Panteion University

Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Not a member yet
    23027 research outputs found

    Learning from documenta 14: The transmission of informal know-how in central European artistic production across the public sector, the private sector, and the commons in Athens

    No full text
    Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση της documenta 14 στην Αθήνα (2017) εστιάζοντας στη διαμόρφωση και διακίνηση του άτυπου εργασιακού know-how που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης. Αντικείμενο της μελέτης είναι οι επαγγελματίες που εργάστηκαν στην έκθεση και οι τρόποι με τους οποίους η μη-τυπική γνώση που απέκτησαν ενσωματώθηκε στις μετέπειτα επαγγελματικές τους διαδρομές, τόσο στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα όσο και στην ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή της Αθήνας. Η εργασία επιχειρεί να κατανοήσει κατά πόσο η documenta 14 λειτούργησε ως πεδίο μετάδοσης επαγγελματικής κουλτούρας, δεξιοτήτων και γνώσης. Η βιβλιογραφική επισκόπηση περιλαμβάνει θεωρητικά εργαλεία γύρω από τους κόσμους της τέχνης, την άτυπη γνώση, την άυλη εργασία, τις εργασιακές υποκειμενικότητες. Επίσης, εστιάζει σε αναλύσεις της ίδιας της documenta 14 από επιμελητική και θεσμική σκοπιά. Η μεθοδολογία βασίστηκε στη μελέτη του επίσημα δημοσιευμένου από την documenta υλικού και σε ημι-δομημένες συνεντεύξεις με επαγγελματίες που εργάστηκαν στη διοργάνωση. Σκοπός ήταν να καταγραφούν οι πρακτικές που υιοθετήθηκαν, τα πρότυπα επαγγελματικής συμπεριφοράς που αναδύθηκαν και ο τρόπος με τον οποίο αυτά μεταφέρθηκαν και λειτούργησαν σε νέα πλαίσια. Από τα εμπειρικά δεδομένα προκύπτει ότι το άτυπο know-how της documenta 14 διαμορφώθηκε μέσα από αντιφατικές συνθήκες: υψηλό συμβολικό κεφάλαιο, διεθνές δίκτυο και επαγγελματική κινητικότητα, αλλά και εμπειρίες επισφάλειας, αδιαφάνειας και εξάντλησης. Το know-how αυτό λειτούργησε σε πολλαπλά επίπεδα –τεχνικό, οργανωτικό, επιτελεστικό– και μεταφέρθηκε δυναμικά τόσο στις ανεξάρτητες πρωτοβουλίες όσο και σε μεταθεσμικά περιβάλλοντα. Ωστόσο, η μετάδοση της γνώσης αυτής δεν υπήρξε ουδέτερη: κουβαλούσε τις εντάσεις της θεσμικής κουλτούρας από την οποία προήλθε. Η εργασία καταλήγει ότι η documenta 14 άφησε πίσω της μια άυλη κληρονομιά, που λειτούργησε συσσωρευτικά και σε συνάρτηση με την εγχώρια σκηνή και τις δυναμικές της. Ο εντοπισμός και η μελέτη αυτής της γνώσης προσφέρουν ένα εργαλείο κατανόησης της εικαστικής σκηνής και αξιοποίησης του ως ένα δυναμικό πεδίο που μπορεί να φέρει καθοριστούς μετασχηματισμούς.This thesis investigates the case of documenta 14 in Athens (2017), focusing on the formation and circulation of tacit professional knowledge developed during the implementation of the exhibition. The study examines the experiences of professionals who worked on the project and explores how the non-explicit, embodied knowledge they acquired was later integrated into their professional paths across the public sector, the private cultural field, and the independent art scene in Athens. The research seeks to understand to what extent documenta 14 functioned as a site for the transmission of professional culture, skills, and ways of working. The literature review draws on theoretical frameworks concerning art worlds, tacit knowledge, immaterial labor, and cultural subjectivities. It also engages with curatorial and institutional analyses of documenta 14. The methodology combines an analysis of officially published materials by the documenta organization with semi-structured interviews with professionals who were employed during the Athens edition. The aim was to trace the practices that were adopted, the professional behaviors that emerged, and how these transferred and adapted to new contexts. Findings suggest that the tacit know-how produced through documenta 14 was shaped under contradictory conditions: high symbolic capital, access to international networks, and professional mobility coexisted with experiences of precarity, opacity, and exhaustion. This knowledge operated across multiple levels — technical, organizational, and performative — and was actively transmitted to both independent initiatives and para-institutional contexts. Yet, its transmission was not neutral, as it carried embedded tensions stemming from the institutional culture that generated it. The study concludes that documenta 14 left behind an immaterial legacy that continues to interact with the dynamics of the local art scene. Mapping and analyzing this tacit knowledge offers a critical tool for understanding contemporary cultural work as a field of learning, negotiation, and transformation.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Πολιτιστική Διαχείρισ

