National and Kapodistrian University of Athens

Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
Not a member yet
    249632 research outputs found

    Η κατάσχεση των ειδικών περιουσιακών στοιχείων

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται τον θεσμό της κατάσχεσης των ειδικών περιουσιακών στοιχείων, όπως αυτός ρυθμίζεται στα άρθρα 1022-1033 ΚΠολΔ, και εξετάζει τη σημασία του στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων. Αφετηρία της μελέτης αποτελεί η θεμελίωση της αναγκαστικής εκτέλεσης ως αναπόσπαστης πτυχής του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής προστασίας, καθώς και η ανάγκη προσαρμογής των εκτελεστικών μέσων στις σύγχρονες μορφές περιουσιακών δικαιωμάτων, ιδίως άυλης φύσεως. Στο πρώτο κεφάλαιο αναλύονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1022 ΚΠολΔ, με έμφαση στον περιουσιακό χαρακτήρα και το μεταβιβαστό του υπό κατάσχεση δικαιώματος, καθώς και στη μη υπαγωγή του σε άλλες μορφές κατάσχεσης του ΚΠολΔ. Ακολουθεί εκτενής περιπτωσιολογική προσέγγιση των κατασχετών ειδικών περιουσιακών δικαιωμάτων, τόσο εκείνων που μνημονεύονται ενδεικτικά στη διάταξη (δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, απαιτήσεις εξαρτώμενες από αντιπαροχή), όσο και εκείνων που έχουν υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της μέσω της θεωρίας και νομολογίας, όπως το εταιρικό μερίδιο, το δικαίωμα επί της επιχείρησης, η επικαρπία, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, η κοινοπρακτική συμμετοχή και η δικαιόχρηση. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται η ειδική διαδικασία επιβολής της κατάσχεσης, η αναγκαιότητα χορήγησης δικαστικής άδειας, ο δικαστικός έλεγχος νομιμότητας και σκοπιμότητας, καθώς και οι συνέπειες της κατάσχεσης. Περαιτέρω, αναλύονται οι τρόποι αξιοποίησης του κατασχεμένου δικαιώματος και η επακολουθούσα διαδικασία, καθώς και το επιτρεπτό της συντηρητικής κατάσχεσης επί ειδικών περιουσιακών στοιχείων ως ασφαλιστικού μέτρου. Η εργασία καταλήγει σε συνολική αποτίμηση του θεσμού, αναδεικνύοντας τη συμβολή του στη διεύρυνση της εκτελεστής περιουσίας του οφειλέτη και στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση της τήρησης των εγγυήσεων προστασίας του καθ’ ου η εκτέλεση.This master’s thesis examines the institution of the seizure of special assets, as regulated by Articles 1022–1033 of the Greek Code of Civil Procedure, and explores its significance within the framework of compulsory enforcement aimed at the satisfaction of monetary claims. The starting point of the analysis is the establishment of compulsory enforcement as an integral aspect of the constitutionally guaranteed right to judicial protection, as well as the need to adapt enforcement mechanisms to contemporary forms of property rights, particularly those of an intangible nature. The first chapter analyzes the conditions for the application of Article 1022 of the Code of Civil Procedure, with emphasis on the proprietary nature and transferability of the right subject to seizure, as well as on its exclusion from other forms of seizure provided for in the Code. This is followed by an extensive case-based examination of seizable special proprietary rights, both those indicatively mentioned in the provision (such as intellectual and industrial property rights and claims dependent on counter-performance) and those that have been brought within its scope through legal theory and case law, including company shares, the right in an enterprise, usufruct, mutual fund units, joint venture participation, and franchising rights. The second chapter examines the special procedure for imposing the seizure, the necessity of judicial authorization, judicial review as to legality and expediency, and the legal consequences of the seizure. Furthermore, the available means for the exploitation of the seized right and the subsequent procedure are analyzed, along with the admissibility of precautionary seizure of special assets as an interim measure. The thesis concludes with an overall assessment of the institution, highlighting its contribution to the expansion of the debtor’s attachable property and to the enhancement of the effectiveness of compulsory enforcement, provided that the guarantees protecting the debtor subject to enforcement are duly observed

