National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Ο «Άμπαμπας» και η «Μπατζίκα» στο Φλάμπουρο Σερρών: Λαϊκές θεραπευτικές τελετουργίες και πρακτικές

    No full text
    Η διπλωματική αυτή εργασία στοχεύει στη λεπτομερή παράθεση και ερμηνεία μίας λαϊκής ιαματικής τελετουργίας στην επαρχιακή κοινότητα της κωμοπόλεως της Νιγρίτας, το Φλάμπουρο του νομού Σερρών. Με γνώμονα τη βιβλιογραφική και αρχειακή επισκόπηση και την επιτόπια έρευνα, σύμφωνα με τη μεθοδολογία, θα πραγματοποιηθεί ανάλυση κάποιων βασικών ιστορικοκοινωνικών στοιχείων του υπό εξέταση χωριού. Στη συνέχεια, θα προχωρήσουμε στη διεξοδική περιγραφή της θεραπευτικής αυτής τελετουργίας, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται ο «Άμπαμπας» και η «Μπατζίκα». Για τα στοιχεία αυτά θα γίνει εκτενής λόγος, αξιοποιώντας τις κατάλληλες βιβλιογραφικές πηγές, σχετικές με τις τελετουργίες και τις διαβατήριες τελετές, και γύρω από το θέμα της συμπαθητικής μαγείας και της μιμητικής ιατρικής. Στα παραπάνω θα προστεθούν οι απόψεις των συνομιλητών και συνομιλητριών που συνελέγησαν στη διάρκεια της επιτόπιας έρευνας. Ως εθιμική πρακτική στην οποία πρωτοστατούσε η γυναικεία μορφή, θα προβούμε στην ανάλυση της σημασίας της γυναικείας φύσης στην πραγματοποίηση αυτού του εθίμου. Παράλληλα, θα αναφερθούν συνοπτικά και άλλα χωριά στα οποία πραγματοποιούνταν η εν λόγω θεραπευτική τελετουργική πρακτική, σε σχέση με το υπό έρευνα χωριό. Τέλος, θα δοθεί έμφαση στο πώς βλέπεται το εγκαταλειμμένο αυτό έθιμο από την ίδια φλαμπουριώτικη κοινότητα, και πώς η ανάμνηση αυτής της τελετουργικής πρακτικής επιβιώνει μέσα από τις αφηγήσεις των Φλαμπουριωτών του σήμερα.This thesis aims to present and interpret in detail a folk healing ritual practiced in the rural community of the small town of Nigrita, specifically in the village of Flampouro in the prefecture of Serres. Guided by a review of the relevant bibliography and archival material, as well as by fieldwork conducted in accordance with the methodological framework, an analysis will first be carried out of key historical and social aspects of the village under study. Subsequently, we will proceed to an in-depth description of this therapeutic ritual, at the center of which stand the figures of the “Ababas” and the “Badjika.” These elements will be thoroughly examined through the use of appropriate bibliographical sources related to rituals and rites of passage, as well as to the topics of sympathetic magic and mimetic healing. The above will be supplemented by the views of the interlocutors who were interviewed during the field research. As a customary practice in which women played a leading role, we will analyze the significance of the female presence in the performance of this rite. At the same time, reference will be made to other villages in which this therapeutic ritual practice was also performed, in relation to the village under investigation. Finally, emphasis will be placed on how this now-abandoned custom is perceived by the contemporary community of Flampouro, and on how the memory of this ritual practice survives through the narratives of present-day inhabitants

    Η Κωδικοποίηση ως πρακτική Καλής Νομοθέτησης: Η Εθνική Πύλη Κωδικοποίησης

    No full text
    Βασικό αντικείμενο της συγκεκριμένης διπλωματικής εργασίας αποτελεί η εξέταση της σχέσης μεταξύ Κωδικοποίησης και Καλής Νομοθέτησης. Ως ερευνητική υπόθεση διατυπώνεται η θέση ότι η Κωδικοποίηση, ως ειδικότερη πτυχή και εργαλείο της Καλής Νομοθέτησης, συντείνει στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου. Με άλλα λόγια, η ασφάλεια δικαίου αφενός ως κομβική αρχή της Καλής Νομοθέτησης και αφετέρου ως απόληξη της Κωδικοποίησης συνθέτει τον κοινό τους παρονομαστή. Στο πλαίσιο αυτό, και αφού αποδοθούν οι αναγκαίες ορολογικές διευκρινίσεις, αρχικά διερευνώνται η πολυνομία και η κακονομία, οι οποίες συνιστούν διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε αυτόν τον άξονα, αναδεικνύεται η σημασία της Καλής Νομοθέτησης, με την υιοθέτηση των αρχών και μέσων της οποίας δύναται να αντιμετωπιστούν τα ως άνω φαινόμενα. Λαμβάνονται υπόψη η ιστορική διαμόρφωση και τα ουσιώδη στοιχεία της πολιτικής της Καλής Νομοθέτησης σε διεθνές, ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Ακολούθως, αναλύονται οι εξελίξεις στη διαδικασία της Κωδικοποίησης και εξηγείται πώς αυτή μπορεί να συνεισφέρει στην ασφάλεια δικαίου. Έπειτα, έμφαση δίδεται στη λειτουργία της Εθνικής Πύλης Κωδικοποίησης και στη συμβολή του ηλεκτρονικού αυτού συστήματος στη βελτίωση της ποιότητας της ρυθμιστικής παραγωγής στην Ελλάδα. Για την αποτίμηση της αποτελεσματικότητας της εν λόγω ψηφιακής πλατφόρμας αξιοποιείται – μεταξύ άλλων – και το εργαλείο των συνεντεύξεων. Εν συνεχεία, ακολουθεί η διατύπωση βελτιωτικών προτάσεων στο πεδίο της Κωδικοποίησης ειδικότερα, αλλά και της Καλής Νομοθέτησης γενικότερα. Τέλος, η διπλωματική εργασία ολοκληρώνεται με την αναδιατύπωση των βασικών συμπερασμάτων και την προβολή πεδίων μελλοντικής έρευνας.The main objective of this thesis is to examine the relationship between Codification and Better Regulation. The research hypothesis posits that Codification, as a specific aspect and tool of Better Regulation, contributes to the strengthening of legal certainty. In other words, legal certainty - both as a key principle of Better Regulation and as an outcome of Codification - serves as their common denominator. Within this framework, following all necessary terminological clarifications, legislation complexity and multitude/overregulation are initially explored, since they have historically been detected as persistent problems of the Greek state. In this context, the importance of Better Regulation is highlighted, as well as its principles and tools that could address the aforementioned phenomena. Historical development and essential elements of Better Regulation policy at international, European and national levels are taken into consideration. Thereafter, progress in the Codification process is analyzed, and explanation on how codification can contribute to legal certainty is provided. Emphasis is then directed to the operation of the National Codification Portal along with the additional value of this digital system in improving the quality of legislative output in Greece. In order to assess the effectiveness of this digital platform, interviews are utilized - amongst other methods. Subsequently, recommendations aimed at refining Codification specifically, and Better Regulation overall, are presented. The present thesis concludes with a restatement of all key findings, as well as suggestions on future research

