Panteion University

Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Not a member yet
    23027 research outputs found

    Αντί Τεύχος 518 (2 Απριλίου 1993)

    No full text
    Η βιβλιοθήκη διαθέτει αντίτυπο σε έντυπη μορφ

    Η υγιεινή κατοικία

    No full text

    The effects of lifestyle and emotional intelligence in the decision making proces: the case of investors

    No full text
    Η μελέτη εξετάζει σε αν και σε ποιο βαθμό η συναισθηματική νοημοσύνη (ΣΝ) και ο τρόπος ζωής επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης επενδυτικών αποφάσεων. Για την εξέταση της υπόθεσης διεξήχθη πρωτογενής έρευνα σε 53 επενδυτές διεθνώς, με το WLEIS για τη μέτρηση της ΣΝ και συμπληρωματικούς δείκτες για ποιότητα ύπνου, αντίληψη ρίσκου και διαχείριση συναισθημάτων. Τα δεδομένα των ερωτηματολογίων, τα οποία αναλύθηκαν με περιγραφική στατιστική, γραμμικά μοντέλα παλινδρόμησης και ελέγχους υπόθεσης, έδειξαν ότι οι επενδυτές με υψηλότερη ΣΝ αντιλαμβάνονται το ρίσκο ορθότερα και διαχειρίζονται τα συναισθήματα τους πιο αποτελεσματικά και βελτιώνουν τις πιθανότητες κερδοφορίας. Όσον αφορά τον τρόπο ζωής, τα αποτελέσματα δείχνουν πως η ποιότητα ύπνου συμβάλλει στην βελτίωση της διαχείρισης συναισθημάτων, όχι όμως ανάλογα και στην ορθότερη αντίληψη ρίσκου. Συνολικά, η ΣΝ και ο τρόπος ζωής αναδεικνύονται ως σημαντικοί παράγοντες της επενδυτικής συμπεριφοράς και επίδοσης των επενδυτικών αποφάσεων.The study examines whether and to what extent emotional intelligence (EI) and lifestyle influence the investment decision-making process. To test this, a primary survey was conducted with 53 investors worldwide, using the WLEIS to measure EI and supplementary indicators for sleep quality, risk perception, and emotion regulation. The questionnaire data, analyzed with descriptive statistics, linear regression models, and hypothesis tests, showed that investors with higher EI perceive risk more accurately, manage their emotions more effectively, and improve their chances of profitability. Regarding lifestyle, the results indicate that sleep quality contributes to better emotion regulation, though not correspondingly to more accurate risk perception. Overall, EI and lifestyle emerge as important determinants of investment behavior and the performance of investment decisions.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Εφηρμοσμένων Οικονομικών και Διοίκηση