    Μοριακή διερεύνηση του ανδρογονικού υποδοχέα στα ανθρώπινα τριχοθυλάκια

    No full text
    Η ανδρογενετική αλωπεκία (ΑΓΑ) αποτελεί ιδιαίτερη κατάσταση του τριχωτού της κεφαλής και χαρακτηρίζεται από σταδιακή απώλεια τριχών της που ακολουθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο. Βασικοί αιτιολογικοί παράγοντες για την εμφάνισή της φαίνεται να αποτελούν η γενετική προδιάθεση του ατόμου, σε συνδυασμό με την παρουσία φυσιολογικών επιπέδων κυκλοφορούντων ανδρογόνων. Ο επιπολασμός της ΑΓΑ είναι υψηλός (έως και 50% των ανδρών επηρεάζονται έως την ηλικία των 50 ετών) και παρότι δεν αποτελεί κίνδυνο για την υγεία του ατόμου, επηρεάζει έντονα την ψυχολογική του κατάσταση σχετικά με την αυτοεικόνα του. Η κατανόηση της παθογένειας της AΓA έχει αυξηθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. H ΑΓΑ εκδηλώνεται με απορρύθμιση της χρονικής διάρκειας των σταδίων του κύκλο ανάπτυξης της τρίχας. Η αναγενής φάση ανάπτυξης των τριχοθυλακίων μειώνεται ενώ η τελογενής, που αποτελεί το στάδιο παύσης της, αυξάνεται. Αυτή η διαδικασία σε συνδυασμό με την προοδευτική σμίκρυνση του τριχοθυλακίου, οδηγούν τελικά στην αλωπεκία. Τα παραπάνω εξαρτώνται κυρίως από τη δράση των ανδρογόνων και βασικό παράγοντα σε μοριακό επίπεδο αποτελεί ο ανδρογονικός υποδοχέας (androgen receptor, AR), μέσω του οποίου τα ανδρογόνα εκκινούν τη σηματοδότησή τους. Επομένως, η μελέτη του πως οι πολυμορφισμοί του επηρεάζουν τη δράση του είναι σημαντική για την περαιτέρω κατανόηση του φαινομένου. Στην παρούσα εργασία μελετήθηκαν συγκεκριμένοι πολυμορφισμοί του εξονίου 1 του AR που σχετίζονται με την εμφάνιση της της ΑΓΑ: ο StuI (SNP rs6152 G>A) και οι τρινουκλεοτιδικές επαναλήψεις GGC ((GGT)₃ GGG (GGT)₂ (GGC)₁₇). Ο πληθυσμός της μελέτης ήταν συνολικά 40 άτομα, μόνο άνδρες και χωρίστηκε σε δύο ομάδες των 20 η κάθε μία: μια ομάδα πασχόντων από ΑΓΑ και μία ομάδα υγιών δοτών χωρίς κανένα σημάδι απώλειας τριχών. Η μέθοδος που εφαρμόστηκε για την ταυτοποίηση των πολυμορφισμών ήταν η RFLP και η αλληλούχιση κατά Sanger, αντίστοιχα. Η μέθοδος RFLP εφαρμόστηκε και στα 40 άτομα της μελέτης, ενώ η αλληλούχιση κατά Sanger εφαρμόστηκε σε 23 άτομα, 13 από την ομάδα πασχόντων και 10 από την ομάδα υγιών δοτών. Συνολικά, από τους πάσχοντες, 2 άτομα έφεραν τον StuI πολυμορφισμό και από την ομάδα υγιών, 3 άτομα. Σχετικά με τις τρινουκλεοτιδικές επαναλήψεις, οι πάσχοντες έφεραν κατά μέσο όρο 17.38 επαναλήψεις ενώ οι υγιείς δότες, 17.10. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων για κανέναν από τους δύο πολυμορφισμούς, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται στο μικρό στατιστικό δείγμα της μελέτης.Androgenetic alopecia (AGA) is a particular condition of the scalp characterized by gradual hair loss that follows a specific pattern. The main causal factors for its occurrence appear to be the individual’s genetic predisposition, combined with the presence of normal levels of circulating androgens. The prevalence of AGA is high (up to 50% of men are affected by the age of 50), and although it does not pose a risk to the individual’s health, it strongly impacts their psychological state regarding self-image. Understanding the pathogenesis of AGA has significantly increased in recent years. AGA manifests through deregulation of the duration of the stages of the hair growth cycle. The anagen phase of hair follicle growth is reduced, while the telogen phase, which represents the resting stage, is prolonged. This process, combined with the progressive miniaturization of the hair follicle, ultimately leads to alopecia. These mechanisms depend mainly on the action of androgens, with the androgen receptor (AR) being the key molecular factor through which androgens initiate their signaling. Therefore, studying how its polymorphisms affect its function is important for further understanding of the phenomenon. In the present study, specific polymorphisms of exon 1 of the AR associated with the occurrence of AGA were examined: StuI (SNP rs6152 G>A) and the trinucleotide GGC repeats ((GGT)₃ GGG (GGT)₂ (GGC)₁₇). The study population consisted of 40 individuals, all of which were men, divided into two groups of 20 each: one group of AGA patients and one group of healthy donors without any signs of hair loss. The method applied for polymorphism identification was RFLP and Sanger sequencing, respectively. RFLP was applied to all 40 individuals in the study, while Sanger sequencing was performed on 23 individuals, 13 from the patient group and 10 from the healthy donor group. No statistically significant difference was detected between the frequency of both polymorphisms analyzed, StuI and GGC, in the AR gene and the development of AGA

