ΒΚΠ ΕΚΠΑ :: Σύστημα Ηλεκτρονικής Εκδοτικής (e-Pub)
Not a member yet
1979 research outputs found
Sort by
Εξώφυλλο και μέλη Δ.Σ Συλλόγου Διδακτικού Προσωπικού Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Τηλεκπαίδευση: Το μέσο, το μήνυμα και η κριτική παιδαγωγική
DISTANCE LEARNING: MEDIUM, MESSAGE AND CRITICAL PEDAGOGYDistance learning among pandemic COVID-19 extends the educational inequality, as it fails to effect on mental, emotional and social development of students. Implementing the Theory and Practice of Critical Pedagogy for teaching and organized activities in the context of student Zone of Proximal Development, which is based on the direct, lively and proactive teacher mediation, are created conditions for the closure of the gap that developed in education of weakest students by the distance learning
Η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας
Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται οι κύριες πλευρές της σύγχρονης εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και αναλύονται ο χαρακτήρας και οι επιπτώσεις της για τους μαθητές, τους φοιτητές και τους εκπαιδευτικούς. Επίσης, προτείνονται αφενός μια ερμηνεία αυτής της εκπαιδευτικής πολιτικής και αφετέρου ορισμένες σχετικές κατευθύνσεις έρευνας για την κίνηση της κριτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα
Α rock engraving of Pan at Faskomelia Hill in Vouliagmeni, Attica The presence of the god Pan in the battle of Marathon
Στις νοτιοδυτικές υπώρειες του Υμηττού, στην Αττική, αναπτύχθηκε ο αρχαίος δήμος των Αιξωνίδων Αλών. Το γεωμορφολογικό περιβάλλον, αλλά και τα οικιστικά κατάλοιπά του προσδιορίζουν τον αγροτικό χαρακτήρα του δήμου και παρέχουν στοιχεία για μια ακμάζουσα αλιευτική και γεωργοκτηνοτροφική οικονομία. Στους ημιορεινούς όγκους της περιοχής έχουν εντοπιστεί πλήθος από πολυποίκιλα χαράγματα επιγραφών, που αποδίδονται κυρίως σε βοσκούς, και επιβεβαιώνουν τη χρήση του τόπου. Πρόσφατα, στο λόφο της Φασκομηλιάς, σε βραχώδη επιφάνεια, εντοπίστηκαν χαράγματα δύο μορφών σε παράταξη˙ η μορφή που προηγείται ταυτίστηκε με τον θεό Πάνα και η μορφή που έπεται ταυτίστηκε με οπλίτη. Παρουσιάζονται με συντομία ο Αρκάδας θεός Πάνας, η διάδοση και εγκαθίδρυση της λατρείας του στην Αττική, η σύνδεσή του με τη Μάχη του Μαραθώνα και ο ρόλος της συμμετοχής του σε αυτήν που οδήγησε στη νικηφόρο έκβαση της πολεμικής αναμέτρησης. Η παράσταση είναι πρωτότυπη και χρονολογείται στο α΄ μισό του του 5ου αι. π.Χ. Η από κοινού απόδοση του θεού Πάνα και ενός πολεμιστή-οπλίτη άμεσα δημιουργούν το συνειρμό ότι ο χαράκτης αναπαριστά σκηνή της μάχης του Μαραθώνα, τη στιγμή που ο αθηναϊκός στρατός σε σχηματισμό φάλαγγας ρίχνεται στους βαρβάρους «δρόμῳ».The ancient deme of Aixonides Halai flourished on the southwestern slopes of Mount Hymettus, Attica. The geomorphological environment and the ancient architectural remains outline the deme’s rural character and provide evidence for a prosperous economy based on agriculture and fishery. Α significant number of various inscriptions has been found at the semi-mountainous areas of the deme. They have been attributed mainly to shepherds and their existence directly points to the rural use of the place. Recently, on a rocky plateau of Faskomelia hill, the rock engravings of two figures were detected. The figures are standing in line and have been identified with the god Pan and an hoplite. Pan is the one who precedes, and the hoplite the one that follows. After a short presentation of the Arcadian god Pan, the paper deals with the spread and establishment of his cult in Attica, his connection with the battle of Marathon and his role in the final victorious outcome. This never before seen engraving dates back to the first half of the 5th c. BC. The depiction of Pan together with a warrior-hoplite directly creates the allusion that the artist wanted to represent a scene from the battle of Marathon, capturing the moment that the Athenian army, in phalanx formation, is thrown to the barbarians at the double «δρόμῳ»
Hyria on Naxos. Tracing the connectivity of an insular sanctuary with the Aegean and beyond