    Τηλεπικοινωνίαι με τεχνητούς δορυφόρους

    No full text

    International ethics and war: a history

    No full text

    Οικονομικές πλευρές του άξονα Παρισιού-Μπόν

    No full text

    Women with refugee/migrant backgrounds: a path to self-empowerment

    No full text
    Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δι-ιδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Κοινωνικά Δικαιώματα και Συνηγορία στις Κοινωνικές Υπηρεσίες", 2025Βιβλιογραφία: σ. 99-116Σε παγκόσμια κλίμακα, ο αριθμός των γυναικών προσφύγων/μεταναστριών είναι διαρκώς αυξανόμενος και ως εκ τούτου, η ανάλυση των κοινωνικών πλαισίων, με έμφαση στο φύλο, είναι απαραίτητη για μια πληρέστερη κατανόηση του φαινομένου της μετανάστευσης. Παρόλο όμως που το φύλο παίζει καθοριστικό ρόλο σε κάθε πτυχή της μετανάστευσης, οι δημόσιες μεταναστευτικές πολιτικές δεν λαμβάνουν υπόψη τον παράγοντα αυτό. Με αυτό το σκεπτικό, η παρούσα εργασία εστιάζει στη «θηλυκοποίηση» της μετανάστευσης και του προσφυγικού ζητήματος, αναγνωρίζοντας τη σημαντική και διαρκώς αυξανόμενη παρουσία των γυναικών στο φαινόμενο αυτό διεθνώς και στις ιδιαίτερες ενταξιακές συνθήκες που τις αφορούν. Ειδικότερα, διερευνάται η διαδικασία της μετανάστευσης, εξετάζοντας τις διαφοροποιήσεις των εμπειριών με βάση το φύλο, και λαμβάνοντας υπόψη κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Επιπλέον, αναλύονται οι τύποι της γυναικείας μετανάστευσης, οι σχετικές με αυτήν πολιτικές εστιάζοντας και διερευνώντας τα εμπόδια που συναντούν οι μετανάστριες στους βασικούς τομείς ένταξης αξιοποιώντας τη διαθεματικότητα ως φακό για την καλύτερη κατανόησή τους. Η παρούσα έρευνα αξιοποιεί βιβλιογραφία και συνεντεύξεις με ημι-δομημένα ερωτηματολόγια για να συλλέξει και να αναλύσει τα βιώματα και τις εμπειρίες των γυναικών που συμμετέχουν. Τα δεδομένα ανέδειξαν τις δυσκολίες που συναντούν οι γυναίκες στο ταξίδι τους προς την Ελλάδα, τις δυσμενείς καταστάσεις που βιώνουν στα camps, τα εμπόδια ένταξης στον τομέα της γλώσσας, της εργασίας και της κοινωνικής ενσωμάτωσης αλλά και τις διακρίσεις που οι γυναίκες υφίστανται. Στον αντίποδα, αναδεικνύονται ως στηρίγματα για τις γυναίκες στη νέα πατρίδα η κοινωνική πλαισίωση και υποστήριξη, οι οργανισμοί και θεσμοί αλλά και η προσωπική τους ενδυνάμωση μέσω της εκπαίδευσης και εργασίας. Όπως έγινε κατανοητό από τις αφηγήσεις τους, παρά το γεγονός ότι η μετανάστευση μπορεί να εκθέσει τις γυναίκες σε νέες μορφές ανισότητας, μπορεί επίσης, να τους προσφέρει ευκαιρίες για να ξεφύγουν από καταπιεστικές καταστάσεις, να γίνουν πιο αυτόνομες και να αναλάβουν νέους ρόλους.Globally, the number of refugee/migrant women is large and growing. Analysis of social contexts, with a focus on gender and culture, is essential for a complete understanding of the migration phenomenon. Although gender plays a crucial role in every aspect of migration, government migration policies do not take this factor into account. In this context, this paper focuses on the «feminization» of migration and the refugee phenomenon, recognizing the significant and growing presence of women in this phenomenon internationally. In particular, the process of migration is explored, examining gendered differentiations of experiences, and taking into account social, economic and cultural factors. In addition, the types of female migration, migration- related policies and the entities that implement them are analyzed. Furthermore, the obstacles encountered by women migrants in the key areas of integration and intersectionality as a lens for a more complete understanding of them are examined. This research utilizes bibliography and interviews with semi-structured questionnaires to collect and analyze in depth the accounts and experiences of the women involved. The data highlighted the difficulties women encounter on their journey to Greece, the difficult situations they experience in the camps, the barriers to integration in the areas of language, work and social inclusion, and the discrimination women face. On the contrary, women in their new home country are supported by the social framework and assistance, organizations and institutions, but also by their empowerment through education and work. As it was made clear, although migration can expose women to new forms of inequality, it can also offer them opportunities to escape oppressive situations, to become more autonomous and to take on new roles.Δι-ιδρυματικό ΠΜΣ "Κοινωνικά Δικαιώματα και Συνηγορία στις Κοινωνικές Υπηρεσίε