    The CJEU Sumal case C-882/19 and liability for EU competition law infringements under Directive 2014/104/EU

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την εξέλιξη της ευθύνης για παραβιάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο εταιρικών ομίλων, με ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της «επιχείρησης» και στο δόγμα της ενιαίας οικονομικής οντότητας βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Με επίκεντρο τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Skanska (C-724/17) και Sumal (C-882/19), η παρούσα εργασία αναλύει τον τρόπο κατανομής της ευθύνης στο πλαίσιο αγωγών ιδιωτικής επιβολής σύμφωνα με την Οδηγία 2014/104/ΕΕ. Η εργασία διερευνά την ένταση μεταξύ των παραδοσιακών αρχών του εταιρικού δικαίου—ιδίως της περιορισμένης ευθύνης και της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας—και της λειτουργικής προσέγγισης που υιοθετεί το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Καταδεικνύει πώς το ΔΕΕ έχει προοδευτικά αποσυνδέσει την ευθύνη από τις τυπικές νομικές δομές, θεμελιώνοντάς την αντ’ αυτού στην οικονομική πραγματικότητα της επιχείρησης. Ενώ η υπόθεση Skanska επιβεβαίωσε ότι η έννοια της «επιχείρησης» διέπει την ευθύνη τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική επιβολή και εισήγαγε την αρχή της οικονομικής συνέχειας στις αγωγές αποζημίωσης, η υπόθεση Sumal σηματοδότησε μια σημαντική εξέλιξη, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα «ανεστραμμένης» ή καθοδικής ευθύνης, κατά την οποία θυγατρική εταιρία μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για αντιανταγωνιστική συμπεριφορά της μητρικής της. Η ανάλυση αξιολογεί κριτικά κατά πόσον το πρότυπο ευθύνης που αναδύεται από την υπόθεση Sumal συνιστά μορφή καταλογισμού, αντικειμενικής ευθύνης, ή ένα αυτοτελές μοντέλο άμεσης ευθύνης που εδράζεται στη λειτουργική έννοια της επιχείρησης. Υποστηρίζεται ότι η υπόθεση Sumal δεν εισάγει ένα γενικό δόγμα καταλογισμού ή άρσης του εταιρικού πέπλου, αλλά αντιθέτως ενισχύει ένα επιχειρησιακό μοντέλο ευθύνης εγγενές στο δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ. Τέλος, η εργασία αξιολογεί τις επιπτώσεις της εν λόγω νομολογίας στη νομική βεβαιότητα, στη συνοχή μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής επιβολής, καθώς και στην αποτελεσματικότητα των αγωγών αποζημίωσης για παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού, επισημαίνοντας παράλληλα ανοιχτά δογματικά ζητήματα που παραμένουν προς μελλοντική εξέλιξη.This thesis examines the evolution of liability for infringements of EU competition law within corporate groups, with particular emphasis on the concept of the “undertaking” and the single economic unit doctrine under Article 101 TFEU. Focusing on the Court of Justice of the European Union’s judgments in Skanska (C-724/17) and Sumal (C-882/19), the study analyses how liability is allocated in the context of private enforcement actions under Directive 2014/104/EU. The thesis explores the tension between traditional principles of corporate law—especially limited liability and separate legal personality—and the functional approach adopted in EU competition law. It demonstrates how the CJEU has progressively detached liability from formal legal structures, instead grounding responsibility in the economic reality of undertakings. While the Skanska case confirmed that the concept of “undertaking” governs liability in both public and private enforcement and introduced economic continuity into damages actions, the Sumal case marked a significant development by recognizing the possibility of “inverted” or downward liability, whereby a subsidiary may be held liable for anticompetitive conduct committed by its parent company. The analysis critically assesses whether the liability model emerging from the Sumal case constitutes a form of attribution, vicarious liability, or an autonomous model of direct liability rooted in the functional notion of the undertaking. It argues that the Sumal case does not introduce a general doctrine of attribution or veil piercing but instead reinforces an enterprise-based model of liability intrinsic to EU competition law. Finally, the thesis evaluates the implications of this jurisprudence for legal certainty, coherence between public and private enforcement, and the effectiveness of competition law damages actions, while identifying unresolved doctrinal questions that remain open for future development

