National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Τεχνικός εξορθολογισμός και προβλεπτική δικαιοσύνη

    No full text
    Η εργασία εξετάζει την προβλεπτική δικαιοσύνη ως έκφραση του τεχνικού εξορθολογισμού στη σύγχρονη απονομή δικαίου. Αναλύει τη μετάβαση από την κανονιστική και ερμηνευτική κρίση του δικαστή στη στατιστική πρόβλεψη μέσω αλγορίθμων και big data. Με βάση τη θεωρία των Weber, Habermas, Beck, Luhmann και Teubner διερευνάται η ένταση μεταξύ αποδοτικότητας και θεσμικής νομιμοποίησης. Επιπλέον, Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους κινδύνους αλγοριθμικής γραφειοκρατίας, αδιαφάνειας και υπονόμευσης της δίκαιης δίκης. Τέλος, αξιολογείται το ευρωπαϊκό και διεθνές κανονιστικό πλαίσιο και το ερώτημα αν η προβλεπτική δικαιοσύνη συνιστά συνέχεια ή ρήξη με τη νεωτερική ορθολογικότητα του δικαίου.The study explores predictive justice as a manifestation of technical rationalization in the contemporary legal system.It examines the shift from the judge’s normative and interpretive judgment to data-driven statistical prediction based on algorithms and big datα.Building on the theories of Weber, Habermas, Beck, Luhmann, and Teubner, it investigates the tension between efficiency and the institutional legitimacy of justice.Special attention is given to the risks of algorithmic bureaucracy, lack of transparency, and the erosion of the right to a fair trial. Finally, the study assesses the European and international regulatory framework and questions whether predictive justice represents continuity or a rupture with the modern rationality of law

    “Συγκριτική Αξιολόγηση της Ανθρώπινης και της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Αξιολόγηση του Γραπτού Λόγου στην Πρώιμη Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση”

    No full text
    Η παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) και οι εκπαιδευτικοί διαφοροποιούνται στην αξιολόγηση και την ανατροφοδότηση του πρώιμου γραπτού λόγου στην Α΄ Δημοτικού. Εστιάζοντας σε μαθητές ηλικίας 6–7 ετών, όπου η αξιολόγηση είναι κυρίως περιγραφική και όχι αριθμητική, η μελέτη εξετάζει κατά πόσο η ανατροφοδότηση που παράγεται από συστήματα ΑΙ μπορεί να υποστηρίξει ουσιαστικά τη διαμορφωτική αξιολόγηση χωρίς να υπονομεύει τον παιδαγωγικό και σχεσιακό ρόλο του εκπαιδευτικού. Σε εμπειρικό επίπεδο, η έρευνα βασίζεται σε 63 σύντομα γραπτά κείμενα μαθητών της Α΄ Δημοτικού, τα οποία προέκυψαν από μια δραστηριότητα γραφής βασισμένη σε εικόνες (τέσσερις διαδοχικές εικόνες → τέσσερις προτάσεις που συνθέτουν μια σύντομη ιστορία). Κάθε γραπτό έλαβε δύο ανεξάρτητες μορφές ανατροφοδότησης: μία περιγραφική αξιολόγηση από έναν δάσκαλο της πρωτοβάθμιας και μία από το γλωσσικό μοντέλο (LLM) ChatGPT-5. Πέντε εκπαιδευτικοί με εμπειρία στη διδασκαλία της Α΄ Δημοτικού συμμετείχαν ως ανθρώπινοι αξιολογητές. Τα ζεύγη σχολίων που προέκυψαν αναλύθηκαν μέσω ποιοτικής θεματικής ανάλυσης, με επαγωγικά διαμορφωμένες κατηγορίες που αποτυπώνουν την εστίαση της ανατροφοδότησης (π.χ. γραμματική, ορθογραφία, συνοχή, δημιουργικότητα), τον τόνο και τα συναισθηματικά χαρακτηριστικά της, καθώς και το παιδαγωγικό βάθος. