National and Kapodistrian University of Athens
Pergamos : Unified Institutional Repository / Digital Library Platform of the National and Kapodistrian University of AthensNot a member yet
249632 research outputs found
Sort by
Η κεραμική της ΠΕ Ι περιόδου (3200-2700 π.Χ.) στην Αττική: Η περίπτωση των υπογείων θαλάμων στον οικισμό της Μερέντας στο Μαρκόπουλο Αττικής.
Η διατριβή αυτή εξετάζει την κεραμική της ΠΕ Ι περιόδου (3500-3200π.Χ.) στην περιοχή της Αττικής με βάση το υλικό που προέκυψε από τον οικισμό της Μερέντας στο Μαρκόπουλο Μεσογαίας. Η μελέτη στηρίχθηκε σε μακροσκοπική, τυπολογική και τεχνολογική ανάλυση 13.885 οστράκων από τις Συστάδες Α και Β μέσα από την προσέγγιση της εγχειρηματικής αλυσίδας. Η κατανόηση των τεχνολογικών επιλογών, των τρόπων χρήσης και των αποθετικών πρακτικών που αποτυπώνονται στην κεραμική συντελούν στην ανασύνθεση των πτυχών της καθημερινής ζωής και της οργάνωσης της κοινότητας. Η σύνθεση των δεδομένων ανέδειξε διακριτά πρότυπα χρήσης και απόθεσης, που αντικατοπτρίζουν συνειδητές κοινωνικές πρακτικές. Οι λάκκοι της Συστάδας Α ερμηνεύονται ως δευτερογενείς αποθέσεις σκόπιμου χαρακτήρα, με έμφαση στην κατανάλωση, ενώ στην Συστάδα Β παρατηρείται μεγαλύτερη ποικιλία λειτουργιών και ενδείξεις καθημερινής δραστηριότητας. Η κατανομή και η σύσταση των κεραμικών κατηγοριών φανερώνουν ότι η απόθεση δεν ήταν τυχαία αλλά οργανωμένη, αποτελώντας μέρος ευρύτερων πρακτικών διαχείρισης της υλικότητας και της μνήμης. Η κεραμική παραγωγή παρουσιάζει τοπικό, μη εξειδικευμένο χαρακτήρα, με κοινά τεχνολογικά πρότυπα που εντάσσουν την Μερέντα σε δίκτυα ανταλλαγών και αλληλεπίδρασης του νοτίου ελλαδικού χώρου. Η μελέτη αυτή αναδεικνύει την Μερέντα ως κομβική θέση κατά τη διάρκεια της ΠΕ Ι περιόδου στην Αττική. Παρέχει νέα δεδομένα για την οργάνωση, την τεχνολογία και τις κοινωνικές εκφράσεις των πρώιμων κοινοτήτων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην κατανόηση των συνθηκών που επικρατούν στο τέλος της 4ης χιλιετίας στην Αττική και στο νότιο ελλαδικό χώρο.This dissertation examines the pottery of the Early Helladic I period (3500–3200 BC) in the region of Attica, based on the material that emerged from the settlement of Merenda in Markopoulo Mesogeias. The study was based on macroscopic, typological, and technological analysis of 13,885 sherds from Clusters A and B through the approach of the chaîne opératoire. The understanding of the technological choices, the modes of use, and the depositional practices reflected in the pottery contributes to the reconstruction of aspects of daily life and the organization of the community. The synthesis of the data highlighted distinct patterns of use and deposition, which reflect conscious social practices. The pits of Cluster A are interpreted as secondary deposits of intentional character, with emphasis on consumption, while in Cluster B a greater variety of functions and indications of everyday activity are observed. The distribution and composition of the ceramic categories indicate that deposition was not random but organized, constituting part of broader practices of managing materiality and memory. Ceramic production presents a local, non-specialized character, with shared technological patterns that integrate Merenda into networks of exchange and interaction in the southern Greek mainland. This study highlights Merenda as a key site during the Early Helladic I period in Attica. It provides new data on the organization, technology, and social expressions of early communities, contributing substantially to the understanding of the conditions prevailing at the end of the 4th millennium in Attica and in the southern Greek mainland
Πρώιμη συστολική δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και θερμότητα πλάκας καρωτίδας σε ασθενείς με τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1: συσχέτιση με κλινικές και φλεγμονώδεις παραμέτρους και δείκτες αθηρωμάτωσης
Yπόβαθρο: Ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) ανιχνεύεται κυρίως σε νεαρά, κατά τα άλλα υγιή, άτομα. Η μυοκαρδιοπάθεια και η περιφερική αρτηριακή νόσος που επηρεάζουν αυτούς τους ασθενείς φαίνεται να είναι πολυπαραγοντικές. Η άμεση και δυνητικά πιο αποτελεσματική εφαρμογή θεραπευτικών μέτρων θα μπορούσε να καταστεί δυνατή με την προκλινική διάγνωση μυοκαρδιακής δυσλειτουργίας και της βλάβης των περιφερικών αρτηριών. Ωστόσο, μέχρι σήμερα είναι διαθέσιμα περιορισμένα δεδομένα πάνω σε αυτή τη συγκεκριμένη οντότητα. Μέθοδος: Διερευνήσαμε τη συσχέτιση μεταξύ της συνολικής επιμήκους παραμόρφωσης (GLS), ενός καθιερωμένου δείκτη υποκλινικής συστολικής δυσλειτουργίας της αριστερής κοιλίας (LVSD) που αξιολογείται μέσω της δισδιάστατης υπερηχοκαρδιογραφίας παρακολούθησης κηλίδων, και: (α) του ιστορικού ασθενούς· (β) των δημογραφικών και κλινικών χαρακτηριστικών · (γ) του πάχους έσω-μέσου χιτώνα καρωτίδας (IMT) και της παρουσίας καρωτιδικής αθηροσκληρωτικής πλάκας (ή πλακών), μετρούμενης μέσω του υπερηχογραφήματος· (δ) της διαφοράς θερμοκρασίας (ΔT) κατά μήκος κάθε καρωτιδικής αρτηρίας, μετρούμενης μέσω της ραδιομετρίας μικροκυμάτων· και (ε) βασικών εργαστηριακών μετρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της υψηλής ευαισθησίας τροπονίνης-Τ (hsTnT) και του NT-proBNP σε άτομα που νοσούν από τον HIV (PLWH) και χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου. Αποτελέσματα: Συμπεριλάβαμε προοπτικά 103 διαδοχικούς PLWH (95% άνδρες, ηλικία 47 ± 11 ετών, σε αντιρετροϊκή θεραπεία 100%) και 52 μάρτυρες αντίστοιχης ηλικίας και φύλου. Οι PLWH είχαν σημαντικά υψηλότερο σχετικό πάχος τοιχώματος (0,38 ± 0,08 έναντι 0,36 ± 0,04, p = 0,048) και υψηλότερο ποσοστό LVSD (34% έναντι 15,4%, p = 0,015) και αθηροσκλήρωσης καρωτιδικής αρτηρίας (28% έναντι 6%, p = 0,001) σε σύγκριση με τους μάρτυρες. Μεταξύ των ατόμων με HIV λοίμωξη, η LVSD συσχετίστηκε ανεξάρτητα με την παρουσία αθηροσκλήρωσης των καρωτίδων (προσθετό OR:3,09; 95%CI:1,10-8,67, p = 0,032) και του BMI (1,15; 1,03-1,29, p = 0,017), ενώ παρατηρήθηκε επίσης μια τάση συσχέτισης μεταξύ της LVSD και της υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας (3,12; 0,73-13,33, p = 0,124). Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις παραμέτρους της ραδιομετρίας μικροκυμάτων, του NT-proBNP, της hs-TnT και της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης μεταξύ των ατόμων με HIV λοίμωξη με και χωρίς LVSD. Συμπεράσματα: Η υποκλινική LVSD και η αθηροσκλήρωση των καρωτίδων ήταν σημαντικά συχνότερες στους PLWH σε σύγκριση με την ομάδα υγιών ατόμων, υποδηλώνοντας μια πιθανή σύνδεση μεταξύ της λοίμωξης από HIV και αυτών των δύο παθολογικών διεργασιών. Η αθηροσκλήρωση των καρωτίδων και η αυξημένη λιποδιήθηση συσχετίστηκαν ανεξάρτητα με μειωμένο GLS σε άτομα που νοσούν από τον HIV.Background: Human immunodeficiency virus (HIV) is mainly detected in young, otherwise healthy, individuals. Cardiomyopathy and peripheral artery disease affecting these patients appears to be multifactorial. Prompt and potentially more effective implementation of therapeutic measures could be enabled by pre-symptomatic diagnosis of myocardial dysfunction and peripheral artery damage. However, limited data is available to date on this specific topic. Μethods: We investigated the association between global longitudinal strain (GLS), an established index of subclinical left ventricular systolic dysfunction (LVSD) assessed by two-dimensional speckle-tracking echocardiography, and: (a) patient history; (b) demographic and clinical baseline characteristics; (c) carotid intima-media thickness (IMT) and the presence of carotid atherosclerotic plaque(s), measured by ultrasonography; (d) temperature difference (ΔT) along each carotid artery, measured by microwave radiometry; and (e) basic blood panel measurements, including high-sensitivity troponin-T (hsTnT) and NT-proBNP in people living with HIV (PLWH) and no history of cardiovascular disease. Results: We prospectively enrolled 103 consecutive PLWH (95% male, age 47 ± 11 years, anti-retroviral therapy 100%) and 52 age- and sex-matched controls. PLWH had a significantly higher relative wall thickness (0.38 ± 0.08 vs. 0.36 ± 0.04, p = 0.048), and higher rate of LVSD (34% vs. 15.4%, p = 0.015), and carotid artery atherosclerosis (28% vs. 6%, p = 0.001) compared with controls. Among PLWH, LVSD was independently associated with the presence of carotid atherosclerosis (adj. OR:3.09; 95%CI:1.10-8.67, p = 0.032) and BMI (1.15; 1.03-1.29, p = 0.017), while a trend for association between LVSD and left ventricular hypertrophy was also noted (3.12; 0.73-13.33, p = 0.124). No differences were seen in microwave radiometry parameters, NT-proBNP, hs-TnT and c-reactive protein between PLWH with and without LVSD. Conclusions: Subclinical LVSD and carotid atherosclerosis were significantly more frequent in PLWH compared to a group of healthy individuals, implying a possible link between HIV infection and these two pathological processes. Carotid atherosclerosis and increased adiposity were independently associated with impaired GLS in HIV-infected individuals
Ανάλυση του κύκλου ζωής Φωτοβολταϊκών συστημάτων και διερεύνηση σχετικά με την ανακύκλωση τους
Στην παρούσα εργασία, μελετάται ο κύκλος ζωής των φωτοβολταϊκών συστημάτων με εστίαση στη βιωσιμότητα και την ανακύκλωσή τους στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας. Αρχικά, γίνεται ανάλυση του ρόλου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και πιο συγκεκριμένα, της φωτοβολταϊκης τεχνολογιάς σχετικά με τη μείωση των εκπομπών άνθρακα και την πραγματοποίηση των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Ακόμη, γίνεται διερεύνηση για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν τα φωτοβολταϊκά στο τέλος του κύκλου της ζωής τους, για την αναγκαιότητα για ανάκτηση πολύτιμων υλικών και για πρόληψη σχετικά με την συσσώρευση των αποβλήτων. Επιπλέον, στην παρούσα εργασία αναφέρονται το ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό πλαίσιο, οι πολιτικές διαχείρισης και οι τεχνολογίες ανακύκλωσης, και πιο συγκεκριμένα γίνεται εστίαση στην εφαρμογή τους στην Ελλάδα. Τέλος, γίνεται αναφορά σχετικά με τις μελλοντικές προκλήσεις, καθώς επίσης και τις προοπτικές, με ιδιαίτερη έμφαση την ενεργειακή αποδοτικότητα, την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη του τομέα της ηλιακής ενέργειας.In this paper, the life cycle of photovoltaic systems is studied with a focus on their sustainability and recycling in the context of the circular economy. Initially, the role of renewable energy sources and more specifically, photovoltaic technology in reducing carbon emissions and achieving the goals of the European Green Deal is analyzed. Furthermore, the environmental impacts that photovoltaics may have at the end of their life cycle are investigated, as well as the necessity for recovering valuable materials and for preventing the accumulation of waste is investigated. Furthermore, this paper refers to the European and national institutional framework, management policies and recycling technologies, and more specifically focuses on their implementation in Greece. Finally, in this paper future challenges, as well as prospects are investigated with particular emphasis on energy efficiency, environmental protection and the sustainable development of the solar energy sector
Άγχος, covid-19 και μητρικός θηλασμός: συστηματική ανασκόπηση
