Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
The enemies of democracy: the reflexes of the democratic polity against the far right
Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, ΠΜΣ, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμη, 2025Βιβλιογραφία: σ. 60-67Η δημοκρατία αποτελεί τη δικαιότερη οδό διαμόρφωσης της συλλογικής βούλησης παρέχοντας ίσες ευκαιρίες συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για το πως θα μπορούσε να κυβερνηθεί μια πολιτική κοινότητα. Το πραγματικό νόημα πίσω από το πολιτικό σύστημα που ονομάζουμε δημοκρατία, είναι ότι παραμένει ανοικτό στην υλοποίηση των πολιτικών στόχων όλων των πολιτικών ομάδων, επιτρέπει κάθε διορθωτική αλλαγή των πολιτικών αποφάσεων της πλειοψηφίας και αναγνωρίζει το δικαίωμα σε κάθε μειοψηφία να καταστεί με δημοκρατικό τρόπο πλειοψηφία. Ένα από τα βασικά συστατικά της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι η ύπαρξη πολιτικών κομμάτων τα οποία ανταγωνίζονται για την ανάληψη και άσκηση της εξουσίας αποδεχόμενα ένα ελάχιστο δημοκρατικών κανόνων που εγγυώνται την ελεύθερη και ισότιμη πολιτική τους συμμετοχή στη δημοκρατία. Τι συμβαίνει όμως όταν μεταξύ των πολιτικών δρώντων παρεισφρέουν πολιτικά κόμματα που απορρίπτουν τις δημοκρατικές αξίες και τους κανόνες της ενώ απολαμβάνουν ισότιμα τα δικαιώματα συμμετοχής με τους άλλους δημοκρατικούς δρώντες; Ποια στάση τηρεί μια φιλελεύθερη δημοκρατία απέναντι σε ένα μόρφωμα όπως η Χρυσή Αυγή που έχει χαρακτηριστικά κομματικής πολιτοφυλακής, δομείται και δραστηριοποιείται ως ιδιωτικός στρατός και η ηγεσία της ενορχηστρώνει, παραγγέλνει ή και συμμετέχει συστηματικά σε πράξεις πολιτικής βίας; Στην πρώτη περίπτωση η δημοκρατία έρχεται αντιμέτωπη με μια «παθολογική ομαλότητα» («pathological normalcy»)(Mudde, 2010:1167) ενώ στη δεύτερη με μια βαριά παθολογία. Η εκλογική επιτυχία των ακροδεξιών κομμάτων αποτέλεσε μια από τις δραματικότερες πολιτικές εξελίξεις για τις σύγχρονες δημοκρατίες. Πολλές μελέτες του ακροδεξιού φαινομένου περιγράφουν την ακροδεξιά ως έναν πολιτικό παρία ασύμβατο για δημοκρατικά περιβάλλοντα που απειλεί ουσιαστικά και αναπόσπαστα στοιχεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μολονότι η σύσταση και η λειτουργία των πολιτικών κομμάτων στις δυτικές δημοκρατίες είναι κατά κανόνα ελεύθερη, αφθονούν οι εξαιρέσεις περιστολής θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών στη βάση του ¨σωφρονισμού¨ για όσους αντιφάσκουν προκαλώντας ανοικτά τον φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό χαρακτήρα της δημοκρατίας.Democracy is the fairest way of shaping the collective will by providing equal opportunities to participate in decision-making processes on how a political community could be governed. The real meaning behind the political system we call democracy is that it remains open to the realization of the political goals of all political groups, allows for any corrective change to the political decisions of the majority, and recognizes the right of any minority to become a majority in a democratic manner. One of the basic components of liberal democracy is the existence of political parties that compete for the assumption and exercise of power by accepting a minimum of democratic rules that guarantee their free and equal political participation in democracy. But what happens when political parties that reject democratic values and rules while enjoying equal rights of participation with other democratic actors creep in among the political actors? What is the stance of a liberal democracy towards a group such as Golden Dawn, which has the characteristics of a party militia, which is structured and operates as a private army and whose leadership systematically orchestrates, orders or even participates in acts of political violence? In the first case democracy is confronted with a "pathological normality" (Mudde, 2010:1167) while in the second with a severe pathology. The electoral success of far-right parties has been one of the most dramatic political developments for modern democracies. Many studies of the far-right phenomenon describe the far-right as a political pariah incompatible with democratic environments that threatens essential and integral elements of liberal democracy. Although the formation and operation of political parties in Western democracies is generally free, exceptions abound to restrict fundamental rights and freedoms on the basis of punishment' for those who contradict them, openly challenging the liberal parliamentary character of democracy.ΠΜΣ Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ
