National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Ο ρόλος της οργανωσιακής κουλτούρας στη διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών-μαθητών: Αντιλήψεις Εκπαιδευτικών
Η παρούσα έρευνα μελετά τον ρόλο της οργανωσιακής κουλτούρας στη διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών, καθώς και των εκπαιδευτικών με τους μαθητές τους. Η διερεύνηση αυτή υλοποιείται σύμφωνα με τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών. Η οργανωσιακή κουλτούρα θεωρείται ο χαρακτήρας μιας εταιρείας ή στην προκειμένη περίπτωση ενός σχολείου. Περιλαμβάνει ένα πλαίσιο κοινών αξιών, κανόνων και πεποιθήσεων που καθορίζουν τον τρόπο συμπεριφοράς των μελών μέσα στο σχολικό περιβάλλον. Η οργανωσιακή κουλτούρα συχνά είναι δυνατόν να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά το κλίμα του σχολείου. Η θετική κουλτούρα σχετίζεται με ένα κλίμα συνεργασίας, υποστήριξης, σεβασμού και εμπιστοσύνης ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Αντίθετα, μία αρνητική κουλτούρα συνδέεται με ανταγωνισμό, υψηλά επίπεδα άγχους, απομόνωση και συχνά ανεπαρκή στήριξη. Τα ερευνητικά ερωτήματα αφορούν το: πως αντιλαμβάνονται οι εκπαιδευτικοί την οργανωσιακή κουλτούρα του σχολείου τους, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην κουλτούρα του σχολείου και στις σχέσεις των εκπαιδευτικών και πως επηρεάζει η σχολική κουλτούρα τις σχέσεις των εκπαιδευτικών με τους μαθητές τους. Στη συγκεκριμένη έρευνα, συμμετείχαν 106 εκπαιδευτικοί. Η μελέτη διεξήχθη με ερωτηματολόγιο και υλοποιήθηκε ποσοτική ανάλυση με τη χρήση του στατιστικού πακέτου SPSS. Κάποια από τα αποτελέσματα που προέκυψαν ήταν ότι ο μέσος όρος των απαντήσεων των ερωτηθέντων για την κουλτούρα (3,76), τις σχέσεις των εκπαιδευτικών (3,87) και τις σχέσεις των εκπαιδευτικών και των μαθητών (3,95) ήταν θετική. Ακόμη, υφίσταται ισχυρή θετική συσχέτιση της οργανωσιακής κουλτούρας με τις σχέσεις εκπαιδευτικών (ρ = ,819) και με τις σχέσεις εκπαιδευτικών και μαθητών (ρ = ,731). Η διακύμανση για την οργανωσιακή κουλτούρα παρατηρήθηκε ότι ήταν το 71,9% στις σχέσεις μεταξύ εκπαιδευτικών (R² = ,719) και το 56,8% στις σχέσεις εκπαιδευτικών και μαθητών (R² = ,568), αποδεικνύοντας ότι αποτελεί ισχυρό προβλεπτικό παράγοντα για την ποιότητα των σχέσεων. Εν κατακλείδι, παρατηρήθηκε ότι μία υποστηρικτική κουλτούρα τείνει να διαμορφώνει θετικές σχέσεις ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς και στους εκπαιδευτικούς με τους μαθητές τους. Συμπεραίνεται ότι όσο βελτιώνεται η κουλτούρα του σχολείου τόσο θετικά επηρεάζονται οι σχέσεις μέσα στο εκπαιδευτικό περιβάλλον. Η θετική οργανωσιακή κουλτούρα συνδέεται με την καλύτερη ποιότητα των σχέσεων των μελών της καθώς και με τις μαθησιακές αποδόσεις, καθιστώντας τον οργανισμό του σχολείου γενικότερα πιο αποτελεσματικό.This study examines the role of organizational culture in shaping relationships among teachers and between teachers and their students, from the perspective of teachers themselves. Organizational culture is regarded as the character of a school and encompasses a framework of shared values, rules and beliefs that determine members’ behaviour within the school environment. Organizational culture can often influence the school climate either positively or negatively. A positive culture is associated with a climate of collaboration, support, respect and trust among team members. By contrast, a negative culture is linked to competition, high stress levels, isolation and frequently inadequate support. In the present study, 106 teachers participated. The research questions address: how teachers perceive their school’s organizational culture, what the relationship is between school culture and teacher relationships and how school culture affects teacher and student relationships. This study was conducted with a questionnaire and quantitative analyses via SPSS. Results show that the mean scores reported by respondents were positive for culture (M = 3.76), teacher- to- teacher relationships (M = 3.87) and teacher– student relationships (M = 3.95). There is also a strong positive association between organizational culture and teacher-to-teacher relationships (ρ = 0.819) and between organizational culture