel–Biskis–Jinkins murine osteogenic sarcoma virus. The gene encodes a 62 kDa protein (380 amino acids), forming heterodimer with c-jun, a strong transcription factors), resulting in the formation of AP-1 (Activator Protein-1) complex. C-Fos/c-Jun complex influences intracellular signal transduction to the nucleus. c-Fos protein is implicated in critical cell functions including differentiation, proliferation, survival and also tissue homeostasis affected by hypoxia and angiogenesis In the current research study, fifty (n=50) formalin-fixed, paraffin-embedded primary lung carcinoma tissue sections will be used. Immunohistochemistry and digital image analysis will be also implemented for evaluating combined c-fos/c-jun protein expression levels. In the current analysis we will explore the role of c-Fos/c-Jun complex deregulation in lung carcinoma. C-Jun/c-fos up regulation is frequently observed in them and their high expression levels have been observed that should be strongly correlated to an aggressive phenotype in the corresponding patients. Based on our future findings, these genes could be possible targets of novel therapeutic strategies, due to their elevated oncogenic activity

    Η συμβολή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας των νέων

    No full text
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται τη συμβολή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media) στη διαδικασία της πολιτικής κοινωνικοποίησης και στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας των νέων. Η μελέτη εξετάζει κατά πόσον τα νέα μέσα λειτουργούν ως φορείς αναδιαμόρφωσης της πολιτικής συμπεριφοράς ή ως μηχανισμοί αναπαραγωγής υφιστάμενων προτύπων. Η θεωρητική θεμελίωση της εργασίας αντλεί από τη θεωρία της δομοποίησης (structuration theory) του Anthony Giddens και την έννοια της έξης (habitus) του Pierre Bourdieu, εντάσσοντας την ψηφιακή δραστηριότητα στο ευρύτερο πλαίσιο της σχέσης δράσης και δομής. Ενώ για να μελετηθεί η διαδικασία διαμόρφωσης της πολιτικής φυσιογνωμίας, παρουσιάζονται κλασσικές προσεγγίσεις της θεωρίας της πολιτικής κοινωνικοποίησης που αναφέρονται σε φορείς, τύπους και φάσεις της κοινωνικοποίησης. Τέλος, για τη μελέτη των επιδράσεων που ασκούν τα ψηφιακά μέσα στην κοινωνικοποίηση των νέων, γίνεται αναλυτική παρουσίαση των θεωρητικών προσεγγίσεων που αναφέρονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Μεθοδολογικά, η έρευνα υιοθετεί τη μεικτή μέθοδο (mixed method), συνδυάζοντας την ποιοτική και την ποσοτική προσέγγιση. Αρχικά, διενεργήθηκαν συνεντεύξεις σε βάθος για τη διερεύνηση των υποκειμενικών προσλήψεων των νέων, ενώ ακολούθησε ποσοτική έρευνα μέσω δομημένου ερωτηματολογίου σε δείγμα 500 ατόμων. Η ανάλυση των δεδομένων αναδεικνύει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διευρύνουν το ρεπερτόριο της πολιτικής συμμετοχής, λειτουργώντας ωστόσο συμπληρωματικά και όχι υποκατάστατα των παραδοσιακών μορφών δράσης. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η ψηφιακή πολιτική συμμετοχή επηρεάζεται καθοριστικά από κοινωνικοπολιτικές μεταβλητές, όπως το φύλο, η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και η ταξική θέση. Διαπιστώνεται η ύπαρξη έμφυλου χάσματος, με τους άνδρες να κυριαρχούν στον δημόσιο πολιτικό σχολιασμό και τις γυναίκες να επιδεικνύουν διστακτικότητα λόγω του συχνά εχθρικού ψηφιακού περιβάλλοντος. Συμπερασματικά, η διατριβή υποστηρίζει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν μεταβάλλουν ριζικά τον πυρήνα της πολιτικής φυσιογνωμίας, αλλά παρέχουν νέες διόδους έκφρασης που ενεργοποιούνται εντονότερα υπό το βάρος συγκεκριμένων πολιτικών συγκυριών, όπως η οικονομική κρίση.This doctoral thesis investigates the contribution of social media to the political socialization process and the formation of youth political physiognomy. This study examines whether new media function as agents of reshaping political behavior or as mechanisms for reproducing existing patterns. The theoretical framework draws upon Anthony Giddens’ structuration theory and Pierre Bourdieu’s concept of habitus, situating digital activity within the broader dialectic of agency and structure. In order to study the process of shaping political identity, classical approaches to the theory of political socialization were examined, referring to agents, types, and phases of socialization. Finally, in order to study the effects of digital media on the socialization of young people, a detailed presentation is made of the theoretical approaches that refer to social media and their specific characteristics. Methodologically, the research employs a mixed-method approach, combining qualitative and quantitative techniques. Initially, in-depth interviews were conducted to explore the subjective perceptions of young people, followed by a quantitative survey using a structured questionnaire on a sample of 500 individuals. Data analysis reveals that social media expand the repertoire of political participation, functioning, however, complementarily rather than as substitutes for traditional forms of action. The findings indicate that digital political participation is significantly influenced by socio-political variables, such as gender, age, educational level, and class position. A gender gap is identified, with men dominating public political commentary and women exhibiting reluctance due to the often-hostile digital environment. Conclusively, the thesis argues that social media do not radically alter the core of political physiognomy but provide new channels of expression that are more intensely activated under specific political conjunctures, such as the economic crisis