Towards an emmeniocratic conception of the social: Baruch Spinoza and Pierre Bourdieu
Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα της παρούσας διατριβής αποτελεί η δυνατότητα συγκρότησης μιας μη σχετικιστικής και συγχρόνως μη θεμελιωτικής κοινωνικής οντολογίας. Μέσα από τη φιλοσοφία του Μπαρούχ Σπινόζα και την κοινωνιολογική σκέψη του Πιερ Μπουρντιέ, όπως αυτές προσεγγίζονται από κοινού, διερευνώνται πτυχές του συγκεκριμένου ερωτήματος. Σημείο εκκίνησης και διαρκής ορίζοντας του επιχειρήματός μου είναι η έννοια της εμμένειας, η οποία, σύμφωνα με την υπόθεσή μου, συνιστά το έδαφος ανάδυσης, ανάπτυξης και συσχετισμού όλων των άλλων εννοιών εντός και των δυο συστημάτων σκέψης. Όπως επιχειρώ να δείξω στο πρώτο κεφάλαιο, το ζήτημα της μεθόδου και του είδους των εννοιών είναι, επί της ουσίας, το ίδιο το ζήτημα της σχέσης του στοχαστή με το αντικείμενό του –εν προκειμένω, με τον κοινωνικό κόσμο. Έτσι, η από κοινού ανάγνωση των δύο στοχαστών γίνεται με οδηγό κεντρικές τους έννοιες, οι οποίες αναφέρονται, λίγο πολύ, σε ανάλογα στοιχεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Βασικό άξονα της εργασίας αποτελεί η σχέση του ατόμου με το κοινωνικό του περιβάλλον ως σχέση αμοιβαίας συγκρότησης και τροποποίησης. Υπό το ίδιο πρίσμα προσεγγίζεται και η έννοια της «ιδεολογίας», απούσα καθεαυτή και απ’ τα δυο συστήματα σκέψης, παρούσα και σημαντική ωστόσο ως ο μηχανισμός πρόσληψης, κατανόησης και νοηματοδότησης των πραγμάτων. Τονίζεται εδώ η σημασία του σώματος και συναφώς της πρακτικής του εμπλοκής, σε αντίθεση με τη δυϊστική αντίληψη περί απόλυτης διάκρισης ανάμεσα στο πνεύμα και το σώμα, την «ιδέα» και την «πράξη». Τέλος, επιχειρώ να δείξω πως τόσο ο Σπινόζα όσο και ο Μπουρντιέ, δεν περιγράφουν απλώς τον κοινωνικό κόσμο, αλλά προτείνουν εντέλει έναν υπαρκτικό τρόπο. Το sub specie aeternitatis και η πρακτική αίσθηση, ως απόληξη και κορύφωση των αντίστοιχων θεωρήσεων, δεν δηλώνουν παρά τη σημασία των δεσμών με τα πράγματα και τους άλλους ανθρώπους, και την εμμενή δυνατότητα για ελευθερία μέσα σ’ έναν κόσμο αναγκαιότητας.The central research question of this dissertation concerns the possibility of formulating a non-relativist yet also non-foundationalist social ontology. By means of approaching, side by side, the philosophy of Baruch Spinoza and the sociological thought of Pierre Bourdieu, various aspects of this question are explored. The point of departure and the persistent horizon of my argument is the concept of immanence, which (according to my hypothesis) constitutes the ground for the emergence and development of, and the correlation between, all the other important concepts I examine within these systems of thought. As I attempt to demonstrate in the first chapter, the issue of method, and concomitantly the issue of the type of concepts involved, is, in essence, the issue of the relationship between the thinker and his/her object of thought —in this case, the social world. Thus, the joint reading of the two thinkers is guided by their central concepts, which refer, more or less, to analogous elements of social reality. The principal axis of my work is the relationship between the individual and his/her social environment, conceived as a relation of mutual constitution and modification. In the same light, the concept of ideology is also considered –a concept absent from both systems of thought, yet present and significant as the mechanism through which things are perceived, comprehended and infused with meaning. Here, emphasis is placed on the importance of the body (and, concomitantly, of its practical involvement with its mundane surroundings), in contrast to any dualist stance persisting on an absolute distinction between mind and body, “idea” and “action”. Finally, I attempt to show that both Spinoza and Bourdieu do not merely describe the social world, but rather put forward a way of being: a mode of existence. Sub specie aeternitatis and practical sense, as the culminating points of their respective theories, underscore the importance of our ties to things and to other people, and draw attention to the immanent possibility of freedom within a world of necessi