    Οι Απειλές της Σύγχρονης Δημοκρατίας και το Σύνταγμα: Το Παράδειγμα των Ολοκληρωτικών Κομμάτων

    No full text
    H εργασία που ακολουθεί έχει ως στόχο της να εξετάσει πώς οι συνταγματικές δομές μπορούν να προστατεύσουν το δημοκρατικό πολίτευμα απέναντι στην άνοδο που παρατηρείται σήμερα στη δύναμη αυταρχικών, περιοριστικών ακόμα και ολοκληρωτικών κομμάτων. Ενώ η δημοκρατική αποσάθρωση συχνά συζητείται με όρους πολιτικής κουλτούρας ή θεσμικής αδυναμίας, η συγκεκριμένη μελέτη θα ασχοληθεί πιο συγκεκριμένα με τους συνταγματικούς μηχανισμούς που υφίστανται και είναι διαθέσιμοι, για την ανάσχεση των δυνάμεων αυτών, είτε οι πρώτοι συνεχίζουν να δρουν υπό τον αρχικό τους ρόλο ή ακόμα και σε περιπτώσεις που έχουν περιοριστεί ή μεταλλαχτεί σε τέτοιο βαθμό που έχουν ουσιαστικά αδρανήσει. Αντλώντας πληροφορίες από την ιστορική εξέλιξη, τις υπάρχουσες θεωρίες περί δημοκρατίας και τη σύγχρονη συνταγματική βιβλιογραφία, η εργασία ξεκινάει αναλύοντας την πορεία της δημοκρατίας και τους κινδύνους που αυτή αντιμετώπιζε ήδη από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη για να έρθει τελικά στον εγγύτερο 20ο αιώνα όπου αναπτύχθηκαν ιδέες όπως η «μαχόμενη δημοκρατία» του Karl Loewenstein, η «αποφασιοκρατία» του Carl Schmitt καθώς και «διαδικαστική αντίληψη» του Hans Kelsen. Ζητούμενο σε αυτές τις θεωρίες, όπως θα δούμε, είναι η ανοχή που προτίθενται να επιδείξουν και αν κατά πόσο αυτό διακινδυνεύει τη συνέχεια μίας δημοκρατίας. Τα ευρήματα από αυτή την αναδρομή, θα συναρτηθούν τελικά με παραδείγματα του πώς διάφορα κράτη έχουν αντιμετωπίσει κατά καιρούς αυτή τη διολίσθηση. Για να καταδείξουμε πώς ο συνταγματικός σχεδιασμός συνδυάζεται με απτά πολιτικά γεγονότα, η εργασία θα ασχοληθεί πρωτίστως με πέντε βασικές μελέτες περίπτωσης που παρουσιάζουν ίσως και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον: τις Η.Π.Α., την Ουγγαρία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ελλάδα. Κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις τονίζει διαφορετικές μεθόδους προσέγγισης με διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας στην αντιμετώπιση των ολοκληρωτικών τάσεων. Αναλύοντας και συγκρίνοντας τις παραπάνω περιπτώσεις, θα μπορέσουμε να καταδείξουμε ίσως πιθανά μοτίβα ορθής συνταγματικής άμυνας που αναδύονται, συνάμα με πιθανές επαναλαμβανόμενες αδυναμίες. Θα δούμε πως μάλλον δεν υπάρχει ένας και απόλυτος τρόπος εγγύησης του αποτελέσματος και πως η δημοκρατική αντοχή επαφίεται τελικά σε έναν συνδυασμό νομικών δικλείδων ασφαλείας, ισχυρών θεσμών και συνεχούς δικαστικής και πολιτικής επαγρύπνησης. Η προσέγγιση μας εδώ, ευελπιστεί να συνδράμει με ένα πλαίσιο καλύτερης κατανόησης του δύσκολου έργου συγκερασμού της προστασίας του πολιτεύματος χωρίς την οπισθοδρόμηση και την απώλεια των ίδιων των αρχών και αξιών που επιθυμούμε, εν τέλει, να προστατεύσουμε.This paper aims to examine how constitutional structures can protect the democratic system against the rise, currently observed, in the power of authoritarian, restrictive, and even totalitarian parties. While democratic erosion is often discussed in terms of political culture or institutional weakness, this study will focus more specifically on the constitutional mechanisms that exist and are available to curb such forces, whether these mechanisms continue to operate in their original capacity or even in cases where they have been limited or transformed to such an extent that they have effectively become inactive. Drawing on historical development, existing theories of democracy, and contemporary constitutional scholarship, the paper begins by analyzing the course of democracy and the dangers it has faced since the time of Plato and Aristotle, before ultimately turning to the twentieth century, when ideas such as Karl Loewenstein’s “militant democracy,” Carl Schmitt’s “decisionism,” and Hans Kelsen’s “procedural conception” were developed. A key issue in these theories, as we shall see, is the degree of tolerance they are willing to exhibit, and whether and to what extent such tolerance endangers the continuity of a democracy. The findings of this retrospective analysis will ultimately be linked to examples of how various states have dealt, at different times, with this kind of democratic backsliding. In order to demonstrate how constitutional design interacts with tangible political events, the paper will focus primarily on five core case studies that present perhaps the greatest interest: the United States, Hungary, France, Germany, and Greece. Each of these cases highlights different approaches, with varying levels of success, to addressing totalitarian tendencies. By analyzing and comparing these cases, we will be able to identify possible patterns of effective constitutional defense as they emerge, alongside potential recurring weaknesses. We will see that there is likely no single, absolute way to guarantee a successful outcome, and that democratic resilience ultimately depends on a combination of legal safeguards, strong institutions, and continuous judicial and political vigilance. The approach adopted here seeks to contribute a framework for a better understanding of the difficult task of reconciling the protection of the constitutional order without regression or the loss of the very principles and values that we ultimately seek to protect

