Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Επικαιρότητα
Η στήλη του περιοδικού με τίτλο "Επικαιρότητα" περιλαμβάνει 3 άρθρα και ανήκει στο τεύχος 5
A possibilistic approach to the portfolio selection problem using linear progamming and the regret function
Ο αντικειμενικός σκοπός της παρούσας εργασίας είναι διττός, αφενός να παρουσιάσει εναλλακτικές προσεγγίσεις στο πρόβλημα επιλογής χαρτοφυλακίου, πέρα από την κλασσική θεωρία επιλογής χαρτοφυλακίου του Markowitz, και αφετέρου να προτείνει μία εναλλακτική μέθοδο εύρεσης βέλτιστου χαρτοφυλακίου η οποία βασίζεται στο κριτήριο λήψης αποφάσεων minimax.
Η εργασία αποτελείται από εφτά κεφάλαια και ένα παράρτημα. Το πρώτο κεφάλαιο αποτελεί μία εισαγωγή στις βασικές αρχές της θεωρίας χαρτοφυλακίου. Περιγράφονται έννοιες όπως το εφικτό σύνολο, αποτελεσματικό σύνορο, διαφοροποίηση, ανοιχτή πώληση ενώ το κεφάλαιο κλείνει με αναφορά στα στάδια και τις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρατίθενται κάποια βασικά στοιχεία από τον μαθηματικό προγραμματισμό. Δεδομένου ότι τα περισσότερα μοντέλα επιλογής χαρτοφυλακίου λαμβάνουν τη μορφή προβλημάτων γραμμικής και μη γραμμικής βελτιστοποίησης, η ενσωμάτωση του κεφαλαίου αυτού στο παρόν κείμενο κρίνεται σκόπιμη. Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην ασαφή λογική και τη θεωρία δυνατοτήτων, πάνω στην οποία βασίζονται ορισμένα από τα προτεινόμενα υποδείγματα επιλογής χαρτοφυλακίου. Επομένως η εισαγωγή αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να γίνει ομαλά η μετάβαση σε σύνθετες έννοιες που διέπουν τα δυνατοθεωρητικά (possibilistic) προβλήματα επιλογής χαρτοφυλακίου. Αντικείμενο του τέταρτου κεφαλαίου είναι η παρουσίαση του κλασσικού υποδείγματος επιλογής χαρτοφυλακίου, σύμφωνα με το πιθανοθεωρητικό μοντέλου του Markowitz, καθώς και εναλλακτικών προσεγγίσεων χρησιμοποιώντας έννοιες από τη θεωρία ασαφούς λογικής και την κατανομή δυνατοτήτων. Το πέμπτο κεφάλαιο μελετάει το κριτήριο λήψης αποφάσεων minimax, ένα κριτήριο το οποίο βασίζεται στην ελαχιστοποίηση του μέγιστου κόστους ευκαιρίας και βρίσκει ευρύ πεδίο εφαρμογών στην επιχειρησιακή έρευνα. Στο κεφάλαιο έξι αρχικά συντίθεται ένα σύνθετο πρόβλημα επιλογής χαρτοφυλακίου, κάνοντας παραδοχές που το διαφοροποιούν από το κλασσικό πιθανοθεωρητικό υπόδειγμα, και στη συνέχεια εξετάζεται η επίλυση του προβλήματος αφενός αξιοποιώντας τις ιδιότητες που παρουσιάζει η συνάρτηση επενδυτικής regret και αφετέρου χρησιμοποιώντας στοιχεία μαθηματικού προγραμματισμού. Το έβδομο κεφάλαιο αποτελεί τον επίλογο του κειμένου. Τέλος, η εργασία κλείνει με την παρουσίαση μίας υπολογιστικής εφαρμογής, όπου, με τη βοήθεια του Matlab, υπολογίζεται και απεικονίζεται στο ίδιο διάγραμμα το αποτελεσματικό σύνορο από επένδυση σε χαρτοφυλάκιο που απαρτίζεται από τις μετοχές εταιρειών του χρηματιστηριακού δείκτη FTSE20, χρησιμοποιώντας τόσο το κλασσικό πιθανοθεωρητικό υπόδειγμα όσο και το υπόδειγμα ασαφών πιθανοτήτων.The objective of this thesis is twofold, on the one hand to present alternative approaches to the portfolio selection problem, beyond the classical Markowitz portfolio selection theory, and on the other hand to propose an alternative method for finding an optimal portfolio which is based on the minimax decision-making criterion.