Ελληνοχριστιανικά
Το παρόν άρθρο ανήκει στη στήλη του περιοδικού με τίτλο "Το χρονικό της Πνευματικής Ζωής
UX Design as a communication tool: a study of advertising agencies in Greece
Η παρούσα πτυχιακή εργασία διερευνά τον ρόλο του UX/UI σχεδιασμού ως εργαλείο επικοινωνίας στο πλαίσιο της διαφημιστικής στρατηγικής. Η εστίαση της μελέτης επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι διαφημιστικές εταιρείες στην Ελλάδα ενσωματώνουν ή αξιοποιούν το UX Research & Design στη δημιουργία ψηφιακών προϊόντων. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο UX/UI σχεδιασμός εφαρμόζεται ως μέσο κατανόησης και επικοινωνίας με τον χρήστη ή αν αντιμετωπίζεται ως επιφανειακή πρακτική, η οποία υιοθετείται κυρίως για λόγους προβολής, χωρίς λειτουργική αξία. Σκοπός της μελέτης είναι να αναδείξει ποια εμπόδια εντοπίζονται στην ενσωμάτωσή του ή προκαλούνται από την απουσία του και πως τα νέα εργαλεία χρησιμοποιούνται. Για την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου, ακολουθήθηκε μια μεικτή ερευνητική προσέγγιση που συνδύασε ποσοτικά δεδομένα μέσω ερωτηματολογίου και τη συγκέντρωση πρωτογενών δεδομένων από τις συνεντεύξεις με επαγγελματίες του κλάδου. Μέσα από τη σύνθεση των θεωρητικών και εμπειρικών δεδομένων, προκύπτει η ανάγκη για μια πληρέστερη ενσωμάτωση του UX/UI στο διαφημιστικό σχεδιασμό. Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο UX/UI σχεδιασμός δεν είναι απλώς μια marketing ανάγκη, αλλά αποτελεί ένα βασικό επικοινωνιακό εργαλείο, ικανό να ενισχύσει ουσιαστικά την εμπειρία του χρήστη και την αποτελεσματικότητα της διαφήμισης στη σημερινή ψηφιακή πραγματικότητα.This undergraduate thesis investigates the role of UX/UI design as a communication tool within advertising strategy. The study focuses on how advertising agencies in Greece integrate or utilize UX Research & Design in the creation of digital products. The central question posed is to what extent UX/UI design is applied as a means of understanding and meeting user needs, or whether it is perceived as a superficial practice, adopted mainly for promotional purposes rather than functional value. The purpose of the study is to highlight which obstacles are identified in UX integration or caused by its absence and how new tools are being adopted. For a better understanding of the phenomenon, a mixed research approach was followed, combining quantitative data through a questionnaire and the collection of primary data from interviews with professionals in the field. Through the synthesis of theoretical and empirical data, the need arises for a more complete integration of UX/UI in advertising design. The study, based on the data collected, concludes that UX/UI design is not merely a marketing necessity but constitutes a fundamental communication tool capable of significantly enhancing the user experience and the effectiveness of advertising in today’s digital reality.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Κοινωνία της Πληροφορίας, Μέσα και Τεχνολογί
The demolition of iconic historical buildings in Athens during the post-war period and its societal impact
Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, ΠΜΣ, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, 2024Βιβλιογραφία: σ. 89-95Η παρούσα διπλωματική εργασία μελετά τη διαδικασία κατεδάφισης ιστορικών κτιρίων κατά την μεταπολεμική περίοδο, ως πολυδιάστατο ιστορικό φαινόμενο, που επηρέασε όχι μόνο την αστική μορφή των πόλεων αλλά και την κοινωνική και πολιτιστική τους ταυτότητα. Ειδικότερα, πεδίο έρευνας αποτελεί η μεταπολεμική Αθήνα, η οποία υπήρξε θέατρο έντονων και πολυδιάστατων αλλαγών στο δομημένο περιβάλλον της, καθώς συντελέστηκαν πολλές και εμβληματικές κατεδαφίσεις ιστορικών κτιρίων για την ανέγερση νέων στη θέση τους, που άλλαξαν ριζικά την εικόνα της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους. Η κατεδάφιση ιστορικών κτιρίων στην περίοδο της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, θεωρείται σημείο καμπής για την εξέλιξη της σύγχρονης Αθήνας, και αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές της εποχής.This dissertation explores the demolition of historic buildings during the post-war period as a complex historical phenomenon that significantly influenced both the urban fabric and the social and cultural identity of cities. The study focuses specifically on post-war Athens, a city that underwent profound and multidimensional transformations in its built environment. During this period, numerous demolitions of historically significant buildings were carried out to accommodate new constructions, fundamentally reshaping the architectural and historical landscape of the Greek capital. The large-scale demolition of historic structures during the post-war reconstruction era, particularly in the 1950s and 1960s, constitutes a pivotal moment in the evolution of modern Athens, reflecting broader socio-political and economic shifts of the time.ΠΜΣ Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
The foundation of sovereignty in the political theory of Thomas Hobbes and Carl Schmitt: preconditions and limitations
Η κεντρική προβληματική της παρούσας εργασίας εστιάζει στη θεμελίωση και τη θεωρητική διαμόρφωση της έννοιας της κυριαρχίας στη θεωρία του Thomas Hobbes και του Carl Schmitt. Πιο συγκεκριμένα, κεντρικός στόχος της εργασίας είναι η εξέταση και ανάδειξη των κυριότερων σημείων σύγκλισης και απόκλισης που ανακύπτουν ανάμεσα στις δύο θεωρίες. Το βασικό ερευνητικό ερώτημα που διατρέχει συνολικά την παρούσα ερευνητική προσέγγιση, αφορά την εγκυρότητα του χαρακτηρισμού του Schmitt ως «ο Hobbes του 20ού αιώνα», ενός τίτλου που του αποδόθηκε από εκδοτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους της μεταπολεμικής Γερμανίας. Αυτός ο χαρακτηρισμός εκφράζει ευθέως την αξίωση της θεωρητικής συνέχειας ανάμεσα στους δύο διανοητές, μια θέση που η παρούσα εργασία επιχειρεί να επανεξετάσει και να επαναξιολογήσει. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, ερευνώνται τρία διαδοχικά επίπεδα στη θεμελίωση της κυριαρχίας τα οποία συνίστανται σε ζητήματα φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, φυσικού δικαίου και μεθοδολογικής συγκρότησης της πολιτικής κατάστασης και του πολιτικού. Έπειτα από την ανάδειξη των συγκλίσεων και των αποκλίσεων των δύο θεωριών στα παραπάνω πεδία, η ανάλυση στρέφεται στην ίδια την έννοια της κυριαρχίας, όπως αυτή αναπτύσσεται από τους δύο φιλοσόφους, καθώς και στα εγγενή της όρια τα οποία προκύπτουν μέσα από τους όρους της συγκρότησής της και τη μέθοδο της θεωρητικής της προσέγγισης. Μέσα από τη συγκριτική αυτή ανάλυση αναδεικνύεται το γεγονός πως η σχέση μεταξύ του Hobbes και του Schmitt δεν αποτελεί μια γραμμική θεωρητική εξέλιξη της κυριαρχίας αλλά ένα κριτικό πεδίο αναδιαπραγμάτευσης μιας κεντρικής έννοιας της πολιτικής φιλοσοφίας στη νεοτερική σκέψη.The central inquiry of the present thesis focuses on the foundation and theoretical formation of the concept of sovereignty in the political thought of Thomas Hobbes and Carl Schmitt. More specifically, the primary aim of the thesis is to examine and highlight the principal points of convergence and divergence that emerge between the two theoretical frameworks. The main research question that guides the entire analysis concerns the validity of the characterization of Schmitt as “Hobbes of the twentieth century”, a title attributed to him by editorial and academic circles in post-war Germany. This designation directly expresses the claim of a theoretical continuity between the two thinkers, an assumption that the present essay seeks to critically reassess and reevaluate. To this end, the research is structured around three