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ανθρώπινη ανατροφοδότηση ήταν γενικά πιο ποικιλόμορφη, συγκεκριμένη και διαμορφωτική. Οι εκπαιδευτικοί συνδύαζαν τη διόρθωση με ρητές οδηγίες βελτίωσης («τι να βελτιωθεί» και «πώς»), συχνά αναφερόμενοι σε συγκεκριμένα σημεία του μαθητικού κειμένου, και ενσωμάτωναν έπαινο, ενθάρρυνση και αναφορές στην προσπάθεια, την εικόνα του γραπτού και την πρόοδο. Αντίθετα, η ανατροφοδότηση του ΑΙ ήταν πιο συνεπής και ομοιόμορφη δομικά, αλλά και πιο γενική: έδινε έμφαση σε επιφανειακά γλωσσικά χαρακτηριστικά (γραμματική, ορθογραφία, βασική δομή), εντόπιζε σπάνια συγκεκριμένα λάθη και παρείχε περιορισμένη διδακτική καθοδήγηση. Ακόμη και όταν δόθηκε η εντολή να «απαντήσει ως εκπαιδευτικός», το ΑΙ παρήγαγε μεν πιο φιλικές διατυπώσεις, αλλά παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό τυποποιημένο και απρόσωπο. Η μελέτη καταλήγει ότι, στο πλαίσιο της πρώιμης γραπτής έκφρασης, η ανατροφοδότηση που παράγεται από την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο συμπληρωματικό εργαλείο για γρήγορα, τυποποιημένα σχόλια σε βασικές γλωσσικές πτυχές, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις παιδαγωγικές, σχεσιακές και συναισθηματικές διαστάσεις της ανθρώπινης διαμορφωτικής αξιολόγησης. Τέλος, διατυπώνονται προτάσεις για προσεκτική ενσωμάτωση του ΑΙ στην αξιολόγηση του γραπτού λόγου στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και για μελλοντική έρευνα σχετικά με υβριδικά μοντέλα ανατροφοδότησης εκπαιδευτικού–ΑΙ.This thesis investigates how artificial intelligence (AI) and human teachers differ in the way they evaluate and respond to early writing in the first year of primary school. Focusing on pupils in Grade 1 (ages 6–7), where assessment is predominantly descriptive rather than numerical, the study explores whether AI-generated feedback can meaningfully support formative assessment without undermining the relational and pedagogical role of the teacher. Empirically, the research draws on 63 short written texts produced by Grade 1 pupils in response to a picture-based writing task (writing four sentences based on four sequential images, forming a brief story). Each script received two independent forms of feedback: one descriptive comment from a primary teacher and one from the large language model (LLM) ChatGPT-5. Five teachers with experience teaching Grade 1 participated as human evaluators. The resulting pairs of comments were analysed using qualitative thematic analysis, with inductively derived categories capturing focus of feedback (e.g. grammar, spelling, coherence, creativity), tone and emotional quality, and pedagogical depth. The findings show that teachers’ feedback was generally more varied, specific and formative. Teachers tended to combine correction with explicit guidance (“what to improve” and “how”), often anchored in concrete parts of the pupil’s text, and to integrate praise, encouragement and references to effort, presentation and progress. By contrast, AI feedback was more consistent and structurally uniform, but also more generic: it emphasised surface-level linguistic features (grammar, spelling, basic structure), rarely targeted specific errors, and offered limited instructional guidance. Even when prompted to “respond as a teacher”, the AI produced friendlier phrasing but remained largely formulaic and impersonal. The study concludes that, in the context of early writing, AI-generated feedback may function as a useful complementary tool for rapid, standardised comments on basic language features, but it cannot replace the pedagogical, relational and affective dimensions of human formative assessment. Implications are drawn for the cautious integration of AI into primary literacy assessment and for future research on hybrid teacher–AI feedback models