    Κατάσχεση και πλειστηριασμός άυλων τίτλων

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το νομικό καθεστώς της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού άυλων τίτλων στο ελληνικό δίκαιο, στο πλαίσιο της σύγχρονης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και της αποϋλοποίησης των επενδυτικών αξιογράφων. Η αποϋλοποίηση των επενδυτικών αξιογράφων και η αντικατάσταση της φυσικής κατοχής από λογιστική καταχώριση δικαιωμάτων σε ηλεκτρονικά μητρώα, όπως θεσμοθετήθηκε με τους νόμους 2198/1994 και 2396/1996 και συμπληρώθηκε από ενωσιακές ρυθμίσεις, επέφερε ουσιώδεις μεταβολές στο ισχύον δίκαιο, ιδίως στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματοπιστωτικών μέσων. Η εργασία αναλύει την έννοια και τα βασικά χαρακτηριστικά των άυλων τίτλων, όπως οι άυλες μετοχές, οι ομολογίες, τα repos, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και οι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου, με έμφαση στη νομική τους φύση και στη λειτουργία των κεντρικών αποθετηρίων και διαμεσολαβητών. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο απόρρητο και στο ενδεχόμενο ακατάσχετο ορισμένων κατηγοριών άυλων τίτλων. Κεντρικό άξονα της μελέτης αποτελεί η αναγκαστική κατάσχεση άυλων τίτλων, όπως αυτή ρυθμίζεται ιδίως μετά την εισαγωγή του άρθρου 991Α ΚΠολΔ. Εξετάζονται οι γενικές και ειδικές προϋποθέσεις επιβολής της κατάσχεσης, το αντικείμενό της, ο ρόλος του τρίτου, η δήλωση τρίτου και οι έννομες συνέπειες τόσο για τον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη όσο και για τον τρίτο. Παράλληλα, αναλύονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα προστασίας. Στη συνέχεια εξετάζεται διεξοδικά η διαδικασία πλειστηριασμού άυλων τίτλων, από την προδικασία έως την εκκαθάριση και την προσβολή του πλειστηριασμού. Τέλος γίνεται αναφορά στις αρχές και κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Δικαίου (ELI) για την εκτέλεση επί ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.This master’s thesis examines the legal framework governing the attachment and auction of dematerialised securities under Greek law, within the context of the modern functioning of the capital market and the dematerialisation of investment securities. The dematerialisation of investment securities and the replacement of physical possession by the book-entry recording of rights in electronic registers, as established by Laws 2198/1994 and 2396/1996 and further supplemented by EU legislation, brought about substantial changes to the existing legal framework, particularly in the field of enforcement proceedings against financial instruments. The thesis analyses the concept and the main characteristics of dematerialised securities, such as dematerialised shares, bonds, repurchase agreements (repos), units of mutual funds, and Greek government securities, with particular emphasis on their legal nature and on the role of central securities depositories and intermediaries. Special reference is made to confidentiality and to the potential exemption from attachment of certain categories of dematerialised securities. A central focus of the study is the attachment of dematerialised securities, as regulated in particular following the introduction of Article 991A of the Greek Code of Civil Procedure. The general and specific requirements for imposing attachment are examined, along with its subject matter, the role of the third party , the third-party statement, and the legal consequences for both the judgment debtor and the third party. In parallel, the available legal remedies and means of protection are analysed. Subsequently, the procedure for the auction of dematerialised securities is examined in detail, from the preparatory stage through to settlement and the challenge of the auction. Finally, reference is made to the principles and guidance of the European Law Institute (ELI) concerning enforcement against digital assets

    Μητρικός θηλασμός μεταξύ διακριτών πληθυσμών προσφύγων: Ποιοτική συγκριτική μελέτη στη δομή της Χίου