    Ανάπτυξη μεθόδων για την βελτιστοποίηση και τον ποιοτικό έλεγχο σύγχρονων τεχνικών βραχυθεραπείας

    No full text
    Η βραχυθεραπεία υψηλού ρυθμού δόσης (High Dose Rate - HDR) αποτελεί μία από τις πιο εξελιγμένες και αποτελεσματικές τεχνικές στην ακτινοθεραπεία, εξασφαλίζοντας την επίτευξη υψηλού λόγου δόσης όγκου-στόχου προς δόση υγιών ιστών, και περιορισμού του φυσιολογικού ιστού που ακτινοβολείται, μέσω της τοποθέτησης ραδιενεργών πηγών εντός ή πλησίον του όγκου-στόχου και του σχεδιασμού της θεραπείας βάσει τρισδιάστατης απεικόνισης. Ωστόσο, το κλινικό αποτέλεσμα, σε όρους τόσο πιθανότητας ελέγχου της νόσου όσο και πιθανότητας επιπλοκών, συνδέεται άρρηκτα με τη δοσιμετρική ακρίβεια και απαιτεί εξειδικευμένες διαδικασίες ελέγχου ποιότητας (QA) για τη διασφάλιση της ακρίβειας και της ασφάλειας των θεραπειών. Ειδικότερα, για εφαρμογές βραχυθεραπείας υψηλού ρυθμού δόσης με αυτόματη μεταφόρτωση της πηγής, οι οποίες συνιστούν τη συντριπτική πλειοψηφία κλινικών εφαρμογών, οι έλεγχοι της ακρίβειας του πιστοποιητικού βαθμονόμησης που συνοδεύει την πηγή, της τοποθέτησης της πηγής σε επιλεγμένη θέση καθετήρα/εφαρμογέα, του μήκους καθετήρα/εφαρμογέα, του χρονομέτρου ακτινοβόλησης, της δόσης λόγω διέλευσης της πηγής μεταξύ των προγραμματισμένων θέσεων (transit time), πραγματοποιούνται με διαφορετικές μεθόδους αυξάνοντας έτσι τον χρόνο διεξαγωγής, τον φόρτο εργασίας, και τον απαραίτητο εξοπλισμό. Σκοπό της παρούσας έρευνας αποτέλεσε η διαμόρφωση μιας δοκιμασίας ποιοτικού ελέγχου βασισμένης σε τμηματοποιημένους θαλάμους ιονισμού (pixel segmented ionization chambers - PIXSICs) η οποία θα επιτρέπει την εκπόνηση όλων των δοκιμασιών ελέγχου ποιότητας (βαθμονόμηση πηγής, θέση πηγής, χρόνου ακτινοβόλησης), θα είναι ενιαία/ολοκληρωμένη (μια ακτινοβόληση για το σύνολο των ελέγχων), ώστε να αποφευχθεί η ανάγκη πολλαπλών στοιχείων εξοπλισμού και να μειωθεί ο απαιτούμενος χρόνος υλοποίησης του προγράμματος διασφάλισης ποιότητας, και θα είναι αυτοματοποιημένη ώστε να διασφαλίζεται η ακρίβεια και να περιοριστεί ο κλινικός φόρτος εργασίας. Αρχικά, ο ανιχνευτής που χρησιμοποιείται στην έρευνα αποτελείται από 1020 τμηματοποιημένους θαλάμους ιονισμού (MatriXX Evolution, IBA Dosimetry, Schwarzenbruck, Germany), όπου κατανέμονται 32×32 στοιχεία σε ορθογώνιο πίνακα με επιφάνεια 24.4×24.4 cm2¬, και βαθμονομήθηκε σε μονάδες δόσης στο νερό ανά σήμα στον ενεργό όγκο του κάθε θαλάμου με δέσμη φωτονίων 6MV γραμμικού επιταχυντή Elekta Versa HD. Για τον υπολογισμό της ισχύος air kerma (SK) της πηγής, ο επιθυμητός συντελεστής βαθμονόμησης, που είναι σε μονάδες air kerma πηγής 192Ir ανά σήμα στο PIXSIC, προσδιορίζεται με την βοήθεια Monte Carlo (MC) υπολογισμών και χρήση μοντέλου προσομοίωσης του PIXSIC. Μετά την βαθμονόμηση, για τον καθορισμό του SK, διεξήχθησαν ακτινοβολήσεις με χρήση ειδικής διάταξης συγκράτησης του καθετήρα, τοποθετώντας την πηγή σε ακίνητη θέση στο κέντρο του ανιχνευτή και σε 6 διαφορετικές αποστάσεις από την επιφάνειά του (z = 1, 2, 3, 4, 5 και 6 cm). Στις πειραματικές και MC κατανομές δόσης που προέκυψαν, εφαρμόστηκαν 2D Lorentz συναρτήσεις και πραγματοποιήθηκε διόρθωση θέσης της πηγής λόγω απόκλισης πειραματικής και MC κατανομής. Για την επιβεβαίωση της θέσης και του χρόνου ακτινοβόλησης της πηγής διεξήχθησαν 6 ακτινοβολήσεις πολλαπλών θέσεων της πηγής για διάφορα βήματα μετατόπισης (step sizes) της πηγής, χρόνους παραμονής, χρόνους δειγματοληψίας ανά καρέ (frame time) και αποστάσεις z. Το κέντρο της πειραματικής θέσης της πηγής προσδιορίστηκε από το κέντρο της 2D Lorentz κατανομής που εφαρμόστηκε, ενώ ο χρόνος παραμονής υπολογίστηκε από τον αριθμό των frames. Από τα πειραματικά κέντρα της πηγής σε κάθε θέση υπολογίστηκαν τα πειραματικά step sizes από την διαφορά των διαδοχικών κέντρων. Τα πειραματικά αποτελέσματα της θέσης και του χρόνου ακτινοβόλησης της πηγής παρουσιάζουν απόκλιση