    Η μελέτη του ταξιδιού των ασθενών με Συστηματική Αγγειίτιδα : Η εμπειρία του ασθενή στην Ελληνική πραγματικότητα

    No full text
    ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Οι συστηματικές αγγειίτιδες είναι σπάνια πολυσυστηματικά νοσήματα με ευρύ φάσμα κλινικών εκδηλώσεων, με ιδιαίτερες προκλήσεις στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία τους. Τόσο τα ίδια τα νοσήματα όσο και οι θεραπευτικές επιλογές επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Τα δεδομένα σχετικά με το ταξίδι του ασθενούς με συστηματική αγγειίτιδα στη διεθνή βιβλιογραφία ιδιαίτερα για τον Ελληνικό χώρο είναι περιορισμένα. ΣΚΟΠΟΣ: Η καταγραφή των εμπειριών του ασθενούς από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τη διάγνωση, τη θεραπεία και την παρακολούθησή του και ο βαθμός που το νόσημα επηρεάζει την ποιότητα ζωής του. ΜΕΘΟΔΟΙ: Ασθενείς με συστηματικές αγγειίτιδες που παρακολουθούνται σε Τριτοβάθμιο Κέντρο Αναφοράς (Μονάδα Κλινικής Ανοσολογίας-Ρευματολογίας, ΓΝΑ «Ιπποκράτειο») κλήθηκαν να απαντήσουν σε ειδικό ερωτηματολόγιο, σχετικά με την πορεία της νόσου τους από τα αρχικά συμπτώματα τους έως και την τελευταία επίσκεψή τους στο κέντρο. Συγκεντρώθηκαν δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά των ασθενών μέσω του ιατρικού φακέλου τους και των ερωτηματολογίων. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στην μελέτη συμπεριλήφθηκαν 60 ασθενείς; GPA n= 21, 35%, GCA n=19, 31.6%, ΕGPA n=15, 25%, MPA n=2, 3.3%, οζώδης πολυαρτηρίτιδα n=2, 3.3%, TAK n=1, 1.6%; 41 (68%) ήταν γυναίκες με μέση ηλικία τα 63 ± 16 έτη. Η μέση διάρκεια από την έναρξη των συμπτωμάτων έως την τελική διάγνωση της νόσου ήταν 6 μήνες. Η πλειοψηφία των ασθενών είχε τουλάχιστον 1 συννοσηρότητα: 50% αρτηριακή υπέρταση, 48% οστεοπόρωση, 47% δυσλιπιδαιμία, 23% καταθλιπτική συνδρομή και 18% σακχαρώδη διαβήτη. Τα κύρια συμπτώματα στην έναρξη της συστηματικής αγγειίτιδας ήταν κόπωση/αδυναμία (56%), αρθραλγίες (51%), βήχας/δύσπνοια (48%), πυρετός (45%), εξανθήματα (30%), κεφαλαλγία (27%), άσθμα (18%), διαταραχές όρασης (10%), ρινική καταρροή (10%), χωλότητα γνάθου (8%) και ορογονίτιδα (4%). Η αρχική εκτίμηση έγινε κυρίως από Παθολόγους (48%) και λιγότερο συχνά από άλλες ειδικότητες (ΩΡΛ: 13%, Πνευμονολόγοι: 12%, Νευρολόγοι: 5%, Ορθοπαιδικοί: 4%, Καρδιολόγοι: 5%, Γαστρεντερολόγοι: 3%, Ενδοκρινολόγοι: 1%, Οφθαλμίατροι 1%) ενώ μόλις 6% από Ρευματολόγους. Η τελική διάγνωση τέθηκε στην πλειοψηφία των ασθενών από Ρευματολόγους (78%), ενώ η παραπομπή σε Ρευματολόγο έγινε μόνο στο 26% από τον πρώτο ιατρό που εξέτασε τον ασθενή. 43% των ασθενών (26/60) χρειάστηκε να διακόψει την εργασία του λόγω της νόσου ενώ σχεδόν οι μισοί ασθενείς (45%) θεώρησαν ότι το κόστος που σχετίζεται με την υγεία τους είναι υψηλό και το ένα τρίτο εξ αυτών θεώρησαν ότι το κόστος συνετέλεσε στην καθυστέρηση της διάγνωσης. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η μελέτη του ταξιδιού των ασθενών με συστηματικές αγγειίτιδες από το πρώτο σύμπτωμα μέχρι τη διάγνωση και θεραπεία κατέδειξε ανεκπλήρωτες ανάγκες που αφορούν την έγκαιρη διάγνωση, ευχερέστερη πρόσβαση στον ειδικό καθώς και στην καλύτερη εκπαίδευση των μη Ρευματολόγων στην αναγνώριση των νοσημάτων αυτών. Η αναγνώριση των αιτίων που σχετίζονται με την καθυστέρηση αυτή είναι απαραίτητη για να γίνει αυτό το «ταξίδι» πιο σύντομο για τους ασθενείς.Background: Systemic vasculitides are rare but often organ- or life-threatening diseases where delays in diagnosis and treatment may have significant impact on patients’ morbidity and mortality. Contemporary data regarding patients’ journey from symptom onset to living with vasculitis are limited, especially in Greece. Objectives: We aimed to explore the experiences of patients with systemic vasculitides regarding their journey from symptom onset to diagnosis and daily living. Methods: Patients with systemic vasculitides who were seen and followed at a tertiary referral center (Clinical Immunology- Rheumatology Unit, General Hospital of Athens "Hippocration", Greece) were included in the study. All patients answered a special questionnaire, regarding their journey from their initial symptoms until their last site visit. Demographic and clinical characteristics of the patients were collected through both the medical record and questionnaires. Results: 60 patients with a median age of 63 years, 66% females with systemic vasculitides (GPA 35%, GCA 31.6%, ΕGPA 25%, MPA 3.3%, PAN 3.3%, TAK 3%) were included. The mean interval from symptoms’ onset to final diagnosis was 6 months. The main presenting symptoms were fatigue/weakness (56%), arthralgias (51%), cough/dyspnea (48%), fever (45%), rashes (30%), headache (27%), asthma (18%), visual disturbances (10%), rhinorrhea (10%), jaw claudication (8%) and serositis (4%). The initial patient assessment was performed mainly by an Internist or General Practitioner (48%) followed by other specialties (ENT: 13%, Pulmonary: 12%, Neurologist: 5%, Orthopedic: 4%, Cardiologist: 5%, Gastroenterologist: 3%, Endocrinologist: 1%, Ophthalmologist: 1%) while only 6% were seen initially by a Rheumatologist. Immediate referral to a rheumatologist was made by the 1st evaluating physician in only 26% of cases. Ultimately, the diagnosis was made by a rheumatologist in 78% of cases. Almost half of the patients (43%, 26/60) reported that they had to stop work because of their disease (18%, 11/60 permanently) while 45% reported that their health-related expenses were quite high. Conclusions: Patients with systemic vasculitides still experience significant delays in their diagnosis mainly due to delayed referral to the specialist (rheumatologist) while the disease. impact on their daily life is significant. These preliminary data emphasize the unmet needs for earlier recognition-diagnosis and better management of systemic vasculitides.

