National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Le statut juridique des autorités de régulation indépendantes de l’énergie en Grèce et en France
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται το ζήτημα της ανεξαρτησίας των αρχών ρύθμισης του τομέα της ενέργειας στην Ελλάδα και τη Γαλλία, στο πλαίσιο της απελευθέρωσης των ενεργειακών αγορών και του σταδιακού μετασχηματισμού του ρόλου του κράτους από άμεσο πάροχο υπηρεσιών σε ρυθμιστή της αγοράς. Υπό το πρίσμα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως των απαιτήσεων που απορρέουν από τις οδηγίες 2009/72/ΕΚ και 2019/944/ΕΕ, εξετάζεται κατά πόσον η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών κατοχυρώνεται όχι μόνο νομικά αλλά και ουσιαστικά στην πράξη. Μέσα από την συγκριτική ανάλυση της ελληνικής Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) και της γαλλικής Commission de régulation de l’énergie (CRE), μελετώνται οι οργανικές και λειτουργικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας, το θεσμικό τους πλαίσιο, καθώς και οι μηχανισμοί ελέγχου, λογοδοσίας και διαφάνειας. Η παρούσα εργασία αναδεικνύει τις θεσμικές συγκλίσεις και αποκλίσεις μεταξύ των δύο εθνικών μοντέλων ρύθμισης και αξιολογεί τον βαθμό πραγματικής ανεξαρτησίας των ρυθμιστικών αρχών, επισημαίνοντας, για καθένα από αυτά, τις υφιστάμενες προκλήσεις και τα περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης της ενεργειακής ρύθμισης στο διαρκώς εξελισσόμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο.This master’s thesis examines the issue of the independence of energy sector regulatory authorities in Greece and France, within the context of the liberalisation of energy markets and the gradual transformation of the role of the state from a direct provider of services to a market regulator. From the perspective of European Union law, and in particular the requirements arising from Directives 2009/72/EC and 2019/944/EU the study examines whether the independence of national regulatory authorities is ensured not only de jure but also de facto. Through a comparative analysis of the Greek Regulatory Authority for Waste, Energy and Water (RAAEY) and the French Energy Regulatory Commission (Commission de régulation de l’énergie - CRE), the study examines the organisational and functional guarantees of independence, their institutional and legal framework, as well as the mechanisms of oversight, accountability, and transparency. The study identifies both convergences and divergences between the two national models of regulation and evaluates the extent of the regulatory authorities’ effective independence, while also highlighting, for each system, the existing challenges and the potential avenues for the further enhancement of energy regulation within the continuously evolving European regulatory framework
Η Αστική Ευθύνη του Διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ)
Η παρούσα διπλωματική πραγματεύεται το ζήτημα της Αστικής Ευθύνης του Διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Στην εργασία αναλύεται αρχικά η πιθανή ευθύνη του ΔΕΔΔΗΕ με βάση τον Ν. 4001/2011, καθώς και τον Κώδικα του Δικτύου (Κώδικας ΕΔΔΗΕ). Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ευθύνη από ζημίες σε ηλεκτρικές συσκευές, στις περιπτώσεις των ρευματοκλοπών, καθώς και στην ανάγκη της καθολικής πρόσβασης στο δίκτυο. Στη συνέχεια ερευνάται η αδικοπρακτική ευθύνη του ΔΕΔΔΗΕ, κυρίως μέσω ερμηνείας δικαστικών αποφάσεων και γίνεται ανάλυση για το κατά πόσον μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη από διακινδύνευση. Τέλος, γίνεται λόγος και για την ευθύνη του Διαχειριστή με βάση τον νόμο 2251/1994, για την προστασία του Καταναλωτή και εξετάζεται η πιθανή συρροή όλων των παραπάνω νόμιμων βάσεων.This present dissertation deals with the issue of the civil liability of the Hellenic Electricity Distribution Network Operator. The thesis analyzes the potential liability of HEDNO based on Law 4001/2011 and the Distirbution Network Code (HEDNO Code). Particular emphasis is placed on the liability for damage to electrical appliances, in cases of electricity theft, as well as on the need for universal access to the network. Furthermore, the tortious liability of HEDNO is examined, mostly through court decisions interpretation, and an analysis is made on whether liability may arise from the exposure to risk. Finally, the thesis addresses the Operator’s liability under Law 2251/1994 on consumer protection and examines the possible concurrence of all the aforementioned legal bases
Ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων: η έννοια του προϊόντος και το βάρος απόδειξης σε συγκριτική επισκόπηση των ρυθμίσεων των Οδηγιών 85/374/ΕΟΚ και (ΕΕ) 2024/2853
Στο πεδίο της ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, το κατεξοχήν και πρώτο ενωσιακό νομοθέτημα αποτέλεσε η Οδηγία 85/374/ΕΟΚ. Στόχος της παρούσας εργασίας, είναι η ανάδειξη των τότε νομοθετικών επιλογών, σε συγκριτική επισκόπηση με τις ισχύουσες, πλέον, ρυθμίσεις κατά την Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853, αναφορικά με δύο πυλώνες: αυτόν της έννοιας του προϊόντος και του βάρους απόδειξης. Δια της ανάλυσης, επιχειρείται η κατά το δυνατόν πληρέστερη θεώρηση των αναφυόμενων ζητημάτων, ήτοι προηγείται μία σύντομη εισαγωγή στο ενωσιακό δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, ενώ έπειτα ακολουθεί η παρουσίαση ορισμένων καίριων σημείων της Οδηγίας 85/374/ΕΟΚ, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η εξέταση της έννοιας του προϊόντος και του βάρους απόδειξης, το οποίο διακρίνεται διττώς: σε βάρος απόδειξης του ζημιωθέντος αφενός και του παραγωγού αφετέρου, με ταυτόχρονη ανάδειξη των τυχόν αποκλίσεων στις σχετικές ρυθμίσεις κατά την μεταφορά της Οδηγίας στο άρθρο 6 του Ν.2251/1994. Εν συνεχεία, της ακροθιγούς παρουσίασης των καίριων σημείων της νέας PLD, ακολουθεί συγκριτική επισκόπηση επί των δύο πυλώνων, σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, ενώ ειδική μνεία γίνεται στη μείζων εισαχθείσα καινοτομία, στα μαχητά, δηλαδή, καθιερούμενα τεκμήρια, σε βάρος του εναγόμενου οικονομικού φορέα. Τέλος, η εργασία ολοκληρώνεται με ορισμένες καταληκτικές παρατηρήσεις και με τη συναγωγή θεωρητικής φύσεως συμπερασμάτων, το πρακτικό αντίκρισμα των οποίων θα γίνει εν καιρώ αντιληπτό δια της ακολουθούμενης στάσης τόσο του εθνικού δικαστή, κατόπιν της εσωτερικής μεταφοράς της νέας Οδηγίας, όσο και του ΔΕΕ, εν καιρώ, δια της νομολογίας του.In the field of liability for defective products, the foundational and primary legislative instrument at EU level was Directive 85/374/EEC. The aim of the present thesis is to highlight the legislative choices made at that time, through a comparative overview with the currently applicable provisions of Directive (EU) 2024/2853, with regard to two central aspects: the definition of the product and the burden of proof. Through analysis, the thesis seeks to provide, as comprehensively as possible, an examination of the issues that arise. Accordingly, it begins with a brief introduction to EU consumer protection law, followed by the presentation of certain key aspects of Directive 85/374/EEC, in order to facilitate the examination of the notion of the product and the burden of proof, which is addressed in a dual manner, namely the burden of proof borne by the injured party on the one hand and by the producer on the other, with simultaneous reference to any divergences in the relevant provisions following the transposition of the Directive into Article 6 of Law 2251/1994. Subsequently, following a concise presentation of the salient features of the new PLD, a comparative assessment of these two aspects is undertaken in relation to the previous legal regime, with particular emphasis on the major innovation introduced thereby, namely the introduction of rebuttable presumptions operating to the detriment of the defendant economic operator. Finally, the thesis concludes with certain closing observations and the formulation of conclusions of a theoretical nature, the practical implications of which will, in due course, become apparent through the approach adopted both by the national courts, following the transposition of the new Directive into the domestic legal order, and by the Court of Justice of the European Union, in due course, through its case law
Η φορολογία της ναυτιλίας - Ο φόρος των πλοίων
Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της εθνικής οικονομίας και της διεθνούς ναυτιλιακής αγοράς. Το ισχύον φορολογικό πλαίσιο, με επίκεντρο τον φόρο χωρητικότητας (tonnage tax), έχει συμβάλει στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού στόλου, προσφέροντας σταθερότητα και προβλέψιμο επιχειρηματικό περιβάλλον. Η μελέτη εξετάζει την ιστορική εξέλιξη του συστήματος, τις συνταγματικές και θεσμικές του βάσεις, την προσαρμογή του στις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές και τις διεθνείς πρακτικές, καθώς και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σε περιβάλλον αυξανόμενου ρυθμιστικού και φορολογικού ανταγωνισμού. Παράλληλα, αναλύονται οι αδυναμίες του υφιστάμενου πλαισίου, όπως η περιορισμένη διαφάνεια και η εξάρτηση από φορολογικά κίνητρα, και προτείνονται μέτρα για την ενίσχυση της βιωσιμότητας και της κοινωνικής αποδοχής του. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν την προοδευτικοποίηση του φόρου, την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων, την αύξηση της διαφάνειας και την ενίσχυση της θεσμικής προσαρμοστικότητας, με στόχο την εδραίωση της θέσης της Ελλάδας ως ηγετικής ναυτιλιακής δύναμης.Greek shipping constitutes one of the most important pillars of the national economy and the international maritime market. The current tax framework, centered on the tonnage tax, has contributed to maintaining the competitiveness of the Greek fleet by offering stability and a predictable business environment. The study examines the historical development of the system, its constitutional and institutional foundations, its adaptation to European guidelines and international practices, as well as the challenges it faces in an environment of increasing regulatory and fiscal competition. At the same time, it analyzes the weaknesses of the existing framework, such as limited transparency and dependence on tax incentives, and proposes measures to enhance its sustainability and social acceptance. The proposals include the progressive structuring of the tax, the incorporation of environmental and social criteria, the increase of transparency, and the strengthening of institutional adaptability, with the aim of consolidating Greece’s position as a leading maritime power
Ιστορικοκοινωνική εξέλιξη των νησιών και επαγγελματικός χώρος. Η περίπτωση της Ικαρίας
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την εξέλιξη των επαγγελμάτων στην Ικαρία και τις κοινωνικές μεταβολές που τη συνοδεύουν, εστιάζοντας τόσο στις παραδοσιακές μορφές εργασίας του παρελθόντος όσο και στις σύγχρονες επαγγελματικές δραστηριότητες που έχουν διαμορφωθεί στο νησί τις τελευταίες δεκαετίες. Μέσω βιβλιογραφικής επισκόπησης διερευνώνται οι ιστορικές και κοινωνιολογικές παράμετροι που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της επαγγελματικής ταυτότητας της τοπικής κοινωνίας, ενώ αναλύονται βασικές έννοιες όπως η κοινωνία, η κοινότητα και η εργασία. Για τη συλλογή πρωτογενών δεδομένων χρησιμοποιήθηκε δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο απευθύνθηκε σε κατοίκους και άτομα με δεσμό με την Ικαρία. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με περιγραφικές στατιστικές μεθόδους και θεματική ομαδοποίηση των ανοιχτών απαντήσεων. Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν τις σημαντικές αλλαγές που έχουν επέλθει στο επαγγελματικό τοπίο, με την υποχώρηση πολλών παραδοσιακών επαγγελμάτων και την ενίσχυση του τομέα των υπηρεσιών, ιδιαίτερα του τουρισμού. Παράλληλα, αναδεικνύεται η μεταβολή κοινωνικών ρόλων, ιδιαίτερα των γυναικών, καθώς και η αίσθηση μειωμένων επαγγελματικών ευκαιριών για τους νέους. Συνολικά, η έρευνα φωτίζει τη σχέση συνέχειας και αλλαγής στην επαγγελματική πραγματικότητα της Ικαρίας, αναδεικνύοντας τόσο τις απώλειες όσο και τις δυνατότητες που εντοπίζουν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες για το μέλλον του νησιού.This thesis examines the evolution of professional activities in Ikaria and the social transformations that have accompanied these changes over time. Through an extensive literature review, the study explores the historical and sociological dimensions that shaped the island’s professional identity, while also addressing key conceptual frameworks such as society, community, and labor. Primary data were collected through a structured questionnaire distributed to residents and individuals with a personal connection to Ikaria. The responses were analyzed using descriptive statistical methods and thematic analysis of the open-ended questions. The findings indicate a significant shift in the island’s professional landscape, marked by the decline of many traditional occupations and the growing dominance of the service sector, particularly tourism. Additionally, the results highlight changes in social roles, especially regarding women’s participation in the workforce, as well as concerns about the limited professional opportunities available to younger generations. Overall, the study illuminates the interplay between continuity and change in Ikaria’s working life, emphasizing both the losses associated with the disappearance of traditional professions and the potential for revitalization and development as perceived by the participants