The thesis consists of seven chapters and an appendix. The first chapter is an introduction to the basic principles of portfolio theory. Concepts such as the feasible set, efficient frontier, diversification, short selling are described, while the chapter closes with a reference to the stages and processes that take place in the management of investment portfolios. The second chapter presents some basic elements of mathematical programming. Given that most portfolio selection models take the form of linear and nonlinear optimization problems, the inclusion of this chapter in this text is considered appropriate. The third chapter is dedicated to fuzzy logic and possibility theory, on which some of the proposed portfolio selection models are based. Therefore, this introduction is necessary in order to smoothly transition to complex concepts governing possibilistic portfolio selection problems. The subject of the fourth chapter is the presentation of the classical portfolio selection model, according to the Markowitz probability model, as well as alternative approaches using concepts from fuzzy logic theory and probability distribution. The fifth chapter studies the minimax decision-making criterion, a criterion which is based on minimizing the maximum opportunity cost and finds a wide range of applications in operations research. In chapter six, a complex portfolio selection problem is initially formulated, making assumptions that differentiate it from the classical probability theory model, and then the solution of the problem is examined, on the one hand, by exploiting the properties presented by the investment regret function and on the other hand, by using elements of mathematical programming. The seventh chapter constitutes the epilogue of the text. Finally, the paper concludes with the presentation of a computational application, where, with the help of Matlab, the efficient frontier of an investment in a portfolio consisting of the shares of companies in the FTSE20 stock market index is calculated and depicted on the same diagram, using the classical probability theory model as well as the fuzzy probability model.Οικονομική Επιστήμ
Parangelia re! (The Song is Mine!): the Case of Nikos Koemtzis in Its Historical Context
Η παρούσα εργασία εξετάζει την υπόθεση του Νίκου Κοεμτζή μέσα από τον Τύπο της εποχής, από τις πρώτες δημοσιεύσεις έως και την κάλυψη της δίκης (26/02/1973–13/11/1973). Εκκινώντας από τη θέση ότι η ειδησεογραφία συγκροτεί –και δεν αναπαράγει απλώς– το έγκλημα ως κοινωνικό γεγονός, επιχειρείται η ανάλυση των ερμηνευτικών σχημάτων που νοηματοδότησαν τα γεγονότα της «παραγγελιάς». Στόχος είναι να αναδειχθεί τόσο ο τρόπος με τον οποίο οι βασικοί θεματικοί άξονες διασταυρώνονται με την υπόθεση, όσο και το πώς αυτή λειτουργεί ως πρίσμα ανάγνωσης της μετεμφυλιακής και δικτατορικής κοινωνικής πραγματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, αφού καταγραφεί η κάλυψη της υπόθεσης από τον Τύπο σε επίπεδο γεγονότων, στη συνέχεια διερευνώνται: (α) οι τρόποι σύνδεσης της υπόθεσης με τη μουσική και τη νυχτερινή διασκέδαση, με έμφαση στην ιστορική μετατόπιση και την πρόσληψη του ρεμπέτικου· (β) οι μορφές ανδρισμού και οι άγραφοι κώδικες τιμής που αποδίδονται στον Κοεμτζή, σε συσχέτιση με τα ηγεμονικά πρότυπα της εποχής· (γ) το εγκληματικό προφίλ που συγκροτείται γύρω από τον δράστη, η σύνδεσή του με τον «υπόκοσμο» και οι αντίστοιχες πολιτικές/ιδεολογικές συνεπαγωγές του φαινομένου. Συνολικά, συμπεραίνεται ότι ο Κοεμτζής γίνεται αντιληπτός ως απειλή τόσο για τη δημόσια τάξη όσο και για το αναδυόμενο πρότυπο του «φιλήσυχου, πειθαρχημένου» άντρα/πολίτη, ενώ ο ρόλος του περιθωρίου αναδεικνύεται καθοριστικός στον τρόπο πλαισίωσης των παραπάνω θεματικών, υποδεικνύοντας πως οι πολιτισμικοί κώδικες και οι λόγοι περί εγκληματικότητας λειτουργούν ως μηχανισμοί ταξινόμησης, πειθάρχησης και νομιμοποίησης στη δημόσια σφαίρα της ύστερης δικτατορίας.This study examines the case of Nikos Koemtzis through contemporaneous press coverage, from the first reports to the trial (26/02/1973–13/11/1973). Starting from the premise that news media constitute –rather than merely reproduce– crime as a social fact, it analyzes the interpretive frameworks that gave meaning to the “parangelia” incident. The aim is twofold: to show how the key thematic axes intersect with the case and, conversely, how the case itself functions as a lens on post–civil war and dictatorial Greek society. After mapping the press narration of the facts and its contradictions, the analysis turns to: (a) the ways the case is linked to music and nightlife, with emphasis on the historical shifts and reception of rebetiko; (b) constructions of masculinity and unwritten codes of honor attributed to Koemtzis, in relation to the era’s hegemonic ideals; and (c) the criminal profile assembled around the perpetrator, including his attachment to the “underworld” and the corresponding political/ideological implications. Overall, the findings indicate that Koemtzis is framed as a threat both to public order and to the emerging model of the “peaceable, disciplined” male citizen. The role of the social margins proves decisive in shaping all of the above, showing how cultural codes and discourses on criminality operate as mechanisms of classification, discipline, and legitimation in the public sphere of the late dictatorship.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
The impact of technological change and profit share on the profit rate and capital accumulation: an empirical analysis
Αντικείμενο: Η διπλωματική εργασία αποσκοπεί στην κατανόηση των μηχανισμών που οδηγούν στην οικονομική μεγέθυνση, προσφέροντας μια εμπειρική αποτίμηση ενός θεωρητικού μοντέλου, Μαρξικής έμπνευσης, το οποίο εισηγείται ότι τόσο το ποσοστό κέρδους και όσο και η καταναλωτική ζήτηση συνιστούν καθοριστικούς παράγοντες της συσσώρευσης του κεφαλαίου, από την οποία εξαρτάται η οικονομική μεγέθυνση. Συγκεκριμένα εξετάζεται σε ποιο βαθμό η ποσοστιαία μεταβολή του καθαρού εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) του καπιταλιστικού τομέα επηρεάζεται από τις αλλαγές στην κεφαλαιακή συσσώρευση, ενώ παράλληλα διερευνάται αν η συσσώρευση του κεφαλαίου καθορίζεται από τις μεταβολές του ποσοστού κέρδους και της καταναλωτικής ζήτησης. Επιπλέον, διασαφηνίζεται η σχέση μεταξύ του ποσοστού κέρδους, της παραγωγικότητας του κεφαλαίου και του μεριδίου των κερδών του καπιταλιστικού τομέα.