    Biometric monitoring through artificial intelligence

    No full text
    Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) αποτελεί ένα ραγδαία αναπτυσσόμενο εργαλείο με διττή φύση. Πρόκειται για ένα εργαλείο, που προσφέρει μεν σημαντικά οφέλη, εγείρει δε ηθικά και νομικά ζητήματα. Η χρήση συστημάτων ΤΝ για τη βιομετρική παρακολούθηση διέπεται από ένα νέο νομικό πλαίσιο, έναν νέο Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, με την παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζονται οι ορισμοί, το κανονιστικό περιβάλλον και η νομολογία που σχετίζονται με τη βιομετρική παρακολούθηση με τη χρήση ΤΝ, ιδίως από τις αρχές επιβολής του νόμου και τις υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας. Καθώς αναλύονται οι ρυθμίσεις του Κανονισμού για την ΤΝ, παρατηρείται ότι ισχύει γενική απαγόρευση στην χρήση συστημάτων βιομετρικής παρακολούθησης σε δημόσιους χώρους σε πραγματικό χρόνο, εκτός από αυστηρά καθορισμένες εξαιρέσεις για σκοπούς επιβολής του νόμου με τις απαραίτητες διασφαλίσεις, ενώ η χρήση για λόγους εθνικής ασφάλειας εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Σε συνδυασμό με σχετική νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, επισημαίνεται η πολυπλοκότητα της ισχύουσας νομοθεσίας, τη στιγμή που υφίσταται ανάγκη, για σαφές και ανθρωποκεντρικό νομικό πλαίσιο που να διασφαλίζει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την χρήση των τεχνολογιών ΤΝ από τις αρχές επιβολής του νόμου και τις υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.Artificial intelligence (AI) is a rapidly developing tool with a dual nature. It is a tool that offers significant benefits but also raises ethical and legal issues. The use of AI systems for biometric monitoring is governed by a new legal framework, a new European Union Regulation. Within this framework, this thesis examines the definitions, regulatory environment, and case law related to biometric surveillance using AI, particularly by law enforcement authorities and national security services. As the provisions of the Regulation on AI are analyzed, it is noted that there is a general ban on the use of biometric surveillance systems in public spaces in real time, except for strictly defined exceptions for law enforcement purposes with the necessary safeguards, while use for national security purposes is excluded from the scope of the Regulation. In conjunction with relevant case law of the ECJ and the ECHR, the complexity of the current legislation is highlighted, at a time when there is a need for a clear and human-centered legal framework that ensures the protection of fundamental rights and the use of AI technologies by law enforcement authorities and national security services in accordance with the principle of proportionality.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Δίκαιο, Τεχνολογία και Οικονομί

    "To survive, but not merely: sex work, struggle, and the recreation of inequality in contemporary Athens"