Κλινική ανάπτυξη & αναδυόμενες θεραπευτικές εφαρμογές του belantamab mafodotin: ένα νέο συζευγμένο φάρμακο αντισώματος για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος / Clinical development and emerging therapeutic applications of belantamab mafodotin: a novel antibody drug conjugate for the treatment of multiple myeloma
Το πολλαπλούν μυέλωμα (ΠΜ) αποτελεί τη δεύτερη συνηθέστερη αιματολογική κακοήθεια. Χαρακτηρίζεται από τον πολλαπλασιασμό των μονοκλωνικών πλασματοκυττάρων στον μυελό των οστών, με αποτέλεσμα σοβαρές οστικές αλλοιώσεις, νεφρική δυσλειτουργία, αναιμία και υπερασβεστιαιμία. Παρά τις σημαντικές εξελίξεις στη θεραπεία της εν λόγω αιματολογικής κακοήθειας, η διαχείριση της είναι πολύπλοκη, με σημαντικό ποσοστό των ασθενών να υποτροπιάζουν ή να παρουσιάζουν αντοχή στις πρώτες γραμμές θεραπείας. Τα τελευταία χρόνια έχει συντελεστεί σημαντική πρόοδος με την εισαγωγή νέων μορίων και δη των συζευγμάτων αντισώματος- φαρμάκου (ADC), τα οποία ευνοούν την ιατρική ακριβείας, βελτιώνοντας το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης και την PFS. Εξ αυτών, το belantamab mafodotin είναι ένα συζεύγμα αντισώματος-φαρμάκου που στοχεύει τo BCMA με ποικίλους μηχανισμούς αντικαρκινικής δράσης. Στη βάση των ανωτέρω, σκοπός της παρούσας βιβλιογραφικής ανασκόπησης ήταν η διερεύνηση της κλινικής ανάπτυξης και των αναδυομένων θεραπευτικών εφαρμογών του belantamab mafodotin στη θεραπεία του ΠΜ. Παρά τις περιπέτειες του belantamab mafodotin, αναφορικά με την έγκριση του από τις ρυθμιστικές αρχές, τα υπάρχοντα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του belantamab mafodotin στη θεραπεία του ΠΜ, και ιδιαίτερα του ανθεκτικού/υποτροπιάζοντος ΠΜ, είναι ενθαρρυντικά. Κρίνεται αναγκαία η εκπόνηση περαιτέρω μελετών, προκειμένου να βελτιωθεί η κλινική του χρησιμότητα, ιδίως στο πλαίσιο συνδυαστικής θεραπείας.Multiple myeloma (MM) is the second most common hematological malignancy. It is characterized by the uncontrolled proliferation of monoclonal plasma cells in the bone marrow, resulting in severe bone lesions, renal dysfunction, anemia and hypercalcemia. Despite significant advances in the treatment of this hematological malignancy, its management remains complex, with a significant proportion of patients relapsing or showing resistance to first-line therapy. In recent years, significant progress has been made with the introduction of new molecules, especially antibody-drug conjugates (ADC), which favor precision medicine, improving the overall response rate and progression-free survival. Of these, belantamab mafodotin is an antibody-drug conjugate that targets BCMA with diverse mechanisms of anticancer action. Under this light, the aim of this literature review was to investigate the clinical development and emerging therapeutic applications of belantamab mafodotin in the treatment of MM. The findings of the study suggest that despite the adventures of belantamab mafodotin, regarding its approval by the regulatory authorities, the existing evidence regarding its safety and efficacy in the treatment of MM, and particularly refractory/relapsed MM, are encouraging. Further studies are necessary to improve its clinical utility, especially in the context of combination therapy
Οι προσβολές της ιδιωτικότητας και των δικαιωμάτων επί της προσωπικότητας στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου
Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το ζήτημα των προσβολών της ιδιωτικότητας και των δικαιωμάτων επί της προσωπικότητας στο πλαίσιο του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, υπό το πρίσμα των σύγχρονων κοινωνικών και τεχνολογικών εξελίξεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις διαδικτυακές προσβολές και στη διεθνή τους διάσταση, οι οποίες καθιστούν δυσχερή τον προσδιορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας και του εφαρμοστέου δικαίου. Αναλύεται το θεωρητικό και κανονιστικό υπόβαθρο της προστασίας της ιδιωτικότητας και της προσωπικότητας, καθώς και το ισχύον ενωσιακό πλαίσιο, ιδίως οι σχετικοί κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, εξετάζεται η σχετική νομολογία και αναδεικνύονται τα βασικά νομικά προβλήματα που προκύπτουν από τη διασυνοριακή φύση των προσβολών στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα.This paper addresses the issue of infringements of privacy and personality rights within the framework of Private International Law, in light of contemporary social and technological developments. Particular emphasis is placed on online infringements and their international dimension, which render the determination of international jurisdiction and the applicable law particularly challenging. The theoretical and regulatory foundations of the protection of privacy and personality rights are analyzed, as well as the existing EU legal framework, with particular focus on the relevant regulations of the European Union. At the same time, relevant case law is examined, and the main legal problems arising from the cross-border nature of such infringements in today’s digital reality are highlighted
