National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
H Πολιτεία του Βυθού ως θεατρικό έργο. Μια μελέτη περίπτωσης με έμφαση στα συναισθήματα
Στο πλαίσιο της εργασίας με το Θέατρο για παιδιά, παραδίδονται αλλά και φανερώνονται πλήθος τρόπων και εργαλείων, ώστε να ενισχυθούν τα παιδιά στις προκλήσεις της συναισθηματικής τους ανάπτυξης: να μάθουν να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, να δημιουργήσουν δικλείδες συναισθηματικής ασφάλειας, να δομήσουν την αυτοεκτίμησή τους πάνω σε ισχυρά θεμέλια, να επενδύσουν τη διαδρομή τους με χαρά και να διατηρήσουν καθώς μεγαλώνουν έναν αναλλοίωτο εσωτερικό χώρο, στον οποίο θα μπορούν (γιατί θα έχουν διδαχτεί) να έρχονται σε επαφή με τον αυθεντικό εαυτό τους. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να ερευνηθεί, μέσα από τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την εκπαιδευτική παρέμβαση, που έγινε σε μια τάξη με παιδιά της Γ ́ Δημοτικού ενός σχολείου της Αττικής με βάση το έργο "Η Πολιτεία του Βυθού" της Μάρως Λοΐζου, σε διασκευή για το Θέατρο από την Ειρήνη Μάρρα, κατά πόσο και με ποιους τρόπους η θεατρική πράξη μπορεί να σταθεί αρωγός στην έκφραση των συναισθημάτων των παιδιών αυτής της ηλικίας και στην απόκτηση μιας πρώτης συνειδητότητας σε σχέση με αυτά. Στην ανάπτυξη της ίδιας θεματικής, εξετάζεται η έκφραση και η διαχείριση των πιο δύσκολων συναισθημάτων, όπως ο φόβος και η θλίψη, καθώς και η δυνατότητα επαναπροσδιορισμού τους, πάντα μέσα από το Θέατρο. Έπειτα από την αναφορά στα χαρακτηριστικά της συναισθηματικής φύσης των παιδιών και της σχέσης της αρμονικής ανάπτυξης της προσωπικότητας τους με το Θέατρο, κατατίθεται μια σύντομη περίληψη του συγκεκριμένου θεατρικού έργου, περιγράφεται το σκεπτικό βάσει του οποίου επιλέχτηκε για την παρούσα έρευνα, ομοίως το σκεπτικό πάνω στα οποία στηρίχτηκε η επιλογή των σκηνών πάνω στις οποίες δομήθηκαν οι παρεμβάσεις και στη συνέχεια αναλύεται ο σχεδιασμός των παρεμβάσεων στην τάξη, η καταγραφή των συναντήσεων με τα παιδιά, οι παρατηρήσεις πάνω στις συναντήσεις, η ανάλυση των ερωτηματολογίων που απαντήθηκαν από αυτά, πριν και μετά το πέρας των παρεμβάσεων, οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα από την όλη δράση και τέλος, πρόταση για περαιτέρω εργασία πάνω στο θέμα "οι προκλήσεις της συναισθηματικής φύσης και η δυνατότητα επεξεργασίας των συναισθημάτων μέσα από τη θεατρική πράξη".In the context of working in Theater for children, one can be handed but also discover plenty of ways and tools, so that the child may be empowered during the challenges of its emotional development; so that it learns how to acknowledge and express its feelings, how to create emotional security safeguards, how to build its self- esteem upon solid foundation, how to invest its journey with joy and how to keep, while growing, a consistent inner space, where , it will be able to connect to its authentic self, since it will have been taught the way to do so. The goal of the present project is to research through observation, comments and conclusions that arise from the educational interventions based on Maro Loizou’s book “The City of the Sea Depths” (in Irene Marra’s adaptation as theatrical play), that have been carried out with children of a third grade class whether, and if so, in what ways and in what amount the theatrical act can help children express their feelings and obtain a primary consciousness in relation to them. Developing the same subject, the research examines the expression and handling of more “difficult” feelings, such as fear and sorrow, as well as the possibility of their redefining through Theatre. After a short reference on the characteristics of the children's emotional nature and the relation of the balanced development of the children’s personality to Theatre, the project contains a summary of the play, a description of the rationale behind the choice of working with this particular above mentioned play, likewise the rationale behind the choice of the scenes on which the interventions were based and the children worked with, and subsequently the planning of the interventions, the diary of the actual meetings with the children, the comments on them, the results of the questionnaires that the children filled in at the beginning and at the end of the interventions, the overall comments and conclusions and finally a proposal on further immersion to the subject “Challenges of the emotional nature and the potential of dealing with them through theatrical practice”
Καθυστερημένη διάγνωση διαταραχής αυτιστικού φάσματος σε έφηβα κορίτσια: βιβλιογραφική ανασκόπηση
Η διαταραχή αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ) συνιστά μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στην κοινωνική επικοινωνία, περιορισμένα ενδιαφέροντα, και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές. Παρότι η επιστημονική έρευνα γύρω από τον αυτισμό έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο τις τελευταίες δεκαετίες, η κατανόηση και η αναγνώριση της διαταραχής σε θήλεις, και ιδιαίτερα στην εφηβική ηλικία, παραμένει περιορισμένη. Η παρούσα εργασία στοχεύει στη διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν την έγκαιρη διάγνωση της ΔΑΦ, των επιπτώσεών της στη ζωή των εφήβων και των νέων ενηλίκων –με ιδιαίτερη έμφαση στα κορίτσια– καθώς και των λόγων που οδηγούν σε λανθασμένες ή αποτυχημένες διαγνώσεις στην παιδική ηλικία. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, υιοθετήθηκε η μέθοδος της βιβλιογραφικής συστηματικής ανασκόπησης, η οποία πραγματοποιήθηκε σε τρεις επιστημονικές βάσεις δεδομένων, το PubMed, το Google Scholar, και το Scopus. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι τα κορίτσια με ΔΑΦ διαγιγνώσκονται κατά μέσο όρο αργότερα από τα αγόρια, συχνά στην εφηβεία ή ακόμη και στην ενήλικη ζωή. Κεντρικός λόγος της καθυστέρησης αυτής είναι ο θηλυκός φαινότυπος του αυτισμού, που χαρακτηρίζεται από λιγότερο εμφανείς επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, και έντονο καμουφλάζ. Οι επιπτώσεις της καθυστερημένης διάγνωσης είναι σοβαρές, ιδίως στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή, καθώς οδηγούν σε αγχώδη συμπτώματα ή και αγχώδεις διαταραχές, και χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. Συμπερασματικά, ο αυτισμός στα κορίτσια εκδηλώνεται συχνά με άτυπο ή λιγότερο εμφανή τρόπο και έτσι καταδεικνύεται η ανάγκη για αυξημένη διαγνωστική ευαισθησία, αναθεώρηση των διαγνωστικών εργαλείων, και εκπαίδευση των επαγγελματιών, ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο θηλυκός φαινότυπος του αυτισμού.Autism spectrum disorder (ASD) is a neurodevelopmental disorder, characterized by difficulties in social communication, restricted interests, and repetitive behaviors. Although scientific research on autism has made remarkable progress during the recent decades, understanding and recognition of the disorder in females, especially during adolescence, remains limited. This study aims to investigate the factors that influence the early diagnosis of ASD, its’ impact on the lives of adolescents and young adults – with particular emphasis on girls, – as well as the reasons that lead to incorrect or failed diagnoses during childhood. To achieve this goal, the method of systematic literature review was adopted, which was carried out in three scientific databases, PubMed, Google Scholar, and Scopus. The results of the study showed that girls with ASD are diagnosed on average later than boys, often during adolescence or even adulthood. The main reason for this delay is the female phenotype of autism, which is characterized by less obvious repetitive behaviors, and intense camouflage. The consequences of late diagnosis are serious, especially during adolescence and adulthood, as they entail anxiety symptoms or even anxiety disorders, and lower self-esteem. In conclusion, autism in girls often manifests in an atypical or less obvious way, thus demonstrating the need for increased diagnostic sensitivity, revision of diagnostic tools, and adequate training of professionals to take into account the female phenotype of autism
«Η Έβελιν» του Τζέιμς Τζόυς. Δραματοποιημένες εκδοχές διδασκαλίας της Λογοτεχνίας στο Λύκειο.
Η αφετηρία της παρούσας έρευνας εντοπίζεται στην προσωπική μου εμπειρία από τη σχολική πράξη και τη μακρόχρονη ενασχόλησή μου με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η συστηματική επαφή με τους μαθητές και η παρατήρηση των δυσκολιών τους στην πρόσληψη και ερμηνεία των λογοτεχνικών κειμένων ανέδειξαν την ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών, βιωματικών και περισσότερο μαθητοκεντρικών διδακτικών προσεγγίσεων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία προβληματισμού διαμορφώθηκε σταδιακά το ερευνητικό ενδιαφέρον της παρούσας μελέτης. Στη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα, η διδασκαλία της λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση συχνά προσλαμβάνεται από τους μαθητές ως μια διαδικασία δυσπρόσιτη και αποστασιοποιημένη από τη βιωμένη εμπειρία τους. Πολλά λογοτεχνικά κείμενα αντιμετωπίζονται ως «ερμητικά κλειστά», γεγονός που δυσχεραίνει την κατανόηση των συμβολισμών, της ατμόσφαιρας και του συναισθηματικού τους φορτίου, αλλά και την ερμηνεία των προσώπων, των μεταξύ τους σχέσεων και των βαθύτερων κινήτρων τους. Η δυσκολία αυτή συνδέεται συχνά με έναν λογοκεντρικό και παραδοσιακό τρόπο διδασκαλίας, ο οποίος περιορίζει τον χώρο της φαντασίας, της προσωπικής ανταπόκρισης και της ελεύθερης ερμηνείας των κειμένων. Στο πλαίσιο αυτό, οι μαθητές συχνά εγκλωβίζονται σε μια ορθολογική και πληροφοριακή ανάγνωση, γεγονός που δυσχεραίνει την ανάπτυξη κριτικής στάσης απέναντι στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου ή του αφηγητή και τη σύνδεση των αξιών και των ιδεολογικών συμφραζομένων του έργου με τη σύγχρονη πραγματικότητα και τις προσωπικές τους εμπειρίες. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι καίριο: πώς μπορούν οι μαθητές να προσεγγίσουν τα λογοτεχνικά κείμενα βιωματικά, να τα κατανοήσουν σε βάθος, να στοχαστούν κριτικά πάνω σε αυτά και να απολαύσουν τη λογοτεχνική εμπειρία; Η συνεξέταση της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και η έμφαση στην παραγωγή ερμηνευτικού σχολίου, ιδίως στις τάξεις του Λυκείου, έχουν ενισχύσει μια εξετασιοκεντρική προσέγγιση του μαθήματος. Ωστόσο, ο σκοπός της διδασκαλίας της λογοτεχνίας δεν μπορεί να εξαντλείται στην κατανόηση αφηγηματολογικών όρων ή στη μηχανιστική ερμηνεία ή ανάλυση των κειμένων. Αντιθέτως, η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος προσωπικής έκφρασης, συναισθηματικής εμπλοκής και στοχασμού, μέσα στον οποίο οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν τη φαντασία τους και να διαμορφώσουν τη δική τους ερμηνευτική στάση απέναντι στα κείμενα. Η παρούσα εργασία επιχειρεί να συμβάλλει σε αυτόν τον προβληματισμό, προτείνοντας μια διαθεματική διδακτική προσέγγιση που αξιοποιεί θεατρικές τεχνικές και τη διερευνητική δραματοποίηση στη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Βασική παραδοχή της μελέτης είναι ότι το θέατρο, όταν εντάσσεται οργανικά στη διδακτική πράξη, μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο βαθύτερης κατανόησης των κειμένων και των χαρακτήρων τους, να καλλιεργήσει την ενσυναίσθηση των μαθητών και να συμβάλλει στην ενεργό συμμετοχή τους στη μαθησιακή διαδικασία, καλλιεργώντας τη φαντασία, δημιουργικότητα και την κριτική τους σκέψη. Μέσα από τη σωματική έκφραση, την υπόδυση ρόλων, τον αυτοσχεδιασμό και το γράψιμο σε ρόλο, οι μαθητές καλούνται να προσεγγίσουν το λογοτεχνικό κείμενο ως ζωντανή εμπειρία και όχι ως στατικό