Μεθοδολογία: Ο εμπειρικός έλεγχος της επίδρασης των μεταβλητών ενδιαφέροντος στην οικονομική μεγέθυνση επιτελείται με την εφαρμογή της τεχνικής μοντελοποίησης Μερικών Ελαχίστων Τετράγωνων (PLS-PM) μέσω Δομικών Εξισώσεων (SEM). Τα εμπειρικά δεδομένα που χρησιμοποιούνται προέρχονται από έξι χώρες της Ε.Ε. και καλύπτουν τη χρονική περίοδο 1960-2022. Οι χώρες αυτές είναι η Ελλάδα, Δανία, Ιρλανδία, Ολλανδία, Νορβηγία και Σουηδία.
Αποτελέσματα και συνεισφορά: Τα εμπειρικά ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου στον καπιταλιστικό τομέα επηρεάζει θετικά και στατιστικά σημαντικά τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης σε μια χώρα. Το ποσοστό κέρδους, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με την θετική ή αρνητική εξέλιξη της παραγωγικότητας του κεφαλαίου του μεριδίου των κερδών του καπιταλιστικού τομέα δεν έχει μια στατιστικά σημαντική επίδραση στις επενδύσεις. Η συσσώρευση του κεφαλαίου εξαρτάται από δύο κυρίως παράγοντες το ποσοστό συσσώρευσης και την καταναλωτική ζήτηση. Σε πρακτικό επίπεδο η γνώση που αποκτάται μέσα από την εμπειρική αυτή ανάλυση μπορεί να φανεί χρήσιμη για τον σχεδιασμό και την επιτυχή εφαρμογή πολιτικών εξόδου από την οικονομική ύφεση και την οικονομική στασιμότητα. Η λύση που προτάσσεται είναι η διασφάλιση, με την εφαρμογή των κατάλληλων μέτρων και πολιτικών, μιας επαρκούς καταναλωτικής ζήτησης.Subject: This thesis aims to understand the mechanisms driving economic growth, providing an empirical assessment of a theoretical model inspired by Marxist theory. This model suggests that the profit rate and consumer demand are the main determinants of capital accumulation, from which economic growth is derived. Specifically, this research examines the extent to which the percentage change in the capitalist sector's Gross Domestic Product (GDP) is influenced by changes in capital accumulation. At the same time, it explores whether changes in the profit rate and consumer demand determine capital accumulation. Additionally, the relationship between the profit rate, capital productivity, and the share of profits in the capitalist sector is clarified.
Methodology: The empirical analysis of the impact of the relevant variables on economic growth is carried out through the Partial Least Squares Path Modeling (PLS-PM) technique via Structural Equation Modeling (SEM). The empirical data used in the study come from six EU countries covering the period from 1960 to 2022. These countries are Greece, Denmark, Ireland, the Netherlands, Norway, and Sweden.
Results and Contribution: The empirical findings confirm nearly all of the research hypotheses derived from the Marxist tradition. Precisely, it is verified that capital accumulation in the capitalist sector has a positive and statistically significant effect on a country's economic growth rate. Capital accumulation depends on positive changes in the profit rate, the accumulation rate, and consumer demand. The profit rate, in turn, is determined by the positive or negative development of capital productivity and the share of profits in the capitalist sector. On a practical level, the knowledge gained from this empirical analysis can help design and successfully implement policies aimed at exiting economic recessions and stagnation. The proposed solution is to create favourable conditions for capital profitability by applying appropriate measures and policies while ensuring adequate consumer demand.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Εφηρμοσμένων Οικονομικών και Διοίκηση
Addictions and delinquent behaviours
Η παρούσα επιστημονική μελέτη αποσκοπεί στην εξέταση της εξάρτησης από
παράνομες εθιστικές ουσίες, τη σύνδεσή της με διάφορες μορφές εκδήλωσης
εγκληματικών συμπεριφορών καθώς και τρόπους ποινικής διαχείρισης της. Στόχοι
της είναι αφενός η ανάλυση των βασικότερων ζητημάτων γύρω από την εξάρτηση ως
φαινόμενο κοινωνικού και ποινικού ενδιαφέροντος και αφετέρου η ανάλυση των
τρόπων με τους οποίους εξάρτηση και έγκλημα συνδέονται μεταξύ τους.
Δευτερευόντως, η εν λόγω μελέτη εστιάζει από κοινού στην αντίδραση του
επίσημου κοινωνικού ελέγχου και της νομοθεσίας απέναντι στην ίδια τη χρήση
ναρκωτικών όσο και στην ποινική αντιμετώπιση του εξαρτημένου και μη –
εξαρτημένου δράστη αξιόποινων ενεργειών που είτε αφορούν παραβάσεις του νόμου
για τα ναρκωτικά είτε συνιστούν εγκλήματα διαπραττόμενα εξαιτίας ή για την
εκπλήρωση των αναγκών της χρήσης.