Εισαγωγή: Η πανδημία COVID-19 αποτέλεσε ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο, το οποίο επέφερε σημαντικές αλλαγές στην καθημερινότητα των νέων μητέρων, επηρεάζοντας τόσο την ψυχική τους υγεία όσο και τον θηλασμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι περιορισμοί, ο φόβος μετάδοσης του ιού και η μειωμένη πρόσβαση σε υποστήριξη ήταν μερικοί από τους επιβαρυντικούς παράγοντες για την ευημερία των θηλαζουσών μητέρων. Σκοπός: Η παρούσα συστηματική ανασκόπηση αναπτύχθηκε με στόχο τη διερεύνηση της επίδρασης της σύνθετης σχέσης μεταξύ άγχους και μητρικού θηλασμού κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, μελετώντας τη συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων άγχους των μητέρων και των πρακτικών θηλασμού στην εποχή της COVID-19. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση στη βάση δεδομένων PubMed για άρθρα στην αγγλική γλώσσα που δημοσιεύτηκαν την περίοδο 2021 έως 2024. Οι μελέτες που συμπεριλήφθηκαν περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, μελέτες επιπολασμού, μελέτες παρατήρησης και ποιοτικές αναλύσεις, με αναφορά στον μητρικό θηλασμό, το άγχος σχετιζόμενο με την COVID-19 και τις επιδράσεις του τόσο στη διαδικασία του θηλασμού όσο και στην ψυχοκοινωνική ευημερία των μητέρων. Αποκλείσθηκαν μελέτες όπως ανασκοπήσεις, γράμματα προς τον εκδότη και αναφορές περιστατικού, ενώ μελέτες των οποίων ο τίτλος ή το abstract δεν αφορούσε το αντικείμενο μελέτης αποκλείσθηκαν ως μη σχετιζόμενες. Αποτελέσματα: Στη συστηματική ανασκόπηση συμπεριλήφθηκαν 15 μελέτες. Φάνηκε πως η πανδημία αύξησε τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης στις μητέρες, ασκώντας αρνητική επιρροή στην αυτο-αποτελεσματικότητα και τη διάρκεια του αποκλειστικού θηλασμού. Η παροχή συμβουλευτικής με έμφαση στη διαχείριση του στρες έδειξε θετικές επιδράσεις στην ψυχική υγεία των μητέρων και ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση για θηλασμό. Η πρόσβαση σε επιστημονική πληροφόρηση γύρω από τον COVID-19 και τον θηλασμό έπαιξε σημαντικό ρόλο, ενώ η παραπληροφόρηση ή έλλειψη γνώσεων αύξησε την αβεβαιότητα, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησε σε πρόωρη διακοπή του θηλασμού. Κοινωνικοοικονομικοί και ψυχολογικοί παράγοντες, όπως το άγχος και η κοινωνική υποστήριξη, επηρέασαν τη διάρκεια του θηλασμού. Επιπλέον, μητέρες με σταθερό οικογενειακό και οικονομικό περιβάλλον θήλασαν για μεγαλύτερο διάστημα και βίωσαν λιγότερα ψυχολογικά συμπτώματα. Ο φόβος μόλυνσης από τον ιό COVID-19 επηρέασε την πρόθεση για θηλασμό, με ορισμένες μητέρες να μειώνουν τη συχνότητα θηλασμού λόγω ανησυχιών για τη μετάδοση του ιού. Συμπέρασμα: Η πανδημία COVID-19 είχε αξιοσημείωτη επίδραση στην ψυχική υγεία των μητέρων και τον θηλασμό, μειώνοντας την αυτο-αποτελεσματικότητα και την διάρκεια του θηλασμού, αυξάνοντας τα επίπεδα στρες και δυσχεραίνοντας την εμπειρία του θηλασμού. Συνεπώς, φαίνεται πως η ενίσχυση της ψυχολογικής υποστήριξης και η παροχή σαφών οδηγιών για τον ασφαλή θηλασμό σε περιόδους κρίσης είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ευημερίας της δυάδας μητέρας-νεογνού.Introduction: The COVID-19 pandemic was an unprecedented event that brought significant changes to the daily lives of new mothers, affecting both their mental health and breastfeeding globally. Restrictions, fear of virus transmission, and reduced access to support were among the aggravating factors for the well-being of breastfeeding mothers. Objective: The aim of this systematic review was to explore the complex relationship between anxiety and breastfeeding during the COVID-19 pandemic by investigating the association between maternal anxiety levels and breastfeeding practices during the Covid-19 era. Methodology: PubMed was systematically searched for english articles published from 2021 to 2024. The included studies consisted, among others, of randomized controlled trials, prevalence studies, observational studies, and qualitative analyses, with references to maternal breastfeeding, COVID-19-related anxiety, and its impact on breastfeeding and maternal well-being. Reviews, letters to the editor or case reports, as well as studies, whose title or abstract was not relevant to the objective of the study, were excluded from the systematic review as non relevant. Results: A total of 15 studies were included in this review. The studies showed an increasing trend in the levels of anxiety and depression among mothers during the COVID-19 era, exerting a negative influence on breastfeeding self-efficacy and the duration of exclusive breastfeeding. The provision of counselling with an emphasis on stress management showed positive effects on maternal mental health and boosted breastfeeding confidence. Misinformation or lack of knowledge increased uncertainty, which in some cases led to early cessation of breastfeeding. Mothers with stable family and financial environments breastfed for a longer period and experienced fewer psychological symptoms. The fear of COVID-19 infection affected the intention to breastfeed, with some mothers reducing the frequency of breastfeeding due to concerns about virus transmission. Conclusion: The COVID-19 pandemic had a significant impact on maternal mental health and breastfeeding, reducing self-efficacy and breastfeeding duration, increasing stress levels, and making the breastfeeding experience more challenging. Therefore, strengthening psychological support and providing clear guidelines for safe breastfeeding during times of crisis are essential for maintaining the well-being of the mother-infant dyad
Aνθρωπολογία του Πολέμου