αντικείμενο ανάλυσης μέσα στη σχολική τάξη. Η διδακτική εφαρμογή που παρουσιάζεται στην εργασία βασίζεται στο διήγημα Η Έβελιν του Τζέιμς Τζόυς από τη συλλογή Δουβλινέζοι, το οποίο εντάσσεται στον Φάκελο Υλικού της Γ΄ Λυκείου. Το έργο του Τζόυς πραγματεύεται με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα του υπαρξιακού εγκλωβισμού και της αδυναμίας φυγής, θεματικές που συναντώνται και στην ποίηση της Κικής Δημουλά, ιδίως στο ποίημα «Σημείο αναγνωρίσεως. Άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια». Η διακειμενική σύνδεση των κειμένων αυτών προσέφερε το έδαφος για τη διερεύνηση εννοιών όπως η ελευθερία, η καταπίεση και η προσωπική ευθύνη, μέσα από βιωματικές και θεατρικές πρακτικές. Σημειώνεται ότι η αξιοποίηση θεατρικών τεχνικών στο μάθημα της λογοτεχνίας δεν αποσκοπεί πρωτίστως στη σκηνική παρουσίαση, αλλά στη διδακτική αξιοποίησή τους. Ωστόσο, η βιωματική αυτή διαδικασία δύναται, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει και σε συλλογικά καλλιτεχνικά εγχειρήματα. Στην παρούσα περίπτωση, μετά από επιλογή των μαθητών η εκπαιδευτική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία θεατρικής παράστασης, η οποία παρουσιάστηκε στο Θέατρο Αλκμήνη τον Ιούνιο του 2025. Στα επόμενα κεφάλαια παρουσιάζονται το θεωρητικό πλαίσιο της μελέτης, με έμφαση στη θεωρία της αναγνωστικής ανταπόκρισης, στη θεωρία της πρόσληψης, τον κριτικό εγγραμματισμό και τις θεατροπαιδαγωγικές προσεγγίσεις, καθώς και η αναλυτική περιγραφή της διδακτικής εφαρμογής, η παρουσίαση των αποτελεσμάτων μετά την συμμετοχική παρατήρηση αλλά και των συμπερασμάτων που προέκυψαν από αυτήν. Τα αποτελέσματα της διδακτικής μου πρότασης, αν και αφορούν ένα περιορισμένο αριθμό μαθητών και δεν μπορούν να περάσουν σε ασφαλή γενίκευση θεωρώ πως είναι σημαντικά και αναδεικνύουν τον παιδαγωγικό ρόλο του θεάτρου, ως αποτελεσματικής μεθοδολογικής προσέγγισης στη διδασκαλία της λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με σκοπό την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, της δημιουργικότητας και της ενσυναίσθησης των μαθητών. Η αξιοποίηση θεατρικών τεχνικών και της διερευνητικής δραματοποίησης δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια βιωματική και ενεργητική αναγνωστική εμπλοκή, μέσα από την οποία οι μαθητές προσέγγισαν τα λογοτεχνικά κείμενα, όχι μόνο γνωστικά αλλά και συναισθηματικά, αισθητικά και κοινωνικά. Υπό το πρίσμα αυτό, υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα επανεξέτασης της θεατρικής αγωγής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως αναγκαίου παιδαγωγικού εργαλείου ή και ξεχωριστού μαθήματος καθώς θα μπορούσε να ενταχθεί συστηματικά σε ποικίλα διαθεματικά προγράμματα εμπλουτίζοντας τις διδακτικές προσεγγίσεις των μαθημάτων.The starting point of the present research is rooted in my personal experience of classroom practice and my long-term engagement with the teaching of literature in secondary education. Continuous interaction with students and systematic observation of the difficulties they encounter in the reception and interpretation of literary texts revealed the need to explore alternative, experiential, and more student-centered teaching approaches. Through this reflective process, the research focus of the present study gradually took shape. In contemporary educational practice, the teaching of literature in secondary education is often perceived by students as an inaccessible process detached from their lived experience. Many literary texts are approached as “hermetically sealed,” a fact that hinders the understanding of symbolism, atmosphere, and emotional resonance, as well as the interpretation of characters, their relationships, and their underlying motivations. This difficulty is frequently associated with a logocentric and traditional teaching model, which restricts space for imagination, personal response, and free interpretation of texts. Within this framework, students are often confined to a rationalistic and informational mode of reading, which impedes the development of a critical stance toward the voice of the poetic subject or the narrator and limits the connection between the values and ideological contexts of the literary work and contemporary reality or students’ personal experiences. The question that emerges is therefore crucial: how can students approach literary texts experientially, understand them in depth, reflect critically upon them, and enjoy the literary experience? The joint teaching of Modern Greek Language and Literature and the emphasis on the production of interpretive essays—particularly in upper secondary education—have reinforced an exam-oriented approach to the subject. However, the purpose of teaching literature cannot be confined to the comprehension of narratological terminology or the mechanical interpretation and analysis of texts. On the contrary, literature can function as a space for personal expression, emotional engagement, and reflection, within which students are given the opportunity to cultivate their imagination and shape their own interpretive stance toward literary works. The present study seeks to contribute to this discussion by proposing an interdisciplinary teaching approach that employs theatrical techniques and process drama in the teaching of literature. A central assumption of the study is that theatre, when organically integrated into teaching practice, can function as a means of deeper understanding of texts and characters, foster empathy, and promote active student participation, while cultivating imagination and creativity. Through bodily expression, role-taking, improvisation, and writing-in-role, students are invited to approach the literary text as a living experience rather than as a static object of classroom analysis. The teaching application presented