μικρότερη από 1 mm και 0.2 s, αντίστοιχα. Το SK, περιορίζοντας τα αποτελέσματα στα κεντρικά 14x14 pixels του ανιχνευτή (10x10 cm2), κυμαίνεται εντός του 1.2 % σε σχέση με την ονομαστική τιμή, με αβεβαιότητα της τάξης του 1.4 % (k=1). Αυτή η αβεβαιότητα είναι συγκρίσιμη με την αβεβαιότητα των θαλάμων ιονισμού τύπου φρέατος (1.4%, k=1) που χρησιμοποιούνται κλινικά.High Dose Rate (HDR) brachytherapy is one of the most advanced and effective techniques in radiotherapy, achieving a high tumor-to-healthy-tissue dose ratio while minimizing radiation exposure to normal tissues. This is accomplished by placing radioactive sources within or near the tumor target and designing treatment plans based on three-dimensional imaging. However, clinical outcomes, both in terms of disease control probability and complication probability, are inextricably linked to dosimetric accuracy and require specialized quality assurance (QA) procedures to ensure treatment accuracy and safety. Specifically, for HDR brachytherapy applications involving remote afterloading of the source—which constitute the vast majority of clinical applications—quality checks such as the calibration certificate accuracy, source positioning in selected catheter/applicator locations, catheter/applicator length, irradiation time, and transit dose due to source movement between programmed positions (transit time) are performed using different methods. This increases the time required, workload, and necessary equipment. The purpose of this research was to develop a QA protocol based on pixel-segmented ionization chambers (PIXSICs) that would enable all QA tests (source calibration, source positioning, and irradiation time) to be performed in an integrated and unified manner. This would eliminate the need for multiple equipment items, reduce the time required to implement the QA program, and automate the process to ensure accuracy while reducing clinical workload. Initially, the detector used in the research consists of 1020 segmented ionization chambers (MatriXX Evolution, IBA Dosimetry, Schwarzenbruck, Germany), distributed in a 32×32 rectangular array with a surface area of 24.4×24.4 cm². It was calibrated in dose to water units per signal within the active volume of each chamber using a 6 MV photon beam from an Elekta Versa HD linear accelerator. For the calculation of the air-kerma strength (SK) of the source, the desired calibration coefficient (in units of air-kerma strength per PIXSIC signal) was determined through Monte Carlo (MC) simulations and a PIXSIC simulation model. After calibration, SK was determined through irradiations using a specialized catheter-holding setup, placing the source in a stationary position at the center of the detector at six different distances from its surface (z = 1, 2, 3, 4, 5, and 6 cm). Experimental and MC dose distributions were fitted using 2D Lorentzian functions, and source position corrections were applied based on the deviation between experimental and MC distributions. To verify source position and irradiation time, six irradiations were performed at multiple source positions with various step sizes, dwell times, frame times, and distances (z). The experimental source position was determined from the center of the 2D Lorentzian distribution applied, while the dwell time was calculated from the number of frames. Experimental step sizes were derived from the difference between successive source position centers. Experimental results for source position and irradiation time deviations were less than 1 mm and 0.2 s, respectively. SK, limited to the central 14×14 pixels of the detector (10×10 cm²), varied within 1.2% of the nominal value, with an uncertainty of approximately 1.4% (k=1). This uncertainty is comparable to that of clinically employed well-type ionization chambers (1.4%, k=1)