Τα όρια της καταχρηστικότητας στη σύμβαση ναυτιλιακού δανείου
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τα όρια της καταχρηστικότητας στη σύμβαση ναυτιλιακού δανείου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ρήτρες ανάληψης υποχρεώσεων (covenants) και στην καταγγελία της σύμβασης λόγω παραβίασής τους. Η ναυτιλιακή χρηματοδότηση αποτελεί βασικό πυλώνα της διεθνούς ναυτιλιακής δραστηριότητας και χαρακτηρίζεται από αυξημένη πολυπλοκότητα και υψηλό επίπεδο κινδύνου, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ενσωμάτωση εκτεταμένων μηχανισμών προστασίας των τραπεζικών συμφερόντων. Στο πρώτο μέρος της μελέτης αναλύεται η νομική φύση και η λειτουργία των covenants, ενώ εξετάζεται η παραβίασή τους ως γεγονός υπερημερίας και ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης. Επιπλέον, αναλύονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της τράπεζας. Το δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στη θεωρητική και νομολογιακή προσέγγιση της καταχρηστικότητας της καταγγελίας ναυτιλιακού δανείου, υπό το πρίσμα του ελληνικού και του αγγλικού δικαίου. Γίνεται αναφορά στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και της συμβατικής ελευθερίας, καθώς και στην πρότυπη σύμβαση ναυτιλιακού δανείου της Loan Market Association (LMA). Καταληκτικά, αναδεικνύεται ότι, παρά την ευρεία συμβατική ελευθερία στις ναυτιλιακές δανειακές συμβάσεις, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας πρέπει να υπόκειται σε ουσιαστικούς περιορισμούς, όταν υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών. Η διατήρηση αυτής της ισορροπίας διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των τραπεζικών συμφερόντων, μεριμνώντας ταυτόχρονα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του δανειζομένου.This thesis examines the limits of unfairness of terms in maritime loan agreements. Particular emphasis is placed on covenants and the termination of the agreement due to their breach. Shipping finance constitutes a fundamental pillar of international shipping activity and is characterized by increased complexity and a high level of risk, rendering necessary the incorporation of extensive mechanisms for protecting banking interests. The first part of the study analyzes the legal nature and function of covenants, while examining their breach as an event of default and as a material ground for terminating the contract. Furthermore, it analyzes the legal consequences arising from the bank's exercise of the right of termination. The second part focuses on the theoretical and jurisprudential approach to the abusiveness of the termination of a maritime loan agreement, under Greek and English law. Reference is made to the principles of good faith, fair dealing and freedom of contract, as well as to the Loan Market Association (LMA) standard maritime loan agreement. In conclusion, the study highlights that, despite the broad contractual freedom in maritime loan agreements, the exercise of the right of termination must be subject to substantive restrictions when it exceeds the limits of good faith and fair dealing. Striking this balance ensures the protection of banking interests while simultaneously safeguarding the rights of the borrower
Η ελευθερία της έκφρασης στον ψηφιακό κόσμο και οι περιορισμοί της από τις εταιρίες του διαδικτύου