    HIV και κύηση

    No full text
    Η λοίμωξη από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) εξακολουθεί να αποτελεί μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας σε παγκόσμιο επίπεδο, με σημαντικές επιπτώσεις για τις εγκύους και τα νεογνά. Η παρούσα μελέτη διερευνά τη σχέση μεταξύ της χορήγησης αντιρετροϊκής θεραπείας (ART) κατά την κύηση και της περιγεννητικής έκβασης, με έμφαση στον κίνδυνο κάθετης μετάδοσης του ιού από τη μητέρα στο νεογνό (MTCT). Μεθοδολογία: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη καταγραφής 90 εγκύων γυναικών που ζουν με HIV που παρακολουθήθηκαν στο Ειδικό Ιατρείο Λοιμώξεων του Νοσοκομείου «Α. Συγγρός» κατά την περίοδο 1995–2024. Συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν δημογραφικά δεδομένα, ανοσολογικές παράμετροι (αριθμός CD4+ λεμφοκυττάρων), ιολογικά δεδομένα (ιικό φορτίο- VL), πληροφορίες σχετικά με τη λήψη αντιρετροϊκής αγωγής κατά την κύηση, καθώς και η έκβαση της κύησης. Αποτελέσματα: Η μέση ηλικία κατά την πρώτη επίσκεψη ήταν τα 30,4 έτη. Η πλειονότητα των γυναικών ήταν καυκάσιας καταγωγής. Η διάγνωση της μόλυνσης με τον HIV τέθηκε πριν την κύηση στο 41,1% των περιπτώσεων, κατά τη διάρκειά της στο 38,9% και κατά τη διάρκεια ή μετά τον τοκετό στο 11,1%. Το 61,1% των γυναικών έλαβε ART κατά την εγκυμοσύνη, το 25,6% δεν έλαβε, ενώ για το υπόλοιπο ποσοστό δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα. Καταγράφηκαν 8 περιπτώσεις κάθετης μετάδοσης, όλες σε νεογνά γυναικών που δεν είχαν λάβει θεραπεία. Αντιθέτως, δεν παρατηρήθηκαν περιπτώσεις μετάδοσης του ιού σε νεογνά που γεννήθηκαν από γυναίκες που λάμβαναν θεραπεία. Δέκα υγιή νεογνά γεννήθηκαν από μητέρες που δεν είχαν λάβει θεραπεία, ωστόσο τα δεδομένα παρακολούθησης τους ήταν περιορισμένα. Οι γυναίκες που έλαβαν ART παρουσίασαν σημαντικά χαμηλότερο μέσο ιικό φορτίο (138 αντί 18.280 copies/mL) και υψηλότερα επίπεδα CD4+ λεμφοκυττάρων (575 έναντι 484 cells/μL), σε σύγκριση με τις μη θεραπευόμενες. Σε 19 περιπτώσεις δεν ήταν δυνατή η τεκμηρίωση της μόλυνσης ή μη του νεογνού, λόγω αποβολής, θνησιγένειας ή απώλειας παρακολούθησης της μητέρας. Η θεραπευτική κατάσταση ήταν επίσης άγνωστη σε 11 περιστατικά, λόγω πρόωρου τερματισμού της κύησης ή ελλιπούς παρακολούθησης. Συμπεράσματα: Η αντιρετροϊκή αγωγή κατά την κύηση σχετίστηκε με μείωση του ιικού φορτίου, βελτίωση της ανοσολογικής κατάστασης και καλύτερες εκβάσεις κύησης. Αντίθετα, η απουσία θεραπείας αύξησε τον κίνδυνο αποβολών, επιπλοκών στο νεογνό και κάθετης μετάδοσης. Η έγκαιρη διάγνωση της μόλυνσης με τον ιό HIV, η άμεση έναρξη ART και η στενή παρακολούθηση κρίνονται ως καθοριστικοί παράγοντες για τη βελτιστοποίηση της υγείας τόσο της μητέρας όσο και του νεογνού. Παρά τους περιορισμούς (μικρό δείγμα, ελλιπή δεδομένα), η μελέτη ενισχύει τη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ART στην πρόληψη της κάθετης μετάδοσης και στη βελτίωση της περιγεννητικής πρόγνωσης.Background: Human immunodeficiency virus (HIV) infection remains a major global public health concern with significant implications for pregnant women and neonatal outcomes. This study investigates the association between antiretroviral therapy (ART) administration during pregnancy and perinatal outcomes, with emphasis on the risk of vertical (mother-to-child) transmission. Methods: A retrospective analysis was conducted on 90 pregnant women living with HIV, followed at the Special Infections Unit of “Andreas Syggros” Hospital from 1995 to 2024. Demographic, immunological (CD4+ T lymphocyte count) and virological (VL) parameters, treatment status during pregnancy, and maternal-neonatal outcomes were collected and analyzed. Results: The mean age at first visit was 30.4 years. Most women were of Caucasian origin. HIV infection diagnosis occurred prior to pregnancy in 41.1%, during pregnancy in 38.9%, and at or after delivery in 11.1%. Among the participants, 61.1% received ART during pregnancy, 25.6% did not, while treatment status was unknown for the remaining cases. Vertical transmission occurred in eight neonates, all born to mothers who had not received ART. In contrast, no cases of HIV transmission were detected in neonates born to treated mothers. Ten healthy infants were born to untreated mothers, though follow-up and virological data were limited. Women receiving ART had a significantly lower mean viral load (138 copies/mL) and higher mean CD4+count (575 cells/μL), compared to untreated women (18,280 copies/mL and 484 cells/μL, respectively).In 19 cases, the neonatal HIV status remained undocumented, mostly due to miscarriage, stillbirth, or loss to follow-up. Treatment data were also missing in 11 cases due to incomplete follow-up or early pregnancy termination. Conclusions: ART during pregnancy was associated with reduced viral load, improved immune status, and significantly better pregnancy outcomes. Its absence, increased the risk of miscarriage, neonatal complications, and vertical transmission. Early HIV infection diagnosis, timely ART initiation, and close monitoring are critical for optimizing maternal and neonatal health. Despite limitations such as small sample size and missing data, the study supports international evidence confirming the effectiveness of ART in preventing mother-to-child HIV infection transmission and improving perinatal prognosis