    No full text
    Εισαγωγή: Ο μητρικός θηλασμός αποτελεί θεμελιώδη πρακτική για τη βιολογική, συναισθηματική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του βρέφους. Ωστόσο, σε συνθήκες προσφυγιάς, η διατήρηση του θηλασμού επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων, όπως οι πολιτισμικές αντιλήψεις, η ψυχολογική επιβάρυνση, η διαθεσιμότητα των υπηρεσιών υγείας και οι συνθήκες διαβίωσης. Σκοπός: Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν τον μητρικό θηλασμό σε προσφυγικούς πληθυσμούς, με έμφαση στις εμπειρίες των ίδιων των γυναικών και στις δομικές συνθήκες που διαμορφώνουν την πρακτική της γαλουχίας σε συνθήκες εκτοπισμού. Μέθοδος: Η έρευνα βασίστηκε σε μεικτή μεθοδολογική προσέγγιση. Πραγματοποιήθηκε συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση σε επιστημονικές βάσεις δεδομένων με κριτήρια επιλογής τη χρονική περίοδο 2018–2025 και τη θεματολογία του θηλασμού σε καταστάσεις κρίσης. Παράλληλα, διεξήχθη ποιοτική έρευνα με ημιδομημένες συνεντεύξεις σε έξι πρόσφυγες μητέρες που διαμένουν στην Ελλάδα, με τη χρήση θεματικής ανάλυσης. Αποτελέσματα: Τα ευρήματα της ανασκόπησης και της ποιοτικής διερεύνησης συγκλίνουν ως προς τις βασικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες: απουσία υποστήριξης, πολιτισμική ακαταλληλότητα των παρεμβάσεων, περιορισμένη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και ψυχοκοινωνική επιβάρυνση. Παρά τις δυσκολίες, πολλές γυναίκες αναπτύσσουν μηχανισμούς ανθεκτικότητας και επιμένουν στη συνέχιση του θηλασμού ως πράξη φροντίδας και ταυτότητας. Συμπεράσματα: Η ενίσχυση του μητρικού θηλασμού σε προσφυγικά πλαίσια απαιτεί πολυεπίπεδη παρέμβαση: θεσμική, κοινωνική και πολιτισμικά ευαίσθητη. Η αναγνώριση της μητέρας ως φορέα δικαιωμάτων και όχι απλώς ως αποδέκτρια φροντίδας είναι βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική υποστήριξη της γαλουχίας σε συνθήκες εκτοπισμού.Introduction: Breastfeeding is a vital practice for the biological, emotional, and psychosocial development of infants. However, in the context of forced displacement, its continuation is influenced by numerous factors, including cultural beliefs, psychological distress, limited healthcare access, and unstable living conditions. Aim: This study aims to explore the factors affecting breastfeeding among refugee populations, focusing on the lived experiences of displaced mothers and the structural conditions shaping breastfeeding practices in humanitarian settings. Method: A mixed-methods approach was employed. A systematic literature review was conducted using peer-reviewed sources published between 2018 and 2025, focusing on breastfeeding in crisis and displacement settings. In parallel, a qualitative study was carried out through semi-structured interviews with six refugee mothers residing in Greece, and thematic analysis was applied to explore their narratives. Results: Both literature and the empirical findings highlight key barriers to sustained breastfeeding: lack of institutional support, cultural mismatch in interventions, restricted access to healthcare services, and elevated psychosocial stress. Nonetheless, many women demonstrated resilience, viewing breastfeeding as an act of care and identity amidst adversity. Conclusions: Supporting breastfeeding in refugee contexts requires multi-level interventions that are institutional, culturally sensitive, and community based. Recognizing refugee mothers not merely as service recipients but as rights-bearing individuals is fundamental for the development of effective, equitable breastfeeding support in humanitarian settings

    Η νομολογία μετά τον Ν. 4800/2021 αναφορικά με την συνεπιμέλεια των ανήλικων τέκνων

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη νομολογία που διαμορφώθηκε μετά την ψήφιση του ν. 4800/2021 αναφορικά με τη συνεπιμέλεια των ανήλικων τέκνων. Στόχος της είναι η αποτύπωση των τάσεων και των μεταβολών που εισήχθησαν στην ελληνική δικαστηριακή πρακτική, με έμφαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο επιλέχθηκε ως ερευνητικό πεδίο λόγω του μεγάλου όγκου οικογενειακών διαφορών που χειρίζεται.Η μεθοδολογική προσέγγιση βασίστηκε σε πρωτογενές υλικό, ήτοι στη συστηματική μελέτη 431 αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά τα έτη 2019, 2020, 2022 και 2023. Επελέγη η δειγματοληψία, με τουλάχιστον εκατό αποφάσεις ανά έτος, ώστε να καταστεί δυνατή η συγκριτική ανάλυση τόσο πριν όσο και μετά την εφαρμογή του νέου νομοθετικού πλαισίου. Η επεξεργασία των δεδομένων επικεντρώθηκε στο αποτέλεσμα των αποφάσεων ως προς την ανάθεση της επιμέλειας, με ιδιαίτερη διάκριση μεταξύ αποκλειστικής επιμέλειας και διαφορετικών μορφών συνεπιμέλειας. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι μέχρι το 2020 η αποκλειστική επιμέλεια αποτελούσε τον κυρίαρχη ρύθμιση ως προς την ανάθεση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων, η οποία κατά κανόνα ανατίθετο στη μητέρα. Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4800/2021, παρατηρούνται πρώτες ενδείξεις ενίσχυσης της συνεπιμέλειας, ιδίως υπό τη μορφή λειτουργικής κατανομής αρμοδιοτήτων, χωρίς ωστόσο να έχει επέλθει πλήρης μεταστροφή της νομολογιακής πρακτικής. Η σταδιακή εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου συνοδεύεται από αντιφάσεις και αμφισημίες, γεγονός που αναδεικνύει την πραγματική εμβέλεια της μεταρρύθμισης. Συμπερασματικά, ο ν. 4800/2021 σηματοδοτεί μια σημαντική θεσμική τομή, η οποία όμως σε μεγάλο βαθμό δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί στη δικαστηριακή πρακτική. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις για την περαιτέρω ενίσχυση της συνεπιμέλειας ως του βασικού τρόπου ρύθμισης την επιμέλειας των ανήλικων τέκνων μεταξύ των γονέων, με γνώμονα πρωτίστως την προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Περεταίρω, ανοίγει τον δρόμο για μελλοντική έρευνα γύρω από τις κοινωνικές και νομικές προεκτάσεις της μεταρρύθμισης.This diploma thesis examines the case law that developed following the enactment of Law 4800/2021 with regard to the joint custody of minor children. Its aim is to record the trends and changes introduced into Greek judicial practice, with particular emphasis on the Single-Member Court of First Instance of Athens, which was selected as the research field due to the large volume of family disputes it handles. The methodological approach was based on primary material, namely the systematic study of 431 court decisions issued in the years 2019, 2020, 2022, and 2023. A sampling method was chosen, with at least one hundred decisions per year, in order to enable a comparative analysis both before and after the implementation of the new legislative framework. Data processing focused on the outcome of the decisions regarding the allocation of custody, with a particular distinction between sole custody and different forms of joint custody. The findings show that until 2020, sole custody constituted the dominant arrangement for the allocation of custody of minor children and was, as a rule, granted to the mother. After the entry into force of Law 4800/2021, initial indications of an increase in joint custody are observed, particularly in the form of a functional distribution of responsibilities; however, a complete shift in judicial practice has not yet occurred. The gradual implementation of the new institutional framework is accompanied by contradictions and ambiguities, highlighting the actual scope of the reform. In conclusion, Law 4800/2021 marks a significant institutional turning point, which, however, has not yet been fully crystallized in judicial practice. The thesis concludes with proposals for the further strengthening of joint custody as the primary way of regulating parental responsibility for minor children, guided primarily by the protection of the child’s best interests. Furthermore, it paves the way for future research into the social and legal implications of the reform