and teacher– student relationships (ρ = 0.731). Organizational culture accounted for 71.9% of the variance in teacher- to-teacher relationships (R² = 0.719) and 56.8% of the variance in teacher– student relationships (R² = 0.568), demonstrating that it is a powerful predictor of relationship quality. In conclusion, a supportive culture tends to foster positive relationships among teachers and between teachers and students. The findings suggest that improvements in school culture are associated with corresponding positive changes in relationships within the educational environment. A positive organizational culture is linked to higher- quality interpersonal relations and to improved student learning outcomes, thereby contributing to the overall effectiveness of the school as an organization
Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των αντιικών στις θηλάζουσες γυναίκες με ερπητική λοίμωξη: Συστηματική ανασκόπηση
Οι ερπητοϊοί είναι διαδεδομένα παθογόνα που επηρεάζουν θηλάζουσες γυναίκες, ωστόσο η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των αντιικών παραγόντων σε αυτόν τον πληθυσμό παραμένουν ανεξερεύνητες. Η παρούσα συστηματική ανασκόπηση αξιολογεί την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των αντιικών θεραπειών για τις ερπητικές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων των CMV, VZV, EBV και HSV στις θηλάζουσες μητέρες. Πραγματοποιήθηκε μία ολοκληρωμένη και διεξοδική έρευνα βιβλιογραφίας χρησιμοποιώντας PubMed, Cochrane Library και Scopus, σε συνδυασμό με ειδικές βάσεις δεδομένων όπως η LactMed. Συμπεριλήφθηκαν δώδεκα μελέτες, οι οποίες περιλαμβάνουν τρεις τυχαιοποιημένες μελέτες ελέγχου, πέντε μελέτες παρατήρησης και τέσσερις αναφορές περιπτώσεων. Η αξιολόγηση της ποιότητας με τη χρήση εργαλείων του Ινστιτούτου Joanna Briggs έδειξε μέτρια έως υψηλή μεθοδολογική ποιότητα για τις μελέτες και σταθερά πλεονεκτήματα στις αναφορές περιπτώσεων, αν και σημειώθηκαν ορισμένοι περιορισμοί. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι οι αντιικοί παράγοντες, ιδίως η ακυκλοβίρη και η βαλακυκλοβίρη, είναι γενικά ασφαλείς για τις θηλάζουσες μητέρες, με ελάχιστη έκθεση του βρέφους και χαμηλό κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Ωστόσο, τα ιολογικά οφέλη φαίνονται μέτρια και οι περισσότερες μελέτες επικεντρώθηκαν σε πληθυσμούς με συλλοίμωξη με HIV, περιορίζοντας τη δυνατότητα γενίκευσης σε θηλάζουσες γυναίκες χωρίς HIV. Συμπερασματικά, ενώ τα τρέχοντα στοιχεία υποστηρίζουν τη χρήση συγκεκριμένων αντιικών φαρμάκων κατά τη διάρκεια του θηλασμού, υπάρχει κρίσιμη ανάγκη για περαιτέρω έρευνα, ώστε να αντιμετωπιστούν τα υπάρχοντα κενά γνώσεων και να βελτιστοποιηθούν οι στρατηγικές θεραπείας τόσο για τις μητέρες όσο και για τα βρέφη.Herpesviruses are prevalent pathogens affecting lactating women, yet the safety and efficacy of antiviral therapies in this population remain underexplored. This systematic review evaluates the safety and efficacy of antiviral therapies for Herpesviridae infections, including CMV, VZV, EBV, and HSV, in lactating mothers. A comprehensive literature search was conducted using PubMed, Cochrane Library, and Scopus, alongside specialized databases like LactMed. Twelve studies were included, comprising three randomized control trials, five observational studies and four case reports. Quality assessment using Joanna Briggs Institute tools indicated moderate-to-high methodological quality for the trials and consistent strengths in case reports, though some limitations were noted. Results suggest that antiviral agents, particularly acyclovir and valacyclovir, are generally safe for breastfeeding mothers, with minimal infant exposure and low risk of adverse effects. However, the virologic benefits appear modest, and most studies focused on HIV co-infected populations, limiting generalizability to lactating women without HIV. In conclusion, while current evidence supports the use of specific antivirals during lactation, there is a critical need for further research to address existing knowledge gaps and optimize treatment strategies for both mothers and infants
The new Stability and Growth Pact of 2024: A step in the right direction or use of old recipes?
