National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Τα όρια της σάτιρας

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τα όρια της σάτιρας ως μορφής έκφρασης υπό το πρίσμα του συνταγματικού δικαίου. Αναλύεται η έννοια και τα βασικά χαρακτηριστικά της σατιρικής έκφρασης, καθώς και η υπερνομοθετική της κατοχύρωση μέσω του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη συνέχεια, διερευνώνται οι περιορισμοί της σάτιρας και οι συγκρούσεις της με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η προστασία της προσωπικότητας, η ιδιωτική ζωή και η θρησκευτική ελευθερία. Τέλος, η εργασία εστιάζει στις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής, αναδεικνύοντας τόσο τη διεύρυνση των δυνατοτήτων της σατιρικής έκφρασης όσο και τους νέους περιορισμούς που προκύπτουν από τον ιδιωτικό έλεγχο των πλατφορμών, την πολιτική ορθότητα και την αυτολογοκρισία.This thesis examines the limits of satire as a form of expression from the perspective of constitutional law. It analyzes the concept and main characteristics of satirical expression, as well as its protection under the Greek Constitution, the European Convention on Human Rights, and the Charter of Fundamental Rights of the European Union. Furthermore, it explores the restrictions imposed on satire and its conflicts with other fundamental rights, such as the protection of personality, private life, and religious freedom. Finally, the study focuses on the challenges of the digital era, highlighting both the expansion of satirical expression and the new limitations arising from platform regulation, political correctness, and self-censorship

    Κακοήθεις όγκοι στοματογναθικού συστήματος παιδιών και εφήβων: Αναδρομική μελέτη ευρημάτων 20ετίας και βιβλιογραφική ανασκόπηση