successive levels in the foundation of sovereignty, which correspond to issues of philosophical anthropology, natural law, and the methodological constitution of the political condition and of the political. Following the elucidation of the convergences and divergences between the two theories across these domains, the analysis turns to the very concept of sovereignty as it is developed by both philosophers, as well as to its inherent limits, which stem from the terms of its constitution and the method of its theoretical articulation. Through this comparative analysis, it is demonstrated that the relationship between Hobbes and Schmitt does not represent a linear theoretical evolution of the concept of sovereignty, but rather constitutes a critical field of renegotiation of one of the central notions of political philosophy within modern thought.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ
Η υγεία της υπαίθρου
Το παρόν άρθρο εντάσσεται στη στήλη του περιοδικού με τίτλο "Σημειώματα
The procedural practices of the European Public Prosecutor's Office after the conc;usion of the criminal investigation
Η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτέλεσε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το ανωτέρω γεγονός πιστοποιείται από το γεγονός ότι μεσολάβησαν πάνω από δύο δεκαετίες, όπως αναπτύσσεται και κατωτέρω, προκειμένου να ωριμάσει και να ευδοκιμήσει τελικά η ιδέα της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού οργάνου επιφορτισμένου με ποινικές εξουσίες έρευνας και δίωξης εγκλημάτων. Η παρούσα εργασία, η οποία υποβάλλεται στο πλαίσιο του ΠΜΣ: «ΔΙΕΘΝΕΣ & ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ» στην ειδίκευση: «ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ασχολείται με τις διαδικαστικές πράξεις στις οποίες προβαίνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μετά το πέρας της ποινικής έρευνας, χωρίς να παραβλέπει λοιπά ζητήματα που άπτονται της λειτουργίας και της αρμοδιότητας του οργάνου. Περιληπτικά, στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας παρουσιάζεται το θέμα της εργασίας και ο στόχος της. Στο δεύτερο κεφάλαιο επιχειρείται μια αναδρομή στην ιστορική πορεία μέχρι την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μέσα από μια σύντομη «στάση» στα βασικότερα σημεία - σταθμούς της διαδρομής για τη σύστασή της. Καθώς η ίδρυση του εν λόγω Οργάνου δεν αποδείχθηκε εύκολη υπόθεση και προτάθηκαν διάφορα μοντέλα για την οργάνωσή του, γίνεται εύκολα κατανοητός ο λόγος της προαναφερόμενης παρατεταμένης καθυστέρησης, εφόσον θα έπρεπε να βρεθεί κοινός τόπος, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Επιπλέον, στο κεφάλαιο αυτό σκιαγραφείται το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η ανάδειξη της προσπάθειας του νεοπαγούς Οργάνου να ισορροπήσει μεταξύ δύο νομικών συστημάτων, του ενωσιακού και του εθνικού. Στο τρίτο κεφάλαιο της παρούσας επιχειρείται η σκιαγράφηση της οργανωτικής δομής και η οριοθέτηση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σήμερα η καθ’ ύλην αρμοδιότητά της εξικνείται στα εγκλήματα που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως, το άρθρο 86 παρ. 4 ΣΛΕΕ προβλέπει τη δυνατότητα επέκτασης της καθ’ ύλην αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με σκοπό την καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση. Ωστόσο, η διστακτικότητα των Κρατών – Μελών για περαιτέρω εκχώρηση ποινικής αρμοδιότητας, όπως έχει αναπτυχθεί και σε προηγούμενο κεφάλαιο, καθιστά αμφίβολη την επιτυχία του εγχειρήματος. Αναφορικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθ’ ύλην και κατά τόπον, αυτή εξετάζεται αναλυτικά στο δεύτερο μέρος του τρίτου αυτού κεφαλαίου, μέσω της εξέτασης και της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371. Στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύονται διεξοδικά οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μετά την περάτωση της ποινικής έρευνας. Συγκεκριμένα, παρουσιάζονται αναλυτικά η παραπομπή υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης, η αρχειοθέτηση υπόθεσης, η εφαρμογή απλουστευμένης διαδικασίας δίωξης και