    Γνώσεις των νοσηλευτών σχετικά με την πρόληψη λοιμώξεων από κεντρικούς φλεβικούς καθετήρες

    No full text
    Εισαγωγή: Οι κεντρικοί φλεβικοί καθετήρες (ΚΦΚ) αποτελούν βασικό εργαλείο στη σύγχρονη κλινική πράξη, ωστόσο η χρήση τους συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για λοιμώξεις της αιματικής ροής που σχετίζονται με κεντρική γραμμή (CLABSI). Παρά την ύπαρξη τεκμηριωμένων διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών, τα ποσοστά CLABSI παραμένουν υψηλά, γεγονός που συχνά αποδίδεται σε ελλείψεις γνώσεων και ανεπαρκή συμμόρφωση των επαγγελματιών υγείας στις βέλτιστες πρακτικές πρόληψης. Σκοπός: Η διερεύνηση του επιπέδου γνώσεων των νοσηλευτών σχετικά με τις κατευθυντήριες οδηγίες για την πρόληψη των λοιμώξεων που σχετίζονται με ΚΦΚ. Υλικό – Μέθοδος: Διενεργήθηκε συγχρονική περιγραφική μελέτη παρατήρησης σε δύο τριτοβάθμια νοσοκομεία της Πάτρας, με τελικό δείγμα 132 νοσηλευτών. Η συλλογή δεδομένων έγινε με δομημένο ερωτηματολόγιο βασισμένο στις κατευθυντήριες οδηγίες των CDC (2011), SHEA (2022). Η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε περιγραφικά μέτρα και ελέγχους x², Fisher–Freeman–Halton και Linear-by-Linear Association (p < 0,05). Αποτελέσματα: Το επίπεδο γνώσεων βρέθηκε μέτριο. Η συνολική βαθμολογία γνώσεων των συμμετεχόντων κυμάνθηκε από 4 έως 20 μονάδες, με μέση τιμή 14,39 (SD = 3,21) και διάμεσο 15. Σημαντικές συσχετίσεις εντοπίστηκαν μεταξύ επιπέδου γνώσεων και μεταπτυχιακού τίτλου (p = 0,008) καθώς και μεταξύ γνώσεων και ενεργού επιτήρησης λοιμώξεων (p = 0,016). Συμπεράσματα: Οι γνώσεις των νοσηλευτών σχετικά με τις κατευθυντήριες οδηγίες πρόληψης των CLABSI δεν κρίνονται επαρκείς σε κρίσιμους τομείς κλινικής πρακτικής. Η ύπαρξη πρωτοκόλλων δεν διασφαλίζει από μόνη της επαρκές επίπεδο γνώσης, ενώ η ενεργή επιτήρηση και η ανώτερη εκπαίδευση σχετίζονται με καλύτερες επιδόσεις. Αναδεικνύεται η ανάγκη συστηματικής εκπαίδευσης, ενίσχυσης των μηχανισμών επιτήρησης και καλλιέργεια κουλτούρας ασφάλειας ασθενών.Introduction: Central venous catheters (CVCs) are essential tools in modern clinical practice; however, their use is associated with an increased risk of central line–associated bloodstream infections (CLABSIs). Despite the availability of well-documented international guidelines, CLABSI rates remain high, a fact often attributed to knowledge gaps and inadequate compliance of healthcare professionals with best prevention practices. Purpose: To investigate the level of nurses’ knowledge regarding the guidelines for preventing infections related to CVCs. Material and Method: A cross-sectional descriptive observational study was conducted in two tertiary hospitals in Patras, with a final sample of 132 nurses. Data were collected using a structured questionnaire based on the CDC (2011) and SHEA (2022) guidelines. Statistical analysis included descriptive measures and χ² tests, Fisher–Freeman–Halton, and Linear-by-Linear Association tests (p < 0.05). Results: The level of knowledge was found to be moderate. The participants’ total knowledge score ranged from 4 to 20 points, with a mean of 14.39 (SD = 3.21) and a median of 15. Significant associations were found between knowledge level and possession of a postgraduate degree (p = 0.008), as well as between knowledge and active infection surveillance (p = 0.016). Conclusions: Nurses’ knowledge regarding the CLABSI prevention guidelines is not considered adequate in critical areas of clinical practice. The existence of protocols alone does not ensure a sufficient level of knowledge, while active surveillance and higher education are associated with better performance. The findings highlight the need for systematic training, strengthening of surveillance mechanisms, and fostering a culture of patient safety