    Liens familiaux et réseaux politiques à Byzance (717-1025)

    No full text
    Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι ο προσδιορισμός του ρόλου της οικογένειας στην πολιτική και κοινωνική οργάνωση του Βυζαντίου από τις αρχές του Η΄ αιώνα έως τις αρχές του ΙΑ΄. Αφενός, παρουσιάζεται μια προσωπογραφική ανάλυση των οικογενειών της άρχουσας τάξης με σκοπό την ανασύσταση των πολιτικών δικτύων. Αφετέρου, εξετάζεται η βυζαντινή κοινωνία, της οποίας η οικογένεια υπήρξε θεμελιώδης θεσμός. Η ελλιπής φύση των πηγών υπαγόρευσε νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις για την επανερμηνεία των διαθέσιμων τεκμηρίων. Προς την κατεύθυνση αυτή, αρχικά διεξάγεται μια κειμενομετρική μελέτη του λεξιλογίου της συγγένειας, βασισμένη σε ένα σώμα 43 έργων της μεσοβυζαντινής γραμματείας. Στη συνέχεια, αναλύονται όλα τα διαθέσιμα προσωπογραφικά δεδομένα για την αυτοκρατορική οικογένεια και την αριστοκρατία, προκειμένου να αξιολογηθεί η λειτουργία και η σημασία των συγγενικών δεσμών στην πολιτική πρακτική.The aim of this study is to define the role of family as a unit within Byzantium’s political and social organization from the early eighth century to the beginning of the eleventh. On the one hand, it presents a prosopographical analysis of Byzantine elite families, seeking to reconstruct political networks; on the other, it examines Byzantine society, in which family served as the fundamental institution. The limited nature of the available sources necessitated the application of new methodological approaches to reexamine and reinterpret the evidence. To this end, we first conduct a textometric study of kinship terminology, drawing on a corpus of forty-three works from middle Byzantine literature—primarily chronicles, hagiographical texts, and correspondence. Next, we analyze all available prosopographical data on the imperial family and aristocracy to determine and evaluate the function and significance of kinship ties in political praxis