Η παρούσα διπλωματική εργασία αναλύει την αναθεώρηση τού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) τού 2024, ήτοι τού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο θεσπίστηκε το 1997 με στόχο την εναρμόνιση των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών τής ΕΕ. Η τροποποίηση τού ΣΣΑ το 2024 κρίθηκε αναγκαία έπειτα από μιάμιση δεκαετία κρίσεων (οικονομικών, δημοσιονομικών, υγειονομικών) που κλυδώνισαν τα δημόσια οικονομικά τής ΕΕ, προκαλώντας υψηλά επίπεδα χρέους και ελλειμμάτων, σε σημείο που η τήρηση τού παλαιού κανονιστικού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης (πολυμερής εποπτεία και δημοσιονομική πειθαρχία) κατέστη μη βιώσιμη για τα κράτη μέλη που επλήγησαν περισσότερο. Η παρούσα εξετάζει τους λ΄όγους πίσω από την αναθεώρηση, το νομικό και οικονομικό υπόβαθρο κατά τη χρονική συγκυρία τής θέσπισής της, καθώς και τους λόγους, τους στόχους και τις δυσκολίες που συνεπήγετο η αναθεώρηση αυτή. Δεδομένου ότι το παλαιό νομικό και δημοσιονομικό καθεστώς αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις άνευ προηγουμένου προκλήσεις, ο ευρωπαίος νομοθέτης προχώρησε στην αναμόρφωση των κανόνων, σε μια προσπάθεια να τούς καταστήσει νομικά πιο ευέλικτους, οικονομικά πιο αναλογικούς και θεσμικά πιο ισχυρούς και εφαρμόσιμους. Σκοπός τής τροποποίησης ήταν να επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη για βιώσιμα δημόσια οικονομικά και συνετή δημοσιονομική συμπεριφορά. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΣΣΑ έχει προσαρμοστεί ώστε να λαμβάνει υπόψη μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση (βάσει τής ικανότητας κάθε Kράτους Mέλους), όσον αφορά τις δημοσιονομικές απαιτήσεις και τις νομικές προϋποθέσεις για την ευρωπαϊκή «έγκριση» των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών των Kρατών Mελών. Το βασικό εμπόδιο σε αυτές τις επιδιώξεις τής ΕΕ, και συγκεκριμένα στην επίτευξη χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και στον περιορισμό των επιπτώσεων διάχυσης (spill-over effects) στις οικονομίες των κρατών μελών τής ΕΕ, αποτέλεσε η έλλειψη μιας κοινής Οικονομικής Πολιτικής, αντίστοιχης τής κεντρικά ασκούμενης Νομισματικής Πολιτικής. Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις των Συνθηκών (ιδίως το άρθρο 125 ΣΛΕΕ), η ΕΕ δεν ευθύνεται για τις δεσμεύσεις και τις οικονομικές υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει ατομικά και αυτοβούλως τα κράτη μέλη. Τα δύο αυτά δεδομένα έχουν οδηγ΄ήσει στη δημιουργία τού παρόντος νομοθετικού πλαισίου, το οποίο, αν και ατελές, αποτελεί τη μόνη επιτρεπτή οδό δράσης για την ΕΕ ώστε να ευθυγραμμίσει τις οικονομίες των κρατών μελών σε μια κοινή βάση - η οποία δεν εξυπηρετεί μόνο το καθένα από αυτά ξεχωριστά, αλλά και την ΕΕ ως σύνολο, καθώς αποτελεί τον απώτερο στόχο τ΄ής ΟΝΕ, για τον οποίο η ΕΕ αγωνίζεται στην διαδικασία τής ευρωπαϊκής ενοποίησης.The current thesis examines the 2024 amendment of the Stability and Growth Pact (SGP), namely the European Union’s economic governance framework. This legal framework was established in 1997 with the aim of aligning the finances of EU member states. The SGP's amendment in 2024 was deemed necessary after a decade and a half of crises (economic, fiscal, health) that stirred the EU's public finances, causing high levels of debt and deficit to the point that abiding by the old economic governance rulebook (multilateral surveillance & budgetary discipline) was simply not viable for the most heavily impacted Member States. The paper observes the reason for that amendment, the backdrop, both legal and economic, during the time of the amendment, as well as the reasons, the aims and the difficulties entailed in the amendment. Seeing that the old legal/fiscal regime could not respond to the unprecedented challegenges, the european legislator proceded with the overhaul of rules in an effort to make them legally more flexible, economically more proportionate, and institutionally more robust and enforcable. The purpose of the amendment was to bring back to the fore the need for sustainable finance and prudent fiscal behavior. In this framework, the SGP has been adjusted to account for a more tailor-made (to each Member States' capacity) approach, in terms of fiscal demands and legal prerequisites for the european "sign-off" of the Member States' own fiscal policy-making. To these endeavors of the EU, namely of acheiving financial stability and mitigating spill-over effects