    Η θέση της ενδοσκοπικής μαστεκτομής στον καρκίνο μαστού

    No full text
    Η ενδοσκοπική μαστεκτομή αποτελεί μία σύγχρονη ελάχιστα επεμβατική προσέγγιση στη χειρουργική του μαστού, η οποία έχει αναπτυχθεί με στόχο τη βελτιστοποίηση των αισθητικών και λειτουργικών αποτελεσμάτων με ταυτόχρονη διατήρηση της ογκολογικής ασφάλειας. Η παρούσα διπλωματική εργασία έχει ως κύριο αντικείμενο τη βιβλιογραφική ανασκόπηση της θέσης της ενδοσκοπικής μαστεκτομής στη σύγχρονη χειρουργική αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού, καθώς και την αξιολόγηση των ενδείξεων, των περιορισμών και των κλινικών της αποτελεσμάτων. Παράλληλα, παρουσιάζεται και σχολιάζεται αντιπροσωπευτικό περιστατικό από την κλινική πρακτική του κέντρου μας, με σκοπό τη συσχέτιση της θεωρητικής τεκμηρίωσης με την εφαρμογή στην καθημερινή πράξη. Η ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας δείχνει ότι, σε κατάλληλα επιλεγμένες ασθενείς και σε εξειδικευμένα κέντρα, η ενδοσκοπική μαστεκτομή επιτυγχάνει ογκολογικά αποτελέσματα συγκρίσιμα με τις συμβατικές ανοικτές τεχνικές, όσον αφορά την πληρότητα εκτομής, τον τοπικό έλεγχο της νόσου και την επιβίωση. Παρά τον αυξημένο χειρουργικό χρόνο στα αρχικά στάδια της καμπύλης εκμάθησης, η μέθοδος συνδέεται με μειωμένο μετεγχειρητικό πόνο, ταχύτερη ανάρρωση και υψηλά επίπεδα ικανοποίησης των ασθενών, ενώ υπερέχει σαφώς ως προς το αισθητικό αποτέλεσμα. Στο κλινικό μέρος της εργασίας παρουσιάζεται περιστατικό γυναίκας 45 ετών, φορέα παθογόνου μετάλλαξης BRCA, η οποία υποβλήθηκε σε προφυλακτική ενδοσκοπική μαστεκτομή με διατήρηση θηλής και με άμεση αποκατάσταση μέσω τομής στην προέκταση της υπομαστικής πτυχής προς τη μασχάλη. Η επέμβαση ολοκληρώθηκε χωρίς διεγχειρητικές επιπλοκές και το μετεγχειρητικό αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικό κατά την παρακολούθηση. Συμπερασματικά, η ενδοσκοπική μαστεκτομή αποτελεί μία ασφαλή και αποτελεσματική εναλλακτική χειρουργική επιλογή σε αυστηρά επιλεγμένες ασθενείς, συμπληρώνοντας το θεραπευτικό οπλοστάσιο της σύγχρονης χειρουργικής του μαστού. Η περαιτέρω τυποποίηση της τεχνικής και η παραγωγή δεδομένων υψηλού επιπέδου τεκμηρίωσης αναμένεται να καθορίσουν τη μελλοντική της θέση στην κλινική πράξη.Endoscopic mastectomy represents a contemporary minimally invasive approach in breast surgery, primarily aimed at optimizing aesthetic and functional outcomes, while maintaining oncological safety. The primary objective of the present diploma thesis is a literature review of the role of endoscopic mastectomy in the modern surgical management of breast cancer, as well as the evaluation of its indications, limitations, and clinical outcomes. In parallel, a representative clinical case from the practice of our center is presented and discussed, in order to correlate theoretical evidence with real-world clinical application. The review of the international literature demonstrates that, in appropriately selected patients and when performed in specialized centers, endoscopic mastectomy achieves oncological outcomes comparable to those of conventional open techniques, with respect to completeness of excision, local disease control, and survival. Despite the increased operative time observed during the initial stages of the learning curve, the technique is associated with reduced postoperative pain, faster recovery, and high levels of patient satisfaction, while clearly offering superior aesthetic results. In the clinical part of this thesis, the case of a 45-year-old woman, carrier of a pathogenic BRCA mutation, is presented. The patient underwent prophylactic endoscopic nipple-sparing mastectomy with immediate reconstruction through a mid-axillary incision. The procedure was completed without intraoperative complications, and the postoperative outcome was highly satisfactory during follow-up. In conclusion, endoscopic mastectomy constitutes a safe and effective alternative surgical option in strictly selected patients, complementing the therapeutic armamentarium of contemporary breast surgery. Further standardization of the technique and the generation of high-level evidence are expected to determine its future role in clinical practice