    No full text
    Εισαγωγή :Οι κακοήθεις όγκοι της στοματικής και γναθοπροσωπικής χώρας (ΣΓΠΧ) αντιπροσωπεύουν το 12% του συνόλου των κακοηθειών της παιδικής ηλικίας, ανάμεσα στους οποίους συχνότεροι είναι το ραβδομυοσάρκωμα, το σάρκωμα Ewing, τα λεμφώματα, το οστεοσάρκωμα και το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα. Λόγω της σύνθετης ανατομίας και λειτουργίας της ΣΓΠΧ, που είναι ζωτικής σημασίας στη μάσηση, την ομιλία, την κατάποση και την αναπνοή, καθώς και του καθοριστικού ρόλου, που διαδραματίζει το πρόσωπο στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, οποιαδήποτε επέμβαση στην περιοχή έχει σημαντικό αντίκτυπο στην εμφάνιση, τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής των παιδιατρικών ασθενών. Η διαγνωστική προσέγγιση κακοηθειών της ΣΓΠΧ απαιτεί συνδυασμό κλινικής εξέτασης, απεικονιστικών μεθόδων, ιστοπαθολογικής και ενίοτε ανοσοϊστοχημικής ή/και μοριακής ανάλυσης. Η διαφοροδιάγνωση από καλοήθεις βλάβες, που είναι πολύ συχνότερες στην παιδική ηλικία, συχνά καθυστερεί την έναρξη της θεραπείας, επιβαρύνοντας την πρόγνωση. Η θεραπευτική αντιμετώπιση των κακοηθειών της ΣΓΠΧ είναι πολυπαραγοντική και βασίζεται σε πρωτόκολλα, που συνδυάζουν ευρεία χειρουργική εκτομή, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία ή/και στοχευμένη ανοσοθεραπεία, ανάλογα με τον ιστολογικό τύπο και την εντόπιση του όγκου, το στάδιο της νόσου και την ηλικία του ασθενούς. Η έγκαιρη διάγνωση και έναρξη θεραπείας σχετίζονται με βελτιωμένα ποσοστά επιβίωσης και καλύτερη ποιότητα ζωής των ασθενών. Σκοπός Σκοπός της μελέτης είναι η καταγραφή και ανάλυση των φακέλων παιδιατρικών ασθενών με κακοήθειες της στοματικής και γναθοπροσωπικής χώρας (ΣΓΠΧ), που αντιμετωπίστηκαν στην Πανεπιστημιακή Κλινική Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων «Π. & Α. Κυριακού» κατά το διάστημα 2002-2024 και η σύγκριση των ευρημάτων με αντίστοιχα βιβλιογραφικά δεδομένα. Υλικό και μέθοδος Πρόκειται για αναδρομική μελέτη, βασισμένη σε στοιχεία, που καταγράφηκαν και αναλύθηκαν από τους φακέλους παιδιατρικών ασθενών με κακοήθεις όγκους της στοματικής και γναθοπροσωπικής χώρας (ΣΓΠΧ), οι οποίοι προσήλθαν/παραπέμφθηκαν, διαγνώσθηκαν και αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά στην προαναφερθείσα κλινική από το 2002 έως και το 2024. Τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη ήταν: α) ύπαρξη ιστοπαθολογικής διάγνωσης «κακοήθης όγκος», β) εντόπιση στην ευρύτερη ΣΓΠΧ και γ) ιστορικό χειρουργικής θεραπείας στην προαναφερθείσα κλινική κατά το διάστημα 2002-2024. Τα κριτήρια αποκλεισμού από τη μελέτη ήταν: α) απουσία ιστοπαθολογικής διάγνωσης «κακοήθης όγκος» ή ασαφής διάγνωση, β) ιστορικό θεραπευτικής αντιμετώπισης σε άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα παρά την αρχική διάγνωση στην προαναφερθείσα κλινική. Για κάθε ασθενή καταγράφηκαν τα εξής: • Δημογραφικά χαρακτηριστικά (φύλο και ηλικία) κατά τη διάγνωση • Ο ακριβής ιστολογικός τύπος της κακοήθειας (π.χ. ραβδομυοσάρκωμα) • Η ακριβής εντόπιση του πρωτοπαθούς κακοήθους όγκου στην ΣΓΠΧ • Κλινικά και απεικονιστικά ευρήματα ανά κακοήθη όγκο • Η ύπαρξη περιοχικών (λεμφαδενικών) ή απομακρυσμένων μεταστάσεων κατά τη διάγνωση • Το είδος και η διάρκεια του εφαρμοσθέντος ανά περίπτωση θεραπευτικού πρωτοκόλλου • Η πορεία νόσου μετά την θεραπεία, συμπεριλαμβανομένων της καταγραφής θανάτων, τοπικής υποτροπής, περιοχικών ή/και απομακρυσμένων μεταστάσεων, καθώς και των περαιτέρω θεραπευτικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπισή τους Αποτελέσματα Το δείγμα της μελέτης περιέλαβε 11 άρρενα (42,3%) και 15 θήλεα (57,7%) παιδιά και εφήβους (αναλογία αρρένων/θηλέων 1: 1,36). Η μέση ηλικία κατά τη διάγνωση ήταν 8,27 έτη (ελάχιστη ηλικία: 6 μήνες – μέγιστη ηλικία:15 έτη). Από τις συνολικά 26 κακοήθειες, 8 ήταν ραβδομυοσαρκώματα, 8 σαρκώματα Ewing, 2 λεμφώματα, 3 οστεοσαρκώματα, 4 νευροεξωδερμικοί όγκοι και ένας ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα. Ως προς την εντόπιση οι κακοήθεις όγκοι αφορούσαν αποκλειστικά μαλακούς ιστούς (2/26 ή 7,69%) ή αποκλειστικά σκληρούς ιστούς (17/26 ή 65,38%), ή σκληρούς και μαλακούς ιστούς ταυτόχρονα (7/26 ή 28%). Τα κλινικά και απεικονιστικά ευρήματα των κακοήθων όγκων της μελέτης ήταν χαρακτηριστικά αλλά όχι παθογνωμονικά. Τέσσερις από τους 26 ασθενείς (15,38%) παρουσίαζαν απομακρυσμένες μεταστάσεις κατά τη διάγνωση: 2 με σάρκωμα Ewing σε πνεύμονες και μηριαίο οστό, μία με οστεοσάρκωμα στο βραχιόνιο και δύο πλευρές και ένας με νευροεξωδερμικό όγκο σε εγκέφαλο και ήπαρ. Το εφαρμοσθέν θεραπευτικό πρωτόκολλο περιελάμβανε: 1) χημειοθεραπεία σε όλους τους ασθενείς, 2) εκτεταμένη χειρουργική αφαίρεση επί υγιών ορίων σε όλους τους ασθενείς εκτός των #1, #4 και #5 και 3) ακτινοθεραπεία στους ασθενείς #1, #6, #7 και #8. Οι 8 από τους 26 ασθενείς (30,76%) δεν ανταποκρίθηκαν στο εφαρμοσθέν θεραπευτικό πρωτόκολλο και κατέληξαν από επιπλοκές της νόσου. Σε αυτούς συγκαταλέγονταν οι 4 ασθενείς με απομακρυσμένες μεταστάσεις κατά τη διάγνωση και 4 ασθενείς, που δεν ανταποκρίθηκαν στο θεραπευτικό πρωτόκολλο και παρουσίασαν ταχεία εξέλιξη της νόσου. Ένας ασθενής με σάρκωμα Ewing (#3) παρουσίασε υποτροπή δύο χρόνια μετά τη διάγνωση, υποβλήθηκε σε ευρύτερη εκτομή και αποκατάσταση με ελεύθερο κρημνό και παραμένει ελεύθερος νόσου επί 9 χρόνια. Συμπεράσματα Οι συχνότεροι κακοήθεις όγκοι στα παιδιά της μελέτης ήταν το ραβδομυοσάρκωμα και το σάρκωμα Ewing. Η συχνότερη ηλικία εμφάνισης κακοήθειας στην ΣΓΠΧ ήταν τα 10-15 έτη και η συχνότερη εντόπιση (53,84%) η οπίσθια περιοχή της κάτω γνάθου. Η χειρουργική εξαίρεση επί ευρέων υγιών ορίων, εφόσον ήταν εφικτή, αποτέλεσε την θεραπεία εκλογής. Η χημειοθεραπεία, η ακτινοθεραπεία και η ανοσοθεραπεία συμπλήρωσαν κατά περίπτωση το θεραπευτικό πρωτόκολλο προεγχειρητικά ή/και μετεγχειρητικά. Το συνολικό ποσοστό επιβίωσης ήταν 69,23%.Introduction Malignant tumors of the oral and maxillofacial region (OMFR) represent approximately 12% of all childhood malignancies, the most common of which include rhabdomyosarcoma, Ewing’s sarcoma, lymphomas, osteosarcoma and squamous cell carcinoma. Given the complex anatomy and function of the OMFR – vital for chewing, swallowing, speech and breathing – and the critical role of the face in the psychosocial development of a child, any surgical intervention in the area has significant impact on the appearance, function and quality of life of pediatric patients. The diagnostic approach to OMFR malignancies requires a combination of clinical examination, imaging, histopathological analysis and, in some cases, immunohistochemistry and/or molecular testing. Differential diagnosis from benign lesions that are much more common in childhood, is often challenging and may delay the initiation of treatment, adversely affecting prognosis. The therapeutic management of OMFR malignancies is multifactorial and based on protocols, combining extensive surgical resection, chemotherapy, radiotherapy and/or targeted immunotherapy, depending on tumor location and histological type, disease stage and patient’s age. Early diagnosis and timely initiation of treatment are associated with improved survival rates and better quality of life. Objective To register and analyze the medical records of pediatric patients, diagnosed with malignant tumors of the oral and maxillofacial region (OMFR), treated at the University Department of Oral and Maxillofacial Surgery at the ‘P. & A. Kyriakou’ Children’s General Hospital during the period 2002-2024 and to compare the findings with related data of the current literature. Material and Methods This is a retrospective study, based on data harvested from the medical records of pediatric patients with malignant OMFR tumors who attended or were referred to, were diagnosed and treated at the above-mentioned department from 2002 to 2024. The inclusion criteria of the study were: a) the histopathological diagnosis "malignant tumor", b) tumor located within the broader OMFR, c) history of surgical treatment at the above-mentioned department during the 2002-2024 period. The exclusion criteria were: a) absence of the histopathological diagnosis ‘malignant tumor’ or ambiguous histopathological report, b) history of treatment in other healthcare institutions despite initial diagnosis at the above-mentioned department. For each patient, the following data were recorded: • Demographic characteristics (sex and age) at the time of diagnosis • Exact histological tumor type (e.g. rhabdomyosarcoma) • Precise location of the primary malignant tumor within the OMFR • Clinical and imaging findings per tumor type • Presence of regional (lymph node) or distant metastases at diagnosis • Type and duration of the therapeutic protocol applied in each case • Disease course following treatment, including recorded deaths, local recurrence, regional and/or distant metastases and additional therapeutic interventions applied to address them Results The study sample included 11 male (42.3%) and 15 female (57.7%) children and adolescents (male-to-female ratio 1:1.36). The mean age at diagnosis was 8.27 years (range: 6 months to 15 years). Of the 26 total malignancies, 8 were rhabdomyosarcomas, 8 Ewing’s sarcomas, 2 lymphomas, 3 osteosarcomas, 4 neuroectodermal tumors and one squamous cell carcinoma. In terms of locatio, tumors involved exclusively soft tissues in 2 cases (7.69%), exclusively hard tissues in 17 cases (65.38%) and both hard and soft tissues simultaneously in 7 cases (28%). Clinical and imaging findings were characteristic but not pathognomonic in all cases. Four out of the 26 patients (15.38%) presented with distant metastases at diagnosis: 2 with Ewing’s sarcoma at the lungs and femur, one with osteosarcoma at the humerus and two ribs and one with neuroectodermal tumor at the brain and liver. The therapeutic protocol included: 1. Chemotherapy for all patients, 2. Wide surgical resection within clear margins for all patients except cases #1, #4 and #5, 3. Radiotherapy for patients #1, #6, #7 and #8. Eight out of the 26 patients (30.76%) did not respond to the applied therapeutic protocol and died from disease-related complications. This group included the four patients who had distant metastases at diagnosis and four patients who did not respond to treatment and experienced rapid disease progression. One patient with Ewing’s sarcoma (#3) experienced recurrence two years after the initial diagnosis, underwent wider excision and reconstruction with a free flap and has remained disease-free for 9 years. Conclusions The most common malignant tumors in the pediatric patients of this study were rhabdomyosarcoma and Ewing’s sarcoma. The peak incidence of OMFR malignancy was noted between 10 and 15 years of age, with the most frequent (53.84%) tumor site being the posterior mandible. Wide surgical resection within clear margins, when feasible, was the treatment of choice. Chemotherapy, radiotherapy and immunotherapy were used as adjuncts to the treatment protocol, either pre- or post-operatively, as indicated. The overall survival rate was 69.23%