    Προκλήσεις στην πρόσβαση και προώθηση καρδιαγγειακών φαρμάκων υψηλού κόστους

    No full text
    Η πολιτική υγείας κάθε χώρας διαμορφώνεται και εξελίσσεται μέσα από την αλληλεπίδραση μίας σειράς παραγόντων με σημαντικότερους τους ιατρικούς, τους οικονομικούς, τους πολιτικούς και φυσικά τους δημογραφικούς παράγοντες. Ιδιαίτερα οι τελευταίοι, αυξάνουν τη ζήτηση των υπηρεσιών υγείας και ασκούν πιέσεις στις ανάγκες χρηματοδότησης, καθιστώντας επιτακτικό τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του κράτους στον σχεδιασμό και την υλοποίηση της πολιτικής της υγείας. Η δημοσιονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας και οι υποχρεώσεις που ανέλαβε η χώρα μας με τις συμφωνίες δανεισμού, με κύριο στόχο τη μείωση των υποχρεώσεων της κεντρικής κυβέρνησης, προκάλεσαν πολυάριθμες και σημαντικές μεταβολές σε όλες τις διαστάσεις του χώρου της δημόσιας υγείας συμπεριλαμβανόμενης της πολιτικής για το φάρμακο. Οι επιπτώσεις των αλλαγών στην πολιτική του φαρμάκου καθορίζονται τόσο από την βαρύτητα της νόσου στην οποία απευθύνεται ένα σκεύασμα, όσο και από την συχνότητα εμφάνισής της στον γενικό πληθυσμό. Τα καρδιαγγειακά φάρμακα χαρακτηρίζονται από υψηλή ευαισθησία και στις δύο διαστάσεις, καθώς τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν – παγκόσμια - την πρώτη αιτία θανάτου και έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες αναπηρίας και ταυτόχρονα τα στοιχεία του Ο.Ο.Σ.Α. για την κατανάλωση των καρδιαγγειακών φαρμάκων απεικονίζουν την μεγάλη νοσηρότητα των καρδιαγγειακών ασθενειών. Σκοπός της εργασίας είναι η παρουσίαση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς, οι θεράποντες και οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο του φαρμάκου - όπως αυτές διαμορφώνονται στο πλαίσιο της φαρμακευτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους – μέσα από την καταγραφή των προκλήσεων στην προώθηση και την πρόσβαση των λεγόμενων «Φαρμάκων Υψηλού Κόστους» και ειδικότερα εκείνων που στοχεύουν στην θεραπεία των Καρδιαγγειακών Νοσημάτων. Το θέμα αυτό πέρα από τις τεχνικές και οικονομικές διαστάσεις συνοδεύεται και από εξατομικευμένες προκλήσεις στην καθημερινή κλινική πράξη, καθώς ο θεράπων καλείται να ασκήσει την επιστήμη του μέσα από σύνθετους και εντεινόμενους διοικητικούς περιορισμούς, όπως στην περίπτωση των Φ.Υ.Κ., που για την χορήγησή τους απαιτείται και Ηλεκτρονική Προέγκριση.The health policy of each country is shaped and evolves through the interaction of a series of factors, with the most important being medical, economic, political, and of course, demographic factors. Particularly the latter increase the demand for health services and exert pressure on funding needs, making it imperative to redefine the role of the state in the planning and implementation of health policy. The fiscal crisis of the previous decade and the obligations undertaken by our country through loan agreements, with the main goal of reducing the expenses of the central government, caused numerous and significant changes in all dimensions of the public health sector, including drug policy. The impact of changes in drug policy is determined both by the impacts of the disease a drug addresses and by its frequency in the general population. Cardiovascular drugs are characterized by high sensitivity in both dimensions, as cardiovascular diseases are globally the leading cause of death and one of the most significant factors of disability. At the same time, OECD data on the consumption of cardiovascular drugs reflect the high morbidity of cardiovascular diseases. The purpose of this work is to present the challenges faced by patients, doctors, and companies operating in the pharmaceutical sector - as shaped within the framework of the Greek state's pharmaceutical policy - through the recording of challenges in the promotion and access to so-called "High-Cost Drugs" and specifically those targeting the treatment of Cardiovascular Diseases. This issue, beyond its technical and economic dimensions, is also accompanied by individualized challenges in the daily clinical practice, as medical doctors are asked to provide the best care for their patients, through a complex and intensifying administrative framework, such as in the case of High-Cost Drugs, for which Electronic Pre-Approval is required

    Η κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture): μια εγκληματολογική προσέγγιση

    No full text
    Η παρούσα μελέτη εξετάζει την Κουλτούρα της Ακύρωσης (cancel culture), ένα φαινόμενο με πολλαπλές εκφάνσεις αμιγώς συνδεδεμένο με εγκληματολογικές θεωρίες, θεωρίες κοινωνικού ελέγχου, ηθικού πανικού και ετικετοποίησης. Η μορφή κοινωνικής απόρριψης, την οποία μελετάμε, ολοκληρώνει μια σειρά γεγονότων και συμπεριφορών με σημαντικούς σταθμούς: η πολιτική ορθότητα, η δολοφονία χαρακτήρα και η ψηφιακή ποινή. Στο πλαίσιο της σύγχρονης ψηφιακής δημόσιας σφαίρας, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης λειτουργούν ως μη θεσμικοί μηχανισμοί ταχείας διάδοσης της ηθικής αγανάκτησης, της δημόσιας διαπόμπευσης και της συλλογικής κατακραυγής. Παρουσιάζονται ως ένας σύγχρονος «πύργος ελέγχου», στον οποίο η τιμωρητική διάσταση της Κουλτούρας της Ακύρωσης προσεγγίζει τη λογική της ποινικής καταστολής, παρακάμπτοντας συχνά τις θεσμικές διαδικασίες λογοδοσίας και απονομής δικαιοσύνης και τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Η ενσωμάτωση αποκαταστατικών στοιχείων στη δημόσια συζήτηση, ή εναλλακτικά σε αυτή την περίπτωση στο “εκσυγχρονισμένο” Δικαστήριο, για την κοινωνική λογοδοσία θα μπορούσε να συμβάλλει στη διαμόρφωση πιο δίκαιων και αποτελεσματικών μορφών κοινωνικής αντίδρασης.The present study examines Cancel Culture, a phenomenon with multiple manifestations intrinsically linked to criminological theories, theories of social control, moral panic, and labeling. The form of social exclusion under examination completes a sequence of events and behaviors with significant milestones: political correctness, character assassination, and digital punishment. Within the context of the contemporary digital public sphere, social networks function as non-institutional mechanisms for the rapid dissemination of moral outrage, public shaming, and collective denunciation. They appear as a modern “control tower”, in which the punitive dimension of the Cancel Culture approaches the logic of penal repression, often bypassing formal procedures of accountability and justice administration, as well as the safeguards of the rule of law. The integration of restorative elements into the public discourse – or, rather alternatively in this case, into the “modernized” Court – regarding social accountability could contribute to the formation of more just and effective forms of social response

    «Στάσεις και Απόψεις εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σχετικά με τη διαφοροποιημένη διδασκαλία και την εφαρμογή της στη διδακτική πράξη»