in this study is based on the short story “Eveline” by James Joyce from the collection Dubliners, which is included in the teaching material of the third grade of upper secondary education. Joyce’s work addresses with particular intensity the theme of existential entrapment and the inability to escape—motifs that are also encountered in the poetry of Kiki Dimoula, especially in the poem “Point of Recognition. Statue of a Woman with Bound Hands.” The intertextual connection between these texts provided fertile ground for exploring concepts such as freedom, oppression, and personal responsibility through experiential and theatrical practices. It should be noted that the use of theatrical techniques in the literature classroom does not primarily aim at stage performance, but at their didactic exploitation. Nevertheless, this experiential process may, under certain conditions, lead to collective artistic projects. In the present case, following the students’ choice, the educational process culminated in the creation of a theatrical performance, which was presented at the Alkmene Theatre in June 2025. The following chapters present the theoretical framework of the study, with emphasis on reader-response theory, reception theory, critical literacy, and theatre pedagogy approaches, as well as a detailed description of the teaching application, the presentation of findings based on participatory observation, and the conclusions drawn from the study. Although the results of the teaching proposal concern a limited number of students and cannot be generalized, they are considered significant, as they highlight the pedagogical role of theatre as an effective methodological approach in the teaching of literature in secondary education. The use of theatrical techniques and process drama created the conditions for experiential and active reading engagement, through which students approached literary texts not only cognitively, but also emotionally, aesthetically, and socially. From this perspective, the study underscores the necessity of re-examining theatre education in secondary education as an essential pedagogical tool—or even as a distinct subject—since it could be integrated into a variety of interdisciplinary programs, enriching teaching approaches across the curriculum
Κατασκευή ενσωματωμένου συστήματος για την παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού και του οξυγόνου αίματος για καρδιολογικούς ασθενείς
Η συνεχής και αξιόπιστη παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού και του κορεσμού οξυγόνου στο αίμα (SpO₂) αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διαχείριση καρδιολογικών ασθενών και την έγκαιρη ανίχνευση παθολογικών καταστάσεων. Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στην ανάπτυξη ενός ενσωματωμένου συστήματος (embedded system) για τη μέτρηση και παρακολούθηση αυτών των παραμέτρων, με στόχο τη δημιουργία μιας φορητής, απλής και οικονομικά προσιτής συσκευής. Το σύστημα βασίζεται στη χρήση του αισθητήρα MAX30102 για τη μέτρηση του καρδιακού ρυθμού και του SpO₂, του μικροελεγκτή Arduino Nano για την επεξεργασία των δεδομένων και της μονάδας επικοινωνίας SIM800L για την αποστολή ειδοποιήσεων σε περιπτώσεις κρίσιμων τιμών. Τα αποτελέσματα των πειραματικών δοκιμών επιβεβαίωσαν την ορθή λειτουργία των επιμέρους υποσυστημάτων, την ακρίβεια των μετρήσεων και τη δυνατότητα αποστολής προειδοποιητικών μηνυμάτων σε πραγματικό χρόνο. Η εργασία αναδεικνύει τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός λειτουργικού και χαμηλού κόστους συστήματος που δεν είναι μέχρι στιγμής πιστοποιημένος ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός και μπορεί δυνητικά να αξιοποιηθεί τόσο στην κατ’ οίκον παρακολούθηση όσο και στη νοσοκομειακή φροντίδα. Μελλοντικά, η ενσωμάτωση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και βελτιστοποιημένων αλγορίθμων επεξεργασίας σημάτων θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την ακρίβεια και την αυτονομία του συστήματος, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών.Continuous and reliable monitoring of heart rate and blood oxygen saturation (SpO₂) is a critical factor in the management of cardiology patients and the early detection of pathological conditions. This thesis focuses on the development of an embedded system for the measurement and monitoring of these parameters, aiming to create a portable, user-friendly, and cost-effective device. The system is based on the use of the MAX30102 sensor for heart rate and SpO₂ measurements, the Arduino Nano microcontroller for data processing, and the SIM800L communication module for sending notifications in cases of critical or abnormal readings. The results of experimental testing confirmed the correct operation of the individual subsystems, the accuracy of the measurements, and the capability to transmit real-time alert messages. This work highlights the potential for developing a functional and low-cost system that, although not currently certified as medical-grade equipment, could potentially be utilized for both home monitoring and hospital care. In the future, the integration of artificial intelligence technologies and optimized signal processing algorithms could further enhance the system’s accuracy and autonomy, thereby substantially contributing to the improvement of patients’ quality of life
Αστική ευθύνη του Δημοσίου για πλημμελή πρόληψη και αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών: νομική ανάλυση και εφαρμογή στη νομολογία