    Το εμπορικό απόρρητο κατά την Οδηγία 2016/943/ΕΕ

    No full text
    Η παρούσα εργασία επιχειρεί μια ολοκληρωμένη ανάλυση του θεσμού του εμπορικού απορρήτου υπό το πρίσμα της Οδηγίας 2016/943/ΕΕ και της ενσωμάτωσής της στο ελληνικό δίκαιο. Εξετάζει τη νομική του φύση, την υβριδική του σχέση με το δίκαιο της διανοητικής ιδιοκτησίας και του αθέμιτου ανταγωνισμού, επιχειρώντας ταυτόχρονα μια κριτική αξιολόγηση των βασικών της ρυθμίσεων. Η Οδηγία 2016/943 εναρμονίζει τις νομοθεσίες των κρατών μελών παρέχοντας ένα κοινό πλαίσιο προστασίας έναντι της παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπιστευτικών πληροφοριών, τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό επίπεδο. Το βασικότερο επίτευγμά της είναι η θέσπιση ενός κοινού ορισμού του εμπορικού απορρήτου και η εναρμόνιση των κανόνων σχετικά με την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη. Ωστόσο, ο ενωσιακός νομοθέτης δεν εξόπλισε το εμπορικό απόρρητο με απόλυτες και αποκλειστικές εξουσίες, όπως συμβαίνει στα κλασικά δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.This paper attempts a comprehensive analysis of the legal concept of trade secrets in light of Directive 2016/943/EU and its transposition into Greek law. It examines its legal nature, its hybrid relationship with intellectual property law and unfair competition, while also attempting a critical assessment of its basic provisions. Directive 2016/943/EU harmonises the laws of the Member States by providing a common framework for protection against the unlawful acquisition, use or disclosure of confidential information, both at the substantive and procedural levels. Its main achievement is the establishment of a common definition of trade secrets and the harmonization of rules on unlawful acquisition, use, and disclosure. However, the EU legislator did not endow trade secrets with absolute and exclusive powers, as is the case with traditional intellectual property rights

    Η επίδραση της διατροφής στη σύνθεση του μικροβιώματος και η σχέση του με την παχυσαρκία