    Τα Truncatelloidea στα συστήματα ρεόντων υδάτων της Κύπρου: Ποικιλότητα, Ενδημισμοί, Κατάσταση Διατήρησης

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την ποικιλότητα, την εξάπλωση, τον ενδημισμό και την κατάσταση διατήρησης των υδρόβιων γαστεροπόδων της υπεροικογένειας Truncatelloidea, με έμφαση στην οικογένεια Hydrobiidae, στα συστήματα ρεόντων υδάτων της Κύπρου. Η έρευνα περιλάμβανε δειγματοληψίες σε διάφορες θέσεις γλυκών νερών, μεταξύ αυτών και των θέσεων πρώτης εύρεσης των ενδημικών ειδών Islamia mylonas, Pseudamnicola malickyi, P. despinae, P. aphroditae, Kitrinomatousa nikolinae, εκτίμηση του μεγέθους των πληθυσμών τους και των απειλών που αντιμετωπίζουν καθώς και μορφολογικές, ανατομικές και μοριακές αναλύσεις των συλλεχθέντων δειγμάτων. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων δείχνουν ελάχιστη ή και καθόλου διαφοροποίηση μεταξύ των ειδών P. malickyi, P. despinae, P. aphroditae και K. nikolinae και αποδεικνύουν ότι οι πληθυσμοί αυτών των taxa ανήκουν σε δύο μόνο είδη, την P. malickyi και τη P. aphroditae. To γεγονός αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της συνδυαστικής μελέτης με τη χρήση μορφολογικών, ανατομικών και μοριακών δεδομένων για την ακριβέστερη ταξινόμηση των Hydrobiidae της Κύπρου. Τα τρία ενδημικά είδη I. mylonas, P. malickyi και P. aphroditae διατηρούν μικρού μεγέθους απομονωμένους πληθυσμούς των οποίων η επιβίωση απειλείται από την περιορισμένη ποσότητα νερού που είναι διαθέσιμη στα υδάτινα συστήματα της χώρας αλλά και από διάφορες ανθρωπογενείς δραστηριότητες.This MSc thesis investigates the diversity, distribution, endemism, and conservation status of Truncatelloidea in the freshwater systems of Cyprus, with a particular focus on the family Hydrobiidae. Fieldwork involved sampling from various freshwater localities, including the type localities of the endemic species Islamia mylonas, Pseudamnicola malickyi, P. despinae, P. aphroditae, and Kitrinomatousa nikolinae. Μorphological, anatomical, and molecular analyses were conducted on the collected specimens and population size estimations and threat assessments were carried out to evaluate species vulnerability. The results revealed limited differentiation among P. malickyi, P. despinae, P. aphroditae, and K. nikolinae, demonstrating that these taxa represent two closely related species, P. malickyi and P. aphroditae. This finding highlights the importance of integrative taxonomic approaches that combine morphological, anatomical, and molecular data for accurate classification of the Hydrobiidae of Cyprus. The three endemic species, I. mylonas, P. malickyi and P. aphroditae, maintain small, isolated populations whose survival is threatened by the limited availability of freshwater resources and by various anthropogenic activities

    Οι αντιλήψεις των ωφελούμενων μελών του Θεραπευτικού Προγράμματος του ΚΕΘΕΑ ΣΤΡΟΦΗ κατά το στάδιο της κοινωνικής επανένταξης και της μεταθεραπευτικής παρακολούθησης για την ψυχική ανθεκτικότητά τους