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την αστική ευθύνη του Δημοσίου για ζημίες που προκαλούνται από φυσικές καταστροφές, με έμφαση στην πλημμελή πρόληψη και αντιμετώπισή τους από τα αρμόδια διοικητικά όργανα. Η αυξανόμενη συχνότητα και ένταση φαινομένων, όπως πλημμύρες, πυρκαγιές, σεισμοί και ακραία καιρικά φαινόμενα, αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο του κράτους στη διασφάλιση της ζωής, της περιουσίας και της ασφάλειας των πολιτών, στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό αναλύεται το συνταγματικό και νομοθετικό έρεισμα της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, με αναφορά στις αρχές της νομιμότητας, της ισότητας ενώπιων των δημόσιων βαρών και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Εξετάζονται, στη συνέχεια, οι προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της ευθύνης κατά τα άρθρα 104–106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ιδίως η ύπαρξη παράνομης πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας οργάνου του Δημοσίου, η αιτιώδης συνάφεια, η επέλευση ζημίας, καθώς και η αρνητική προϋπόθεση της παράβασης διάταξης που έχει τεθεί αποκλειστικά χάριν γενικού συμφέροντος. Περαιτέρω, αναλύεται το ζήτημα της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, οι λόγοι περιορισμού αυτής, η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων, καθώς και το ζήτημα της τοκοφορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων, μέσα από την εξέταση υποθέσεων φυσικών καταστροφών, όπως πλημμύρες, πυρκαγιές, σεισμοί και ακραία καιρικά φαινόμενα, με σκοπό την ανάδειξη των κριτηρίων διάκρισης μεταξύ ανωτέρας βίας και διοικητικής αμέλειας. Η διπλωματική εργασία καταλήγει στη διαπίστωση ότι η αστική ευθύνη του Δημοσίου στις περιπτώσεις φυσικών καταστροφών συνδέεται άρρηκτα με την αποτελεσματική οργάνωση, τον διοικητικό σχεδιασμό και την πρόληψη των κινδύνων, αναδεικνύοντας τη σημασία της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης ως εγγυητή της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών.This master’s thesis examines the civil liability of the State for damages caused by natural disasters, with particular emphasis on inadequate prevention and response by competent public authorities. The increasing frequency and intensity of phenomena such as floods, wildfires, earthquakes and extreme weather events highlight the crucial role of the State in safeguarding life, property and public safety within the framework of the social rule of law. In this context, the thesis analyses the constitutional and legislative foundations of State liability, with reference to the principles of legality, equality in the distribution of public burdens and effective judicial protection. It further examines the conditions for establishing State liability pursuant to Articles 104–106 of the Introductory Law to the Civil Code, namely the existence of an unlawful act, omission or material conduct attributable to a State organ, the causal link, the occurrence of damage, as well as the negative condition relating to the violation of provisions enacted exclusively in the public interest. The study also addresses issues concerning compensation and monetary satisfaction for moral damage, the grounds for limiting compensation, the limitation period of claims and the issue of interest accrual. Particular emphasis is placed on the case law of administrative courts through the examination of emblematic cases of natural disasters, including floods, wildfires, earthquakes and extreme weather events, with the aim of identifying the criteria used to distinguish force majeure from administrative negligence. The master thesis concludes that the civil liability of the State in cases of natural disasters is closely linked to effective administrative organisation, planning and risk prevention, highlighting the role of Public Administration as a guarantor of the protection of citizens’ rights
Διαπολιτισμική εκπαίδευση, Σχολική ηγεσία και Σχολική κουλτούρα. Απόψεις εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Εύβοια
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη σχέση μεταξύ της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, της σχολικής ηγεσίας και της σχολικής κουλτούρας, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από τις απόψεις εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στον νομό Εύβοιας. Η μελέτη εστιάζει στον ρόλο του διευθυντή της σχολικής μονάδας ως καταλυτικού παράγοντα για την προώθηση πρακτικών συμπερίληψης και τη διαμόρφωση ενός σχολικού περιβάλλοντος που σέβεται και αξιοποιεί την πολιτισμική ετερότητα. H έρευνα ακολούθησε ποσοτική μεθοδολογία με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου σε δείγμα 90 εκπαιδευτικών. Τα ευρήματα καταδεικνύουν θετικές στάσεις απέναντι στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, ενώ παράλληλα αναδεικνύονται δυσκολίες που σχετίζονται με την έλλειψη επιμόρφωσης, χρόνου και πόρων. Συμπερασματικά, η εργασία υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της σχολικής ηγεσίας και της συνεργατικής σχολικής κουλτούρας για την ουσιαστική εφαρμογή της διαπολιτισμικής εκπαίδευσηςThis master’s thesis examines the relationship between intercultural education, school leadership, and school culture as perceived by primary school teachers in Evia, Greece. The study focuses on the role of school leadership in fostering inclusive practices and shaping a school environment that values cultural diversity. A quantitative research methodology was employed through a structured questionnaire distributed to 90 primary education teachers. The findings reveal generally positive attitudes toward intercultural education, alongside challenges related to limited training, time constraints, and insufficient resources. Overall, this thesis indicates the importance of strengthening leadership and collaborative school culture to support the effective implementation of intercultural education in primary schools
Indications and limitations of vNOTES for the surgical staging of early-stage ovarian cancer: a narrative literature review