η εντολή στον Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα να ενεργήσει με σκοπό την οριστική περάτωση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 40 του Κανονισμού, η παραπομπή υπόθεσης στις εθνικές αρχές, όταν συνάγεται ότι η αξιόποινη πράξη δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η εκ νέου κίνηση έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 του Κανονισμού. Άπασες οι ως άνω παρουσιάζονται και κατά την εφαρμογή τους στην εθνική έννομη τάξη. Τέλος, στο πέμπτο κεφάλαιο της εργασίας εντοπίζεται μια ανασκόπηση αυτής καθώς και μια γενική αποτίμηση του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.The establishment of the European Public Prosecutor's Office has been one of the most controversial issues in the course of European integration. This is evidenced by the fact that, as discussed below, it took more than two decades for the idea of creating a European body with criminal investigation and prosecution powers to mature and finally flourish. This paper, submitted as part of the Master's program: "INTERNATIONAL & EUROPEAN LAW & GOVERNANCE" in the specialization: " EUROPEAN CRIMINAL LAW & POLICY," deals with the procedural actions taken by the European Public Prosecutor's Office after the completion of a criminal investigation, without overlooking other issues related to the functioning and competence of the institution. In summary, the first chapter of the thesis presents the topic of the thesis and its objective. The second chapter looks back at the history leading up to the establishment of the European Public Prosecutor's Office, briefly touching on the key milestones in its creation. As the establishment of this body proved to be a difficult task and various models for its organization were proposed, the reason for the aforementioned prolonged delay is easily understandable, since common ground had to be found to ensure the effective functioning of the European Public Prosecutor's Office. Furthermore, this chapter outlines the regulatory framework of the European Public Prosecutor's Office at European and national level. This highlights the efforts of the newly established body to strike a balance between two legal systems, the European and national systems. The third chapter of this paper attempts to outline the organizational structure and define the jurisdiction of the European Public Prosecutor's Office. Currently, its jurisdiction is limited to crimes affecting the financial interests of the European Union. However, Article 86(4) TFEU provides for the possibility of extending the European Public Prosecutor's Office's jurisdiction in order to combat serious crime with a transnational dimension. However, the reluctance of Member States to further transfer criminal jurisdiction, as discussed in the previous chapter, casts doubt on the success of the project. The jurisdiction of the European Public Prosecutor's Office, in terms of subject matter and territory, is examined in detail in the second part of this third chapter, through an examination of Directive (EU) 2017/1371. The fourth chapter thoroughly analyzes the procedural actions of the European Public Prosecutor's Office after the conclusion of the criminal investigation. Specifically, it presents in detail the referral of a case to the courts, the closure of a case, the application of a simplified prosecution procedure, and the instruction to the European Delegated Prosecutor to act with a view to definitively closing the case. in accordance with Article 40 of the Regulation, the referral of a case to the national authorities when it is concluded that the criminal offense does not fall within the competence of the European Public Prosecutor's Office, and the reopening of an investigation in accordance with Article 39(2) of the Regulation. All of the above are presented and applied in the national legal order. Finally, the fifth chapter of the thesis provides a review of the thesis and a general assessment of the European Public Prosecutor's Office.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο και Πολιτικ