    No full text
    Η παρούσα εργασία διερεύνησε τις γνώσεις, τις στάσεις, τις πρακτικές εφαρμογές, καθώς και τα εμπόδια και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί ΠΕ70 σχετικά με τη διαφοροποιημένη διδασκαλία. Το δείγμα αποτελείται από 200 εκπαιδευτικούς ενεργούς, οι οποίοι εργάζονται στα δημόσια σχολεία της Περιφέρειας Αττικής. Η μέθοδος που επιλέχθηκε ήταν η τεχνική της χιονοστιβάδας και υπήρχε ποικιλία ανάμεσα στο φύλο, την ηλικία, τα χρόνια υπηρεσίας και τις τάξεις διδασκαλίας των παιδαγωγών. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου στο Google Forms και η ανάλυση τους περιελάμβανε περιγραφικά στοιχεία, παρουσιάζοντας συχνότητες και ποσοστά. Τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν ότι οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν τη σημασία και τα οφέλη της διαφοροποιημένης διδασκαλίας για την αντιμετώπιση των ατομικών διαφορών και τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων όλων των μαθητών. Ταυτόχρονα, οι παιδαγωγοί ανέφεραν πως αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ διαφοροποίησης περιεχομένου, διαδικασίας, προϊόντος και μαθησιακού αποτελέσματος. Επιπλέον, θεωρούν αναγκαία την τροποποίηση του αναλυτικού προγράμματος και αντιλαμβάνονται το πόσο προάγει τη συνεργατική μάθηση. Όσον αφορά τις στάσεις, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών επισημαίνει θετικά σχόλια για τη διαφοροποιημένη διδασκαλία και επιθυμεί να επιμορφωθεί περισσότερο σε αυτό το πεδίο. Σχετικά με τις πρακτικές εφαρμογές, η διαφοροποιημένη διδασκαλία εφαρμόζεται κυρίως στα κύρια μαθήματα του σχολείου, όπως είναι η γλώσσα και τα μαθηματικά. Αυτό συμβαίνει, κυρίως, μερικές φορές τον μήνα ή αρκετές φορές την εβδομάδα. Ως κύρια εμπόδια, αναφέρθηκαν η έλλειψη χρόνου, οι πολυπληθείς τάξεις, η ανεπαρκής επιμόρφωση και η έλλειψη εκπαιδευτικού υλικού. Αντίθετα, οι παράγοντες που θα ενίσχυαν την εφαρμογή της ΔΔ επικεντρώθηκαν στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, στην παροχή έτοιμου εκπαιδευτικού υλικού και στη μείωση των ατόμων ανά τάξη. Γενικότερα, μέσα από την έρευνα, αναδεικνύεται η ανάγκη ενίσχυσης της επιμόρφωσης και της στήριξης των εκπαιδευτικών, για να μπορέσει η διαφοροποιημένη διδασκαλία να αξιοποιηθεί πλήρως στη διδακτική πράξη, ώστε να συμβάλλει με τη σειρά της στη βελτίωση ολόκληρης της μαθησιακής διαδικασίας.The present study investigated the knowledge, attitudes, practical applications, as well as the obstacles and challenges faced by primary education teachers regarding differentiated instruction. The sample consisted of 200 active teachers from public schools in the Attica region, selected through snowball sampling to ensure diversity in age, gender, years of service, and teaching grades. Data were collected via an online questionnaire in Google Forms, and the analysis was limited to descriptive statistics, presenting frequencies and percentages of responses. The results showed that most teachers recognize the importance of differentiated instruction for addressing individual differences and improving the learning outcomes of all students. Additionally, teachers reported understanding the differences between content, process, and product differentiation, considering curriculum adaptation necessary and acknowledging its contribution to collaborative learning. Regarding attitudes, the majority expressed a positive stance toward differentiated instruction and a desire to expand their knowledge in this field. In terms of practical applications, differentiated instruction is implemented mainly several times a week or a few times a month, primarily in language and mathematics lessons. The main obstacles reported include lack of time, large class sizes, insufficient training, and limited teaching resources, while teachers highlighted that further training, reduced class sizes, and provision of ready-made teaching materials would enhance its implementation. The study highlights the need to strengthen teacher training and support to fully exploit differentiated instruction and improve students’ learning outcomes across all subject areas

    Η επίδραση της αϋπνίας των επαγγελματιών υγείας λόγω των νυχτερινών βαρδιών στην αντίληψη του πόνου