    Modified titania-based nanocatalysts for photocatalytic hydrogen evolution and anti-pollution applications

    No full text
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή εστιάζει στη σύνθεση, στο χαρακτηρισμό και στην αξιολόγηση φωτοκαταλυτών υψηλής δραστικότητας με βάση την τιτανία (TiO2) σχεδιασμένων να ξεπεράσουν τους εγγενείς περιορισμούς της, όπως κυρίως το ευρύ ενεργειακό χάσμα και τον ταχύ ανασυνδυασμό των φωτοπαραγόμενων φορτίων. Η βασική στρατηγική που ακολουθήθηκε περιλαμβάνει τη στοχευμένη τροποποίηση του TiO2 με άτομα χαλκού (Cu) σε διάφορες οξειδωτικές καταστάσεις και την δημιουργία ετεροσυνδέσεων για την ενίσχυση της απορρόφησης του φωτός και της φωτοκαταλυτικής απόδοσης για την αντιρρύπανση του νερού, τις αντιμικροβιακές εφαρμογές και την φωτοκαταλυτική αντίδραση παραγωγής υδρογόνου (HER). Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκαν και μελετήθηκαν προηγμένα φωτοκαταλυτικά υλικά. Αρχικά, χρησιμοποιήθηκε μια διαλυτοθερμική μέθοδος για τη σύνθεση νανοσωματιδίων TiO2 εμπλουτισμένων με Cu, τα οποία παρουσίασαν ενισχυμένη απορρόφηση ορατού φωτός και αποτελεσματικό διαχωρισμό φορτίων. Τα υλικά επέδειξαν εξαιρετική απόδοση στην φωτοκαταλυτική αποικοδόμηση οργανικών ρύπων και ισχυρή αντιμικροβιακή δράση υπό ορατό φως, όντας βιοσυμβατά, υπογραμμίζοντας τη δυναμική τους για αντιρρυπαντικές επιστρώσεις. Δεύτερον, αναπτύχθηκαν φωτοκαταλύτες που αποτελούνταν από νανοδομές Cu στην επιφάνεια του TiO2. Έναν δυναμικός-αντιστρεπτός κύκλος αναγωγής και οξείδωσης του Cu, κρίσιμος για τον καταλυτικό μηχανισμό και την εξαιρετικά υψηλή παραγωγή Η2, μελετήθηκε υπό συνθήκες αντίδρασης μέσω μιας αυτοσχέδιας τεχνικής βασισμένης στη φασματοσκοπία UV-DRS. Επιπλέον, αναπτύχθηκε μια νέα ετεροσύνδεση τύπου Z συνδυάζοντας την τιτανία με ένα νέο Cu-Freudenbergite. Το νανοσύνθετο παρουσίασε εξαιρετικό ρυθμό παραγωγής H2 και υψηλή οξειδωτική ικανότητα. Στη συνέχεια τροποποιήθηκε Cu στην επιφάνεια του TiO2 με διιμινικούς υποκαταστάτες, σχηματίζοντας μοριακές «κεραίες» προκειμένου να διευρυνθεί η απορρόφηση φωτός στην ορατή περιοχή και να ενισχυθεί η παραγωγή H2. Τέλος, τα σπινέλια CuCo2S4 και CuCo2Se4 χρησιμοποιήθηκαν ως συγκαταλύτες ώστε να διερευνηθεί πώς η υποκατάσταση του ανιόντος (Se2− έναντι S2−) επηρεάζει τη δομή και την καταλυτική δραστικότητα. Η παρούσα διατριβή προσδιορίζει ένα σύνολο αρχών σχεδιασμού για την ανάπτυξη ιδιαίτερα ενεργών φωτοκαταλυτών με βάση το TiO2 για παραγωγή υδρογόνου υπό ηλιακό φως και φωτοοξειδωτικές αντιρρυπαντικές εφαρμογές.This doctoral thesis focuses on the synthesis, characterization, and evaluation of highly active photocatalysts based on titania (TiO2) designed to overcome its inherent limitations, primarily its wide bandgap and rapid charge carrier recombination. The central strategy employed involves the strategic modification of TiO2 with copper (Cu) species and the construction of heterojunctions to enhance light absorption and photocatalytic performance for water purification, antimicrobial applications, and photocatalytic hydrogen evolution reaction (HER). A series of advanced materials were developed and investigated. Initially, a facile solvothermal method was used to synthesize Cu-doped TiO2 nanoparticles, which demonstrated significantly enhanced visible-light absorption and effective charge separation. These materials exhibited excellent performance in the photocatalytic degradation of organic pollutants and displayed strong, visible-light-activated antimicrobial activity, while maintaining biocompatibility, highlighting their potential for antipollution coatings. Secondly, highly active photocatalysts comprised of Cu clusters on TiO2 were developed. Operando studies through an in-house developed UV-DRS approach revealed a dynamic Cu redox cycle crucial for the catalytic mechanism and the ultrahigh H2 evolution activity. Furthermore, a direct Z-scheme heterojunction was constructed by combining TiO2 with a novel Cu-substituted Freudenbergite. This unique architecture achieved exceptional rates of solar-driven H2 evolution and proved to possess high oxidative prowess. Additional studies focused on the surface functionalization of Cu on TiO2 surface with diimine ligands, enabling the formation of molecular antenna structures to extend light absorption into the visible region and enhance photocatalytic HER. Furthermore, the spinels CuCo2S4 and CuCo2Se4 were incorporated as cocatalysts to examine how anion substitution (Se2− versus S2−) influences structure and catalytic performance. Collectively, this thesis establishes a set of design principles for engineering highly active TiO2-based photocatalysts for solar-driven HER and photoxidation-driven antipollution applications