unto the Member State's economies in the EU, the lack of a common Economic Policy, such as the centralized Monetary one, has been the main hinderance. Additionally, as per Treaty provisions (esp. art. 125 TFEU), the EU cannot be held liable for commitments and payable obligations that the Member States have individually, of their own accords, assumed. These two facts have prompted the creation of this legislative framework, which, even though incomplete, is the only permissible course of action for the EU to align Member States' economies on a common ground - one that not only serves each one individually, but the EU as a whole, since it constitutes the ultimate purpose the EU strives for in its european integration process
Oι σχέσεις μεταξύ δικαιοσύνης και ανεξάρτητων διοικητικών αρχών
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται το μείζον θέμα της σχέσης ανάμεσα στις Ανεξάρτητες Αρχές και την Δικαιοσύνη. Αρχικά, στην πρώτη ενότητα επιχειρείται η εννοιολογική προσέγγιση του θεσμού των ανεξάρτητων αρχών , η ιστορική αναδρομή με αναφορά στην εμφάνιση τους στην ελληνική έννομη τάξη. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται ο ρόλος τους ως υβριδικού θεσμικού αντιβάρου και η θεσμική τους υπεροχή σε σύγκριση με την ελληνική Δικαιοσύνη , ενώ αναλύεται και η δικαστική εγγύηση της ανεξαρτησίας τους μέσω του δικαστικού ελέγχου της θητείας των μελών τους. Στην δεύτερη ενότητα, εξετάζεται η ικανότητα διαδίκου των ανεξάρτητων αρχών, η παθητική νομιμοποίηση των ανεξάρτητων αρχών και το κατ’ εξαίρεσιν επιτρεπτό της ενδοστρεφούς δίκης ως τρόπου εξατομίκευσης τους με παράθεση σχετικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην συνέχεια, αναλύουμε την σχέση Ανεξάρτητων Αρχών με την Δικαιοσύνη ανα κλάδο δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, στην Τρίτη ενότητα επιχειρείται η εξέταση της σχέσης των ανεξάρτητων Αρχών με την Διοικητική Δικαιοσύνη μέσω της ανάλυσης των κριτηρίων υπαγωγής των διαφορών από πράξεις ανεξάρτητων αρχών σε ακυρωτικό ή ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο, της έντασης του δικαστικού ελέγχου και της αντιμετώπισης από τα δικαστήρια τεχνικοοικονομικών ζητημάτων καθώς και της χρησιμότητας των ανεξάρτητων αρχών για την ελάφρυνση της δικαστικής ύλης του ΣτΕ και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μέσω της πρόβλεψης ενδικοφανών διαδικασιών ενώπιον αυτών με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ΕΑΔΗΣΥ για την εξέταση των προδικαστικών προσφυγών. Στην τέταρτη ενότητα, κατά την εξέταση της σχέσης ανάμεσα στις ανεξάρτητες αρχές και την ποινική Δικαιοσύνη , αναλύονται η σχέση έντασης και οι συχνές θεσμικές διαφωνίες ανάμεσα στις ανεξάρτητες αρχές και τις εισαγγελικές αρχές με βασικό οδηγό την γνωμοδότηση υπ’ αριθ. 1/2023 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και η αδικαιολόγητη παρεμβολή της ποινικής δικαιοδοσίας του Αρείου Πάγου στο έργο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Η πέμπτη ενότητα ασχολείται με την παρέμβαση των ανεξάρτητων αρχών στην επίλυση ιδιωτικών διαφορών με αναφορά στο ΑΣΕΠ και την ΕΕΤΤ ως χαρακτηριστικά παραδείγματα παραθέτοντας σχετική νομολογία. Στην έκτη ενότητα της παρούσας μελέτης επιχειρείται συγκριτική επισκόπηση της ελληνικής έννομης τάξης με τις αντίστοιχες της Γαλλίας , της Αγγλίας και των ΗΠΑ ως προς την έκταση και ένταση του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων ρυθμιστικών αρχών με παράθεση σημαντικών αποφάσεων του Conseil d’ Etat της Γαλλίας και του Ανώτατου Δικαστηρίου(Supreme Court) των ΗΠΑ .Τέλος, στην έβδομη ενότητα, παρατίθενται τα γενικά συμπεράσματα της παρούσας διπλωματικής εργασίας .This thesis deals with the important issue of the relationship between independent authorities and justice. First, the first section attempts a conceptual approach to the institution of independent authorities, providing a historical overview with reference to their emergence in the Greek legal system. At the same time, it highlights their role as a hybrid institutional counterweight and their institutional superiority in comparison to the Greek judiciary, while also analyzing the judicial guarantee of their independence through judicial review of the term of office of their members. The second section examines the capacity of independent authorities to be parties to legal proceedings, the passive legalization of independent authorities, and the exceptional permissibility of internal proceedings as a means of