    No full text
    Η αϋπνία αποτελεί συχνό πρόβλημα των επαγγελματιών υγείας που εργάζονται σε νυκτερινές βάρδιες και παρουσιάζει σημαντικό αντίκτυπο στη σωματική και ψυχική υγεία τους. Η χρόνια στέρηση ύπνου έχει συσχετιστεί με πολλαπλές νευροβιολογικές μεταβολές που οδηγούν σε αύξηση της ευαισθησίας στον πόνο. Από πολυάριθμες μελέτες φαίνεται πως η αϋπνία οδηγεί σε μείωση της ουδού εμφάνισης πόνου, αύξηση της υποκειμενικής αίσθησης επώδυνων συμπτωμάτων και μείωση της αντοχής στον πόνο. ΣΚΟΠΟΣ: Η παρούσα εργασία έχει στόχο την ανάδειξη της πιθανής συσχέτισης της στέρησης ύπνου που βιώνουν οι επαγγελματίες υγείας, στα πλαίσια κάλυψης των νυκτερινών βαρδιών, με αλλαγές στην αντίληψη του πόνου. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Στη διεξαγωγή της μελέτης έλαβαν μέρος συνολικά πενήντα υγιείς ιατροί και νοσηλευτές που εργάζονται στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός» και συμμετέχουν σε ενεργές εφημερίες και νυκτερινές βάρδιες, σε διάφορα τμήματα. Μέσω του τεστ ψυχρής έκθλιψης (Cold-pressor test, CPT), στο οποίο οι εξεταζόμενοι καλούνται να τοποθετήσουν το άνω άκρο έως την περιοχή του καρπού σε κρύο νερό θερμοκρασίας 1oC μέχρι την ανάπτυξη μη ανεκτού πόνου, μετρήθηκε σε δύο χρόνους η μέγιστη ανοχή των εξεταζόμενων στο κρύο. Ο χρόνος μετρήθηκε με τη βοήθεια ηλεκτρονικού χρονομέτρου και η θερμοκρασία βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση μέσω ψηφιακού θερμομέτρου ακριβείας βυθιζόμενου στο νερό. Η πρώτη μέτρηση έλαβε χώρα σε πρωινές ώρες ύστερα από επαρκή ποιοτικά και ποσοτικά ύπνο την προηγούμενη ημέρα και η δεύτερη ακολούθησε νυκτερινή βάρδια όπου ο εξεταζόμενος στερήθηκε πλήρως ύπνου ή κοιμήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα. Επιπλέον, κάθε εξεταζόμενος συμπλήρωσε ένα έντυπο ερωτηματολόγιο που περιελάμβανε δημογραφικά στοιχεία, χαρακτηριστικά της τελευταίας βάρδιας προ της μέτρησης και ερωτήσεις που αφορούν την υποκειμενική εμπειρία πόνου. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από τη στατιστική ανάλυση των αποτελεσμάτων προκύπτει πως ο χρόνος παραμονής του άκρου σε κρύο νερό ύστερα από έκθεση σε αϋπνία μειώνεται κατά 12%. Ο διάμεσος χρόνος που μετρήθηκε ύστερα από αϋπνία που οφείλεται σε εργασία νυκτερινής βάρδιας ήταν 45,5 δευτερόλεπτα, έναντι 61 δευτερολέπτων που μετρήθηκε μετά από επαρκή ποιοτικά και ποσοτικά ύπνο (p=0,002). Ακόμη, φάνηκε πως η στέρηση ύπνου επιδρά εντονότερα στο γυναικείο φύλο (p<0.001), ενώ στις μεγαλύτερες ηλικίες σημειώθηκε μικρότερη διαφορά στην αντίληψη του πόνου μετά από νυκτερινή βάρδια. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η στέρηση ύπνου λόγω εργασίας σε νυκτερινές βάρδιες φαίνεται να επηρεάζει την αντίληψη του πόνου στους επαγγελματίες υγείας. Η κατανόηση της σχέσης αυτής είναι σημαντική για την ανάπτυξη πλάνου και τη λήψη σχετικών μέτρων.Insomnia is a common problem of healthcare professionals working night shifts and has a significant impact on their physical and mental health. Chronic sleep deprivation has been associated with multiple neurobiological changes that lead to an increase in pain sensitivity. Numerous studies show that insomnia leads to a reduction in the pain threshold, an increase in the subjective sense of painful symptoms and a decrease in pain resistance. PURPOSE: The present study aims to highlight the possible correlation between sleep deprivation experienced by health professionals, in the context of night shift coverage, with changes in pain perception. METHODOLOGY: A total of fifty healthy doctors and nurses who work at the General Hospital of Athens “Evaggelismos” and participate in active on – call and night shifts, in various departments, took part in the study. Through the cold pressor test (CPT), in which the participants are asked to place the upper limb up to the wrist area in cold water at a temperature of 1oC until the development of intolerable pain, the maximum tolerance of the participants to the cold, before and after a night shift, was measured in two times. The time was measured with the help of an electronic timer and the temperature was constantly monitored by means of a precision digital thermometer immersed in water. The first measurement took place in the morning hours after adequate qualitatively and quantitively sleep the previous day and the second followed a night shift where the examinee was completely deprived of sleep or slept for a short period of time. In addition, each test taker completed a paper questionnaire that included demographic information, characteristics of the last shift before the measurement, and questions related to subjective pain experience. RESULTS: The statistical analysis of the results shows that the time spent in cold water after exposure to insomnia is reduced by 12%. The median time measured after night-shift work-related sleep deprivation was 45,5 seconds, compared to 61 seconds measured after adequate qualitatively and quantitively adequate sleep (p=0,002). It was also shown that sleep deprivation has a stronger effect on the female sex (p<0,001), while at older ages there was a smaller difference in the perception of pain after night shifts. CONCLUSION: Sleep deprivation due to working night shifts seems to affect the perception of pain in healthcare professionals. Understanding this relationship is important for developing a plan and taking appropriate action

    Ο Εξευρωπαϊσμός της Ελληνικής Περιβαλλοντικής Πολιτικής: Η Περίπτωση της Πολιτικής Υδάτων