    No full text
    Η παρούσα ανθρωπολογική έρευνα παίρνει τη σεξουαλική εργασία σαν αφετηρία για να θέσει ευρύτερα ερωτήματα για την εργασία, το κράτος, και τη συνεχή αναδιαμόρφωση των ταξικών σχέσεων βάσει πολλαπλών αξόνων διαφοροποίησης. Βασιζόμενη στη στενή συνεργασία με γυναίκες που κατέχουν διαφορετικές θέσεις σαν παρανομοποιημένες σεξεργάτριες στην Αθήνα, σκιαγραφεί πώς η εργασία τους διαμορφώνεται σε μια διαλεκτική με κρατικές πολιτικές για την απασχόληση, τη μετανάστευση, τη δημόσια τάξη και υγεία. Αντί να εστιάζει σε μία, φαινομενικά, κλειστή κοινότητα σεξεργατριών, διαπλέκει μαζί τις ιστορίες cis και τρανς, ντόπιων και μεταναστριών γυναικών διαφορετικών ηλικιών που διαπραγματεύονται μια πληθώρα νομικών στάτους.Παρόλο που η σεξεργασία είναι νομιμοποιημένη στην Ελλάδα εδώ και περίπου έναν αιώνα, η συμπληρωματικότητα των μηχανισμών ρύθμισης με την παραγωγή μιας ευρείας σφαίρας παρανομίας αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό του τομέα, του οποίου οι ακριβείς μορφές αναδιαμορφώνονται μέσα στο χρόνο βάσει μεταλλασσόμενων υλικών συνθηκών και ανακατατάξεων του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού. Για τους σκοπούς του, το σύστημα αυτό είναι επιτυχές στο να πειθαρχεί τις εργάτριες (αν και όχι ολοκληρωτικά) και να διαχέει την αξία σε μια ευρεία γκάμα υποκειμένων σε διαφορετικούς οικονομικούς τομείς και χώρους. Οι φαινομενικές αντιφάσεις και η επιλεκτική επιβολή των διαφόρων πολιτικών, δεν θα έπρεπε λοιπόν να αποδίδονται σε ένα «αδύναμο» κράτος ανίκανο να σχεδιάζει επιτυχείς μεθόδους ελέγχου, αλλά αντίθετα, σε ένα συγκροτημένο και μακροχρόνιο τρόπο λειτουργίας. Μία γενική συνεισφορά της έρευνας και της μεθοδολογίας της είναι ένας εναλλακτικός τρόπος μελέτης της (σεξουαλικής) εργασίας, που λαμβάνει σοβαρά υπόψη την πολύπλοκη συνύπαρξη διαφορετικών μορφών εργασίας, ανθρώπων, και χρονικοτήτων στο εκάστοτε πλαίσιο. Η αναλυτική επιλογή συνεργασίας με ανθρώπους που κατέχουν διαφορετικές θέσεις σε μια βιομηχανία με σύνθετη διαστρωμάτωση προσφέρει ένα παράθυρο θέασης της ιστορίας της εργασίας και της τάξης στην Ελλάδα, καθώς και της κεντρικής της σύνδεσης με διαφορετικά μεταναστευτικά κύματα. Κοιτώντας διαφορετικές διαδρομές της σεξουαλικής εργασίας, γίνεται σαφές ότι η συνεχής επανεφεύρεση της ανισότητας μέσω της διαφοράς είναι μια βίαιη διαδικασία που περιλαμβάνει πάλη και από την πλευρά του καπιταλιστικού κράτους και των συμφερόντων που αυτό εξυπηρετεί, και από την πλευρά των ανθρώπων που στοχοποιεί. Η μελέτη αφορά τις διαφορετικές εκφάνσεις αυτής της πάλης, ατομικές και συλλογικές, πέρα από διαχωρισμούς μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής, επίσημης και ανεπίσημης εργασίας. Συγκεκριμένα, εστιάζει στην αλληλοδιαπλοκή έμμισθης και άμισθης εργασίας, από τη σεξεργασία μέχρι το γάμο και τοποθετεί τη σεξεργασία σε σχέση με μορφές εργασίας που αναγνωρίζονται από το κράτος, συμπεριλαμβανομένης της μισθωτής εργασίας και κρατικών προγραμμάτων για την απασχόληση. Δείχνει ότι το να εξετάζεται η πορνεία σαν ένας «ξέχωρος» τομέας παράνομης δραστηριότητας και εγκληματικής οργάνωσης συσκοτίζει την υλική και θεμελιώδη σύνδεση των σεξουαλικών βιομηχανιών με τον κρατικό σχεδιασμό και τους επίσημους οικονομικούς τομείς. Τέλος, αντί για το δίπολο μεταξύ «ελεύθερης επιλογής» και «σωματεμπορίας», η εκμετάλλευση και η αντίσταση σε αυτήν προσεγγίζονται μέσω της διαλεκτικής της πάλης. Το φάσμα της εκμετάλλευσης, της συσσώρευσης και της απoμόνωσης που αντιμετωπίζουν οι συγκεκριμένες εργαζόμενες αναδύονται ως η βάση ακραίων μορφών καταναγκασμού, ενώ οι