    Η ονομαστική υποκεφαλαιοδότηση ως πραγματικό που οδηγεί στην αφερεγγυότητα και οι έννομες συνέπειες της.

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο της ονομαστικής υποκεφαλαιοδότησης και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα μετοχικό δάνειο δύναται να εξομοιωθεί με μετοχικό κεφάλαιο. Περαιτέρω, αναλύεται η διάκριση της ονομαστικής υποκεφαλαιοδότησης τόσο από την πραγματική (ουσιαστική) υποκεφαλαιοδότηση όσο και από τα λεγόμενα δάνεια χρηματοδοτικού προγραμματισμού. Τέλος, διερευνάται η σύνδεση της ονομαστικής υποκεφαλαιοδότησης με την αφερεγγυότητα της εταιρίας, καθώς και οι έννομες συνέπειες που επέρχονται για τους μετόχους και το διοικητικό συμβούλιο.This master’s thesis examines the phenomenon of nominal undercapitalization and the legal requirements under which a shareholder loan may be recharacterised as equity capital. Furthermore, it analyses the distinction between nominal undercapitalization, substantive (actual) undercapitalization and financing planning loans. Finally, it explores the relationship between nominal undercapitalization and corporate insolvency, as well as the legal consequences arising for shareholders and the members of the board of directors

    Νομικά ζητήματα από τη θαλάσσια μεταφορά επικίνδυνων φορτίων

    No full text
    Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το νομικό καθεστώς της θαλάσσιας μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων στο πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου. Εξετάζεται η έννοια και η ταξινόμηση των επικίνδυνων φορτίων, σύμφωνα με τους Κώδικες του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ενδεικτικά ο IMDG Code), καθώς και η αναγκαιότητα υπερεθνικής ρύθμισης μέσω διεθνών και ενωσιακών κανόνων. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ανάλυση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του φορτωτή και του μεταφορέα, καθώς και στην ευθύνη έναντι τρίτων. Παράλληλα, παρουσιάζεται συνοπτική επισκόπηση της χερσαίας και της εναέριας μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων, με σκοπό τη συγκριτική ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων της θαλάσσιας μεταφοράς. Τέλος, εξάγονται συμπεράσματα σχετικά με τη σημασία της σαφούς νομικής ρύθμισης και της ορθής κατανομής της ευθύνης για την ασφάλεια των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία τόσο των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων ΄σσο και του θαλάσσιου περιβάλλοντος.This dissertation deals with the legal framework of the carriage of dangerous goods by sea in the scope of international trade. It explores the meaning and classification of dangerous goods according to the codes of the International Maritime Organization (e.g., the IMDG Code), as well as the need for supranational regulation through international and EU rules. Emphasis is placed on examining the rights and obligations of the shipper and the carrier, as well as liability towards third parties. At the same time, a brief overview of the transport of dangerous goods by land and air is presented, with the aim of highlighting the specific characteristics of transport by sea. Finally, conclusions are drawn regarding the importance of clear legal regulation and the proper allocation of responsibility for the safety of commercial transactions and the protection of both the individuals involved and the marine environment