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται και εφαρμόζεται στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον, με ιδιαίτερη έμφαση στους περιορισμούς που επιβάλλονται από τις ιδιωτικές εταιρίες του διαδικτύου. Αναλύεται το περιεχόμενο και η νομική φύση της ελευθερίας της έκφρασης, καθώς και οι νομικές της βάσεις, με ειδική αναφορά στο ελληνικό Σύνταγμα, το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο, αλλά και το αμερικανικό συνταγματικό πλαίσιο. Περαιτέρω, η εργασία εστιάζει στις ιδιαιτερότητες της διαδικτυακής έκφρασης, αναδεικνύοντας τον ρόλο των ψηφιακών πλατφορμών ως νέων φορέων ή "διαμεσολαβητών" του δημόσιου λόγου. Εξετάζεται το ζήτημα της τριτενέργειας της ελευθερίας της έκφρασης στις σχέσεις μεταξύ των διαδικτυακών εταιριών και των χρηστών του διαδικτύου, καθώς και το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την ευθύνη των εταιριών του διαδικτύου για το περιεχόμενο που φιλοξενούν. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης στο διαδίκτυο, όπως αυτοί προκύπτουν μέσα από τις πολιτικές εποπτείας περιεχομένου (content moderation), στα φαινόμενα που γεννώνται στο ψηφιακό περιβάλλον, όπως η ρητορική μίσους και η παραπληροφόρηση, καθώς και τα προβλήματα υπερβολικής λογοκρισίας (overblocking). Τέλος, αξιολογείται η συμβατότητα των πρακτικών αυτών με τις συνταγματικές και διεθνείς εγγυήσεις της ελευθερίας της έκφρασης και διατυπώνονται προβληματισμοί σχετικά με την ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον ψηφιακό χώρο.This thesis examines the right to freedom of expression in the contemporary digital environment, with particular emphasis on the limitations imposed by private internet companies. Initially, the study analyzes the concept, content, and legal nature of freedom of expression, as well as its constitutional and international foundations, with reference to the Greek Constitution, the European Convention on Human Rights, and the U.S. constitutional framework. The thesis then focuses on the specific characteristics of online expression, highlighting the role of digital platforms as new intermediaries of public discourse. Special attention is given to the horizontal effect of fundamental rights and to the regulatory framework governing the liability of internet companies for user-generated content. Furthermore, the study explores the restrictions on freedom of expression in the digital sphere, particularly through content moderation practices, the regulation of hate speech and disinformation, and the phenomenon of overblocking. Finally, the thesis assesses the compatibility of these practices with constitutional and international guarantees of freedom of expression and emphasizes the need for enhanced transparency, accountability, and effective protection of fundamental rights in the digital public sphere
Practical problems regarding the implementation of arts 14.2 (g) and 22 GDPR on algorithms and automated decision making in view of the AI Act
Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η κριτική εξέταση της ρύθμισης της αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων στο ενωσιακό δίκαιο, με ιδιαίτερη έμφαση στη διαδραστική σχέση μεταξύ του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων και του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Επιδιώκει να αποσαφηνίσει το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο των άρθρων 22 και 14 παρ. 2 στοιχ. ζ) ΓΚΠΔ, καθώς και τις εγγυήσεις που έχουν σχεδιαστεί για την προστασία των φυσικών προσώπων από τους κινδύνους αδιαφανούς ή διακριτικής αλγοριθμικής επεξεργασίας. Παράλληλα, η εργασία εξετάζει κατά πόσον το πρόσφατα θεσπισμένο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη συμπληρώνει ή αμφισβητεί το υφιστάμενο πλαίσιο προστασίας δεδομένων και ιδιωτικότητας, αξιολογώντας τον βαθμό στον οποίο τα δύο αυτά καθεστώτα μπορούν να λειτουργήσουν με συνοχή και συμπληρωματικότητα. Σε ευρύτερο επίπεδο, η διπλωματική εργασία φιλοδοξεί να συμβάλει στον συνεχιζόμενο επιστημονικό διάλογο σχετικά με το πώς το ενωσιακό δίκαιο μπορεί να επιτυγχάνει ισορροπία μεταξύ της τεχνολογικής καινοτομίας και της παροχής αποτελεσματικών νομικών εγγυήσεων.The purpose of this thesis is to critically examine the regulation of automated decision-making under EU law, with a particular focus on the interplay between the General Data Protection Regulation and the Artificial Intelligence Act. It seeks to clarify the scope and meaning of Articles 22 and 14(2)(g) GDPR and the safeguards designed to protect individuals from the risks of opaque or discriminatory algorithmic processing. Concurrently, this thesis examines whether the recently adopted EU regulatory framework on artificial intelligence complements or challenges the data protection and privacy framework, assessing the extent to which these regimes can operate coherently alongside one another. More broadly, this thesis aims to contribute to the ongoing debate on how EU law can balance technological innovation with effective legal safeguards