Σκοπός της διπλωματικής μου εργασίας είναι να καταδειχθούν τα βαθύτερα αίτια του πολέμου ανά τους αιώνες καθώς και να διερευνηθεί αναλυτικότερα το φαινόμενο της βίας που δημιουργεί η εξέλιξη των κοινωνιών. Ειδικότερα με την ανθρωπολογία του πολέμου να εξετάζει τις αιτίες της πρόκλησης της επίθεσης, καθώς και του πολέμου, αναζητούμε τις συνέπειες του πολέμου στην ανθρωπότητα. Μέσα από την έρευνα στον τρόπο διατήρησης του σώματος ανά τους αιώνες αλλά και των αντικειμένων αντιμετωπίζουμε το ερώτημα του εάν ο πόλεμος προϋποθέτει κάποιον πολιτισμό ή συνιστά μια ανθρώπινη επινόηση. Η ασθένεια σημειώνεται ως η πρωταρχική επιρροή για πρόκληση πολέμου. Η φαρμακοβιομηχανία της βίας προκαλεί τη βία σε ψυχολογικό επίπεδο. Στρατηγικές όπως η αντιγραφή, η ταπείνωση και η αντίσταση καθώς και η αίσθηση του ανήκειν δημιουργούν ένα κεντρικό άξονα, όπου το φαγητό, το νερό και η υγιεινή αλληλεπιδρούν και επικοινωνούν σε ένα σύστημα πολιορκίας. Οι πολιτιστικές αλλαγές δείχνουν το δρόμο προς μία δραματική μεταμόρφωση στο χώρο της πολιτικής. Η πολεμική προπαγάνδα εξυπηρετεί δύο θεμελιώδεις σκοπούς, αφενός εργάζεται για να δικαιολογήσει τη χρήση της μιλιταριστικής δύναμης από μία κοινωνία στην άλλη και αφετέρου να στοχεύσει να πείσει ότι οι νέοι άνδρες έχουν την ικανότητα να ασκήσουν βία. Ο πόλεμος είναι το κεντρικό θέμα στην εξελικτική ανθρωπολογία, η οποία διερευνά την επιθετικότητα των ειδών. Τα σκελετικά αποσπάσματα αποτελούν δεδομένα πολύτιμα για τις διηγήσεις καταστροφών και εγκλημάτων πολέμου. Η ανθρωπολογία του πολέμου διερευνά τον πόλεμο σε όλες τις φάσεις του, όπως αναδύθηκε στην ανθρωπότητα από την αρχαιότητα μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο και τη διεθνή τρομοκρατία. Η δομική βία νοηματοδοτεί την ανθρωπολογία του πολέμου. Οι Υanomami αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα «άγριων ανθρώπων». Η βία στην Αρχαία Ελλάδα συνδέεται αναγκαία με τη πόλη. όπου ο πόλεμος παίζει συμβολικό ρόλο. Ο πόλεμος στις πρωτόγονες κοινωνίες έχει τη δική του σημασία και αξία, όπως και ο κανιβαλισμός.Οι έννοιες της Pehunan και της Tinghaa θα διερευνηθούν αναλυτικά. Ο πόλεμος παίρνει άλλες διαστάσεις κατά την αποικιοκρατία και νεοαποικιοκρατία. Εν κατακλείδι, ο πόλεμος στις μέρες μας έχει λάβει άλλες διαστάσεις, όπως η διεθνής τρομοκρατία, η γενοκτονία και η χρήση πυρηνικών όπλων, τουλάχιστον αυτές είναι οι ενδείξεις του πολέμου υπό το φως των αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Όλα τα άνωθι θα αναλυθούν διεξοδικότερα στην διπλωματική μου εργασία.The purpose of my thesis is to demonstrate the deepest causes of war throughout the centuries as well as to investigate in more detail the phenomenon of violence that the evolution of societies creates. In particular, with the anthropology of war examining the causes of the aggression, as well as the war itself, we seek the consequences of war on humanity. Through research into the preservation of the body over the centuries, as well as objects, we face the question of whether war presupposes a civilization or constitutes a human invention. Disease is noted as the primary influence in causing war. The pharmaceutical industry of violence causes violence on a psychological level. Strategies such as copying, humiliation and resistance as well as a sense of belonging create a central axis, where food, water and hygiene interact and communicate in a siege system. Cultural changes point the way to a dramatic transformation in the political arena. War propaganda serves two fundamental purposes: on the one hand, it works to justify the use of militaristic force by one society over another, and on the other, it aims to convince young men that they have the capacity to use violence. War is the central theme in evolutionary anthropology, which investigates the aggression of species. Skeletal fragments are valuable data for narratives of disasters and war crimes. The anthropology of war explores war in all its phases, as it emerged in humanity from antiquity to the Cold War and international terrorism. Structural violence gives meaning to the anthropology of war. The Yanomami are a typical example of "savage people". Violence in Ancient Greece is necessarily linked to the city, where war plays a symbolic role. War in primitive societies has its own meaning and value, as does cannibalism. The concepts of Pehunan and Tinghaa will be explored in detail. War takes on new dimensions during colonialism and neocolonialism .In conclusion, war nowadays has taken on other dimensions, such as international terrorism, genocide and the use of nuclear weapons, at least these are the indications of war in light of the decisions of the International Court of Justice in The Hague. All of the above will be analyzed in more detail in my dissertation
Η συνταγματική προβληματική της κριτικής στη δικαιοσύνη
Αντικείμενο της παρούσας μελέτης συνιστά το περιεχόμενο, η έκταση και οι περιορισμοί της συνταγματικής προστασίας της κριτικής στη δικαστική εξουσία. Η προστατευτική εμβέλεια της κριτικής που στρέφεται κατά της δικαιοσύνης εξετάζεται υπό το φως του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και σε συνάρτηση με την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας και το προστατευόμενο σε συνταγματικό και υπερνομοθετικό επίπεδο δικαίωμα των δικαστών στην προσωπικότητα και την τιμή. Το πρώτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην ελευθερία της έκφρασης και εστιάζει στην προστασία που αναγνωρίζεται στο σχολιασμό και την κριτική των δημοσίων προσώπων. Το δεύτερο κεφάλαιο πραγματεύεται τις κατηγορίες της κριτικής που ασκείται κατά της δικαστικής εξουσίας με κριτήριο αφενός τον ειδικότερο αποδέκτη της και αφετέρου το περιεχόμενό της εξετάζοντας το εύρος προστασίας κάθε μορφής δυσμενούς κριτικής. Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύονται ορισμένες βασικές παράμετροι που καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της κριτικής που ασκείται κατά της δικαστικής εξουσίας. Ειδικότερα διερευνώνται η επίδραση που ασκούν στην αναγνώριση ευρύτερης ή στενότερης προστασίας της κριτικής στη δικαιοσύνη η ιδιότητα των δικαστικών λειτουργών ως δημοσίων προσώπων, ο τρόπος εκδήλωσης της κριτικής και η ένταση των δυσμενών συνεπειών σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων της επιτρεπτής κριτικής, ενώ εξετάζεται και η ειδικότερη μορφή της κριτικής, με την οποία αποδίδεται σε δικαστικούς λειτουργούς σοβαρή παραβίαση των καθηκόντων τους. Αντικείμενο του τέταρτου κεφαλαίου συνιστά τέλος η εξέταση της φύσης, του περιεχομένου και της έκτασης των περιορισμών που επιδέχεται η άσκηση κριτικής έναντι της δικαστικής εξουσίας στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης της ελευθερίας της έκφρασης με άλλα προστατευόμενα δικαιώματα ή έννομα συμφέροντα που δικαιολογούν τη θέσπισή τους.The subject of this study is the research of the content, scope and restrictions of criticism against the judicial authority. The protective scope of the criticism against the servants of justice is examined in the light of the constitutionally guaranteed right in the freedom of expression and in the relation to the independence of the judicial function. The present study approaches also the expression of criticism against the judiciary in connection with the constitutionally and supra-legislatively recognized right of the judges in the protection of their personality and honor. The first chapter is devoted to the general freedom of expression and focuses on the protection guaranteed in the critical speech against public figures. The second chapter discusses the categories of criticism expressed against the judicial authority relied on the criterion of the specific subject of criticism on the one hand and the certain content of it on the other, examining the scope of the constitutional protection in each case. The third chapter analyses specific fundamental aspects of criticizing the judiciary which determine the level of the protection of each case of criticism. In particular it examines the impact of the status of judges as public figures in the recognition of wider or narrower protection, the manner in which criticism is expressed and the severity of the criminal, discipline and civil consequences in cases of exceeding the limits of the allowed criticism against the judiciary. Moreover, the study examines a specific form of criticism by which serious breaches of duty are attributed to judicial officers. Finally, the fourth chapter describes and examines the content, nature and extent of the restrictions to which the exercise of criticism against the judiciary may be subject in the context of the fair balance between the freedom of expression and other constitutionally recognized rights or interests
Η νομοκανονική θέση του Επισκόπου στην Εκκλησία της Ελλάδος
Η μελέτη πραγματεύεται τη νομοκανονική θέση του επισκόπου εντός του θεσμικού πλαισίου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με ιδιαίτερη έμφαση στις ρυθμίσεις που αφορούν το όριο ηλικίας, το μεταθετό, τη διαθεσιμότητα και την διαδικασία εκλογής του . Μέσω συστηματικής ανάλυσης των εφαρμοστέων διατάξεων του Κανονικού Δικαίου και της σχετικής πολιτειακής νομοθεσίας, αποτυπώνονται οι αρμοδιότητες, οι περιορισμοί και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του επισκόπου, καθώς και οι νομικές και πρακτικές επιπτώσεις των εν λόγω ρυθμίσεων επί της διοικητικής και οικονομικής λειτουργίας της Εκκλησία.This study investigates the canon-law status of the bishop within the institutional framework of the Church of Greece, focusing on the regulatory provisions concerning the age limit, transferability, availability, and the the election process of the bishop. By conducting a systematic analysis of the relevant Canon Law provisions and applicable state legislation, the research delineates the duties, limitations, and obligations inherent in the episcopal office, as well as the legal and practical implications of these regulations for the administrative and financial governance of the Church
Η συνταγματική απαγόρευση της απονομής και αναγνώρισης τίτλων ευγενείας ή διακρίσεως κατ' άρθρο 4 παρ. 7 του Συντάγματος
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη συνταγματική απαγόρευση της απονομής και αναγνώρισης τίτλων ευγενείας ή διακρίσεως κατ' άρθρο 4 παρ. 7 του Συντάγματος, αναλύοντας την ιστορική της πορεία, το εννοιολογικό της περιεχόμενο και την πρακτική της εφαρμογή στη σύγχρονη ελληνική έννομη τάξη. Οι τίτλοι ευγενείας αποτελούσαν χαρακτηριστικό γνώρισμα των φεουδαρχικών και των μοναρχικών καθεστώτων, λειτουργώντας ως θεσμικά και κοινωνικά εργαλεία ιεραρχικής διακρίσεως. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκονταν οι Δούκες, Μαρκήσιοι, Κόμητες και Βαρώνοι, ενώ η Γαλλική Επανάσταση υπήρξε σημείο καμπής, καθώς οι τίτλοι καταργήθηκαν δια νόμου. Στην Ελλάδα, η απαγόρευση τίτλων ευγενείας εισάγεται ρητά ήδη από το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, με το πνεύμα αυτό να διατηρείται σε όλα τα μετέπειτα Συντάγματα. Στο Σύνταγμα του 1844 προβλεπόταν ρητώς ότι ο βασιλεύς δεν δύναται να χορηγή τίτλους ευγενείας και διακρίσεως, ενώ το Σύνταγμα του 1864 ένταξε για πρώτη φορά την απαγόρευση στην ίδια διάταξη με την αρχή της ισότητας. Το Σύνταγμα του 1927 επέκτεινε την απαγόρευση και στην απονομή παρασήμων. Το ισχύον Σύνταγμα του 1975, στο άρθρο 4 παρ. 7, προβλέπει ρητώς ότι «Τίτλοι ευγενείας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες». Η διατύπωση είναι λιτή αλλά απόλυτη, με τη διάταξη αυτή να ανήκει στα θεμελιώδη δικαιώματα πρώτης γενιάς και να βρίσκεται στις μη αναθεωρητέες διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος, καθιστώντας την στοιχείο της συνταγματικής ταυτότητας του ελληνικού πολιτεύματος. Ως τίτλοι ευγενείας νοούνται εκείνοι οι κληρονομικοί τίτλοι που απονέμονται στους αρχηγούς του στρατεύματος, στους βασιλείς και στους απογόνους αυτών, όπως οι τίτλοι του κόμη, του βαρώνου και του πρίγκιπα. Αντιθέτως, ως τίτλοι διακρίσεως νοούνται οι τίτλοι δια των οποίων υποδηλώνεται η κατοχή υπερέχουσας θέσης έναντι των λοιπών πολιτών. Η εργασία αναλύει δύο θεωρίες για τον προσδιορισμό των τίτλων διακρίσεως. Πρώτον, τη θεωρία της αξιοκρατίας, σύμφωνα με την οποία απαγορεύονται τίτλοι που σχετίζονται με ταξική προέλευση και όχι με προσωπική αξία, και δεύτερον, τη θεωρία της εντυπώσεως, κατά την οποία απαγορεύεται κάθε τίτλος που δίδει την εντύπωση προνομίων καταγωγής ή κοινωνικής θέσεως. Φορείς του δικαιώματος είναι οι Έλληνες πολίτες, ενώ αποδέκτης είναι πρωτίστως το κράτος σε όλες του τις εκφάνσεις. Η διάταξη αυτή επιτελεί δύο σημαντικές λειτουργίες. Πρώτα, συμπληρωματική λειτουργία προς τη γενική αρχή της ισότητας, διασφαλίζοντας την κοινωνική ισότητα, και δεύτερον, εγγυητική λειτουργία, διασφαλίζοντας τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Η ΕΣΔΑ δεν εμπεριέχει ρητή διάταξη για την απαγόρευση τίτλων ευγενείας, ωστόσο το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Künsberg Sarre κατά Αυστρίας του 2023 δέχθηκε ότι η απαγόρευση εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό, αλλά έκρινε παράβαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ λόγω της πολυετούς χρήσης του επιθέτου. Το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι η άρνηση αναγνώρισης τίτλων ευγενείας δικαιολογείται βάσει της δημοσίας τάξεως και της αρχής της ισότητας, εφόσον είναι κατάλληλη και αναγκαία, με την εξαίρεση να αφορά περιπτώσεις πολυετούς χρήσης επιθέτου. Στον ευρωπαϊκό χώρο υπάρχει πολυμορφία προσεγγίσεων. Το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί τίτλους με συμβολικό χαρακτήρα, ενώ η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Αυστρία τους απαγορεύουν ρητά. Η εργασία εξετάζει δύο κρίσιμες υποθέσεις πρακτικής εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 7. Η πρώτη αφορά το έτος 1994, όταν με τον νόμο 2215/1994 απαλείφθηκαν όροι όπως «τέως Βασιλεύς» και ορίστηκε ότι ένδικα βοηθήματα απορρίπτονται ως απαράδεκτα αν ο διάδικος χρησιμοποιεί τίτλους ευγενείας ή ονομασία πολιτειακού αξιώματος. Η δεύτερη υπόθεση αφορά το 2024, όταν στις 20.12.2024 αναγνωρίσθηκε η ελληνική ιθαγένεια στα μέλη της πρώην βασιλικής οικογένειας με το επίθετο «ΝΤΕ ΓΚΡΕΣ», γεγονός που προκάλεσε έντονη συζήτηση και άσκηση αίτησης ακυρώσεως. Τα επιχειρήματα κατά της συνταγματικότητας υποστηρίζουν ότι το επίθετο δηλώνει επίκληση μνήμης, καθώς μεταφράζεται «της Ελλάδος», ότι το πρόθεμα «ΝΤΕ» δίδει πάντοτε την εντύπωση τίτλου ευγενείας και ότι υποδηλώνει προνόμια καταγωγής. Αντιθέτως, τα επιχειρήματα υπέρ της συνταγματικότητας υποστηρίζουν ότι το άρθρο 4 παρ. 7 απαγορεύει μόνο προϋφιστάμενους τίτλους και ότι η επιλογή εκφράζει οικογενειακή καταγωγή. Η απαγόρευση τίτλων ευγενείας συνιστά θεμελιώδη διάταξη που εδράζεται σε ιστορική και ιδεολογική συνέχεια από τα επαναστατικά Συντάγματα και δεν αποτελεί τυπικό κατάλοιπο, αλλά συστατικό στοιχείο του δημοκρατικού κράτους δικαίου, διασφαλίζοντας την κοινωνική ισότητα και την πολιτειακή συνοχή.This master thesis examines the constitutional prohibition of granting and recognising titles of nobility or distinction under Article 4 paragraph 7 of the Greek Constitution, analysing its historical trajectory, conceptual content, and practical application in the contemporary Greek legal order. Titles of nobility were characteristic features of feudal and monarchical regimes, functioning as institutional and social tools of hierarchical distinction. At the apex of the hierarchy were Dukes, Marquises, Counts, and Barons, while the French Revolution marked a turning point as titles were abolished by law. In Greece, the prohibition of titles of nobility was explicitly introduced as early as the Constitution of Troezen in 1827, with this spirit maintained in all subsequent Constitutions. The 1844 Constitution explicitly provided that the King could not grant titles of nobility or distinction, while the 1864 Constitution, for the first time, incorporated the prohibition in the same provision as the principle of equality. The 1927 Constitution extended the prohibition to the granting of decorations. The current Constitution of 1975, in Article 4 paragraph 7, explicitly provides that "Titles of nobility or distinction are neither conferred nor recognised for Greek citizens" . The wording is concise but absolute, with this provision belonging to first-generation fundamental rights and being among the non-amendable provisions of Article 110 paragraph 1 of the Constitution, making it an element of the constitutional identity of the Greek polity. Titles of nobility refer to hereditary titles conferred upon military commanders, kings, and their descendants, such as count, baron, and prince. Conversely, titles of distinction are those that indicate possession of a superior position vis-à-vis other citizens. The thesis analyses two theories for determining titles of distinction. First, the theory of meritocracy, according to which titles related to class origin rather than personal merit are prohibited, and second, the theory of impression, whereby any title that gives the impression of privileges of birth or