    No full text
    Εισαγωγή: Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη διατροφή, το εντερικό μικροβίωμα και την παχυσαρκία. H σύνδεση αυτή τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς η παχυσαρκία εξελίσσεται σε παγκόσμια επιδημία και έτσι η ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση των υποκείμενων βιολογικών μηχανισμών γίνεται επιτακτική. Σκοπός: Στόχος της εργασίας είναι να αναδείξει την σημασία της διατροφής όχι μόνο ως μέσο πρόληψης, αλλά και ως πιθανό εργαλείο θεραπείας απέναντι στην παχυσαρκία, μέσω της υποστήριξης ενός υγιούς μικροβιώματος. Υλικό και μέθοδος: Η συγκεκριμένη συστηματική ανασκόπηση πραγματοποιήθηκε από έρευνες που ανευρέθηκαν από την ηλεκτρονική βιβλιογραφία του Pubmed και του Scopus. Eφόσον τέθηκαν οι λέξεις κλειδιά ακολούθησε η διαλογή των άρθρων που πληρούσαν τα κριτήρια επιλογής και δεν απορρίφθηκαν βάση τα κριτήρια αποκλεισμού. Αποτελέσματα: Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τρόπο με τον οποίο διαφορετικά διατροφικά πρότυπα επηρεάζουν τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος και πως επηρεάζεται το σωματικό βάρος. Μέσα από τα ευρήματα της εργασίας, γίνεται φανερό ότι στοχευμένες και ποιοτικές διατροφικές παρεμβάσεις μπορούν να ενισχύσουν τη ευεργετική μικροβιακή κοινότητα του εντέρου και να λειτουργήσουν ως ουσιαστικό μέσο πρόληψης ή και αντιμετώπισης της παχυσαρκίας. Συμπεράσματα: Η εργασία αυτή ανέδειξε πως η διατροφή επηρεάζει βαθιά το μικροβίωμα του εντέρου και κατ’ επέκταση, τη μεταβολική υγεία. Όταν η διατροφή είναι ισορροπημένη, με φυτικές ίνες, το μικροβίωμα λειτουργεί πιο ομαλά. Αντίθετα, η κακή διατροφή μπορεί να διαταράξει αυτή την ισορροπία και να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως η παχυσαρκία.Introduction: This literature focuses on investigating the relationship between diet, the gut microbiome, and obesity. This connection has attracted intense scientific interest in recent years, as obesity is developing into a global epidemic, making the need for a deeper understanding of the underlying biological mechanisms urgent. Aim: The purpose of this study is to highlight the importance of diet not only as a means of prevention but also as a potential therapeutic tool against obesity, through the support of a healthy microbiome. Material and method: This systematic review was conducted using studies retrieved from the electronic literature databases PubMed and Scopus. After keywords were set, articles that met the inclusion criteria and were not excluded based on the exclusion criteria were screened. Results: Special emphasis is given to the way different dietary patterns affect the composition of the gut microbiome and how body weight is influenced. From the findings of this study, it becomes clear that targeted and quality dietary interventions can strengthen the friendly microbial community of the gut and act as a substantial means of preventing or treating obesity. Conclusions: This study demonstrated that diet deeply affects the gut microbiome and, consequently, metabolic health. When the diet is balanced, with dietary fiber, the microbiome functions more smoothly. Conversely, poor diet can disrupt this balance and lead to problems such as obesity

    Αλγοριθμική προσαρμοστική διαχείριση χαρτοφυλακίου σε καθεστώτα αγοράς : υποδείγματα βελτιστοποίησης στον EURO STOXX 50