individualizing them, with a comparison of relevant case law of the Council of State. Next, we analyze the relationship between independent authorities and the judiciary by branch of jurisdiction. In particular, the third section examines the relationship between independent authorities and administrative justice by analyzing the criteria for subjecting disputes arising from acts of independent authorities to annulment or substantive judicial review, the intensity of judicial review and the treatment of technical and economic issues by the courts, as well as the usefulness of independent authorities in lightening the caseload of the Council of State and the regular administrative courts by providing for appeal procedures before , a typical example being the National Authority of Public Contracts for the examination of preliminary appeals. In the fourth section, when looking at the relationship between independent authorities and criminal justice, the tense relationship and frequent institutional disagreements between independent authorities and prosecuting authorities are analyzed, with the Advisory Opinion No. 1/2023 of the Prosecutor of the Court of Cassation , as well as the unjustified interference of the criminal jurisdiction of the Court of Cassation in the work of the Authority for Combating Money Laundering. The fifth section deals with the intervention of independent authorities in the resolution of private disputes, with reference to the ASEP and the EETT as typical examples, citing relevant case law. The sixth section of this study attempts a comparative overview of the Greek legal system with those of France England, and the USA in terms of the scope and intensity of judicial review of regulatory authority decisions, citing important decisions of the Conseil d'Etat of France and the Supreme Court of the USA. Finally, the seventh section presents the general conclusions of this thesis
Η διαγενεακή ισότητα ως συνταγματική επιταγή;
Ένας αρχικός -απλοϊκός- ορισμός της έννοιας της διαγενεακής ισότητας θα μπορούσε την ορίσει ως «δικαιοσύνη μεταξύ διαφορετικών γενεών» ή «ευθύνη έναντι των μελλοντικών γενεών». Εντούτοις, η απόπειρα να ορίσει κανείς την έννοια με απολύτως ενιαίο και ομοιόμορφο τρόπο για κάθε πεδίο στο οποίο αφορά αποτελεί εγχείρημα δύσκολο και μάλλον αλυσιτελές. Η έννοια είναι πολυδιάστατη , όπως άλλωστε αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εμφανίζεται υπό ποικίλους όρους στη διεθνή βιβλιογραφία (intergenerational justice, intergenerational equity, sustainability, Generationengerechtigkeit, équité intergénérationnelle). Στο πεδίο του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης, η αρχή δύναται να αποδοθεί ως υποχρέωση της παρούσας γενεάς να προστατεύσει το κοινωνικό κεφάλαιο (που αποτελεί σύνολο σχέσεων εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας) κατά τρόπο ώστε αυτό να μεταβιβασθεί ακέραιο στις επόμενες γενεές . Στο πεδίο του περιβαλλοντικού δικαίου, η σημασία της αρχής δύναται να συμπυκνωθεί στην ιδέα ότι όλες οι γενεές θα πρέπει να διαθέτουν ισότιμα δικαιώματα στην απόλαυση του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων . Ή, με άλλη διατύπωση, προσιδιάζουσα περισσότερο στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, η διαγενεακή ισότητα επιτάσσει την υποχρέωση διαχείρισης των περιβαλλοντικών πόρων κατά τρόπο ώστε να διατηρείται ακέραιο το σχετικό απόθεμά τους προς ικανοποίηση, υπό αντίστοιχους όρους, των αναγκών των μελλοντικών γενεών . Οι ανωτέρω ορισμοί ενέχουν, βέβαια, μεγάλο βαθμό γενικότητας. Η ακριβής έννοια της διαγενεακής ισότητας εξειδικεύεται υπό το πρίσμα και τις σταθμίσεις έκαστης έννομης τάξης από τη σκοπιά της οποίας εξετάζεται. Κυρίως, όμως, υπό το πρίσμα της συνταγματικής τάξης εντός της οποίας κατοχυρώνεται. Τούτων λεχθέντων, κρίνεται σκόπιμο στην παρούσα εργασία να προηγηθεί η παρουσίαση ορισμένων βασικών – κυρίως θεωρητικών – προβληματισμών που εντοπίζονται στη διεθνή βιβλιογραφία αναφορικά με την κατοχύρωση της διαγενεακής ισότητας στον θεμελιώδη νόμο του κράτους, το σύνταγμα. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται η κατοχύρωση της αρχής της διαγενεακής ισότητας στις διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος και, συγκεκριμένα, στις διατάξεις του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 22 παρ. 5 Σ) και του δικαιώματος στο περιβάλλον (άρθρο 24 Σ), με αναφορά στη γενική θεωρία του συνταγματικού δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς και στην αναγνώριση της αρχής της διαγενεακής ισότητας στην ελληνική νομολογία. Όπου κρίνεται σκόπιμο, γίνονται οι αναγκαίες για την πληρότητα της παρούσας αναγωγές στη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ καθώς και στη νομολογία αλλοδαπών εθνικών δικαστηρίων. Ακόμη, διατυπώνονται προβληματισμοί αναφορικά με τη σχέση της αρχής της διαγενεακής ισότητας στο πεδίο του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης με την ίδια αρχή στο πεδίο του δικαίου του περιβάλλοντος και εξετάζεται η δυνατότητα συγκερασμού τους. Τέλος, η εργασία ολοκληρώνεται όπως ακριβώς αρχίζει, δηλαδή με ένα ερώτημα: είναι επαρκείς οι προβλέψεις του Συντάγματος σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα;An initial - simplistic - definition of the concept of intergenerational equality could define it as "justice between different generations" or "responsibility towards future generations". However, the attempt to define the concept in a completely uniform way for each field to which it concerns is a difficult and rather ineffective undertaking. The concept is multidimensional, as evidenced by the fact that it appears in various terms in international literature (intergenerational justice, intergenerational equity, sustainability, Generationengerechtigkeit, équité intergénérationnelle). In the field of social security law, the principle can be attributed to the obligation of the present generation to protect social capital (which is a combination of relationships of trust and reciprocity) in such a way that it can be passed on in full to future generations. In the field of environmental law, the importance of the principle can be summed up in the idea that all generations should have equal rights to the enjoyment of the environment and natural resources. Or, in other words, more closely related to the principle of sustainable development, intergenerational equality requires the obligation to manage environmental resources in such a way as to preserve their stock intact in order to satisfy, under corresponding conditions, the needs of future generations. The above definitions are, of course, very general. The exact concept of intergenerational equality is specified in the light and under the evaluations of each legal order from the point of view of which it is examined. Mainly, however, in the light of the constitutional order in which it is enshrined. Having said that, it is appropriate in this thesis to precede the presentation of some basic – mainly theoretical – concerns found in the international literature regarding the recognition of intergenerational equality in the fundamental law of the state, the constitution. Subsequently, the recognition of the principle of intergenerational equality in the provisions of the Greek Constitution and, in particular, in the provisions of the right to social security (Article 22 para. 5 of the Constitution) and the right to the environment (Article 24 of the Constitution), with reference to the general theory of constitutional law and fundamental rights, as well as to the recognition of the principle of intergenerational equality in Greek jurisprudence. Where appropriate, the necessary references are made to the case law of the ECHR and the CJEU as well as to the case law of foreign national courts. Furthermore, concerns are raised regarding the relationship between the principle of intergenerational equality in the field of social security law and the same principle in the field of environmental law and the possibility of combining them is examined. Finally, the thesis ends exactly as it begins, that is, with a question: are the provisions of the Constitution sufficient in relation to the issue under consideration
Η αποζημιωτική αρχή του «όλα ή τίποτε»: ο κανόνας και οι κάμψεις του
Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στο δίκαιο της αποζημίωσης, και συγκεκριμένα στην εξέταση του κανόνα της πλήρους αποζημίωσης, στην αρχή του «όλα ή τίποτε», που διατρέχει το πλέγμα των περί αποζημίωσης διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη. Ενόψει του ότι η αποζημίωση δίνεται με πληρότητα έναντι της ζημίας, ως επαχθούς αποτελέσματος που προκύπτει από τη συμπεριφορά ενός άλλου υποκειμένου, η εργασία καταπιάνεται με την αποτύπωση των γενεσιουργών λόγων της αποζημιωτικής ευθύνης, με την ανάλυση των γενικών αρχών που διέπουν όχι μόνο το δίκαιο της αποζημίωσης, αλλά και το δίκαιο στην ολότητά του, και κατά πόσο, ιδίως οι τελευταίες, επιδρούν στην εξεταζόμενη αρχή του «όλα ή τίποτε». Η ερευνητική πορεία εκκινεί από την ίδρυση της ευθύνης προς αποζημίωση και τη σταχυολόγηση των επιμέρους προϋποθέσεών της, και έτσι αναλύονται κατά σειρά η προϋπόθεση του νόμιμου λόγου ευθύνης, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου, προκειμένου να τεθούν τα εννοιολογικά θεμέλια των επιμέρους αναπτύξεων. Στη συνέχεια, ακολουθεί η αναφορά στο κεντρικό ζήτημα της εργασίας, την αρχή του «όλα ή τίποτε», ώστε να τεθεί στο επίκεντρο η οικεία προβληματική, και να προετοιμασθεί το έδαφος για την προσέγγιση των αποκλίσεων που υφίστανται στην ελληνική έννομη τάξη. Κατόπιν, αναπτύσσονται οι επιμέρους προβληματικές του συντρέχοντος πταίσματος, κατά τη διάταξη του άρ. 300 ΑΚ, της απώλειας θεραπευτικής ευκαιρίας, και της αρχής της επιείκειας, και αναλύεται ειδικώς η έννοια της εύλογης, κατά τη διάταξη του άρ. 918 ΑΚ, αποζημίωσης. Επιλογικά, η εργασία καταλήγει σε σύντομες παρατηρήσεις επί του ζητήματος της πλήρους αποζημίωσης, και των αποκλίσεων από την αρχή «όλα ή τίποτε», με έμφαση στη δικαιοπολιτική της διάσταση, και ιδίως στα αποτελέσματά της.This thesis focuses on compensation law, and specifically on examining the rule of full compensation, the "all or nothing" principle, which runs through the framework of compensation provisions in the Greek legal system. Given that compensation is awarded in full for damage, as an onerous result arising from the conduct of another subject, the thesis focuses on the depiction of the causes of compensatory liability, by analyzing the general principles governing not only the law of compensation but also legal provisions as a whole, and to what extent, in particular the latter, they affect the compensatory principle of "all or nothing" under examination. The research begins with the establishment of liability for compensation and the summarization of its individual prerequisites, and thus the conditions of legal liability, damage, and causal link are analyzed to lay the conceptual foundations for the individual developments. Subsequently, reference is made to the central issue of the thesis, the principle of "all or nothing," in order to focus on the relevant problem and prepare the ground for addressing the discrepancies that exist in the Greek legal framework. Furthermore, the specific issues of contributory negligence, as provided for in Article 300 of the Greek Civil Code, loss of therapeutic opportunity, and the principle of leniency are developed, and the concept of reasonable compensation, as provided for in Article 918 of the Greek Civil Code, is analyzed in detail. Finally, the thesis concludes with brief comments on the issue of full compensation and deviations from the "all or nothing" principle, with an emphasis on its legal policy dimension and, in particular, its consequences
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ)
Η διπλωματική εργασία αναδεικνύει τον καθοριστικό αλλά υποβαθμισμένο ρόλο των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) στην Ελλάδα, οι οποίοι, παρά τη θεσμική τους κατοχύρωση, συχνά περιορίζονται σε τυπικό ρόλο εφαρμογής πολιτικών της Κεντρικής Διοίκησης. Ιδιαίτερα σε κρίσιμα ζητήματα συλλογικής δράσης, όπως η κλιματική αλλαγή και η περιβαλλοντική προστασία, οι Ο.Τ.Α. αντιμετωπίζουν σοβαρούς θεσμικούς, οικονομικούς και λειτουργικούς περιορισμούς, όπως η έλλειψη πόρων, οι ανισότητες μεταξύ Δήμων, η γραφειοκρατία και η περιορισμένη αυτονομία. Η εργασία υπογραμμίζει την ανάγκη για ολιστική ενίσχυση των Ο.Τ.Α. μέσω στρατηγικού σχεδιασμού, επαρκών πόρων και καινοτόμων πρακτικών, με ενσωμάτωση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών δεικτών, καθώς και της αρχής της διαγενεακής δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ανάλυση της σχετικής νομολογίας αναδεικνύει τη σημασία της στάθμισης συμφερόντων και της ουσιαστικής συμμετοχής των Ο.Τ.Α. στη διαμόρφωση πολιτικών, ιδίως σε περιβαλλοντικά ζητήματα.The thesis highlights the decisive yet undervalued role of Local Government Authorities (LGAs) in Greece, which, despite their institutional establishment, are often confined to a formal role in the implementation of policies set by the Central Government. Particularly in critical areas of collective action, such as climate change and environmental protection, LGAs face significant institutional, financial, and operational constraints, including limited resources, disparities between municipalities, bureaucratic inefficiencies, and restricted autonomy. The study underscores the need for a holistic strengthening of LGAs through strategic planning, adequate resources, and innovative practices, incorporating environmental, social, and economic indicators, as well as the principle of intergenerational justice. At the same time, the analysis of relevant case law highlights the importance of balancing competing interests and ensuring the meaningful participation of LGAs in policy-making processes, particularly in environmental matter