    No full text
    Η παρούσα έρευνα επικεντρώνεται στη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην ψυχική ανθεκτικότητα και στη διαδικασία απεξάρτησης από τη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών σε νέους ενήλικες που συμμετέχουν στο Θεραπευτικό Πρόγραμμα «Στροφή» του ΚΕΘΕΑ. Η ψυχική ανθεκτικότητα ορίζεται ως η ικανότητα του ατόμου να ανταποκρίνεται και να ξεπερνά καταστάσεις έντονου ψυχολογικού φορτίου ή τραυματικές εμπειρίες, διατηρώντας την ικανότητά του να προσαρμόζεται λειτουργικά σε αντίξοες συνθήκες και να επανέρχεται μετά από αυτές. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αναδείξει πώς η ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί να επηρεάσει την πορεία απεξάρτησης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η συμμετοχή στις θεραπευτικές διεργασίες συμβάλλει στην ενδυνάμωση αυτής. Ειδικότερα, η παρούσα εργασία θέτει ερευνητικά ερωτήματα γύρω από τη σχέση που έχει η ψυχική ανθεκτικότητα με την απόφαση των ατόμων να ξεκινήσουν την πορεία απεξάρτησης, καθώς και γύρω από την επίδραση που έχει η ένταξή τους στη Θεραπευτική Κοινότητα στην διαμόρφωση και ενίσχυση της ψυχικής τους ανθεκτικότητας. Πιο συγκεκριμένα, ερευνάται το πώς η ενεργή συμμετοχή στις θεραπευτικές διαδικασίες της Θεραπευτικής Κοινότητας «ΣΤΡΟΦΗ» συν-διαμορφώνει το επίπεδο ψυχικής ανθεκτικότητας, χάρη στην καλλιέργεια νέων δεξιοτήτων αντιμετώπισης των δυσχερειών, στην αναδόμηση της αυτοαντίληψης και την σύναψη υγιών διαπροσωπικών σχέσεων. Στόχος της έρευνας ήταν να φωτίσει τις υποκειμενικές εμπειρίες και το προσωπικό βίωμα των ωφελούμενων κατά την παραμονή τους στη Θεραπευτική Κοινότητα του ΚΕΘΕΑ «ΣΤΡΟΦΗ», δίνοντας έμφαση στο πώς αυτά αλληλεπιδρούν με την ψυχική τους ανθεκτικότητα. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν ημιδομημένες συνεντεύξεις, οι οποίες επιτρέπουν την ελεύθερη έκφραση και την ανάδειξη προσωπικών οπτικών, ενώ η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της θεματικής ανάλυσης, ώστε να εντοπιστούν κεντρικά μοτίβα και δυναμικές που διαλευκαίνουν την σχέση μεταξύ ψυχικής ανθεκτικότητας και απεξάρτησης. Επιπλέον, η μελέτη στόχευε στη διεύρυνση του επιστημονικού διαλόγου γύρω από την διαχείριση των εξαρτήσεων και την περαιτέρω εξέλιξη του πεδίου της ψυχολογίας των εξαρτήσεων, στην αποστιγματοποίηση των απεξαρτημένων ατόμων και στην ανάδειξη της σπουδαιότητας της ένταξης σε θεραπευτικά πλαίσια. Πραγματοποιήθηκαν εννέα (9) συνολικά ημιδομημένες συνεντεύξεις, τρεις με άτομα που κατά τον χρόνο διεξαγωγής της έρευνας, δηλαδή το φθινόπωρο του 2024, βρίσκονταν στο στάδιο της μεταθεραπευτικής παρακολούθησης και έξι με άτομα που είχαν εισέλθει στο στάδιο της κοινωνικής επανένταξης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, σημαντική κρίνεται η συμβολή της ενεργού συμμετοχής των μελών στις θεραπευτικές διαδικασίες (γκρουπ, «παρέες», αντιπαραθετικές ομάδες, συνέπειες-κόστη) και στις λοιπές δραστηριότητες της Θεραπευτικής Κοινότητας (μουσική, αθλητισμό, ραδιόφωνο) προς ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητάς τους. Επίσης, οι σχέσεις τους με το προσωπικό αναδείχθηκαν σε προεξάρχοντα παράγοντα της ενίσχυσης αυτής, καθώς επίσης της συνολικής τους προόδου ως προς την αυτογνωσία τους και ως προς τις δεξιότητές τους για αυτοπειθαρχία και οριοθέτηση των τρίτων. Επικουρικά, και οι σχέσεις που συνήψαν μεταξύ τους και με τα υπόλοιπα μέλη της Κοινότητας λειτούργησαν τελικά ενδυναμωτικά.This study focuses on investigating the relationship between mental resilience and the process of detoxification from the use of psychoactive substances in young adults participating in the "Strophi" Therapeutic Program of KETHEA. Mental resilience is defined as the ability of an individual to respond to and overcome situations of intense psychological stress or traumatic experiences, maintaining their ability to functionally adapt to adverse conditions and to recover from them. In this context, this study attempts to highlight how mental resilience can influence the course of addiction recovery, as well as how participation in therapeutic processes contributes to its strengthening. In particular, this paper raises research questions about the relationship between mental resilience and individuals' decision to embark on the path of addiction recovery, as well as about the impact that their inclusion in the Therapeutic Community has on the formation and strengthening of their mental resilience. More specifically, it is investigated how active participation in the therapeutic processes of the "STROFI" Therapeutic Community co-shapes the level of mental resilience, thanks to the cultivation of new skills for dealing with difficulties, the reconstruction of self-perception and the establishment of healthy interpersonal relationships. The aim of the research was to shed light on the subjective experiences and personal experiences of beneficiaries during their stay in the Therapeutic Community of KETHEA "STROFI", emphasizing how these interact with their mental resilience. For this purpose, semi-structured interviews were used, which allow for free expression and the emergence of personal perspectives, while data analysis was carried out using the thematic analysis method, in order to identify central patterns and dynamics that shed light on the relationship between mental resilience and recovery from addiction. Furthermore, the study aimed to broaden the scientific dialogue around addiction management and further develop the field of addiction psychology, to de-stigmatize addicted individuals and to highlight the importance of inclusion in therapeutic contexts. A total of nine semi-structured interviews were conducted, three with individuals who, at the time of the research, i.e. in the fall of 2024, were in the follow-up stage and six with individuals who had entered the social reintegration stage. According to the results, the contribution of the active participation of members in the therapeutic processes (groups, "cliques", confrontational groups, consequences-costs) and in the other activities of the Therapeutic Community (music, sports, radio) is considered significant in strengthening their mental resilience. Also, their relationships with staff emerged as a prominent factor in this reinforcement, as well as their overall progress in terms of their self-awareness and their skills for self-discipline and demarcation of third parties. Additionally, the relationships they established with each other and with the other members of the Community ultimately served as an empowering force