Σε τελικό στάδιο, η εν λόγω μελέτη αναφέρεται σε ζητήματα που αφορούν τους
χρήστες ουσιών που τίθενται υπό καθεστώς εγκλεισμού, τη σύνδεση μεταξύ της
χρήσης και της εγκληματικότητάς τους εντός φυλακής, στο πρόβλημα της εισαγωγής
ναρκωτικών ουσιών στην τελευταία, καθώς και στην υποτροπή στη χρήση και στο
έγκλημα μετά τον εγκλεισμό.
Για την πληρέστερη κάλυψη των θεματικών ενοτήτων που πραγματεύεται η
παρούσα μελέτη, οι αξιοποιούμενες μέθοδοι συνίστανται σε: α) βιβλιογραφική
επισκόπηση, β) επισκόπηση διεθνών και εθνικών νομοθετικών διατάξεων, γ)
παράθεση παραδειγμάτων από την εθνική νομολογία, δ) επισκόπηση υφιστάμενων
ερευνητικών δεδομένων.The following thesis examines drug addiction, its connection to several forms of
delinquent behavior as well as ways in which it can be legally controlled. It also aims
to pinpoint the most basic facts concerning drug addiction as a social and penal matter
and analyze the ways in which addiction and crime are connected to each other.
Secondly, this thesis focuses both on the reaction of the social control agencies and
the law regarding drug use itself and on the legal treatment addicted and non-addicted
perpetrator of illegal actions either regarding the anti-drug law or actions committed
because of the perpetrator’s drug use and the needs that accompany it.
Finally, this thesis focuses on subjects concerning the incarcerated drug users, the
association between drug use in prison, criminality and the importation of drugs in
prisons as well as criminal and drug use recidivism after release from prison.
In order to examine the previous matters the methodology applied consists of: a)
bibliographical references, b) an examination of the national and international antidrug
policies, c) examples derived from national court decisions, d) the examination
of existing survey data.ΠΜΣ Εγληματολογί
Competition, convergence, divergence in the EU framework for the settlement of Greek-Turkish disputes
Η διδακτορική διατριβή μελετά τον βαθμό που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν επηρεαστεί από την ΕΟΚ/ΕΕ. Ξεκινά από τους λόγους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ και εντοπίζει ως σημαντικότερο λόγο την αναζήτηση της εθνικής ασφάλειας και την αποτροπή του τουρκικού κινδύνου. Σε αυτό το πλαίσιο η συμβολή της ΕΟΚ/ΕΕ αποδείχθηκε διαχρονικά σημαντική καθώς είναι σαφής η διαχρονική αντίθεσή της και η καταδίκη τουρκικών επιθετικών κινήσεων στο Αιγαίο και την Κύπρο, όπως διαφαίνεται μέσα από τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και των άλλων θεσμών της ΕΕ. Παράλληλα εκτός από τις κατά καιρούς καταδίκες, η ΕΕ έχει τη δυνατότητα ασκήσεως ισχυρής επιρροής λόγω της οικονομικής εξαρτήσεως της τουρκικής οικονομίας από την ευρωπαϊκή οικονομία. Η Ευρώπη είναι αναγκαίος εταίρος για την Τουρκία.
Στη διαχρονία των σχέσεων ΕΕ-Ελλάδας η αποτίμηση της ελληνικής πολιτικής, όσον αφορά τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών, είναι θετική. Η Ελλάδα κατάφερε να προωθήσει τα εθνικά θέματα και κυρίως το Κυπριακό, η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1974.
Όσον αφορά τις σχέσεις ΕΟΚ/ΕΕ-Τουρκίας στην διατριβή καταδεικνύεται ότι η ΕΟΚ/ΕΕ-Τουρκίας δεν στάθηκε ικανή ως κινητήρια πολιτική δύναμη να δεσμεύσει τη Τουρκία σε μια πορεία προοδευτικής σύγκλισης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτό οφείλεται αφ’ ενός στην ατελή ικανότητα της ΕΟΚ/ΕΕ να πείσει την Τουρκία και αφ’ ετέρου στις άνευ εφαρμογής ρητορικές και πολιτικές δεσμεύσεις της Τουρκίας.
Η απόφαση των 15 μελών της ΕΕ να αποδώσουν το 1999 στην Τουρκία την ιδιότητα του υποψηφίου μέλους, θεωρήθηκε από ευρωπαίους πολιτικούς και διανοητές εσφαλμένη. Οι πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στην Τουρκία και την ΕΕ είναι ανυπέρβλητες καθ΄ όσον προϋπόθεση της ένταξης είναι η ταύτιση του τρόπου σκέψης και των αξιών που συνιστούν ουσιαστικά στοιχεία της ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Στη διατριβή στη συνέχεια αναλύεται η στάση της Τουρκίας μετά την απόφαση του Ελσίνκι το 1999 με την οποία έγινε αποδεκτή η ενταξιακή πορεία της χώρας. Οι Τούρκοι πολιτικοί είχαν δεχθεί τότε στο σύνολό του το κείμενο της Ευρωπαϊκής Προεδρίας, γεγονός που άρχισε να αναδεικνύει την ΕΕ σε μια πολιτική δύναμη η οποία δεσμεύει και σταθεροποιεί την Τουρκία στα ευρωπαϊκά πρότυπα ώστε να εξελιχθεί σε ένα θετικό παράγοντα στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας της ΕΕ. Όμως η Τουρκία τελικώς από το Συμβούλιο του Ελσίνκι έως σήμερα όχι μόνο απέτυχε στη σύγκλισή της με την ΕΕ αλλά οι σχέσεις της οδηγήθηκαν σε επιδείνωση και μετά σε τελμάτωση.