    No full text
    Το διαχρονικό ζήτημα στη διαχείριση χαρτοφυλακίου αφορά στο κατά πόσο μια επενδυτική στρατηγική μπορεί, μέσα από συστηματικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες διαδικασίες, να επιτύχει αποδόσεις ανώτερες εκείνων της αγοράς. Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όταν εξετασθεί υπό το πρίσμα της θεωρίας της Υπόθεσης των Προσαρμοστικών Αγορών (Adaptive Market Hypothesis), μιας θεωρίας που η σημασία και η συμβολή αναδεικνύονται στα σύγχρονα περιβάλλοντα που χαρακτηρίζονται από μεταβαλλόμενες συσχετίσεις και δομικές αλλαγές, οι οποίες καθιστούν συχνά ανεπαρκείς τις στατικές στρατηγικές. Η παρούσα εργασία προσεγγίζει το πρόβλημα μέσα από μια αυστηρή, πλήρως ex-ante και ιδιαίτερα ρεαλιστική προσομοίωση, η οποία αναπαράγει πιστά τις συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνονται οι επενδυτικές αποφάσεις. Συγκεκριμένα κάθε τρίμηνο η κατανομή του χαρτοφυλακίου προκύπτει αποκλειστικά από τα διαθέσιμα δεδομένα του προηγούμενου δωδεκαμήνου, χωρίς καμιά χρήση μελλοντικής πληροφόρησης. Η διαδικασία αυτή προσομοιώνει έναν πραγματικό διαχειριστή χαρτοφυλακίου που «ζει στο σήμερα», αναλαμβάνει τον αντίστοιχο κίνδυνο και αξιολογείται σε συνεχώς μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα αγοράς. Η ανάλυση εστιάζει σε δέκα διακριτές παραλλαγές των υποδειγμάτων Markowitz, Risk Parity και Conditional Value at Risk (CVaR). Παράλληλα, αναπτύσσεται ένα σύστημα ταξινόμησης της αγοράς σε καθεστώτα (market regimes), βασισμένο σε κρίσιμα στατιστικά σήματα, το οποίο υλοποιείται μέσω συγχρόνων μεθόδων Μηχανικής Μάθησης (PCA, K-Means, Gaussian Mixture Models). Η εργασία διερευνά το κατά πόσο τα υποδείγματα βελτιστοποίησης παρουσιάζουν συνεπή μοτίβα συμπεριφοράς ανά καθεστώς και αν είναι εφικτή η ανάπτυξη ενός προσαρμοστικού μηχανισμού που αξιοποιεί αυτές τις σχέσεις. Το προτεινόμενο σύστημα αναλύει το εκάστοτε περιβάλλον και επιλέγει δυναμικά τη μέθοδο με τις υψηλότερες εκτιμώμενες προοπτικές. Τα εμπειρικά ευρήματα είναι εδώ αποκαλυπτικά: η προσαρμοστική στρατηγική επιτυγχάνει σχεδόν τετραπλάσια σωρευτική απόδοση έναντι του δείκτη αναφοράς, βελτιωμένη σχέση απόδοσης-κινδύνου (Sharpe Ratio) και εξαιρετικά ενισχυμένο Δείκτη Ανάκαμψης (Recovery Ratio). Συνεπώς, τα πορίσματα της μελέτης που πραγματοποιήθηκε παρέχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η ενσωμάτωση μηχανισμών αναγνώρισης καθεστώτων και προσαρμοστικής βελτιστοποίησης δύναται να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο στη δυναμική διαχείριση χαρτοφυλακίου.The perennial question in portfolio management concerns whether an investment strategy can, through systematic and scientifically grounded processes, achieve returns superior to those of the market. This question gains particular significance under the lens of the Adaptive Markets Hypothesis (AMH), as modern environments are characterized by changing correlations and structural shifts that often render static strategies inadequate. This thesis approaches the problem through a rigorous, fully ex-ante, and highly realistic simulation, faithfully reproducing the conditions under which investment decisions are made. Each quarter, portfolio allocation is derived exclusively from available data of the preceding twelve months, without any use of future information, avoiding look-ahead bias. This process simulates a real-world manager, who “lives in the present”, assumes the corresponding risk, and is evaluated in continuously changing environments. The analysis focuses on ten distinct variants of Markowitz, Risk Parity, and Conditional Value at Risk (CVaR) models. Concurrently, a market regime classification system is developed, based on critical statistical signals and implemented through modern Machine Learning methods (PCA, K-Means, Gaussian Mixture Models). The study examines whether optimization models exhibit consistent behavioral patterns per regime and whether it is feasible to develop an adaptive capital allocation mechanism that exploits these relationships. The proposed system analyzes the current environment and dynamically selects the method with the highest estimated prospects. Empirical findings on the EURO STOXX 50 index (2017-2024) are revealing: the adaptive approach achieves about four times the cumulative return of the benchmark, an improved risk-return relationship, and a significantly enhanced Recovery Ratio. Consequently, the study provides strong evidence that integrating regime recognition mechanisms with adaptive optimization can constitute an effective tool in dynamic portfolio management

    Apache II score σε ασθενείς με αναπνευστική ανεπάρκεια, συσχέτιση με συννοσηρότητες και ημέρες νοσηλείας τους στη ΜΕΘ