social status is prohibited. Rights-holders are Greek citizens, while the addressee is primarily the state in all its manifestations. This provision performs two important functions. First, a complementary function to the general principle of equality, ensuring social equality, and second, a guarantee function, safeguarding the foundation and form of the polity as a Parliamentary Republic with a President. The ECHR does not contain an explicit provision prohibiting titles of nobility, however the ECtHR in Künsberg Sarre v Austria in 2023 accepted that the prohibition serves a legitimate aim but found a violation of Article 8 ECHR due to long-standing use of the surname. The CJEU has ruled that refusal to recognise titles of nobility is justified on grounds of public policy and the principle of equality, provided it is appropriate and necessary, with the exception concerning cases of long-standing use of a surname. In the European space, there is diversity of approaches. The United Kingdom maintains titles with symbolic character, while France, Italy, Germany, and Austria explicitly prohibit them. The thesis examines two critical cases of practical application of Article 4 paragraph 7. The first concerns 1994, when Law 2215/1994 eliminated terms such as "former King" and provided that legal remedies are rejected as inadmissible if the party uses titles of nobility or designation of a former political office. The second case concerns 2024, when on 20.12.2024, Greek citizenship was recognised for members of the former royal family with the surname "DE GRECE", which provoked intense debate and an annulment application. Arguments against constitutionality maintain that the surname constitutes invocation of memory as it translates to "of Greece", that the prefix "DE" always gives the impression of a title of nobility, and that it implies privileges of origin. Conversely, arguments in favour of constitutionality maintain that Article 4 paragraph 7 prohibits only pre-existing titles and that the choice expresses family origin. The prohibition of titles of nobility constitutes a fundamental provision grounded in historical and ideological continuity from the revolutionary Constitutions and is not a formal relic, but a constituent element of the democratic rule of law, ensuring social equality and political cohesion
Effect of artificial light at night on marine invertebrate biocommunities
Το τεχνητό φως τη νύχτα (ALAN) θεωρείται ένας από τους σοβαρότερους ανθρωπογενείς παράγοντες πίεσης στα υδάτινα οικοσυστήματα τις τελευταίες δεκαετίες. Οι θαλάσσιοι οργανισμοί έχουν εξελιχθεί σύμφωνα με φυσικούς φωτιστικούς ρυθμούς, ωστόσο οι τεχνητές πηγές φωτός μπορούν να τους διαταράξουν και να μεταβάλουν τόσο τη σύνθεση των κοινοτήτων όσο και τη λειτουργία των οικοσυστημάτων. Οι μελέτες που εξετάζουν τις επιδράσεις του ALAN στις παράκτιες βενθικές κοινότητες ασπόνδυλων παραμένουν περιορισμένες. Η παρούσα εργασία διερεύνησε την επίδραση διαφορετικών φασματικών τύπων φωτός σε θαλάσσια βενθικά ασπόνδυλα μέσω της εγκατάστασης φωτεινών παγίδων με διαφορετικά χρώματα και της αξιολόγησης της επίδρασης αυτών τόσο στη σύνθεση των βενθικών κοινοτήτων όσο και στα βιολογικά τους γνωρίσματα. Επιπλέον, χαρτογραφήθηκαν επιτόπου οι πηγές φωτός της περιοχής και δημιουργήθηκε χάρτης φωτεινότητας. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το 2024 στη λιμνοθάλασσα Κλείσοβα στις 1 Νοεμβρίου 2024, η οποία αποτελεί τμήμα του συμπλέγματος Μεσολογγίου–Αιτωλικού στη Δυτική Ελλάδα. Συνολικά τοποθετήθηκαν δεκαπέντε παγίδες, συμπεριλαμβανομένων τριών μη φωτιζόμενων παγίδων ελέγχου, για διάρκεια τριών ωρών. Οι χρωματικές επεμβάσεις περιλάμβαναν χημικά φωτεινά ραβδιά τεσσάρων χρωμάτων – λευκό, κόκκινο, μπλε και πράσινο. Τα δεδομένα έδειξαν υψηλή προσέλκυση τόσο σε αριθμό ατόμων όσο και σε αριθμό ταξινομικών ομάδων στις πράσινες και λευκές παγίδες, λιγότερη στις μπλε και χαμηλότερη στις κόκκινες και στις παγίδες ελέγχου. Το nMDS ordination και η PERMANOVA ανέδειξαν περαιτέρω τις αλλοιώσεις που προκαλούνται από το τεχνητό φως, καθώς οι παγίδες ελέγχου σχημάτισαν διακριτή κοινότητα υπό φυσικές συνθήκες, ενώ οι φωτιζόμενες παγίδες ομαδοποιήθηκαν μεταξύ τους, υποδεικνύοντας μεταβολή στη δομή της κοινότητας. Η κοινή έλξη μεταξύ χρωμάτων επιβεβαιώθηκε μέσω της ταξινόμησης βιολογικών χαρακτηριστικών, με ισχυρή επικράτηση οργανισμών μεγέθους 20–40 mm, καταναλωτών ιζήματος και οργανισμών άμεσης ανάπτυξης, επηρεασμένη κυρίως από υψηλές αφθονίες ομάδων όπως τα Mysida και οι γαρίδες. Οι οργανισμοί προσελκύονταν από διαφορετικά χρώματα λόγω των οπτικών και χρωματικών αντιλήψεών τους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι βενθικές κοινότητες ασπόνδυλων είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στο ALAN, με ακόμη άγνωστες συνέπειες για τη λειτουργία του οικοσυστήματος. Με την επέκταση του παράκτιου φωτισμού, οι επιπτώσεις αυτές αναμένεται να ενταθούν, καθιστώντας αναγκαία την περαιτέρω έρευνα για την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών και κανονισμών που αφορούν τις εκπομπές φωτός.Artificial light at night (ALAN) is considered one of the most serious anthropogenic stressors to aquatic ecosystems in recent decades. Marine organisms have adapted to natural light rhythms, but artificial light sources can disrupt these rhythms and alter community composition and ecosystem functioning. Studies examining the effects of ALAN on coastal benthic invertebrate communities remain limited. This study aimed to examine the impact of different light spectra on benthic marine invertebrates by installing light traps with different colours and examining their effect on the benthic community