    Public funding bodies - mechanisms and challenges of Greek Cinema

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον τρόπο, με τον οποίο διαμορφώνεται η σύγχρονη κινηματογραφική πραγματικότητα στην Ελλάδα, με επίκεντρο τους δημόσιους φορείς χρηματοδότησης. Καταγράφεται η διαχρονική πορεία και ο μετασχηματισμός της κρατικής πολιτικής απέναντι στην κινηματογραφική παραγωγή, από τα πρώτα χρόνια του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ) μέχρι τη σύσταση του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας – Creative Greece (ΕΚΚΟΜΕΔ). Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα τόσο η ανεξάρτητη ελληνική κινηματογραφική παραγωγή σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, όσο και η διανομή, ως καθοριστικός παράγοντας επιβίωσης του ελληνικού κινηματογράφου. Η απουσία στρατηγικής προώθησης της ελληνικής ταινίας στην κινηματογραφική αίθουσα δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στη βιωσιμότητα των ανεξάρτητων παραγωγών. Παράλληλα, στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, εξετάζονται σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το “cash rebate”, και πώς αυτά αλλάζουν τα δεδομένα στην οπτικοακουστική παραγωγή. Η μελέτη δομείται σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο˙ παρουσιάζει, αφενός, το νομοθετικό και ιστορικό υπόβαθρο και αφετέρου εστιάζει σε συγκεκριμένες εμπειρίες επαγγελματιών του χώρου, μέσα από συνεντεύξεις, στατιστικά δεδομένα και ανάλυση της σημερινής παραγωγικής δραστηριότητας. Στόχος της εργασίας είναι, μέσα από μία εμπεριστατωμένη και κριτική θεώρηση, να αναδείξει το πώς η κρατική πολιτική, οι δημόσιοι φορείς χρηματοδότησης και οι εταιρίες παραγωγής και διανομής ταινιών μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της σύγχρονης ελληνικής κινηματογραφίας. Τέλος, προσδοκά να συμβάλει στη διαμόρφωση νέων προτάσεων, που μπορούν να ενισχύσουν την προσπάθεια ανάπτυξης ενός βιώσιμου και εξωστρεφούς ελληνικού κινηματογράφου.This thesis examines the current state of film production in Greece, with a focus on public funding bodies. It records the evolution and transformation of state policy toward film production, from the early years of the Greek Film Centre (GFC) to the recent establishment of the Hellenic Film and Audiovisual Center - Creative Greece. Emphasis is placed on the challenges faced by contemporary independent Greek film production within an ever-changing environment, as well as the critical role of distribution in the survival of Greek cinema. The lack of a strategic plan to secure theatrical distribution for Greek films creates significant obstacles to the sustainability of independent productions. The study examines modern funding tools, such as the “cash rebate”, and how they are reshaping the audiovisual production. The structure of the research is both theoretical and practical; it presents the legal and historical framework, while also focusing on real-world experiences of professionals through interviews, statistical data, and an analysis of current production activity. The main objective is to highlight, through an in-depth and critical perspective, how public policy, national funding bodies, as well as production and distribution companies can address the needs of contemporary Greek cinema. Finally, this thesis aspires to contribute to the formulation of new proposals that could support the development of a sustainable and outward-looking Greek film industry.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Πολιτιστική Διαχείρισ

    Δείκτες για την οικονομική ανάπτυξη των Βαλκανίων

    No full text

    Organized and corporate crime: their relation with the crimes against the natural and the cultural environment