    No full text
    Εισαγωγή: Η αναπνευστική ανεπάρκεια αποτελεί σοβαρή και συχνά θανατηφόρα επιπλοκή των αναπνευστικών παθήσεων, με παρατεταμένη νοσηλεία και θνησιμότητα σε ΜΕΘ (Bigatello & Allain, 2015; Kempker et al., 2020). Διακρίνεται σε τύπου 1, με υποξαιμία (PaO₂ <60 mmHg), και τύπου 2, με υπερκαπνία (PaCO₂ >45 mmHg) (Mirabile et al., 2024). Ακόμη, ορισμένοι ασθενείς λόγω αλληλοεπικάλυψης των δύο διαταραχών εμφανίζουν μικτή αναπνευστική ανεπάρκεια (Lagina & Valley., 2024). Το σύστημα APACHE II score, αποτελεί ευρέως χρησιμοποιούμενο και αξιόπιστο εργαλείο πρόγνωσης της βαρύτητας νόσησης (Knaus et al., 1981; Knaus et al., 1985), με αυξημένη ακρίβεια σε βαρέως πάσχοντες και σε περιστατικά αναπνευστικής ανεπάρκειας (Kostoglou et al., 2018). Σκοπός: Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του δείκτη APACHE II score και της διάρκειας νοσηλείας ασθενών με αναπνευστική ανεπάρκεια στη ΜΕΘ. Επί μέρους σκοπός: Η συσχέτιση του APACHE II score με την πορεία έκβασης, τις συννοσηρότητες καθώς, και με την ανάγκη χρήσης επεμβατικού μηχανικού αερισμού στους ασθενείς αυτούς. Υλικό - Μέθοδος: Τον πληθυσμό της μελέτης αποτέλεσαν 77 ενήλικες ασθενείς με αναπνευστική ανεπάρκεια που νοσηλεύθηκαν σε ΜΕΘ. Η συλλογή των δεδομένων έγινε από τους ιατρικούς φακέλους μέσω ειδικής φόρμας καταγραφής και περιλάμβανε δημογραφικά στοιχεία, κλινικά χαρακτηριστικά εισαγωγής, συννοσηρότητες, το σκορ APACHE II των πρώτων 24 ωρών, τη διάρκεια νοσηλείας και την έκβαση. Αποκλείστηκαν ασθενείς με ελλιπή δεδομένα ή παραμονή στη ΜΕΘ μικρότερη των 24 ωρών. Αποτελέσματα: Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν συνολικά 77 ασθενείς ΜΕΘ με αναπνευστική ανεπάρκεια. Η μέση βαθμολογία APACHE II ήταν 26,1 ± 8,1 με διάμεση διάρκεια νοσηλείας 9 ημέρες (IQR: 5–16). Η ενδονοσοκομειακή θνητότητα ανήλθε στο 29,9%, ενώ η διασωλήνωση πραγματοποιήθηκε στο 46,8% των ασθενών. Συχνότερη συννοσηρότητα ήταν η λοίμωξη του αναπνευστικού (59,7%). Η μονοπαραγοντική ανάλυση έδειξε ότι η υψηλότερη βαθμολογία APACHE II συσχετίστηκε σημαντικά με θάνατο, διασωλήνωση και τύπο αναπνευστικής υποστήριξης, ενώ η διάρκεια νοσηλείας παρουσίασε ασθενή αλλά σημαντική θετική συσχέτιση (β = 0,19, p = 0,045). Το φύλο, το βάρος και οι επιμέρους συννοσηρότητες δεν παρουσίασαν σημαντική συσχέτιση. Στο πολυπαραγοντικό μοντέλο, η ανάγκη για επεμβατικό μηχανικό αερισμό παρέμεινε ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας υψηλότερης βαθμολογίας APACHE II. Τέλος το μοντέλο εξηγούσε περίπου το 47% της διακύμανσης της βαθμολογίας APACHE II (Adjusted R² = 0,314). Συμπεράσματα: Από τα ευρήματα της μελέτης προκύπτει ότι υπάρχει σημαντική συσχέτιση της βαρύτητας με βάση το APACHE II και πως σχετίζεται σημαντικά με την έκβαση, τη χρήση επεμβατικού μηχανικού αερισμού και, σε μικρότερο βαθμό, με τη διάρκεια νοσηλείας, ενώ οι μεμονωμένες συννοσηρότητες δεν συσχετίστηκαν στατιστικά σημαντικά με τη βαθμολογία APACHE II.Introduction: Respiratory failure is a serious and often fatal complication of respiratory diseases, associated with prolonged ICU stay and high mortality (Bigatello & Allain, 2015; Kempker et al., 2020). It is classified as type 1, characterized by hypoxemia (PaO₂ <60 mmHg), and type 2, characterized by hypercapnia (PaCO₂ >45 mmHg) (Mirabile et al., 2024). Furthermore, some patients exhibit mixed respiratory failure due to overlap between the two disorders (Lagina & Valley, 2024). The APACHE II score, is a widely used and reliable tool for predicting disease severity, showing increased accuracy in critically ill patients and cases of respiratory failure (Knaus et al., 1981; Knaus et al., 1985; Kostoglou et al., 2018). Purpose: The purpose of the study was to investigate the relationship between the APACHE II score and the duration of hospitalization of patients with respiratory failure in the ICU. Sub-purpose: The correlation of the APACHE II score with the course of outcome, comorbidities, and the need for invasive mechanical ventilation in these patients. Material and Method: This prospective, observational, and descriptive study was conducted in adult patients with respiratory failure admitted to the ICU. Data were collected from medical records using a dedicated recording form and included demographic information, clinical admission characteristics, comorbidities, APACHE II scores from the first 24 hours, length of stay, and outcome. Data collection was performed systematically and anonymously. Patients with incomplete data or an ICU stay of less than 24 hours were excluded. Results: The study included a total of 77 patients with respiratory failure who were admitted to the ICU. The mean APACHE II score was 26.1 ± 8.1, with a median length of stay of 9 days (IQR: 5–16). In-hospital mortality was 29.9%, while intubation was performed in 46.8% of patients. The most frequent comorbidity was respiratory infection (59.7%). Univariate analysis showed that higher APACHE II scores were significantly associated with death, intubation, and type of respiratory support, while length of stay exhibited a weak but significant positive correlation (β = 0.19, p = 0.045). Gender, weight, and individual comorbidities were not significantly correlated. In the multivariate model, the need for invasive mechanical ventilation remained an independent predictor of higher APACHE II scores. Finally, the model explained approximately 47% of the variance in APACHE II scores (Adjusted R² = 0.314). Conclusions: The findings indicate that disease severity, as reflected by the APACHE II score, is significantly associated with patient outcome and the use of invasive mechanical ventilation, and, to a lesser extent, with length of stay, whereas individual comorbidities were not statistically significantly correlated with the APACHE II score

    Οι συμφωνίες pay for delay υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τις συμφωνίες pay-for-delay στον φαρμακευτικό τομέα υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού. Αναλύει τη σχέση μεταξύ προστασίας της ευρεσιτεχνίας και ελεύθερου ανταγωνισμού, τα κίνητρα των εταιρειών πρωτοτύπων και γενοσήμων για τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών, καθώς και τις επιπτώσεις τους στις τιμές των φαρμάκων, στη δημόσια δαπάνη και στην πρόσβαση των ασθενών σε προσιτές θεραπείες. Παράλληλα, παρουσιάζει το νομικό πλαίσιο και τη σχετική νομολογία σε ΕΕ και ΗΠΑ, επιχειρώντας μια κριτική αποτίμηση της συμβατότητάς τους με τους κανόνες ανταγωνισμού.This thesis examines pay-for-delay agreements in the pharmaceutical sector from a competition law perspective. It analyzes the relationship between patent protection and free competition, the incentives of originator and generic companies to conclude such agreements, and their impact on drug prices, public expenditure, and patients’ access to affordable medicines. It also reviews the relevant legal framework and case law in the EU and the US, offering a critical assessment of their compatibility with competition law principles