    Η κρεατίνη ως εργογόνο συμπλήρωμα στον αθλητισμό

    No full text
    Στην παρούσα εργασία εξετάστηκε ο ρόλος της κρεατίνης στον αθλητισμό μέσω βιβλιογραφικής ανασκόπησης. Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε σε επιστημονικές βάσεις δεδομένων (π.χ. PubMed, Google Scholar) και περιλάμβανε μελέτες σχετικές με την εργογόνο δράση, τις εφαρμογές στην προπόνηση και την ασφάλεια της κρεατίνης ως συμπλήρωμα διατροφής. Τα κύρια ευρήματα δείχνουν ότι η μονοϋδρική κρεατίνη αποτελεί ένα από τα αποτελεσματικότερα εργογόνα συμπληρώματα, με τεκμηριωμένη βελτίωση κυρίως της απόδοσης σε δραστηριότητες υψηλής έντασης/μικρής διάρκειας, της μυϊκής δύναμης και της άλιπης μάζας, καθώς και πιθανή θετική επίδραση στην αποκατάσταση μετά από έντονη άσκηση. Επιπλέον, η κρεατίνη θεωρείται γενικά ασφαλής σε υγιή άτομα όταν λαμβάνεται στις συνιστώμενες δοσολογίες, ενώ οι συχνότερες ανεπιθύμητες επιδράσεις αφορούν κυρίως αύξηση σωματικής μάζας λόγω κατακράτησης υγρών. Τέλος, παρουσιάζονται βασικά πρωτόκολλα χορήγησης (φόρτωση/συντήρηση ή χαμηλή ημερήσια δόση) και συζητείται η επίδραση της συγχορήγησης με υδατάνθρακες και/ή πρωτεΐνη στην κατακράτηση κρεατίνης στους μύες.'Οχ

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