    Liability of board members towards shareholders

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται την ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας έναντι των μετόχων της, υπό το πρίσμα του συγχρόνου ελληνικού εταιρικού δικαίου και ιδίως του Ν. 4548/2018, σε συνδυασμό με συγκριτικές αναφορές σε αλλοδαπές έννομες τάξεις. Στόχος είναι η ανάλυση της νομικής φύσης, του περιεχομένου και των ορίων της ευθύνης αυτής, καθώς και η διερεύνηση των μηχανισμών προστασίας των μετόχων από πράξεις ή παραλείψεις των διοικούντων. Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί ο ρόλος και τα βασικά καθήκοντα του Διοικητικού Συμβουλίου ως υποχρεωτικού οργάνου διοίκησης και εκπροσώπησης της εταιρείας, με έμφαση στο καθήκον επιμέλειας και στο καθήκον πίστης. Ακολούθως, η εργασία διακρίνει συστηματικά την εσωτερική ευθύνη των μελών του ΔΣ έναντι της εταιρείας από την εξωτερική ευθύνη έναντι μετόχων και τρίτων. Ως προς την εσωτερική ευθύνη, εξετάζεται διεξοδικά το καθεστώς της κατά το άρθρο 102 Ν. 4548/2018, οι προϋποθέσεις θεμελίωσής και οι λόγοι αποκλεισμού της, με ιδιαίτερη μνεία στον κανόνα της επιχειρηματικής κρίσης (business judgment rule). Αναφορικά με την εξωτερική ευθύνη, τίθεται στο επίκεντρο η διάκριση μεταξύ άμεσης και έμμεσης ζημίας των μετόχων, καθώς και τα δικονομικά όπλα που διαθέτουν για την αποκατάσταση της ζημίας τους. Εξέχουσα σημασία αποδίδεται στο ακανθώδες ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης των μετόχων για την άσκηση ατομικής (individual action) ή εταιρικής ατομικής αγωγής (derivative action) σε περιπτώσεις έμμεσης ζημίας τους, το οποίο έχει απασχολήσει εις βάθος τόσο τη θεωρία όσο και τη νομολογία. Τέλος, μέσω της συγκριτικής επισκόπησης του τρόπου προστασίας των μετόχων σε επιλεγμένες αλλοδαπές έννομες τάξεις (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ηνωμένες Πολιτείες), καταδεικνύεται η ανάγκη νομοθετικής μεταρρύθμισης του ελληνικού εταιρικού δικαίου και διατυπώνονται de lege ferenda προτάσεις βελτίωσης του ισχύοντος στην Ελλάδα καθεστώτος. Συμπερασματικά, υποστηρίζεται η ανάγκη θεσμοθέτησης της εταιρικής ατομικής αγωγής των μετόχων με σαφή οριοθέτηση μεταξύ ατομικών και εταιρικών αγωγών, προκαταρτικό δικαστικό έλεγχο, πρόβλεψη αποζημίωσης δικαστικών εξόδων για επιτυχόντες ενάγοντες μετόχους και ενίσχυση των μηχανισμών διαφάνειας και διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων στο Διοικητικό Συμβούλιο.The present dissertation examines the liability of the members of the Board of Directors of the société anonyme towards its shareholders, under contemporary Greek corporate law and, in particular, under Law 4548/2018, in conjunction with comparative references to selected foreign legal systems. Its aim is to analyse the legal nature, scope and limits of such liability, as well as to explore the mechanisms available for the protection of shareholders against acts or omissions of the directors. The analysis begins with an examination of the role and duties of the BoD as the mandatory body for the management and representation of the company, with particular emphasis on the duty of care and the duty of loyalty. Furrthermore, the dissertation systematically distinguishes the internal liability of Board members towards the company from their external liability towards shareholders and third parties. With regard to internal liability, the regime established under Article 102 of Law 4548/2018 is examined in depth, including the conditions for its establishment and the grounds for its exclusion, with particular reference to the business judgment rule. As regards external liability, the focus is placed on the distinction between direct and indirect (reflective) loss suffered by shareholders, as well as on the procedural remedies available to them for the recovery of their losses. Significant importance is attributed to the contested issue of shareholders’ standing to bring an individual action or a derivative action in cases of indirect loss, an issue that has been extensively addressed by both legal doctrine and case law. Finally, through a comparative overview of shareholder protection mechanisms in selected foreign legal systems (Germany, France, the United Kingdom and the United States), the need for legislative reform of Greek corporate law is demonstrated, and de lege ferenda proposals are put forward for the improvement of the existing Greek legal framework. In conclusion, the dissertation underscores the necessity of the statutory introduction of the shareholder derivative action, accompanied by a clear delimination between individual and corporate actions, preliminary judicial review, provisions for the reimbursement of litigation costs to successful claimant shareholders, and the enhancement of transparency mechanisms and conflict-of-interest management within the BoD

    16,676

    full texts

    249,632

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of Athens
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