    Εφαρμογές τεχνολογίας blockchain σε παραδοσιακές διαδικασίες AML/KYC

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την προοπτική ενσωμάτωσης της τεχνολογίας Blockchain στις διαδικασίες καταπολέμησης ξεπλύματος χρήματος (AML) και ταυτοποίησης πελατών (KYC) στον ελληνικό χρηματοοικονομικό χώρο. Στόχος είναι να διερευνηθεί η εφικτότητα, τα οφέλη, οι προκλήσεις και η αντίληψη των επαγγελματιών του κλάδου γύρω από τη χρήση της τεχνολογίας. Η μελέτη βασίστηκε σε υβριδική μεθοδολογική προσέγγιση, συνδυάζοντας βιβλιογραφική ανασκόπηση με ημιδομημένες συνεντεύξεις επαγγελματιών. Τα ευρήματα ανέδειξαν τις αδυναμίες των παραδοσιακών διαδικασιών (γραφειοκρατία, υψηλό κόστος, περιορισμένη διαλειτουργικότητα, χρονοβόρες και επαναλαμβανόμενες διαδικασίες) και ταυτόχρονα τις δυνατότητες του Blockchain να ενισχύσει τη διαφάνεια, την αυτοματοποίηση και τη συνεργασία. Η τελική πρόταση προσανατολίζεται σε ένα permissioned consortium Blockchain με έξυπνα συμβόλαια, συμμόρφωση με GDPR και έμφαση στην εκπαίδευση. Παρά τους περιορισμούς (έλλειψη πραγματικών δεδομένων, νομικές αβεβαιότητες, χρονικοί περιορισμοί), η έρευνα καταδεικνύει ότι το Blockchain μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης εκσυγχρονισμού, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα και την εμπιστοσύνη στις διαδικασίες AML/KYC.Abstract This dissertation explores the potential integration of Blockchain technology into Anti-Money Laundering (AML) and Know Your Customer (KYC) processes within the Greek financial sector. The main objective is to assess the feasibility, benefits, challenges, and industry professionals’ perspectives regarding the adoption of this technology. The study employs a hybrid methodological approach, combining an extensive literature review with semi-structured interviews with professionals from the banking and i-Gaming sectors. The findings highlight the limitations of traditional processes-such as bureaucracy, high operational costs, limited interoperability and tedious and repetitive processes -while also revealing the potential of Blockchain to enhance transparency, automation, and collaboration across institutions. The final proposal focuses on a permissioned consortium Blockchain, incorporating smart contracts, compliance with GDPR through hybrid models, and emphasis on staff training. Despite research related limitations, including limited access to real-world data, legal uncertainties, and time restrictions, the research demonstrates that Blockchain can serve as a catalyst for modernization, improving both the effectiveness and the reliability of AML/KYC procedures

    Between mandate and reality - Legal boundaries of peacebuilding and transitional governance and the case of Timor-Leste

    No full text
    Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία έχει ως στόχο να περιγράψει τους διεθνείς μηχανισμούς ειρήνευσης στο πλαίσιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών υπό το πρίσμα μιας νομικής ειρηνιστικής ερμηνείας. Επιπλέον, αναλύει τη μεταβατική διακυβέρνηση ως έναν πιθανώς μη βίαιο μηχανισμό ειρήνευσης μετά από συγκρούσεις, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε θετική ειρήνη, σε αντίθεση με την απλή απουσία ένοπλων συγκρούσεων. Για το σκοπό αυτό, η διατριβή στοχεύει στην εισαγωγή της νομικής φιλοσοφίας του νομικού ειρηνισμού στον 21ο αιώνα, ώστε στη συνέχεια να εφαρμοστεί στο δίκαιο επιβολής της ειρήνης, διατήρησης της ειρήνης και οικοδόμησης της ειρήνης, καθώς και στο υπάρχον (ή ανύπαρκτο) διεθνές δίκαιο της μεταβατικής διακυβέρνησης. Αυτή η δογματική ανάλυση εφαρμόζεται στη συνέχεια στην περίπτωση του Ανατολικού Τιμόρ, η οποία αποτελεί ένα κατάλληλο παράδειγμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ της οικοδόμησης της ειρήνης και της μεταβατικής διακυβέρνησης σε έναν πλήρη κύκλο ζωής.This Master Thesis is aimed at describing international peacemaking mechanisms under the UN-Charter Law the light of a legal pacifist reading. Further it analyses transitional governance as a possibly non-violent post-conflict peacebuilding mechanism that can lead to positive peace as apposed to the mere absence of armed conflict. For this, the thesis aims at introducing the legal philosophy of legal pacifism into the 21st century, to then be applied to peace enforcement, peacekeeping and peacebuilding law as well as the existing (or the lack of) international law of transitional governance. This doctrinal analysis is then applied to the case of Timor-Leste, which gives a suitable example of the interplay between peacebuilding and transitional governance in a full life-cycle

    Μελέτη της ανατομίας του SMAS και χειρουργικές εφαρμογές / Study of SMAS anatomy and surgical applications