Διαχείριση νέων ενηλίκων (15 ετών και άνω) με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι στην κοινότητα
Η μετάβαση από την εφηβεία στην ενήλικη ζωή αποτελεί μια ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο για άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1). Αυτή η περίοδος ζωής συχνά συνοδεύεται από αλλαγές στις κοινωνικές, εκπαιδευτικές και επαγγελματικές συνθήκες, καθώς και από αυξημένες ευθύνες στην αυτοδιαχείριση της νόσου. Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη διαχείριση των νέων ενηλίκων με ΣΔ1 στο πλαίσιο της κοινότητας, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις, τις ανάγκες και τις βέλτιστες πρακτικές υποστήριξης.The transition from adolescence to adulthood is a particularly challenging period for people with type 1 diabetes mellitus (DM1). This period of life is often accompanied by changes in social, educational, and occupational circumstances, as well as increased responsibilities in self-management of the disease. This thesis focuses on the management of young adults with DM1 in the community context, highlighting challenges, needs, and best practice support
L’office du juge de l’excès de pouvoir dans le contentieux « climatique » : approche comparée franco-grecque
Η διεύρυνση του δικαστικού ελέγχου κατά την εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως στις λεγόμενες "κλιματικές" δίκες, όπως προκύπτει κατά την εξέταση της γαλλικής και της ελληνικής νομολογίας, ιδίως στην υπόθεση "Commune de Grande-Synthe" και σε χαρακτηριστικές αποφάσεις των ελληνικών και γαλλικών ανώτατων ακυρωτικών δικαστηρίων.The scope of judicial review in the adjudication of annulment applications in the so-called "climate" cases, as evidenced by an examination of French and Greek case law, particularly in the "Commune de Grande-Synthe" case and in characteristic decisions of the Greek and French supreme administrative courts
Σωματική και ψυχική ασθένεια στην αρχαία Ελλάδα: μια ανάλυση των τραγικών κειμένων
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σωματική και ψυχική ασθένεια στην αρχαία Ελλάδα μέσα από την ανάλυση επιλεγμένων αρχαίων ελληνικών τραγικών κειμένων. Στόχος είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η ασθένεια αναπαρίσταται στη δραματουργία και πώς συνδέεται με τις ιατρικές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής. Αρχικά παρουσιάζονται οι κυρίαρχες αντιλήψεις περί υγείας και νόσου στην αρχαία ελληνική σκέψη, με έμφαση στη συνύπαρξη θεϊκών και φυσιοκρατικών ερμηνειών, καθώς και στη συμβολή της ιπποκρατικής ιατρικής. Στη συνέχεια, μέσω ποιοτικής ανάλυσης των τραγωδιών, αναδεικνύεται η παρουσία σωματικών και ψυχικών παθήσεων, όπως η μανία, η παράνοια και το μίασμα, οι οποίες συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί εξέλιξης της πλοκής. Συμπερασματικά, η εργασία δείχνει ότι η ασθένεια στην αρχαία τραγωδία αποτελεί όχι μόνο βιολογικό φαινόμενο, αλλά και κοινωνικό, ηθικό και πολιτισμικό κατασκεύασμα.This master’s thesis examines physical and mental illness in Ancient Greece through the analysis of selected ancient Greek tragic texts. Its aim is to explore how illness is represented in tragedy and how it relates to the medical, philosophical, and religious beliefs of the period. Initially, the study outlines the dominant ancient Greek conceptions of health and disease, emphasizing the coexistence of divine and naturalistic explanations, as well as the contribution of Hippocratic medicine. Subsequently, through qualitative analysis of tragic works, the presence of physical and mental disorders—such as mania, madness, and miasma—is highlighted, as these conditions often function as key mechanisms in the development of the plot. Overall, the thesis demonstrates that illness in ancient Greek tragedy is not merely a biological phenomenon, but also a social, moral, and cultural construct