Ύρια Νάξου. Συνδεσιμότητα ενός νησιωτικού ιερού με το Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχήTo ιερό των Υρίων, που ανασκάφηκε στη Νάξο μεταξύ των ετών 1986-1998, έχει από μακρού απασχολήσει την έρευνα κυρίως για τη σημασία του στην ιστορία και εξέλιξη της αρχαίας Ελληνικής ναοδομίας. Πέραν όμως του αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού που έφεραν σε φως οι πολύχρονες ανασκαφές, μας διαφωτίζει για τη συνδεσιμότητα του ιερού με περιοχές του Αιγαίου και της Εγγύς Ανατολής στη διάρκεια πολλών αιώνων και αυξάνει τις γνώσεις μας για όψεις της ναξιακής κοινωνίας, ιδίως κατά τις πρώιμες φάσεις των ιστορικών χρόνων.Εκτεταμένη έρευνα σε πανελλήνια ιερά επιβεβαίωσε ότι οι γραπτές μαρτυρίες, φιλολογικές και επιγραφικές, σε συνδυασμό με εντυπωσιακά και πολυδάπανα αφιερώματα, αποτελούν θεμελιώδεις πηγές πληροφόρησης για την καταγωγή των αφιερωτών και για το δίκτυο των αλληλεπιδράσεων. Και τα δύο απουσιάζουν εντελώς από τα Ύρια καθώς και από τα περισσότερα ιερά των Κυκλάδων. Είμαστε, έτσι, υποχρεωμένοι να αρκεστούμε στα μικρά αντικείμενα/αναθήματα που βρέθηκαν σε αυτές τις θέσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ιερό των Υρίων υπερέχει των άλλων ιερών της Νάξου όσον αφορά το πλήθος των μικρών αναθηματικών προσφορών, είτε πρόκειται για ντόπιες μιμήσεις είτε για «εξωτικές» δημιουργίες, κεραμικές όσο και από πολυτιμότερα υλικά. Εξετάζεται το κατά πόσον τα μικρά εξωχώρια αναθήματα προσφέρονταν από αλλοδαπούς επισκέπτες, οι οποίοι, με τη σειρά τους, ενθάρρυναν τη συνδεσιμότητα της Νάξου με μακρινές περιοχές. Αν και ο τόπος κατασκευής της ανάθεσης σχεδόν ποτέ δεν μας διαφωτίζει για την πατρίδα του αναθέτη, αποτελεί όμως ισχυρή ένδειξη για έντονη διαπεριφερειακή δραστηριότητα, ειδικά κατά το τελευταίο τέταρτο του 8ου και μέχρι τον 6ο αιώνα π.Χ.Στην εργασία αυτή καταβάλλεται προσπάθεια να αναγνωρισθούν πολιτιστικές και εμπορικές σχέσεις με τον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, όπως αυτές τεκμηριώνονται μέσω της ανάλυσης της κεραμικής και των μικρών κινητών ευρημάτων από το ιερό και να φανεί σε ποιο βαθμό η εικόνα που αναδύεται συμπληρώνει τις γνώσεις μας από παλαιότερες σχετικές μελέτες.The sanctuary of Hyria on Naxos, excavated between the years 1986–1998, has long attracted academic attention,mainly because of its importance for the history and evolution of ancient Greek temple-architecture. Apart from thearchitectural interest, however, the study of the archaeological material brought to light enlightens us about the connectivity of the sanctuary with areas of the Aegean and the Near East over the centuries and increases our knowledge on aspects of Naxian society, especially during the early phases of historical times. Extensive research on Panhellenic sanctuaries confirmed that written testimonies, literary and epigraphic, combinedwith impressive and costly dedications, are fundamental sources of information about the origin of the donors and the network of interactions. Unfortunately, both the above are completely missing from Hyria, as well as from most of the sanctuaries of the Cyclades. We are, therefore, obliged to settle for the imported pottery and the minor objects/offerings found in these sites. There is no doubt that the sanctuary of Hyria takes precedence over the other sanctuaries of Naxos in terms of the quantity of small dedications, be they local imitations or imported, in clay or in more valuable materials. This paper attempts to identify cultural and commercial relations of the islanders with the wider Aegean and the Eastern Mediterranean areas, as documented by the analysis of pottery and of the minor objects found in the sanctuary and to show to what extent the emerging image complements our knowledge from previous relevant studies
The public cemetery of the ancient demos of Paiania in Attica and some observations on the ancient demoi and mortuary practices in Mesogaia, Attica
In the present paper, an ancient cemetery, which came to light east of Paiania in Attica, on the site Agios Athanasios, and was excavated in 1969, is presented for the first time. It was an extended and densely used cemetery, but the excavated site was only a small part of a much wider cemetery, which belonged to the inhabitants or demotai of the demos of Paiania. The dating of the pottery allows us to date the cemetery mainly to the first half of the 5th century B.C., with few vases dating from mid–6th century B.C. through the 3rd quarter of the 5th century B.C. The cemetery is viewed within the historical frame of Mesogaia area and mortuary practices are placed in context within other cemeteries in southeastern Attica