Φτάνοντας στο σήμερα το κυρίαρχο ερώτημα που τίθεται είναι αν είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας η ένταξη της Τουρκίας ως πλήρες μέλος. Η απάντηση είναι αρνητική. Η Τουρκία θα είναι από πλευράς πληθυσμού το μεγαλύτερο κράτος στην ΕΕ. αυτό σημαίνει ότι θα έχει ίσο μερίδιο εξουσίας και ισχύος με τα άλλα μεγάλα κράτη (Γαλλία Γερμανία). Η αναβάθμιση αυτή σε συνδυασμό με την ηγεμονική αντίληψη της Τουρκίας θα έσβηνε την ήδη μικρή δυνατότητα παρεμβάσεως της ΕΕ στις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Βασική διέξοδος της χώρας παραμένει μια πειστική αποτροπή που θα συνίσταται σε ισχυρές συμμαχίες ΕΕ, Γαλλία, ΝΑΤΟ, Ισραήλ, και πλήρη αποκατάσταση της ισορροπίας
ισχύος, ο συνδυασμός αυτών των δύο θα αποτελέσουν τη βάση για την επίτευξη μιας βιώσιμης ειρήνης.The doctoral dissertation examines the extent to which Greek-Turkish relations have been influenced by the EEC/EU. It begins by analyzing the reasons for Greece’s accession to the EEC, identifying as the most important motive the pursuit of national security and the deterrence of the Turkish threat. Within this framework, the contribution of the EEC/EU has proven historically significant, as its consistent opposition to and condemnation of Turkish aggressive actions in the Aegean and Cyprus are evident in the Conclusions of the European Council and other EU institutions. At the same time, beyond its periodic condemnations, the EU holds the capacity to exert strong influence due to the Turkish economy’s dependence on the European one. Europe remains an essential partner for Turkey.
Over the course of EU–Greece relations, the assessment of Greek policy regarding the settlement of Greek-Turkish disputes is positive. Greece has succeeded in promoting its national issues—especially the Cyprus question. The accession of Cyprus to the EU in 2004 stands as the greatest achievement of Greek foreign policy since 1974.
As for EEC/EU–Turkey relations, the dissertation demonstrates that the EEC/EU has not succeeded as a driving political force capable of committing Turkey to a path of progressive convergence with European standards. This is attributed, on one hand, to the EEC/EU’s limited ability to persuade Turkey, and on the other, to Turkey’s rhetorical and political commitments that have not been implemented in practice.
The decision by the 15 EU member states in 1999 to grant Turkey candidate-member status was considered by many European politicians and intellectuals to be a mistake. The cultural differences between Turkey and the EU are insurmountable, as accession requires alignment in ways of thinking and in values that constitute the essential elements of European identity.
The dissertation then analyzes Turkey’s stance following the Helsinki decision of 1999, which accepted the country’s accession path. Turkish politicians at that time fully endorsed the text of the European Presidency, a fact that began to highlight the EU as a political power capable of binding and stabilizing Turkey to European standards—allowing it to evolve into a positive factor in the EU’s foreign, defense, and security policy. However, from the Helsinki Council to the present day, Turkey has not only failed to converge with the EU but its relations have deteriorated and eventually reached a stalemate.
Reaching the present, the prevailing question is whether it is in Greece’s interest for Turkey to join the EU as a full member. The answer is negative. In terms of population, Turkey would be the largest state in the EU. This would mean it would have an equal share of power and influence with the other major states (France and Germany). Such an upgrade, combined with Turkey’s hegemonic perception, would erase the already limited capacity of the EU to intervene in Greek-Turkish disputes.
The country’s main course of action remains a credible deterrence strategy, consisting of strong alliances with the EU, France, NATO, and Israel, and the full restoration of the
balance of power. The combination of these two elements would form the foundation for achieving a sustainable peace
The modern procedures of public procurement and the new objectives of the law of public procurement
Η κυρία Βασιλική Σκαρτσούνη έχει εκπονήσει μελέτη διδακτορικής διατριβής με αντικείμενο τις σύγχρονες διαδικασίες ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων σε συσχετισμό με τις νέες στοχεύσεις του οικείου δικαίου. Η διδακτορική μελέτη της κας Σκαρτσούνη διαρθρώνεται σε τρία μέρη, με τους ακόλουθους τίτλους. Μέρος Πρώτο: Το κλασσικό πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων – Μια εισαγωγική αποτίμηση, Μέρος Δεύτερο: Οι σύγχρονες μορφές του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων – Χαρακτηριστικά και προοπτικές, και Μέρος Τρίτο: Οι νέες στοχεύσεις του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων – Συναρμογή και προκλήσεις.