    No full text
    Η προστασία και η βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων αποτελεί βασική προτεραιότητα της ΕΕ και των κρατών μελών της, αλλά και σημαντική πρόκληση σήμερα, τόσο της ραγδαία εξελισσόμενης κλιματικής αλλαγής, η οποία έχει ήδη επιφέρει δραματικές συνέπειες στην ποιοτική και ποσοτική κατάσταση των υδάτων, όσο και εξαιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας. Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ έχει ήδη προβεί τις τελευταίες δεκαετίες στην υιοθέτηση μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής και στη θέσπιση του κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου για την επίτευξη ενός ποιοτικά και ποσοτικά ικανοποιητικού επιπέδου νερού με σκοπό τη διασφάλιση της αειφόρου χρήσης των υδάτων. Ήδη από το 2000 τα θεσμικά όργανα της ΕΕ εξέδωσαν την Οδηγία-Πλαίσιο για τα ύδατα (2000/60/ΕΚ), η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ενωσιακού νομοθετικού πλαισίου για τα ύδατα μαζί με μια σειρά άλλων υποστηρικτικών Οδηγιών, που την πλαισιώνουν με πιο πρόσφατη την Οδηγία ΕΕ 2020/2184 για το πόσιμο νερό. Η Ελλάδα, στην προσπάθεια εναρμόνισής της με τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου στο πεδίο διαχείρισης των υδάτων, θέσπισε τον N. 3199/2003 και το Π.Δ 51/2007, χωρίς ωστόσο, τα αποτελέσματα να είναι τα επιθυμητά ως προς τη συγκρότηση ενός ισχυρού και ολοκληρωμένου πλαισίου, ικανού να υπηρετήσει τους στόχους της ΕΕ. Η προσπάθεια αυτή συνεχίστηκε και με τη θέσπιση του Ν. 5106/2024 για την αντιμετώπιση των πιο πρόσφατων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η χώρα ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Η επιταχυνόμενη εξέλιξη του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής, αλλά και οι επιπτώσεις του στον υδρολογικό κύκλο ιδίως από ανθρωπογενείς δραστηριότητες αναδεικνύουν ολοένα και περισσότερο την ανάγκη της συνεχούς αναπροσαρμογής και επικαιροποίησης, σε ενωσιακή αλλά και εθνική βάση, των υφιστάμενων θεσμικών πλαισίων, βάσει των νέων κλιματικών δεδομένων, και της άμεσης λήψης ενισχυτικών μέτρων, ικανών να εγγυηθούν, τόσο την καλή ποιότητα και ποσότητα των υδάτων, όσο και την ανθεκτικότητα και την προσαρμοστικότητα των κοινωνιών.The protection and sustainable management of water resources is a key priority for the EU and its Member States, but also a major challenge today, both due to the rapidly evolving climate change, which has already had dramatic consequences on the qualitative and quantitative state of water, and due to human activity. For this reason, the EU has already proceeded in recent decades to adopt a long-term strategy and to establish the appropriate legislative framework to achieve a qualitatively and quantitatively satisfactory level of water in order to ensure the sustainable use of water. As early as 2000, the EU institutions adopted the Water Framework Directive (2000/60/EC), which is the cornerstone of the EU legislative framework for water, along with a series of other supporting Directives, which frame it with the most recent EU Directive 2020/2184 on drinking water. Greece, in its effort to harmonize itself with the provisions of EU law in the field of water management, enacted Law 3199/2003 and Presidential Decree 51/2007, without, however, the results being the desired ones in terms of establishing a strong and comprehensive framework, capable of serving the objectives of the EU. This effort continued with the enactment of Law 5106/2024 to address the most recent challenges facing the country as a result of the effects of climate change. The accelerating evolution of the climate change phenomenon, as well as its impacts on the hydrological cycle, especially from anthropogenic activities, increasingly highlight the need for continuous adaptation and updating, on an EU and national basis, of the existing institutional frameworks, based on new climate data, and for the immediate adoption of reinforcing measures, capable of guaranteeing both the good quality and quantity of water, as well as the resilience and adaptability of societies

    Επίπτωση της έλλειψης βιταμίνης D σε ασθενείς με πρόσφατο κάταγμα του ισχίου

    No full text
    Τα κατάγματα ισχίου αποτελούν την πιο συνήθη χαμηλής ενέργειας κάκωση που αφορά άτομα της τρίτης ηλικίας. Η μεγάλη συχνότητα τους και η ανάγκη τους για χειρουργική αντιμετώπιση τα καθιστά αντικείμενο για ιατρική, οικονομική αλλά και κοινωνική μελέτη. Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αποτροπή τους διερευνώνται από την επιστημονική κοινότητα. Η βιταμίνη D παίζει σπουδαίο ρόλο στην υγεία των οστών αλλά και στην άμυνα του οργανισμού. Η πρόσληψή της από τη διατροφή καθώς και η ασφαλής έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία είναι βασικές προϋποθέσεις για την επάρκεια της. Στην Ελλάδα παρά την υπέροχη της ηλιοφάνειας κατά τη διάρκεια του έτους παρατηρείται το λεγόμενο μεσογειακό παράδοξο- μεγάλη μερίδα του πληθυσμού όλων των ηλικιών υποφέρουν από παντελή έλλειψή της. Η βιταμίνη D μπορεί να επηρεαστεί από ποικίλες παθήσεις που συναντώνται συνήθως στο γηραιό πληθυσμό. Οι μέχρι τώρα βιβλιογραφικές αναφορές καταλήγουν πως η έλλειψη της επηρεάζει τη συνολική ευεξία και το μυοσκελετικό σύστημα ως ολότητα και δεν αποκλείουν πιθανή συσχέτιση με την αυξημένη επίπτωση των καταγμάτων ισχίων στον ηλικιωμένο πληθυσμό έπειτα από πτώσεις εξ ιδίου ύψους. Σ αυτή την εργασία γίνεται μια προσπάθεια συσχέτισης της επίπτωσης της έλλειψης βιταμίνης D στα πρόσφατα κατάγματα ισχίου. Παράλληλα, γίνεται ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας και παρατίθενται αποτελέσματα από τις μετρήσεις τιμών βιταμίνης D στα πλαίσια της εισαγωγής ασθενών με πρόσφατο κάταγμα ισχίου σε μία ορθοπεδική κλινική στη διάρκεια ενός έτους.Hip fractures are a significant public health concern among older adults. They can occur due to a variety of reasons but commonly as a result of a fall. According to the World Health Organization (WHO), an estimated 1.66 million hip fractures occur worldwide each year, and this number is projected to rise to 6.3 million by 2050. They can lead to significant long-term disability and decreased quality of life. The management of hip fractures typically involves surgery and physical therapy. Vitamin D is a fat-soluble vitamin that plays a vital role in maintaining bone health and overall wellness. The body can produce vitamin D when the skin is exposed to sunlight. However, vitamin D can also be obtained through certain foods and supplements. Vitamin D deficiency is common among older adults, and the prevalence of deficiency in this population is generally higher than in younger adults. The connection between vitamin D deficiency and decreased bone mass has been extensively studied and is well established. There is evidence to suggest that low levels of vitamin D may be associated with an increased risk of hip fractures. Studies have found that individuals with vitamin D deficiency have a higher risk of hip fractures compared to those with adequate levels of vitamin D. However, it's important to note that these studies establish an association and not a cause-and-effect relationship. The aim of this study is to check a hypothesis of an association between vitamin D deficiency and recent low trauma hip fractures. For this purpose, measurements of vitamin D levels were taken from patients admitted to an orthopaedic clinic for the surgical management of their recent broken femur for one year

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