    No full text
    Τα περιβαλλοντικά εγκλήματα συνιστούν ένα αναδυόμενο και ταχέως εξελισσόμενο πεδίο μελέτης στο πλαίσιο της σύγχρονης εγκληματολογίας, το οποίο αναδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ της περιβαλλοντικής βλάβης και της κοινωνικής αδικίας. Πρόκειται για πράξεις ή παραλείψεις που παραβιάζουν τη νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος και επιφέρουν σοβαρές ή μη αναστρέψιμες βλάβες στο φυσικό οικοσύστημα, στην ανθρώπινη υγεία και στην κοινωνική συνοχή. Ενώ παραδοσιακά η εγκληματολογική έρευνα επικεντρωνόταν κυρίως στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της ζωής, τις τελευταίες δεκαετίες έχει δοθεί έμφαση σε μορφές «λευκού κολάρου» εγκληματικότητας και εγκλημάτων ισχύος, στις οποίες εντάσσονται και τα περιβαλλοντικά εγκλήματα. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η μελέτη των περιβαλλοντικών εγκλημάτων που διαπράττονται από εταιρικούς φορείς και οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις — συχνά πολυεθνικού χαρακτήρα — διαθέτουν την τεχνική και νομική ικανότητα να επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση του κέρδους μέσω πρακτικών που είτε παραβιάζουν απροκάλυπτα τη νομοθεσία είτε εκμεταλλεύονται ρυθμιστικά κενά και την αδυναμία των κρατικών ελεγκτικών μηχανισμών. Οι πρακτικές αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως μορφές «εταιρικής εγκληματικότητας» (“corporate crime”), που εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της «πράσινης εγκληματολογίας» (“green criminology”), ενός θεωρητικού ρεύματος που μελετά την εγκληματικότητα σε σχέση με τη βλάβη στο περιβάλλον και τους μη ανθρώπινους οργανισμούς. Η εγκληματολογική προσέγγιση των περιβαλλοντικών εγκλημάτων εξετάζει όχι μόνο τη νομική τους διάσταση, αλλά και τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δομές που επιτρέπουν την εμφάνισή τους, συχνά με τη σιωπηρή συναίνεση των αρχών ή μέσω της ατιμωρησίας των υπευθύνων. Η εννοιολόγηση της «βλάβης» (“harm”) ως θεμελιώδους εγκληματολογικής κατηγορίας, ανεξάρτητα από την αυστηρή νομική τυποποίηση, είναι καίρια για την κατανόηση του πραγματικού μεγέθους του προβλήματος. Η παρούσα εργασία επιδιώκει να αναδείξει την πολυπλοκότητα των περιβαλλοντικών εγκλημάτων στο σύγχρονο καπιταλιστικό πλαίσιο, με έμφαση στην εγκληματολογική ανάγνωση της εταιρικής περιβαλλοντικής παραβατικότητας. Μέσω της ανάλυσης χαρακτηριστικών περιπτώσεων, της διερεύνησης θεσμικών ανεπαρκειών και της εξέτασης της στάσης του ποινικού συστήματος έναντι των περιβαλλοντικών εγκλημάτων, επιχειρείται η ανάδειξη της ανάγκης για μια πιο ολιστική, διατομεακή και κριτική προσέγγιση της περιβαλλοντικής εγκληματικότητας.Environmental crimes constitute an emerging and rapidly evolving field of study within contemporary criminology, highlighting the connection between environmental harm and social injustice. These are acts or omissions that violate environmental protection laws and cause serious or irreversible damage to natural ecosystems, human health, and social cohesion. While traditional criminological research has primarily focused on crimes against property and life, in recent decades there has been an increased emphasis on forms of “white-collar” crime and crimes of power, within which environmental crimes are also included. Particular importance is given to the study of environmental crimes committed by corporate entities and organized economic interests. Large enterprises —often multinational in nature — possess the technical and legal capacity to pursue profit maximization through practices that either blatantly violate legislation or exploit regulatory gaps and the weaknesses of state regulatory mechanisms. These practices can be characterized as forms of corporate crime, situated within the broader framework of green criminology, a theoretical approach that examines criminality in relation to harm to the environment and non-human organisms. The criminological approach to environmental crimes examines not only their legal dimension but also the social, political, and economic structures that enable their occurrence, often with the tacit consent of authorities or through the impunity of those responsible. The conceptualization of “harm” as a fundamental criminological category, independent of strict legal codification, is crucial for understanding the true scale of the problem. The present study aims to highlight the complexity of environmental crimes within the modern capitalist framework, with an emphasis on the criminological reading of corporate environmental offenses. Through the analysis of characteristic cases, the investigation of institutional deficiencies, and the examination of the criminal justice system’s stance toward environmental crimes, it seeks to demonstrate the need for a more holistic, interdisciplinary, and critical approach to environmental criminality.ΠΜΣ Εγληματολογί

    The safeguarding and promotion of intangible cultural heritage through Greek fiction films and ethnographic documentaries