    No full text
    Εισαγωγή: Το Επιπολής Μυοαπονευρωτικό Σύστημα (Superficial Musculoaponeurotic System – SMAS) είναι μία σημαντική ανατομική δομή του προσώπου και του τραχήλου και κατέχει κεντρικό ρόλο σε αισθητικές και επανορθωτικές χειρουργικές τεχνικές. Παρά την ευρεία μελέτη του, η τοπογραφική οριοθέτηση, η μορφολογία και η λειτουργία του SMAS στο πρόσωπο και τον τράχηλο αποτελούν αντικείμενο έντονης επιστημονικής συζήτησης και παρουσιάζουν σημαντική βιβλιογραφική ετερογένεια. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας σχετικά με την ιστορική εξέλιξη της γνώσης γύρω από το SMAS, προκειμένου να αναδειχθούν οι πολλαπλές προσεγγίσεις επί της προκείμενης ανατομικής δομής και να επιτευχθεί η καλύτερη κατανόησή του. Η εργασία στοχεύει στην ερμηνεία των υπαρχουσών γνώσεων σχετικά με τη μορφολογία, την ιστολογική δομή, τις τοπογραφικές σχέσεις και τις χειρουργικές εφαρμογές του SMAS, προκειμένου να ενισχυθεί η ανατομική κατανόηση και η κλινική αξιοποίησή του. Υλικό και Μέθοδος: Διενεργήθηκε συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας μέσω των βάσεων δεδομένων PubMed, Scopus και StatPearls. Η επιλογή των άρθρων έγινε με τη χρήση σχετικών λέξεων-κλειδιών και η αξιολόγηση της ποιότητάς τους πραγματοποιήθηκε με το εργαλείο Anatomical Quality Assessment (AQUA), ώστε να εξασφαλιστεί η επιστημονική εγκυρότητα των πηγών. Αποτελέσματα: Το SMAS ορίζεται ως μία ανατομικά διακριτή ινομυώδης στιβάδα (στιβάδα 3) που διαφοροποιείται μορφολογικά ανά περιοχή του προσώπου. Η πάχυνσή του παρατηρείται στην παρωτιδική χώρα, ενώ λεπταίνει προς τη ζυγωματική περιοχή και τη ρινοχειλική αύλακα. Η ιστολογική του σύσταση περιλαμβάνει κολλαγόνες και ελαστικές ίνες, λιπώδη ιστό και μυϊκές ίνες, ταυτόχρονα παρουσιάζει ανατομική συνέχεια με το πλατύσμα και την κροταφοβρεγματική περιτονία. Επιπλέον, η αιμάτωση προέρχεται κυρίως από την εγκάρσια προσωπική αρτηρία μέσω διατιτραίνοντων κλάδων, ενώ η φλεβική αποχέτευση πραγματοποιείται μέσω δερματικών κλάδων στο επίπεδο του υποδερματικού πλέγματος με την αποχέτευση να πραγματοποιείται μέσω της προσωπικής φλέβας, της επιπολής κροταφικής φλέβας και των εν τω βάθει φλεβικών δικτύων. Σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι η λεμφική αποχέτευση του SMAS παραμένει ελλιπώς τεκμηριωμένη στη διεθνή βιβλιογραφία. Οι σχέσεις του SMAS με τους κλάδους του προσωπικού νεύρου αναδεικνύουν ζώνες αυξημένου κινδύνου. Τέλος, περιγράφονται διάφορες χειρουργικές τεχνικές (όπως SMAS plication, SMASectomy, deep plane facelift, High SMAS facelift), με έμφαση στην ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα και τα αισθητικά αποτελέσματα. Συμπεράσματα: Το SMAS αποτελεί μία δυναμική, ανατομικά και λειτουργικά ετερογενή δομή η οποία κατέχει καθοριστική σημασία για τη χειρουργική του προσώπου. Παρά την μελέτη που έχει διεξαχθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, εξακολουθούν να υπάρχουν ανατομικές και ορολογικές ασάφειες, οι οποίες αναδεικνύουν την ανάγκη για περαιτέρω και πληρέστερη έρευνα. Η πλήρης κατανόηση της δομής του SMAS ενδέχεται να βελτιώσει σημαντικά την ασφάλεια, την ακρίβεια και την αποτελεσματικότητα των παρεμβατικών τεχνικών στο πρόσωπο.Introduction: The Superficial Musculoaponeurotic System (SMAS) is an important anatomical structure of the face and neck, playing a central role in aesthetic and reconstructive surgical techniques. Despite extensive study, the topographical delimitation, morphology, and function of the SMAS in the face and neck remain subjects of intense scientific debate and demonstrate significant heterogeneity in the literature. Aim: The aim of this study is to review the existing literature on the historical development of knowledge regarding the SMAS, in order to highlight the multiple approaches to this anatomical structure and to achieve a better understanding of it. The study aims to interpret current knowledge about the morphology, histological structure, topographical relationships, and surgical applications of the SMAS, in order to enhance anatomical comprehension and clinical utilization. Material and Methods: A systematic review of international literature was conducted through the PubMed, Scopus, and StatPearls databases. Article selection was performed using relevant keywords, and their quality was assessed using the Anatomical Quality Assessment (AQUA) tool to ensure the scientific validity of the sources. Results: The SMAS is defined as an anatomically distinct fibromuscular layer (layer 3) that varies morphologically depending on the facial region. It thickens in the parotid region and becomes thinner toward the zygomatic area and the nasolabial fold. Its histological composition includes collagen and elastic fibers, adipose tissue, and muscle fibers. It also exhibits anatomical continuity with the platysma and the temporoparietal fascia. Furthermore, its vascular supply mainly derives from the transverse facial artery through perforating branches, while venous drainage occurs through dermal branches at the level of the subcutaneous plexus, draining via the facial vein, the superficial temporal vein, and the deep venous networks. Notably, the lymphatic drainage of the SMAS remains insufficiently documented in the international literature. Its relationships with branches of the facial nerve reveal zones of increased risk. Finally, various surgical techniques are described (such as SMAS plication, SMASectomy, deep plane facelift, and High SMAS facelift), with emphasis on safety, effectiveness, and aesthetic outcomes. Conclusions: The SMAS is a dynamic structure, anatomically and functionally heterogeneous, which holds critical importance for facial surgery. Despite the global research conducted, anatomical and terminological ambiguities persist, underscoring the need for further and more comprehensive investigation. A complete understanding of the SMAS structure may significantly improve the safety, precision, and effectiveness of facial surgical interventions

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