    Μελέτη συσχέτισης του κινδύνου πτώσεων και των επιπέδων κατάθλιψης σε γηριατρικό πληθυσμό

    No full text
    Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ κινδύνου πτώσης και καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε άτομα ηλικίας ≥65 ετών που διαμένουν σε απομακρυσμένες νησιωτικές ή ορεινές περιοχές της Ελλάδας, καθώς και ο ρόλος της φυσικής δραστηριότητας και επιλεγμένων λειτουργικών και σωματομετρικών παραμέτρων στη σχέση αυτή. Στη μελέτη συμμετείχαν 472 ηλικιωμένοι (69,9% γυναίκες, μέση ηλικία 74,6±8,4 έτη) που εξετάστηκαν στο πλαίσιο των δράσεων των Κινητών Ιατρικών Μονάδων. Ο κίνδυνος πτώσης εκτιμήθηκε με το ερωτηματολόγιο LRMS, τα καταθλιπτικά συμπτώματα με την GDS-15, η φυσική δραστηριότητα με το RAPA, ενώ η λειτουργική κατάσταση αξιολογήθηκε με την κλίμακα ισορροπίας Berg, τις δοκιμασίες Timed Up & Go και 5 Times Sit-to-Stand και τη δύναμη λαβής, σε συνδυασμό με ανθρωπομετρικές μετρήσεις. Σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες (44,5%) ανέφεραν φόβο πτώσης. Το 45,4% εμφάνισε επαρκή αερόβια φυσική δραστηριότητα, αλλά το 85,6% δεν συμμετείχε σε συστηματικές ασκήσεις δύναμης ή/και ευλυγισίας. Το συνολικό σκορ LRMS παρουσίασε μέτρια θετική συσχέτιση με την GDS-15 και τους χρόνους κινητικότητας και αρνητική συσχέτιση με την ισορροπία. Υψηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας συσχετίστηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο πτώσης, καλύτερη ισορροπία και λιγότερα καταθλιπτικά συμπτώματα. Στα ιεραρχικά μοντέλα παλινδρόμησης, οι χρόνοι Timed Up & Go, η δύναμη λαβής, η ηλικία και ο Δείκτης Μάζας Σώματος αναδείχθηκαν ως οι σημαντικότεροι προβλεπτικοί παράγοντες του κινδύνου πτώσης, εξηγώντας σημαντικό ποσοστό της διακύμανσής του. Συμπερασματικά, σε ηλικιωμένους που διαβιούν σε γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές, τα αυξημένα καταθλιπτικά συμπτώματα και η χαμηλή φυσική δραστηριότητα, ιδίως η απουσία ασκήσεων δύναμης και ευλυγισίας, συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο πτώσης και μειωμένη λειτουργική ισορροπία. Η συστηματική αξιολόγηση της κατάθλιψης, της φυσικής δραστηριότητας και απλών λειτουργικών δοκιμασιών θα πρέπει να ενσωματώνεται σε προγράμματα πρωτοβάθμιας φροντίδας και σε παρεμβάσεις άσκησης για την πρόληψη των πτώσεων στις απομακρυσμένες κοινότητες.The aim of this study was to investigate the association between fall risk and depressive symptoms in adults aged ≥65 years living in remote island or mountainous regions of Greece, and to examine the role of physical activity and selected functional and anthropometric parameters in this relationship. A total of 472 older adults (69.9% women; mean age 74.6±8.4 years) were assessed within the outreach activities of the Mobile Medical Units. Fall risk was evaluated with the LRMS questionnaire, depressive symptoms with the Geriatric Depression Scale (GDS-15), and physical activity with the RAPA questionnaire. Functional status was assessed using the Berg Balance Scale, the Timed Up & Go and 5 Times Sit-to-Stand tests and handgrip strength, alongside standard anthropometric measurements. Almost half of the participants (44.5%) reported fear of falling. Although 45.4% achieved sufficient levels of aerobic physical activity, 85.6% did not engage in any structured strength or flexibility exercises. The LRMS total score showed a moderate positive correlation with GDS-15 and mobility times and a negative correlation with balance. Higher levels of physical activity were associated with lower fall risk, better balance and fewer depressive symptoms. In the hierarchical regression models, Timed Up & Go time, handgrip strength, age and body mass index emerged as the strongest predictors of fall risk, explaining a substantial proportion of its variance. In conclusion, among older adults living in geographically remote areas, higher depressive symptom levels and low physical activity, particularly the absence of strength and flexibility training, are associated with increased fall risk and impaired functional balance. Systematic assessment of depression, physical activity and simple functional tests should be integrated into primary care and multicomponent exercise programmes aimed at preventing falls in remote communities

    Μελέτη της μαθηματικής επιχειρηματολογίας μαθητών σε ένα διαλογικό περιβάλλον που διαμορφώνεται με βάση τις κρίσιμες ερωτήσεις