Πρόκειται για μια λίαν ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη εργασία η οποία επιχειρεί λυσιτελώς, αφενός να μελετήσει διεξοδικά τις σύγχρονες μορφές των διαδικασιών ανάθεσης, αφετέρου δε να εντάξει αυτές στην αρχιτεκτονική των δημοσίων συμβάσεων, ερευνώντας τη διασύνδεσή τους με τις θεμελιώδεις αρχές και αξιολογώντας την επίδρασή τους στη δυναμική του πεδίου των δημοσίων συμβάσεων. Η υπό εξέταση επιστημονική μελέτη υπηρετεί τους κανόνες της επιστήμης, με έμφαση στην εμπειρική θεώρηση των νομικών δεδομένων και ταυτόχρονα με αξιοσημείωτες δογματικές προσεγγίσεις. Η εν λόγω εργασία διαπνέεται από ευκρίνεια στη σκέψη, αμεσότητα στη διατύπωση και πρακτικό πνεύμα· παρουσιάζει επιστημονικό ενδιαφέρον τόσο για τους νομικούς, είτε ερευνητές, είτε εφαρμοστές του δικαίου όπως είναι άλλωστε και η συγγραφέας, όσο και για τους θεράποντες της διοικητικής επιστήμης και τους συντελεστές της δημόσιας διοίκησης.
Η συγγραφέας είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών στο διεθνές και στο ευρωπαϊκό δίκαιο από το ΔΠΘ και το ΕΚΠΑ αντίστοιχα, ειδικός επιστήμονας της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. από το 2013 και Μέλος της Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ. από το 2020, έχει δε πρόσφατα λάβει πιστοποίηση στην ανάλυση των δημόσιων πολιτικών (public policy analysis) από το London School of Economics. Η μελέτη της υποστηρίζεται από ευρεία και ενημερωμένη βιβλιογραφία, στην ελληνική, στη γαλλική και στην αγγλική γλώσσα, από πλούσιο νομολογιακό υλικό, εθνικό και ενωσιακό, και διανθίζεται από αναφορές στις κανονιστικές πηγές αλλά και σε πηγές ήπιου δικαίου. Το ύφος της συγγραφέως είναι μεστό και ουσιαστικό, η δε χρήση της ελληνικής είναι άρτια μέσα σε ένα συνολικά δομημένο και εύληπτο κείμενο.
Συγκεκριμένα, στο πρώτο μέρος της εργασίας επιχειρείται με ενάργεια μια αποτίμηση των κλασσικών διαδικασιών ανάθεσης όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία είκοσι και πλέον έτη στο πεδίο του σύγχρονου δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Η εισαγωγική αυτή αποτίμηση είναι περιεκτική, αποσκοπεί δε στην αποτύπωση των δογματικών δεδομένων του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων όπως αυτά αναφύονται μέσα από τις συνήθεις διαδικασίες ανάθεσης και τις θεμελιώδεις αρχές των δημοσίων συμβάσεων. Ειδικότερα, στη δεύτερη ενότητα του πρώτου μέρους ερευνάται η άμεση σύνδεση των καθιερωμένων μορφών ανάθεσης με τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, και αναπτύσσονται σχετικώς εύστοχα συμπεράσματα αλλά και προβληματισμοί. Σε αυτό το στάδιο, αναδεικνύεται προσφυώς από τη συγγραφέα η καθοριστική συμβολή του ενωσιακού δικαίου στη διαμόρφωση του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων και των θεμελιωδών αρχών του, τόσο διά του δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και διά της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της. Ως κριτική αποτύπωση του θετού δικαίου, το πρώτο μέρος του πονήματος της κυρίας Σκαρτσούνη συνιστά αναγκαίο στοιχείο της ερευνητικής μελέτης. Κι αυτό γιατί επιτρέπει, εξ αντιδιαστολής, να γίνει αντιληπτό το εύρος των νεωτερισμών που σηματοδοτούν οι νέες διαδικασίες ανάθεσης αλλά και η δογματική επανοριοθέτηση που αυτές επιφέρουν, σε επίπεδο θεμελιωδών αρχών και γενικής θεωρίας των δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.
Στο δεύτερο μέρος της διατριβής, η συγγραφέας διεξέρχεται τις λεγόμενες σύγχρονες μορφές ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων. Πρόκειται για τις πέντε διαδικασίες ανάθεσης οι οποίες είτε αναδείχθηκαν είτε ενισχύθηκαν από τις ενωσιακές Οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων του 2014, ήτοι ο ανταγωνιστικός διάλογος, η ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση, η σύμπραξη καινοτομίας, η συμφωνία πλαίσιο και τα δυναμικά συστήματα αγορών. Οι σύγχρονες και συχνά ρηξικέλευθες αυτές διαδικασίες ανάθεσης μελετώνται διεξοδικά από τη συγγραφέα εξ επόψεως θεωρίας καθώς και σε επίπεδο νομολογιακής εφαρμογής. Η κυρία Σκαρτσούνη προβαίνει σε βάθος διερεύνηση εις εκάστης εκ των νέων διαδικασιών όχι μόνο σε δογματικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο πρακτικής εφαρμογής, αξιοποιώντας και την εμπειρική της γνώση των τελευταίων ετών ως μέλος της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής των Δημοσίων Συμβάσεων. Η συγγραφέας επιχειρεί ευδοκίμως να αναδείξει τα πλεονεκτήματα και τις όποιες αδυναμίες των καινοτόμων αυτών εργαλείων του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, διά της αυτοτελούς αξιολόγησής τους· προβαίνει επίσης, όπου δη, σε συγκριτική μεταξύ των ανάλυση και σε τεκμηρίωση των ειδοποιών τους διαφορών. Οι ευφάνταστοι τίτλοι των κεφαλαίων του δεύτερου μέρους ζωογονούν την ανάγνωση και διευκολύνουν την κατανόηση των νεωτερισμών που εισάγουν οι σύγχρονες μορφές ανάθεσης. Αξιοσημείωτη είναι η ανάλυση της συμφωνίας-πλαίσιο που συνιστά μια διαδικασία υψηλού ενδιαφέροντος η χρήση της οποίας βαίνει αυξανόμενη. Έτι περαιτέρω ευπρόσδεκτη είναι η μελέτη από τη συγγραφέα του εργαλείου των δυναμικών συστημάτων αγορών για τα οποία η εγχώρια βιβλιογραφία παραμένει μέχρι σήμερα εξαιρετικά ισχνή. Η κριτική ανάλυση των σύγχρονων μορφών των δημοσίων συμβάσεων στο δεύτερο μέρος της μελέτης προειδοποιεί άλλωστε την εποπτική προσέγγιση του πεδίου των δημοσίων συμβάσεων που έπεται.