Εισαγωγή/Σκοπός: Η Φυσικής οδού Ενδοσκοπική Χειρουργική (Natural Orifice Transluminal Endoscopic Surgery – NOTES) μέσω του κόλπου έχει εμφανιστεί πρόσφατα στον χώρο της γυναικολογίας ως μια νέα ελάχιστα επεμβατική προσέγγιση. Παρότι η εφαρμογή της vNOTES σε καλοήθεις παθήσεις των εξαρτημάτων χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο, η εμπειρία σχετικά με την εφαρμογή της σε όγκους των ωοθηκών παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Στην παρούσα ανασκόπηση αξιολογείται η δυνατότητα εφαρμογής της μεθόδου vNOTES σε οριακούς όγκους των ωοθηκών (borderline ovarian tumors – BOTs) και σε εκτιμώμενο πρώιμο στάδιο επιθηλιακού καρκίνου των ωοθηκών (epithelial ovarian cancer – EOC). Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση με στόχο την αξιολόγηση της δυνατότητας χρήσης της συγκεκριμένης χειρουργικής μεθόδου, της περιεγχειρητικής ασφάλειας και των λειτουργικών αποτελεσμάτων, καθώς και των ογκολογικών παραμέτρων, όπως αυτές έχουν καταγραφεί σε ασθενείς με όγκους ωοθηκών που υποβλήθηκαν σε vNOTES. Αποτελέσματα: Στη διαθέσιμη βιβλιογραφία, η τεχνική vNOTES έχει χρησιμοποιηθεί για εξαρτηματεκτομή, υστερεκτομή, υποκολική επιπλεκτομή, περιτοναϊκές βιοψίες και δειγματοληψία επιλεγμένων πυελικών λεμφαδένων σε προσεκτικά επιλεγμένες ασθενείς. Οι περιεγχειρητικές παράμετροι —αιμορραγία, περιεγχειρητικός πόνος και διάρκεια νοσηλείας— ήταν ικανοποιητικές, με ελάχιστες επιπλοκές. Στους όγκους οριακής κακοήθειας των ωοθηκών, η vNOTES μπορεί να καλύψει όλες τις απαιτήσεις των χειρουργικών στόχων, με εξαίρεση τη λεμφαδενεκτομή για την αξιολόγηση μεταστατικής νόσου στο πλαίσιο συστηματικής αντιμετώπισης. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η λεμφαδενεκτομή δεν είναι απαραίτητη στους BOTs και, συνεπώς, δεν αποτελεί αντένδειξη για τη vNOTES. Αντιθέτως, στον διηθητικό επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών, αυτό αποτελεί σημαντικό μειονέκτημα, καθώς δεν πραγματοποιείται λεμφαδενεκτομή για την κατάλληλη αξιολόγηση και διαχείριση αυτής της σύνθετης υποομάδας ασθενών. Η ογκολογική παρακολούθηση είναι περιορισμένη, ετερογενής και ανεπαρκούς στατιστικής ισχύος. Συμπεράσματα: Με βάση τα διαθέσιμα έως σήμερα δεδομένα, η vNOTES είναι εφικτή σε μια επιλεγμένη ομάδα ασθενών με οριακούς όγκους των ωοθηκών και σε ασθενείς με εξαρτηματικές βλάβες που, βάσει απεικονιστικών εξετάσεων, εκτιμάται ότι βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο νόσου. Για τη θεραπεία του διηθητικού επιθηλιακού καρκίνου των ωοθηκών, η vNOTES δεν θα πρέπει να θεωρείται μέθοδος χειρουργικής σταδιοποίησης σε κανένα στάδιο FIGO, αλλά ενδέχεται να έχει επικουρικό ρόλο στο πλαίσιο υβριδικής χειρουργικής προσέγγισης σε ιδιαίτερα επιλεγμένες ασθενείς και σε κέντρα με υψηλή εμπειρία.Introduction: Natural Orifice Transluminal Endoscopic Surgery (NOTES) via the vagina (vNOTES) has recently appeared on the gynecology horizon as a fresh minimally invasive approach. Although vNOTES for benign adnexal conditions is being increasingly employed, very limited experiences exist for its application in ovarian tumors. In this review, the current state of vNOTES applicability for borderline ovarian tumors (BOTs) and estimated early-stage epithelial ovarian cancer (EOC) is assessed. Methods: A narrative literature review was performed to examine operative viability, perioperative safety and functional outcomes, and oncologic details as documented for patients with ovarian tumors undergoing vNOTES. Results: In the current literature, vNOTES has been utilized for adnexectomy, hysterectomy, infracolic omentectomy, peritoneal biopsies, and sampling of selective pelvic lymph nodes in carefully selected patients. The perioperative parameters-bleeding, perioperative pain, and length-of-stay indicators-have been satisfactory with minimal complications. For BOT, vNOTES can meet the requirements for all surgical goals except lymphadenectomy for metastasis evaluation for systemic management. In this context, lymphadenectomy is not necessary for BOT and therefore is no contraindication for vNOTES. However, for invasive EOC, this is a significant drawback as there is no lymphadenectomy for the evaluation and management for this complex subgroup. The oncology follow-up is prematurely limited and is heterogeneous and underpowered. Conclusions: Based on current available data, vNOTES is possible in a selected group of patients with borderline ovarian tumors and in patients with adnexal lesions that are believed to be in early-stage disease based upon imaging studies. For the treatment of invasive epithelial ovarian cancer, vNOTES should not be considered an independent staging procedure at any FIGO stage, but it might find a supplemental place in the setting of a hybrid procedure in a highly selected group of patients in an experienced center
Η ενσωμάτωση και η στήριξη των κοινωνικών ετεροτήτων στο ελληνικό σχολείο: Συμπερίληψη μαθητών με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό και ταυτότητα φύλου.