    No full text
    Η παρούσα εργασία διερευνά την επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν οι μαθητές κατά την εμπλοκή τους με μαθηματικές δραστηριότητες καθώς και το είδος των επιχειρημάτων και επεξηγήσεων που διατυπώνουν σε ένα διαλογικό περιβάλλον που διαμορφώνεται κυρίως μέσω των κρίσιμων ερωτήσεων. Η έρευνα εντάσσεται στις σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις και απαιτήσεις των νέων προγραμμάτων σπουδών που αναδεικνύουν την επιχειρηματολογία και την ανάπτυξη συλλογισμών ως βασικό άξονας της εκπαιδευτικής προσέγγισης στα μαθηματικά. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή τεσσάρων μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και απομαγνητοφωνημένο υλικό που συγκεντρώθηκε και αναλύθηκε από τις είκοσι τρείς συνολικά συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν. Η ανάλυση βασίστηκε σε θεωρητικά εργαλεία που αφορούν: τα σχήματα επιχειρηματολογίας και των αντίστοιχων κρίσιμων ερωτήσεών τους, τα είδη και τη μορφή των επεξηγήσεων εντός των επιχειρημάτων, καθώς και την έννοια της συνάφειας εντός ενός μαθηματικού διαλόγου. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης υποδεικνύουν έναν καθοριστικό ρόλο των κρίσιμων ερωτήσεων, τόσο ως διδακτικού μηχανισμού που υποστηρίζει και ενισχύει την ανάπτυξη μαθηματικού συλλογισμού και επιχειρηματολογίας, όσο και ως ενός εργαλείου δόμησης ενός ολοκληρωμένου και συναφή μαθηματικού διαλόγου.This thesis investigates the argumentation developed by students while engaging with mathematical activities, focusing on the types of arguments and explanations they formulate within a dialogic environment shaped primarily through the use of critical questions. The study is situated within contemporary approaches to mathematics education and the requirements of recent curricula, which emphasize argumentation and the development of reasoning as central components of the teaching and learning of mathematics. The study was conducted with the participation of four secondary education students. The data consisted of transcribed material collected from a total of twenty-three instructional sessions. The analysis was based on theoretical tools related to: argumentation schemes and their corresponding critical questions, the types and forms of explanations embedded within arguments, and the notion of coherence within mathematical dialogue. The results of the analysis indicate the pivotal role of critical questions, both as an instructional mechanism that supports and enhances the development of mathematical reasoning and argumentation, and as a tool for structuring a coherent and meaningful mathematical dialogue. In particular, the use of critical questions was found to contribute to the strengthening of students’ arguments, the enrichment of their explanations, and the overall coherence of the dialogic interactions

    Η αυτοτελής ανταλλαγή πληροφοριών ως εκ του αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού

    No full text
    Η διπλωματική εργασία αναλύει την πρακτική της ανταλλαγής πληροφοριών στο δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η σημασία των πληροφοριών στο δίκαιο του ανταγωνισμού και οι βασικές αρχές αξιολόγησής της. Στη συνέχεια, αναλύονται οι θεωρίες βλάβης χάριν της ανταλλαγής πληροφοριών και παράλληλα εξετάζεται η ανταλλαγή πληροφοριών ως μορφή σύμπραξης. Επιπροσθέτως, αναλύεται πότε η ανταλλαγή πληροφοριών συνιστά περιορισμό «εκ του αντικειμένου» ή «εκ του αποτελέσματος», καθώς και η εξαίρεση του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Στο δεύτερο μέρος αναλύεται η ειδικότερη περίπτωση της «αυτοτελούς» ανταλλαγής πληροφοριών ως εκ του αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για το χαρακτηρισμό μιας ανταλλαγής πληροφοριών ως αυτοτελή παράβαση ως εκ του αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού και οι συνθήκες της αγοράς που ευνοούν τέτοιες πρακτικές. Τέλος, ο τρίτο μέρος εστιάζει στην ανταλλαγή πληροφοριών στον τραπεζικό κλάδο, υπό το πρίσμα νομολογικών αποφάσεων.The thesis analyzes the practice of information exchange in competition law. The first part presents the significance of information in competition law and the basic principles for its assessment. It then examines the theories of harm related to information exchange and considers information exchange as a form of collusion. Furthermore, it analyzes when information exchange constitutes a restriction “by object” or “by effect,” as well as the exception under Article 101(3) TFEU. The second part focuses on the specific case of “stand‑alone” information exchange as a restriction of competition by object, outlining the criteria that must be met for an information exchange to be characterized as an autonomous infringement constituting a restriction by object, along with the market conditions that facilitate such practices. Finally, the third part focuses on information exchange in the banking sector, viewed through the lens of relevant case law

    The supervisory role of EBA and ESMA under the markets in crypto-assets regulation (MiCAR)