Το τρίτο μέρος της μελέτης πραγματεύεται τις νέες στοχεύσεις του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων όπως αυτές αναφύονται και προδιαγράφονται, υπό το φως των ανωτέρω. Συγκεκριμένα, αρχικώς εξετάζονται οι νέες δικαιοπολιτικές επιδιώξεις των Οδηγιών του 2014 και η νέα εθνική στρατηγική των δημοσίων συμβάσεων στη μετά-Covid εποχή, με την συγγραφέα να εντοπίζει και να υπογραμμίζει την κανονιστική έμφαση που δίδεται στις έννοιες της αποδοτικότητας και της ευελιξίας. Στη συνέχεια, ερευνάται ενδελεχώς και με επιστημονική ικμάδα πώς συνέχονται οι νέες στοχεύσεις του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων με τις θεμελιώδεις αρχές αυτού. Εξετάζεται η δύσκολη συνύπαρξη στις σύγχρονες μορφές ανάθεσης μεταξύ της αρχής της διαφάνειας και της αρχής της αποτελεσματικότητας και επιχειρείται ανά περίπτωση μια αποτίμηση του βαθμού συναρμογής των νέων στοχεύσεων με τις καθιερωμένες αρχές. Η σχετική νομολογία του ΔΕΕ εκτίθεται με ενάργεια από την κυρία Σκαρτσούνη, η οποία και προβαίνει σε κριτική συνεπισκόπησή της. Έτσι προβάλλεται, μεταξύ άλλων, το επιχείρημα ότι το ΔΕΕ, με τη σχετική νομολογία του, επιχειρεί μια άσκηση συγκερασμού δύο κατ’ αρχήν αντίρροπων τάσεων: της τάσης για ασφάλεια δικαίου που εκφράζεται διά των κλασσικών αρχών της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, και της νεοπαγούς τάσης που προτάσσει την αποτελεσματικότητα και την ευελιξία ως σύγχρονες προτεραιότητες του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.
Η μελέτη ολοκληρώνεται με τη θαρραλέα αποτύπωση ενός περιγράμματος για το μέλλον των δημοσίων συμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται πειστικά ότι η διαπραγμάτευση τείνει να καταστεί κομβικό εργαλείο των δημοσίων συμβάσεων. Περαιτέρω, υποστηρίζεται η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θέση ότι το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων επανοριοθετείται σε μια βάση όπου υποχωρούν τα στοιχεία αναγκαστικού δικαίου και τυπικότητας προς όφελος της ευελιξίας και της συνδιαμόρφωσης του περιεχομένου των δημοσίων συμβάσεων από τους συντελεστές τους. Με τα λόγια της ίδιας της συγγραφέως: «Εν προκειμένω, το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, ακριβώς μέσω της ενδυνάμωσης της διαπραγμάτευσης και του διαλόγου - αποκτώντας δηλαδή χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν περισσότερο στο ιδιωτικό παρά στο δημόσιο δίκαιο - εντάσσεται στην εξέλιξη που προσφυώς χαρακτηρίζεται ως contractualisation de l’action publique από τη γαλλική θεωρία και ως government by contract από την αγγλική και αμερικανική αντίστοιχα. Πράγματι, η διαπραγμάτευση και ο διάλογος προσιδιάζουν στη θεμελιώδη λογική του ιδιωτικού δικαίου και της εκδήλωσης της αυτονομίας της βουλήσεως, δηλαδή στην προσπάθεια εξασφάλισης της σύμπτωσης της βούλησης μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, μέσω της επικοινωνίας, του διαλόγου και κατά κυριολεξία της διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, στην ίδια λογική φαίνεται να συντείνει και η σταδιακή εστίαση σε ποιοτικά στοιχεία κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, τόσο σε ό,τι αφορά στα κριτήρια ποιοτικής επιλογής, όσο και σε ό,τι αφορά στα κριτήρια ανάθεσης που κατά περίπτωση υιοθετούνται. Κατ’ αποτέλεσμα, με την εισαγωγή των ως άνω στοιχείων, το περιεχόμενο της διαδικασίας ανάθεσης της δημόσιας σύμβασης υπερβαίνει εννοιολογικά όρια του παρελθόντος και διευρύνεται στον πυρήνα του. Υπό το πρίσμα αυτό, η νέα, περισσότερο «συζητητική» και λιγότερο ιεραρχική, δομή του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων μοιάζει να αποτελεί μια επανοριοθέτηση του πεδίου». Με αφορμή τη διαπίστωση αυτή, η συγγραφέας δεν διστάζει επιπλέον να αναγάγει τη συζήτηση σε επίπεδο γενικής θεωρίας εγείροντας απολύτως επίκαιρα ζητήματα όπως αυτό του επαναπροσδιορισμού της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος και της λειτουργικής του εμβέλειας, καθώς και της μεταβλητότητας των ορίων μεταξύ δημοσίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου· συνελόντι ειπείν, εγείρονται και εξετάζονται από τη συγγραφέα, συμπερασματικά και συνεκτικά, ορισμένες από τις δογματικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το διοικητικό δίκαιο στο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας. Τα καταληκτικά συμπεράσματα της μελέτης κεντρίζουν το επιστημονικό ενδιαφέρον και προκύπτουν ομαλώς ως λογική συνέπεια των αναπτύξεων των προηγούμενων μερών, υποδηλώνοντας την άρτια δομή και τεκμηρίωση της υπό κρίση ερευνητικής προσπάθειας και την πολύτιμη συμβολή της στην προαγωγή της κατανόησης του δυναμικού και συνεχώς εξελισσόμενου πεδίου των δημοσίων συμβάσεων.The subject matter of the PhD thesis is the relationship between the modern procedures of public procurement and the new objectives of the law of public procurement.