Η παρούσα μελέτη διερευνά τις γνώσεις, τις αντιλήψεις, τις στάσεις και τις παιδαγωγικές πρακτικές Ελλήνων εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τη συμπερίληψη μαθητών με ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητες. Παράλληλα, αναδεικνύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί σε ένα σχολικό πλαίσιο όπου η ετεροκανονικότητα παραμένει κυρίαρχη. Η έρευνα ορμώμενη από την κριτική παιδαγωγική, έχει ως θεωρητικό υπόβαθρο τη θεωρία της ένταξης, τη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας και τη θεωρία της διατομεακότητας. Για την συγκεκριμένη έρευνα ακολουθήθηκε ποιοτική μεθοδολογία. Πραγματοποιήθηκαν ημιδομημένες συνεντεύξεις με εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τα δεδομένα αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση, με τα ευρήματα να αναδεικνύουν μια σύνθετη εικόνα. Η πλειονότητα των εκπαιδευτικών εξέφρασε θετικές στάσεις αποδοχής της διαφορετικότητας και πρόθεση υποστήριξης των ΛΟΑΤΚΙ+ μαθητών. Ωστόσο, η έλλειψη επιμόρφωσης, η απουσία θεσμικού πλαισίου και ο φόβος για κοινωνικές αντιδράσεις οδηγούν τους εκπαιδευτικούς συχνά σε σιωπηρή, «διακριτική» συμπερίληψη, χωρίς ενεργή παρέμβαση ή ανοιχτές συζητήσεις στην τάξη. Αναδεικνύεται επίσης το αίσθημα αμηχανίας και ανεπάρκειας των εκπαιδευτικών, καθώς και η έλλειψη υποστηρικτικών δομών, όπως σχολικών ψυχολόγων και κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ενώ υπάρχει διάθεση και ευαισθησία, απουσιάζει η συστηματική και θεσμική υποστήριξη που θα μετέτρεπε την ατομική πρωτοβουλία σε συλλογική πρακτική. Τονίζεται η ανάγκη για στοχευμένη επιμόρφωση, ενίσχυση των πόρων και καλλιέργεια μιας σχολικής κουλτούρας που αγκαλιάζει τη διαφορετικότητα, ώστε κάθε μαθητής να νιώθει ασφαλής και ενδυναμωμένος στο σχολείο.This study explores the knowledge, perceptions, attitudes, and pedagogical practices of Greek secondary school teachers regarding the inclusion of students with LGBTQ+ identities. At the same time, it highlights the challenges educators face within a school context still strongly shaped by heteronormative norms. Rooted in critical pedagogy, the study draws on theories of inclusion, social identity, and intersectionality as its theoretical framework. A qualitative methodology was adopted, employing semi-structured interviews with secondary school teachers. The data were analyzed through thematic analysis, revealing a complex picture. Most participants expressed positive attitudes toward diversity and a willingness to support LGBTQ+ students. However, a lack of training, absence of institutional guidance, and fear of societal backlash often lead teachers to adopt a “discreet,” silent form of inclusion, avoiding active engagement or open discussion on related issues in the classroom. Feelings of discomfort and inadequacy were frequently reported, along with limited access to support structures such as school psychologists or relevant educational materials. The findings suggest that, although there is goodwill and sensitivity among educators, the absence of systemic and institutional support prevents individual initiatives from evolving into a broader, collective practice. The study underscores the need for targeted professional development, increased resources, and the cultivation of a school culture that embraces diversity. Only through such comprehensive changes can all students, regardless of their sexual orientation or gender identity, feel genuinely safe, accepted, and empowered within the school environment
Η κλινική σημασία της έκφρασης του μεταγραφικού παράγοντα Prospero Homeobox-1 (PROX1) στον καρκίνο του πνεύμονα
Υπόβαθρο / Σκοπός: Ο PROX1 (prospero homeobox 1) είναι ένας μεταγραφικός παράγοντας που εμπλέκεται στη λεμφαγγειογένεση και τη διαφοροποίηση των κυττάρων. Ο ρόλος του στη βιολογία του καρκίνου φαίνεται να εξαρτάται έντονα από το εκάστοτε βιολογικό πλαίσιο, καθώς έχει αναφερθεί να δρα τόσο ως ογκοκατασταλτικός όσο και ως ογκογονικός παράγοντας σε διάφορες κακοήθειες. Ωστόσο, η κλινική σημασία της έκφρασης του PROX1 στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) παραμένει ασαφής. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η αξιολόγηση της ανοσοϊστοχημικής έκφρασης του PROX1 στον ΜΜΚΠ, ειδικότερα στους υποτύπους αδενοκαρκινώματος και πλακώδους καρκινώματος, καθώς και η διερεύνηση της σχέσης του με κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά και τη συνολική επιβίωση OS). Υλικό / μέθοδος: Η ανάλυση ήταν αναδρομική και συμπεριέλαβε 121 ασθενείς με ιστολογικά επιβεβαιωμένο ΜΜΚΠ (αδενοκαρκίνωμα n=62 και πλακώδες καρκίνωμα n=59) που υποβλήθηκαν σε χειρουργική εξαίρεση. Όλα τα δείγματα προήλθαν από μπλοκ ενσωματωμένης παραφίνης, σταθεροποιημένα με φορμόλη, ενώ η έκφραση του PROX1 αξιολογήθηκε ανοσοϊστοχημικά κατόπιν χρώσης με ειδικά αντισώματα. Αξιολογήθηκαν η ένταση χρώσης (βαθμολογία 0–3) και το ποσοστό θετικών για τον PROX1 νεοπλασματικών κυττάρων (κατηγοριοποίηση ποσοστά έκφρασης: 0-25%, 26-50%, 51-75%, 76-100%) . Τα επίπεδα έκφρασης του PROX1 συσχετίστηκαν με τον ιστολογικό υπότυπο, αλλά και με βασικά λοιπά κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά καθώς και τη συνολική επιβίωση. Η στατιστική ανάλυση διενεργήθηκε με δοκιμασίες χ², ANOVA και ανάλυση επιβίωσης Kaplan-Meier με έλεγχοlo g-rank. Αποτελέσματα: Η χαμηλή ένταση έκφρασης του PROX1 (επίπεδο 1) συσχετίστηκε σημαντικά με θετικότητα του P63 (p = 0.028), ενώ η υψηλή ένταση (επίπεδο 3) συνδέθηκε με λεμφαδενικές μεταστάσεις στον σταθμό 3 (S3+) (p = 0.025). Τα αδενοκαρκινώματα κυψελιδικού τύπου εμφάνισαν ενδιάμεση έκφραση του PROX1 (25–50%) (p = 0.010). Τα βλεννοπαραγωγά αδενοκαρκινώματα παρουσίασαν υψηλότερα ποσοστά έκφρασης PROX1 (≥26%) σε σύγκριση με τα μη βλεννώδη, αν και η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Επιπλέον όγκοι με μεγαλύτερη διάμετρο βλάβηςσυνδέθηκαν με χαμηλά ποσοστά έκφρασης PROX1 (0–24%) (p = 0.026). Η έκφραση του PROX1 δεν συσχετίστηκε με τη συνολική επιβίωση (p >0.05). Παράγοντες που σχετίστηκαν με δυσμενέστερη πρόγνωση ήταν η ηλικία > 50 ετών, άρρεν φύλο, παρουσία νέκρωσης, >10 θετικοί λεμφαδένες και λόγος λεμφαδένων >0.5, καθώς και η εκτεταμένη λεμφαδενική συμμετοχή (σταθμοί 5, 10, 11, 12) (p < 0.05). Συμπεράσματα: Αν και η έκφραση του PROX1 συσχετίζεται ποικιλοτρόπως με συγκεκριμένους ιστολογικούς υποτύπους και λεμφαδενικές μεταστάσεις στον ΜΜΚΠ, δεν αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό δείκτη της συνολικής επιβίωσης. Τα πρότυπα έκφρασής του υποδηλώνουν έναν πιθανό ρόλο στη διαφοροποίηση των όγκων και τη λεμφαγγειακή διασπορά. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να αποσαφηνιστεί η λειτουργική σημασία του PROX1 στη βιολογία του καρκίνου του πνεύμονα.Background/Objectives: PROX1 (prospero homeobox 1) is a transcription factor involved in lymphangiogenesis and cellular differentiation. Its role in cancer biology appears to be highly context-dependent, with it exhibiting both tumor-promoting and - suppressive functions across various malignancies. Nonetheless, the clinical significance of PROX1 expression in non-small cell lung cancer (NSCLC) remains poorly elucidated. The objective of this study is to evaluate the immunohistochemical expression of PROX1 in NSCLC, specifically in the adenocarcinoma and squamous cell carcinoma subtypes, and to assess its correlation with clinicopathologic features and overall survival (OS). Methods: This retrospective study included surgically resected specimens from 121 patients with histologically confirmed NSCLC. PROX1 expression was assessed via immunohistochemistry on formalin-fixed, paraffin-embedded specimens. Staining intensity (graded 0- 3) and the percentage of positive tumor cells were recorded. Correlations with histological subtype, tumor characteristics, and OS were analyzed using chi-square tests, one-way ANOVA, and Kaplan-Meier survival analysis with log-rank testing. Results: Low PROX1 intensity (level 1) was significantly associated with P63 positivity (p =0.028), while high PROX1 intensity (level 3) correlated with nodal metastasis to station 3 (S3+) (p =0.025). Additionally, alveolar-pattern adenocarcinomas exhibited intermediate PROX1 expression (26-50%) (p =0.010). Although PROX1 positivity did not differ among mucinous and non-mucinous adenocarcinomas (p =0.152), its distribution across defined expression subgroups was statistically significant (p =0.002). Tumors with a larger maximum tumor diameter were associated with low PROX1 expression (0-24%) (p =0.026). PROX1 expression was not independently associated with OS (p >0.05). Factors significantly associated with improved OS included age <50 years, female sex, the absence of necrosis, < 10 positive lymph nodes, a lymph node ratio < 0.5, and the absence of extensive nodal involvement in stations 5, 10, 11 and 12. Conclusions: PROX1 expression shows variable associations with histologic subtypes and nodal metastases in NSCLC, but does not independently predict OS. Its pattern suggests a potential role in tumor differentiation and lymphatic dissemination, warranting further investigation in lung cancer biology
Θεσμικές και πολιτικές παράμετροι της εκλογικής συμπεριφοράς των Μουσουλμάνων της Βουλγαρίας (1989-2017)
Η μελέτη της πολιτικής εκπροσώπησης των Μουσουλμάνων στη Βουλγαρία από το 1878 έως το 2017 αναδεικνύει μια πορεία συνεχούς μετασχηματισμού, από την περιορισμένη και διαμεσολαβημένη συμμετοχή σε θεσμικά όργανα έως τη συγκρότηση ενός αυτόνομου πολιτικού φορέα με στρατηγικό ρόλο στο κομματικό σύστημα. Η ίδρυση του Κινήματος για Δικαιώματα και Ελευθερίες (ΚΔΕ) το 1990 αποτελεί σημείο καμπής: το κόμμα λειτούργησε ως θεσμική έκφραση της μειονότητας, σταθεροποιήθηκε οργανωτικά και ενσωματώθηκε στο κομματικό σύστημα της χώρας. Από αρχικός «εξισορροπιστής», εξελίχθηκε σε σταθερό και ισότιμο εταίρο κυβερνήσεων, με εκλογική δύναμη δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με το δημογραφικό βάρος της μειονότητας. Η έρευνα τεκμηριώνει ότι η επιτυχία αυτή οφείλεται σε θεσμικούς παράγοντες (εκλογικό σύστημα και εκλογικές περιφέρειες) αλλά και στη στρατηγική του κόμματος να εκπροσωπήσει όχι μόνο τους Τούρκους αλλά και Πομάκους και Ρομά. Η φιλελεύθερη, φιλοευρωπαϊκή και κοινοβουλευτική ταυτότητά του ενίσχυσε τη νομιμοποίησή του, ενώ η προσεκτική, ισορροπημένη σχέση με την Τουρκία απέτρεψε κατηγορίες εξωτερικής εξάρτησης. Συμπερασματικά, το ΚΔΕ αποτελεί ίσως μια μοναδική περίπτωση «μειονοτικού» κόμματος στην Ευρώπη που κατάφερε να αποκτήσει σταθερή θεσμική παρουσία, να επηρεάσει κυβερνητικούς σχηματισμούς και να συμβάλει στη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος. Η μελέτη του φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο μια μειονότητα μπορεί, υπό συγκεκριμένες ιστορικές και θεσμικές συνθήκες, να αποκτήσει ισχυρή και διαρκή πολιτική εκπροσώπηση.This study examines the political representation of Muslims in Bulgaria from 1878 to 2017, tracing a continuous transformation from limited and externally mediated participation in state institutions to the emergence of an autonomous political actor with a strategic role in the national party system. The establishment of the Movement for Rights and Freedoms (MRF) in 1990 marks a critical turning point: the party functioned as the institutional expression of the minority, achieved organizational consolidation, and became integrated into the country’s party system. Initially functioning as a balancing force, it gradually evolved into a stable and equal governing partner, attaining electoral influence disproportionate to the demographic size of the minority it represents. The findings indicate that this success derives from both institutional factors—electoral system and electoral district configuration—and the party’s strategic expansion beyond the Turkish population to include Pomaks and Roma. Its liberal, pro European, and parliamentary orientation enhanced its legitimacy, while its carefully calibrated relationship with Turkey mitigated accusations of external dependence. Overall, the MRF represents a rare, perhaps unique, example of a minority party in Europe that has secured durable institutional presence, shaped government formation, and contributed to systemic stability. Its trajectory illustrates how a minority community, under specific historical and institutional conditions, can achieve strong and enduring political representation