    No full text
    Κατά την τελευταία δεκαετία, η ανάδυση της τεχνολογίας blockchain και η αξιοποίησή της σε ετερογενή κρυπτο-περιουσιακά στοιχεία έχουν μετασχηματίσει σε βάθος τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η αναδυόμενη αυτή αγορά, παρότι αναπτύχθηκε εν πολλοίς πάνω στη διάχυτη δυσπιστία προς το παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, ήλθε αντιμέτωπη με πλήθος αντίστοιχων προκλήσεων. Υπό το πρίσμα αυτών των εξελίξεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδίωξε και κατόρθωσε να καταστεί ο πρωτοπόρος ρυθμιστής της νέας αυτής αγοράς, εντάσσοντας τις νομοθετικές της πρωτοβουλίες και τις πολιτικές της στον συγκεκριμένο τομέα στον βασικό στόχο της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Ο Κανονισμός για τις Αγορές Κρυπτο-Περιουσιακών Στοιχείων λειτουργεί ως το ενοποιητικό στοιχείο των πολλαπλών νομοθετικών πλαισίων της ΕΕ σχετικά με τον κρυπτο-τομέα, συμπληρώνοντας και καλύπτοντας πλειάδα πτυχών αυτού του διαρκώς εξελισσόμενου πεδίου. Στο πλαίσιο αυτό, ο Κανονισμός για τις Αγορές Κρυπτο-Περιουσιακών Στοιχείων υιοθέτησε μια καινοτόμο προσέγγιση ως προς τον ρόλο των –κατά κύριο λόγο κανονιστικών και εποπτικών– οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών («ΕΕΑ»), και ειδικότερα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών («ΕΑΤ») και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών («ΕΑΚΑΑ»). Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι να εξετάσει τον εποπτικό ρόλο της ΕΑΤ και της ΕΑΚΑΑ στο πλαίσιο του MiCAR. Ειδικότερα, επιδιώκει να αναλύσει τις διατάξεις του MiCA σχετικά με: (α) την κατανομή των εποπτικών αρμοδιοτήτων, (β) τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες της ΕΑΤ και της ΕΑΚΑΑ, και (γ) τους μηχανισμούς που θεσπίζονται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των εκδοτών κρυπτο-περιουσιακών στοιχείων και των παρόχων υπηρεσιών κρυπτο-περιουσιακών στοιχείων. Η εργασία διαρθρώνεται σε τρία κεφάλαια. Το Κεφάλαιο 1 παρέχει μια συνοπτική έκθεση της τεχνολογίας blockchain ως της θεμελιώδους υποδομής των κρυπτο-περιουσιακών στοιχείων, και ακολούθως παρουσιάζει την προσέγγιση που έχει υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, περιλαμβανομένων των συναφών πολιτικών της, με έμφαση στον Κανονισμό για τις Αγορές Κρυπτο-Περιουσιακών Στοιχείων. Το Κεφάλαιο 2 περιγράφει το εποπτικό πλαίσιο για τα κρυπτο-περιουσιακά στοιχεία εντός της ΕΕ. Εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι εποπτικές αρμοδιότητες μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών, της ΕΑΤ και της ΕΑΚΑΑ, καθώς και εξετάζει τη λειτουργία των κολεγίων εποπτών. Το Κεφάλαιο 3 εξετάζει τις εποπτικές εξουσίες και αρμοδιότητες της ΕΑΤ και της ΕΑΚΑΑ υπό τον Κανονισμό για τις Αγορές Κρυπτο-Περιουσιακών Στοιχείων. Παρουσιάζει τις προσωρινές εξουσίες παρέμβασης, τα ειδικά καθήκοντα της ΕΑΤ βάσει του άρθρου 117, τα εποπτικά μέτρα που δύναται να επιβάλει σε περιπτώσεις παραβάσεων από εκδότες σημαντικών διακριτικών, καθώς και τις διαδικαστικές πτυχές που διέπουν την άσκηση των εξουσιών αυτών.Over the past decade, the emergence of blockchain technology and its utilization in heterogeneous crypto-assets has profoundly transformed the financial sector. This emerging market, despite flourishing on the widespread skepticism towards the traditional financial system, came to encounter numerous corresponding challenges. In the wake of these advances, the European Union pursued and succeeded in becoming the pioneering regulator of this new market, by encompassing its legislative initiatives and policies in this sector within the principal aim of the creation of a European Capital Markets Union. The Markets in Crypto-Assets Regulation (‘MiCAR’) serves as the unifying element of the manyfold legislative frameworks on the crypto-sector, by complementing and covering multiple aspects of this continuously advancing field. To this end, the MiCA Regulation adopted an innovative approach towards the function of the -mainly regulatory- agencies of the European Union, the European Supervisory Authorities (‘ESAs’), and specifically the European Banking Authority (‘EBA’) and the European Securities and Markets Authority (‘ESMA’). The aim of this Thesis is to examine the supervisory role of EBA and ESMA in the context of MiCAR. More precisely, it seeks to analyze MiCA’s provisions regarding the allocation of supervisory responsibilities, the powers and competences of the EBA and ESMA, and the mechanisms established to uphold compliance by issuers of crypto-assets and crypto-asset service providers. The Thesis is structured in three chapters. Chapter 1 offers a concise exposition of blockchain technology as the fundamental infrastructure of crypto-assets, followed by an outline of the European Union’s adopted approach, encompassing its pertinent policies, focusing on the Markets in Crypto-Assets Regulation (‘MiCAR’). Chapter 2 outlines th supervisory framework for crypto-assets within the EU. It explains the manner in which supervisory responsibilities are allocated among the national competent authorities (‘NCAs’), the EBA, and the ESMA, as well as exploring the operation of colleges of supervisors. Chapter 3 examines the supervisory powers and competences of the EBA and ESMA under MiCAR. It outlines their temporary intervention powers, the EBA’s specific duties under Article 117, the supervisory measures it may impose in cases of infringements by issuers of significant tokens, and the procedural aspects governing the exercise of these powers

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