In the first part of the dissertation, the author provides an introductory assessment of the traditional procurement procedures as they stand today. In addition, the author analyses the relation between such “classical” procurement procedures and the fundamental principles of the law of public procurement.
In the second part of the dissertation, the author reviews the so-called “modern” public procurement procedures, namely competitive dialogue, the competitive procedure with negotiation, the innovation partnership, the frame agreement and the dynamic purchasing system. These procedures have either resulted from or have been promoted by the 2014 EU Directives on public procurement. The said procedures are thoroughly examined from a theoretical and comparative perspective and also in light of the relevant case law, both European and domestic.
The third part of the dissertation focuses on the new objectives of the law of public procurement with an emphasis on their implications for the fundamental principles of the law of public procurement. Efficiency, effectiveness, value, professionalization and flexibility in public procurement are the most salient features of the new legal landscape of public procurement which are extensively examined in this dissertation
The impact of Peter's principle on the Greek Public Administration and the necessity to focus on human recource development
Για κάθε οργανισμό, δημόσιο ή ιδιωτικό, ο τρόπος διεξαγωγής των προαγωγών, είναι καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία του. Η Αρχή του Peter, έχει ως κεντρική ιδέα ότι σε μία ιεραρχία, οι υπάλληλοι προάγονται έως ότου φτάσουν στο επίπεδο «ανικανότητάς» τους. Κατά την Αρχή, αυτό συμβαίνει διότι οι εργοδότες συχνά προάγουν τους υπαλλήλους, βάσει της καλής απόδοσης στα τρέχοντα εργασιακά καθήκοντα, χωρίς να υπολογίζεται
επαρκώς σε ποιο βαθμό ο προαχθείς υπάλληλος δύναται να αντεπεξέλθει στα νέα του καθήκοντα. Η παρούσα εργασία, εξετάζει την Αρχή του Peter στο πλαίσιο της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης, η οποία χαρακτηρίζεται από σημαντικές παθογένειες που δυσχεραίνουν την παραγωγικότητά της. Επιπλέον, διερευνάται η σημασία της Ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού, συσχετιζόμενη με την επίδραση της Αρχής στο δημόσιο τομέα, ως διοικητικό εργαλείο αντιμετώπισής της. Εξετάζεται επίσης η συμβολή διοικητικών εργαλείων, όπως η ηγεσία και η αξιολόγηση, στην ανάπτυξη και βελτίωση της απόδοσης των ανθρώπινων πόρων. Στόχος της εργασίας, είναι η θεωρητική προσέγγιση, και η αποτύπωση των απόψεων των ίδιων των υπαλλήλων, επί των παραπάνω θεμάτων, βάσει της εργασιακής εμπειρίας τους. Στο πλαίσιο αυτό, διενεργήθηκε ποσοτική έρευνα, μέσω διαμοίρασης ερωτηματολογίων σε δημοσίους υπαλλήλους, από όλη την ελληνική επικράτεια. Από τα δεδομένα που προκύπτουν, ξεχωρίζει ενδεικτικά, η θετική αντίληψη των υπαλλήλων, ως προς τη σημασία της Ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού, ως σημαντικού παράγοντα επιτυχίας για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία.For every organization, public or private, the way the promotions are carried out, is a decisive factor for its success. Peter’s Principle is centered on the notion that in a hierarchy, the employees are promoted until they reach their level of ‘incompetence’. According to this Principle, this occurs because employers often promote the employees, based on their good performance in their current duties, without adequately considering to what extent the promoted employee is able to cope with their new tasks. This thesis examines Peter's Principle within the context of the Greek Public Administration, which is characterized by significant pathologies that hinder its productivity. Additionally, it explores the importance of Human Resource Development, in relation to the Principle’s impact on the public sector, as an administrative tool for addressing its effects. Administrative instruments, such as leadership and performance evaluation, and their contribution to the development and improvement of human resource performance, are also examined. The aim of this study is to provide a theoretical approach, and to capture the employees’ opinions on the above issues, based on their personal work experience. In this context, a quantitative survey was conducted, through the distribution of questionnaires to civil servants, across Greece. Indicatively, the resulting data highlight employees’ positive perception of human resource Development, as an important factor contributing to their professional advancement.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Διοικητική Επιστήμη και Δημόσιο Μάνατζμεν