Book Review "Κλεοπάτρα Παπαευαγγέλου-Γκενάκου. 2020. Εκ θεμελίων"
Book Review "Κλεοπάτρα Παπαευαγγέλου-Γκενάκου. 2020. Εκ θεμελίων. Αθήνα: Τράπεζα της Ελλάδος – Κέντρο Πολιτισμού Έρευνας και Τεκμηρίωσης. Pp. 391. ISBN 978-960-7032-97-3
Two early icons from Egypt in the Benaki Museum
H μελέτη δύο πρώιμων εικόνων αιγυπτιακής προέλευσης από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη προσφέρει νέα, ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωγραφική φορητών εικόνων στις επαρχίες και τις παρυφές της βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε μία κρίσιμη περίοδο μεγάλων αλλαγών για το Βυζάντιο και την ανατολική Μεσόγειο. Η αποσπασματικά διατηρημένη εικόνα του Χριστού, έργο του 7ου αιώνα, είχε πιθανότατα αναθηματικό προορισμό. Φέρει δίγλωσση αφιερωτική επιγραφή, ελληνική και κοπτική, η οποία με την εμφατική αναφορά στον Χριστό Εμμανουήλ προέβαλλε πιθανώς τις μιαφυσιτικές θεολογικές αντιλήψεις του παραγγελιοδότη. Ο συνδυασμός της εγκαυστικής τεχνικής με την επιβεβαιωμένη αιγυπτιακή προέλευση της εικόνας, την συνδέει με μια ομάδα ανάλογων έργων που φυλάσσονται στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, αναδεικνύοντας έτσι την ανάγκη επανεξέτασης της καλλιτεχνικής προέλευσης των σιναϊτικών έργων, ίσως από την Αίγυπτο. Η άγνωστη αμφίγραπτη εικόνα με τον απόστολο Παύλο και τον άγιο απά Στέφανο, καλλιτεχνικά μέτρια αλλά εικονογραφικά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, προσθέτει ένα ακόμη παράδειγμα στην ευάριθμη ομάδα εικόνων που έχουν σωθεί από τους μεταβατικούς χρόνους (8ος–9ος αι.). Οι ελληνικές επιγραφές της εικόνας, οι στενές εικονογραφικές της συνάφειες με την περίφημη σταυροθήκη Fieschi Morgan, καθώς και οι ομοιότητες με το πλήθος των φορητών σταυρών-λειψανοθηκών που πλημμύρισαν τον βυζαντινό χώρο από τον 9ο αιώνα και μετά, αναδεικνύουν όχι μόνο τις κοινές ρίζες της κοπτικής και της βυζαντινής τέχνης, αλλά και την παράλληλη πορεία που σε πολλές περιπτώσεις ακολούθησαν, ακόμη και μετά την αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου. Παρά ταύτα, μετά την οριστική απόσπαση της Αιγύπτου από την πολιτική σφαίρα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η κοπτική ζωγραφική αυτονομήθηκε, και η αυτονόμηση αυτή προσέδωσε στην κοπτική τέχνη μεγαλύτερη ελευθερία στην εικονογραφική απόδοση των αγίων.The two icons discussed in the article provide interesting evidence about the painting of icons in the provinces or borderlands of the Byzantine world in a period of momentous change for both the empire and the Eastern Mediterranean. They belong to the Benaki Museum collection and come from Egypt. The fragmentary seventh-century icon of Christ with the Coptic votive inscription must have been intended as a votive offering and the emphasis on Christ Emmanuel probably proclaims the Miaphysite tendencies of the patron. Its encaustic technique and confirmed Egyptian provenance link it with a group of works of the seventh century preserved at St Catherine’s Monastery in Sinai and once again raises the question of the provenance of those icons. The artistically modest yet iconographically surprising two-sided icon adds one more example to the small number of painted panels to have survived from the eighth and ninth centuries. The Greek inscriptions, the iconographic link with the Fieschi Morgan stavrotheke as well as its similarities with the reliquary-crosses that flooded Byzantium from the ninth century onwards bear witness to both the common origins of the Coptic art of Egypt under Arab rule and the art of Byzantium and some instances of parallel development. Nevertheless Coptic painting acquired a life of its own after the region broke away from the political sphere of Byzantium and this new independence gave Coptic painting greater flexibility in handling and adapting the iconography of the saints