    No full text
    Η ερευνητική εργασία με τίτλο «Το εθνογραφικό ντοκιμαντέρ ως εργαλείο διαφύλαξης και ανάδειξης της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς» εξετάζει τον ρόλο του κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ και ειδικότερα του εθνογραφικού στη διατήρηση και την προβολή της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (ΑΠΚ). Η ΑΠΚ δεν περιορίζεται σε υλικά τεκμήρια αλλά ενσωματώνει έθιμα, τελετουργίες, γνώσεις και κοινωνικές πρακτικές, ενώ πλέον μπορεί να αποτυπωθεί μέσω σύγχρονων οπτικοακουστικών μέσων, αποκτώντας μία μορφή ψηφιακής υλικότητας. Στόχος της εργασίας είναι η διερεύνηση των πρακτικών καταγραφής και των εκφραστικών μέσων (ύφος, εικόνα, αφήγηση, ήχος) που υιοθετούν οι δημιουργοί, με σκοπό την τεκμηρίωση, την επαναναπαράσταση και την ανάδειξη της πολιτιστικής ποικιλομορφίας. Παράλληλα, εξετάζεται ποιος είναι ο ρόλος της κοινότητας στη διαδικασία καταγραφής και ποιοι εμπλέκονται ή διαμεσολαβούν κατά την παραγωγή ενός αντιπροσωπευτικού κινηματογραφικού έργου το οποίο θα μπορούσε να συνοδεύσει την υποψηφιότητα ενός στοιχείου προς εγγραφή στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της UNESCO.Η μεθοδολογία βασίστηκε σε βιβλιογραφική ανασκόπηση για την αποσαφήνιση εννοιών όπως «εθνικό ευρετήριο», «αντιπροσωπευτικός κατάλογος», «ψηφιακός επαναπατρισμός» και «διαφύλαξη», καθώς και για την προσέγγιση του ευρύ όρου εθνογραφικό ντοκιμαντέρ. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν ημιδομημένες συνεντεύξεις με τον δημιουργό Σίλα Μιχάλακα και τον ιδρυτή του Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας (Ethnofest) Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη, προκειμένου να αντληθούν ποιοτικά δεδομένα για τα όρια και τις δυνατότητες του μέσου στην επιτόπια παρατήρηση και καταγραφή. Μέσα από την ανάλυση δύο μελετών περίπτωσης, «Ο Χορός των Τράγων» του Παντελή Βούλγαρη και το ντοκιμαντέρ «Ο Εορτασμός του Δεκαπενταύγουστου στα Ορεινά Χωριά Βλάστη & Συρράκο» του Σίλα Μιχάλακα, αναδεικνύεται ο διττός ρόλος του εθνογραφικού ντοκιμαντέρ: αφενός ως μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης και αφετέρου ως εργαλείο μετάδοσης πολιτιστικών πρακτικών, ενίσχυσης της πολιτιστικής μνήμης και ανανέωσης της παράδοσης. Όταν η καταγραφή πραγματοποιείται σε συνεργασία με την κοινότητα, διασφαλίζεται ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, προάγεται η πολιτισμική βιωσιμότητα και ενισχύεται η συμβολή του μέσου στην αειφόρο ανάπτυξη.The research paper titled "The Ethnographic Documentary as a Tool for the Safeguarding and Promotion of Intangible Cultural Heritage" explores the role of film documentary— particularly the ethnographic genre—in the preservation and dissemination of Intangible Cultural Heritage (ICH). ICH extends beyond material artifacts to include customs, rituals, knowledge, and social practices, and can now be captured through modern audiovisual media, acquiring a form of digital materiality. The study aims to investigate the documentation practices and expressive means (style, image, narration, sound) employed by creators to record, re-enact, and highlight cultural diversity. It also examines the role of the community in the documentation process and identifies the actors and intermediaries involved in producing a representative cinematic work that could accompany the nomination of an element for inscription on UNESCO’s Representative List. The methodology is based on a literature review to clarify concepts such as "national inventory," "representative list," "digital repatriation," and "safeguarding," as well as to approach the broad term "ethnographic documentary." Additionally, semi-structured interviews were conducted with filmmaker Silas Michalakas and the founder of the Ethnofest, Konstantinos Aivaliotis, in order to gather qualitative data regarding the limitations and possibilities of the medium in field observation and documentation. Through the analysis of two case studies—Pantelis Voulgaris’ The Dance of the Goats and Silas Michalaka’s documentary August 15 Αt The Mountain Villages of Vlasti (Kozani) & Syrrako (Ioannina)—the dual role of the ethnographic documentary is highlighted: both as a medium of artistic expression and as a tool for transmitting cultural practices, enhancing cultural memory, and renewing tradition. When documentation is carried out in collaboration with the community, it ensures respect for human rights, promotes cultural sustainability, and strengthens the medium's contribution to sustainable development.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Πολιτιστική Διαχείρισ

    Analyzing municipal communication and participation strategies in the digital age: the cases of municipalities in Attica