composition as well as their traits. Additionally, the light sources in the study area were mapped in situ, and a map of the illumination was constructed. The study was conducted in 2024 in Klisova lagoon on November 1st, located within the Messolonghi-Aitoliko complex in Western Greece. A total of fifteen light traps, including three control traps, were deployed for three hours. The light treatments consisted of glow sticks with four distinct colours - white, red, blue, and green. The data obtained showed a high attraction of both individuals and the number of different taxa to green and white traps, fewer to blue, and lower to red and controls. The nMDS ordination and PERMANOVA analyses further indicated the induced alterations as control traps formed a distinct community under natural conditions, whereas illuminated traps clustered together, signifying an altered community structure. Shared attraction across light treatments was emphasized through the classification of taxonomic traits, revealing a strong prevalence of organisms in the 20-40 mm size class, deposit feeders, and direct developers, primarily driven by the high abundance of taxa such as Mysida and shrimps. Organisms were drawn to different colours due to their vision and color perception. The results signify that benthic invertebrate communities are sensitive to ALAN, with currently unknown consequences for ecosystem functioning. With the expansion of coastal illumination, these effects will amplify, so more research is urgently required to create guidelines and regulations pertaining to light emissions
Η διαγνωστική απεικόνιση στην άσκηση της παιδιατρικής και η ακανθώδης αποδοχή της: ένα εκατονταετές ταξίδι από την κλασική Ιατρική στην τ.ν.
Με την πρόοδο της τεχνολογίας, η χρήση των απεικονιστικών τεχνικών στην ιατρική έχει αλλάξει άρδην τα τελευταία 100 χρόνια. Από την έναρξη της εφαρμογής των πρώτων ακτινογραφιών στην διάγνωση, έως την εξάσκηση της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) στην καθ’ ημέρα πράξη, η χρήση των απεικονιστικών τεχνικών (ακτινογραφίες, υπέρηχοι, αξονική και μαγνητική τομογραφία και πυρηνική ιατρική) έχει αποδείξει την αξία της. Όσο ραγδαία είναι η πρόοδος της τεχνολογίας και, κατ’ επέκταση, της ιατρικής απεικόνισης, τόσο ενδιαφέρουσα είναι η αλλαγή της στάσης των παιδιάτρων, ως λογικό αποτέλεσμα της εξέλιξης των τεχνικών και των γνώσεων που αποκομίσθηκαν από την εμπειρία. Σημαντικό παράγοντα αποτελεί επίσης η αλλαγή της νοοτροπίας, κυρίως του γενικού πληθυσμού (και απόρροια αυτού, του ιατρικού κόσμου) στον ρόλο του ιατρού, από “’έγκυρη αυθεντία” σε “επιστήμονα” με ότι αυτό συνεπάγεται. Σκοπός της συγκεκριμένης εργασίας είναι η αναφορά της ιστορίας και της εξέλιξης των απεικονιστικών τεχνικών κατά την τελευταία εκατονταετία από την κλασσική ακτινολογία έως το μέλλον της με την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης, και την αντανάκλαση της πορείας αποδοχής αυτών από τους παιδιάτρους, όσο αφορά την εφαρμογή τους στον παιδιατρικό πληθυσμό. Εργαλεία για την πιστοποίηση αυτών των αλλαγών είναι τόσο η ενδεικτική βιβλιογραφική ανασκόπηση της ιστορίας της παιδοακτινολογίας, η μελέτη ενδεικτικών συγγραμμάτων της παιδιατρικής από την αρχή του αιώνα έως σήμερα καθώς και η διάθεσή παλαιότερων και νεότερων παιδιάτρων κατά την λήψη σύντομης συνέντευξης. Η αξία της απεικόνισης στον παιδιατρικό πληθυσμό, κυρίως με την ευρύτερη εφαρμογή της ΤΝ, είναι αναμφισβήτητη. Ενθυμούμενοι το παρελθόν και προβάλλοντας στο μέλλον, είναι πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος που η απεικόνιση και κυρίως νεότερες τεχνικές, με την επίδραση της ΤΝ, θα πλάσουν την εξάσκηση της παιδιατρικής.With the advancement of technology, the use of medical imaging techniques has been radically transformed over the past 100 years. From the initial application of the first radiographs for diagnosis to the current implementation of artificial intelligence (AI) in daily clinical practice, the utility of imaging techniques—including radiography, ultrasound, computed tomography, magnetic resonance imaging, and nuclear medicine—has proven its immense value. The rapid pace of technological progress, and by extension medical imaging, is matched only by the fascinating shift in the attitudes of pediatricians. This evolution is a logical consequence of both the technical advancements and the knowledge gained through accumulated experience. A significant contributing factor is the concurrent shift in public mindset, and subsequently that of the medical community, regarding the role of the physician—from an "infallible authority" to a "scientist," with all the implications this entails. The purpose of this work is to outline the history and evolution of imaging techniques over the last century, from classical radiology to its future with the application of artificial intelligence. Furthermore, it aims to reflect upon the trajectory of their acceptance by pediatricians, specifically concerning their application to the pediatric population. To document these changes, the study draws on a selective literature review of the history of pediatric radiology, an examination of representative pediatric textbooks published from the early 20th century to the present, and insights gathered from brief interviews with both senior and younger pediatricians. The value of medical imaging in the pediatric population—particularly with the expanding use of AI—is indisputable. Reflecting upon the past while projecting into the future, it is of great interest to consider how imaging, and especially newer techniques enhanced by artificial intelligence, will shape the practice of pediatrics in the years to come