πρακτικές ανεπίσημης οργάνωσης και δημιουργίας κοινοτήτων των τελευταίων υπογραμμίζονται ως (ατελείς) τρόποι συλλογικής επιβίωσης και κοινωνικής αναπαραγωγής.This anthropological research uses sex work as a point of departure to ask wider questions about labour, the state, and the continuous remaking of class relations across multiple axes of differentiation. Relying on close collaboration with women occupying different positions as illegalized sex workers in Athens, it traces how their labour processes are shaped in a dialectic with state policies on work, migration, public order, and public health. Rather than focusing on a single, seemingly bounded community of sex workers, it weaves together the stories of cis and trans, local and migrant women of different ages that negotiate a variety of citizenship statuses. Although sex work has been officially legalized in Greece for about a century, the complementarity of regulatory mechanisms with the production of a vast sphere of illegality has been a steady characteristic of the sector, whose exact expressions have been re-elaborated based on changing material conditions and the reconstitution of available workforces. For its intents and purposes, this system is successful, in disciplining workers (albeit never completely), and diffusing value to a host of other actors across economic domains and spatial territories. The seeming contradictions, the discretionary and selective enforcement of different policies, should therefore not be attributed to a “weak” state unable to outline successful methods of containment, but rather, understood as a specific and long-standing modus operandi.Overall, one contribution of this research and its “patchwork” methodology is an alternative way of studying (sexual) labour, that takes seriously the messiness of different kinds of work, people, and temporalities at play in each given context. The analytical choice to work with people who inhabit different positions in a complexly stratified industry offers a window into the history of work and class in Greece, including in terms of its crucial connection to successive migratory waves. Looking at their trajectories in sexual commerce, it becomes clear that the continuous recreation of inequality through difference is a violent process that involves struggle; both on the part of the capitalist state and the interests it serves, and on the part of the people it targets. The study addresses the different forms taken by such struggles, individual and collective, by working across the distinctions between productive and reproductive, formal and informal labour. In doing so, it focuses on the interweaving of paid and unpaid work, ranging from sex work to marriages, and situates sex work vis-a-vis state-recognized forms of work, including wage labour and social policy programmes for employment. It shows that examining prostitution as a “separate” domain of illicit activities and criminal organization obscures the concrete and fundamental articulation of sex industries with state planning and formal sectors. Finally, instead of a binary between “free choice” and “trafficking”, exploitation and resistance to it are approached through the dialectic of struggle. The continuum of exploitation, dispossession and isolation that workers face emerge as the key forces grounding extreme forms of coercion, while workers’ practices of informal organization and community-making are highlighted as (however imperfect) modes of collective survival and social reproduction