    No full text
    Το σύγχρονο τοπίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένο από τις πρακτικές και τις στρατηγικές της πολιτικής επικοινωνίας. Σε μια εποχή κοινωνικών πιέσεων, αυξημένων προσδοκιών, ψηφιακών μεταβολών και θεσμικών δυσκολιών, η ικανότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) να επικοινωνούν με σαφήνεια και συνέπεια με τους πολίτες αποκτά καθοριστική σημασία. Όχι μόνο για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, αλλά και για την ίδια τη νομιμοποίησή τους στο δημοκρατικό πλαίσιο. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να αποτυπώσει και να εξετάσει κριτικά τον τρόπο με τον οποίο οι Δήμοι στην Ελλάδα, και ειδικότερα στην Αττική, αντιλαμβάνονται και εφαρμόζουν στρατηγικές επικοινωνίας. Παράλληλα, διερευνάται σε ποιον βαθμό αυτές οι πρακτικές συμβάλλουν στην ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών, της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας της διοίκησης. Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα αφορούν το αν η επικοινωνία στους Δήμους λειτουργεί με στρατηγικό σχεδιασμό ή ως αντανακλαστική λειτουργία, καθώς και το ποιες πρακτικές μπορούν να αποτελέσουν πρότυπα για έναν πιο συστηματικό και αξιόπιστο τρόπο επικοινωνίας. Η εργασία βασίζεται σε μεθοδολογική αξιοποίηση ποιοτικών συνεντεύξεων με αιρετούς και διοικητικά στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η προσέγγιση που υιοθετείται αντλεί από το ερμηνευτικό παράδειγμα, με εννοιολογικά εργαλεία βασισμένα στην θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας (Ψύλλα, McNair, Norris, Gerstlé κ.α.), αλλά και από πρακτικές που αφορούν τη δημόσια διοίκηση. Η δομή της εργασίας κινείται από το γενικό, δηλαδή την ανάλυση του θεωρητικού και θεσμικού πλαισίου, στο πιο ειδικό με τη διατύπωση τεσσάρων κεντρικών ερευνητικών ερωτημάτων που κατευθύνουν την ανάλυση. 1) Τι είδους στρατηγικές επικοινωνίας υιοθετούνται, 2) Πώς αξιοποιούνται τα ψηφιακά εργαλεία, 3) Ποιες βέλτιστες πρακτικές αναδεικνύονται στον τομέα της συμμετοχής και της διαφάνειας, 4) Ποια είναι τα βασικά εμπόδια και οι προοπτικές βελτίωσης. Αν κάτι αξίζει να αποτελέσει αφετηρία για μελλοντική έρευνα, είναι η ανάγκη να θεσμοθετηθούν με σαφή τρόπο οι επικοινωνιακές πρακτικές των Ο.Τ.Α., καθώς και να διαμορφωθεί μια ενιαία, εθνική στρατηγική για την πολιτική επικοινωνία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Μια τέτοια κατεύθυνση θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά την κοινωνική εμπιστοσύνη και να εδραιώσει μια πιο σταθερή κουλτούρα διοικητικής λογοδοσίας.Contemporary local governance cannot be conceived independently from the practices and strategies of political communication. In a period marked by social pressures, rising public expectations, digital transformation, and institutional challenges, the ability of Local Government Organizations to communicate clearly and consistently with citizens becomes crucial. Νot only for ensuring transparency and accountability, but also for maintaining their democratic legitimacy. The aim of this study is to capture and critically examine how Greek municipalities and particularly in the region of Attica, understand and apply communication strategies and how far these practices contribute on strengthening of public participation, transparency, and administrative efficiency. The main research question focuses on whether political communication in local government is an organized strategy or only just a reactive activity, and what best practices can be seen as examples. The methodology of the study is based on qualitative interviews with elected officials and administrative staff of local government. The adopted approach comes on the interpretive model, using conceptual tools from contemporary political communication theory (Psilla, McNair, Norris, Gerstlé etc.) as well as from the field of public policy. The structure of the thesis moves from general to specific: from an analysis of the theoretical and institutional background to the exploration of four research questions that organize the core findings: 1) the types of communication strategies adopted, 2) the use of digital tools, 3) the identification of best practices in participation and transparency, and 4) the main obstacles and areas for improvement. If anything from this study is of particular interest for further research, it is the need for institutional recognition of local government communication strategies, as well as the prospect of developing a national strategy for political communication in the local governance sector aimed to strengthen social trust and administrative accountability.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ

    0

    full texts

    23,027

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