    European governance, natural disasters, and climate change: resistances and alternative movement policies

    No full text
    Στη παρούσα εργασία εξετάζεται η πρόσληψη της κλιματικής αλλαγής και των συνεπειών της, από το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και ερευνάται το κατά πόσον ο λόγος και οι στρατηγικές για την κλιματική αλλαγή επηρεάζουν τον τρόπο που λειτουργεί και εκδηλώνεται η διακυβέρνηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ή επηρεάζονται από αυτήν. Εξετάζονται επίσης και συγκρίνονται, έως ένα βαθμό, οι στρατηγικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής που πήραν το όνομα «Νέα Πράσινη Συμφωνία» στη Μεγάλη Βρετανία, στις ΗΠΑ και στην ΕΕ. Η σύγκριση δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή, δηλαδή, η μακροχρόνια αλλαγή των κλιματικών συνθηκών που οφείλεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα, που είναι υπαγμένη στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, καθώς και οι συνέπειες της, απαιτούν μια διαδικασία μετάβασης σε ένα άλλο κοινωνικό, παραγωγικό και κλιματικό καθεστώς. Με αφορμή αυτήν τη διαπίστωση, δημιουργείται το θεμελιακό ερώτημα του κατά πόσον η ΕΕ, οι θεσμοί της και το σύστημα διακυβέρνησης της μπορούν να μεταρρυθμιστούν ριζικά προς μια τέτοια βαθιά μετασχηματιστική διαδικασία. Διερευνάται, επίσης, για τον ρόλο που έχουν, η μπορούν να έχουν, οι κινηματικές αντιστάσεις στις οικονομικές και περιβαλλοντικές πολιτικές της ΕΕ και περιγράφονται οι θεσμικές και πολιτικές μετατοπίσεις που συνέβησαν, με αφορμή την κρίση χρέους και την συνεπακόλουθη κρίση του ευρώ, στο σύστημα διακυβέρνησης της ΕΕ. Τέλος, τ τίθενται οι αντικειμενικοί παράγοντες που υφίστανται και που επικαιροποιούν διαρκώς το ερώτημα της «ρήξης» με την ΕΕ, εφόσον οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, κάτω από τις αναπόδραστες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, προτεραιοποιήσουν την αναγκαιότητα της μετάβασης σε μια άλλου είδους κοινωνική και οικονομική οργάνωση. Τέλος, σκιαγραφείται το ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή και ο ρόλος των περιβαλλοντικών και των συναφών κινημάτων και του συγκρουσιακού τους πεδίου σε μια περίπτωση «ρήξης» με την λογική της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της διακυβέρνησής της. Διαπιστώνεται ότι τα ριζοσπαστικά περιβαλλοντικά κινήματα μπορούν να συνεισφέρουν σε ένα νέο συγκρουσιακό περιεχόμενο μιας ανανεωμένης διπλής στρατηγικής πολέμου Θέσεων και Κινήσεων. Το αίτημα της «αντι-λιτότητας» δεν επαρκεί για μια τέτοια προοπτική και θα πρέπει να μπει, επί τάπητος, το ζήτημα της μετάβασης σε μια άλλη παραγωγική και περιβαλλοντική λογική.This paper investigates the conceptualization of climate change and its consequences within the institutional framework of the European Union (EU). It further explores the extent to which discourses and strategies surrounding climate change shape, or are in turn shaped by, the modalities of governance underpinning European integration. In addition, it examines and, to a certain extent, compares the climate strategies articulated under the label of the “Green New Deal” in the United Kingdom, the United States, and the European Union. The analysis demonstrates that climate change—understood as the long-term transformation of climatic conditions resulting from human activity embedded within the capitalist mode of production—and its manifold consequences necessitate a transition towards an alternative social, productive, and ecological regime. This observation raises a fundamental question: whether the EU, its institutions, and its governance architecture are capable of undergoing a radical reform oriented towards such a profound process of transformation. The paper also considers the role that social and environmental movements of resistance to EU economic and environmental policies have played, or may potentially play, in this context. It traces the institutional and political shifts that occurred within the EU’s governance system in the wake of the sovereign debt crisis and the subsequent eurozone crisis. Furthermore, it highlights the structural factors that continually reassert the question of a potential “rupture” with the EU, should European societies, confronted with the inescapable consequences of climate change, prioritize the imperative of transitioning towards a qualitatively different model of social and economic organization. Finally, the analysis delineates the possible contribution and role of environmental and allied movements—and the arenas of contention they generate—in scenarios that involve a rupture with the logic of European integration and its system of governance. It concludes that radical environmental movements may provide crucial impetus for a renewed dual strategy, combining a “war of position” with a “war of movement.” The anti-austerity agenda, while significant, is insufficient to sustain such a horizon of transformation; rather, the transition towards a new productive and ecological rationality must be explicitly foregrounded.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ

    Σχόλια

    No full text
    Η παρούσα στήλη του περιοδικού ανήκει στο τεύχος

    0

    full texts

    23,027

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