Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Technological aspects of the society of the spectacle: is Debord's thought still relevant?
Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, ΠΜΣ, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμη, 2025Βιβλιογραφία: σ. 62-65Η θεωρία του θεάματος του Guy Debord αποτελεί μια από τις πιο επιδραστικές κριτικές αναλύσεις της σύγχρονης κοινωνίας, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο οι εικόνες και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας διαμορφώνουν την ανθρώπινη εμπειρία. Στον σημερινό ψηφιακό κόσμο, όπου η πληροφορία καταναλώνεται κυρίως μέσω οθονών και κοινωνικών δικτύων, το θέαμα φαίνεται όχι μόνο να έχει ενισχυθεί, αλλά και να έχει αποκτήσει νέες, πιο διαδραστικές και εξατομικευμένες μορφές, οι οποίες ενσωματώνονται στην καθημερινή ζωή. Η παρούσα εργασία εξετάζει την επικαιρότητα της θεωρίας του Debord, εστιάζοντας στον ρόλο των μέσων μαζικής επικοινωνίας, της διαφήμισης και των κοινωνικών δικτύων στη διαιώνιση και επέκταση του θεάματος. Διερευνά πώς οι μηχανισμοί αυτοί συμβάλλουν στην αλλοτρίωση των ατόμων, στη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων και στην ενίσχυση μιας καταναλωτικής κουλτούρας που βασίζεται στη συνεχή ροή εικόνων και πληροφοριών. Παράλληλα, αναλύεται η διαδραστικότητα που προσφέρουν οι σύγχρονες ψηφιακές πλατφόρμες και αν αυτή μπορεί να αποτελέσει εργαλείο κριτικής σκέψης και αντίστασης, ή αν εν τέλει εγκλωβίζει τους χρήστες σε νέες μορφές παθητικής κατανάλωσης. Μέσα από θεωρητική ανάλυση και κριτική προσέγγιση, η εργασία επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο η θεωρία του θεάματος εξακολουθεί να είναι χρήσιμη για την κατανόηση της σύγχρονης ψηφιακής κουλτούρας, καθώς και αν τα νέα μέσα μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί χειραφέτησης ή ελέγχου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις αντιφάσεις της σύγχρονης επικοινωνιακής πραγματικότητας, όπου η αλληλεπίδραση, η συμμετοχή και η ελευθερία του λόγου συνυπάρχουν με φαινόμενα όπως η παρακολούθηση, η χειραγώγηση των πληροφοριών και η διαμόρφωση της κοινής γνώμης μέσω αλγοριθμικών διαδικασιών. Τελικά, η ανάλυση επιδιώκει να φωτίσει τις νέες δυναμικές που προκύπτουν από τη σύγχρονη δικτυωμένη κοινωνία και να διερευνήσει κατά πόσο η κυριαρχία του θεάματος μπορεί να αμφισβητηθεί ή αν, αντιθέτως, αναπαράγεται μέσα από τις ίδιες τις δομές που υπόσχονται περισσότερη ατομική και συλλογική αυτονομία.Guy Debord’s theory of the spectacle is one of the most influential critical analyses of contemporary society, describing how images and mass media shape human experience. In today’s digital world, where information is primarily consumed through screens and social networks, the spectacle appears not only to have been reinforced but also to have taken on new, more interactive and personalized forms that are deeply embedded in everyday life. This study examines how Debord’s theory remains relevant today, focusing on the role of mass media, advertising, and social networks in the perpetuation and expansion of the spectacle. It explores how these mechanisms contribute to individual alienation, the shaping of social relations, and the reinforcement of a consumer culture based on the continuous flow of images and information. At the same time, it analyzes the interactivity offered by modern digital platforms and questions whether this interactivity can serve as a tool for critical thinking and resistance, or whether it ultimately traps users in new forms of passive consumption. \r\nThrough theoretical analysis and a critical approach, this study seeks to address whether Debord’s theory of the spectacle remains relevant for understanding contemporary digital culture, and whether new media can function as instruments of emancipation or control. Special emphasis is placed on the contradictions of today’s communication landscape, where interaction, participation, and freedom of speech coexist with phenomena such as surveillance, information manipulation, and the shaping of public opinion through algorithmic processes. Ultimately, this analysis aims to shed light on the new dynamics emerging from today’s networked society and to investigate whether the dominance of the spectacle can be challenged or, conversely, if it is being reproduced through the very structures that claim to promote greater individual and collective autonomy.ΠΜΣ Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ
Το χρονικό της πνευματικής ζωής
Η παρούσα στήλη ανήκει στο τεύχος 18 και περιλαμβάνει 4 άρθρα
Toxic leadership in culture institutions and its impact on employee well-being
Στόχος της παρούσας εργασίας ήταν μια πρώτη διερεύνηση του φαινομένου της τοξικής ηγεσίας και της εργασιακής παρενόχλησης/εκφοβισμού που συνδέεται με αυτήν, στο Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού. Το φαινόμενο της τοξικής ηγεσίας, συσχετίζεται άμεσα με την παρενόχληση στην εργασία, η οποία, με τη σειρά της, ευθύνεται αποδεδειγμένα για σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην απόδοση, την ευημερία, ακόμα και την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων.The aim of this study was to conduct an initial investigation into the phenomenon of toxic leadership and the workplace harassment/mobbing associated with it in the Greek Ministry of Culture. The phenomenon of toxic leadership is directly related to workplace harassment, which, in turn, has been proven to have serious negative effects on the performance, well-being, and the physical and mental health of employees.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Πολιτιστική Διαχείρισ
Artificial Intelligence and armed conflicts: advantages & emerging challenges
H διεξαγωγή του σύγχρονου πολέμου έχει προοδεύσει σημαντικά με την ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, η οποία βελτιώνει τις στρατιωτικές δυνατότητες επιταχύνοντας τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, διευκολύνοντας τη διοικητική μέριμνα και εξασφαλίζοντας αυτόνομα συστήματα όπλων. Ωστόσο, η αυξημένη λειτουργική αυτονομία των συστημάτων ΤΝ επί του πεδίου, χωρίς την αντίστοιχη γνωστική ικανότητα, εγείρει επιχειρησιακά ζητήματα, καθώς και νομικές προκλήσεις από πλευράς Διεθνούς Δικαίου, κυρίως ως προς τη συμβατότητα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου για την προστασία των αμάχων και τον έλεγχο των εχθροπραξιών, με γνώμονα τη μείωση του ανθρώπινου πόνου κατά τη διάρκεια των ενόπλων συρράξεων. Εγγενή χαρακτηριστικά των συστημάτων ΤΝ, όπως η αδιαφάνεια λειτουργίας, σε συνδυασμό με την εξάρτηση των αλγορίθμων Μηχανικής Μάθησης από την ποιότητα και ποσότητα των δεδομένων στα οποία εκπαιδεύονται, εγείρουν αυτομάτως επιφυλάξεις ως προς την ικανότητά τους να διακρίνουν επαρκώς μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών στόχων, αυξάνοντας τον κίνδυνο βλάβης όσων δεν μετέχουν ή δεν μετέχουν πια στις εχθροπραξίες, ενώ, δεν είναι άνευ σημασίας οι επιπτώσεις στα δικαιώματα της ιδιωτικότητας και της προστασίας δεδομένων, στον απόηχο του Διεθνούς Δικαίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η ολιστική αποτίμηση του αντικτύπου της ΤΝ στη διάρκεια των ενόπλων συρράξεων, αξιοποιώντας, πέραν της βιβλιογραφίας, τα ευρήματα που παρέχουν τα ανοιχτά, κατά τη συγγραφή της, μέτωπα στην Ουκρανία και τη Γάζα, τα οποία καταδεικνύουν ότι η αντιμετώπισή τους δεν καλύπτεται επαρκώς από το υφιστάμενο Διεθνές Δίκαιο, ενώ, συγχρόνως, η υιοθέτηση διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου για την στρατιωτική ΤΝ, αντιμετωπίζει με την σειρά της προκλήσεις, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της.The conduct of modern warfare has significantly advanced with the integration of Artificial Intelligence into military operations, enhancing military capabilities by accelerating the decision-making process, facilitating logistical support, and ensuring autonomous weapon systems. However, the increased operational autonomy of AI systems in the field, without corresponding cognitive abilities, raises operational issues as well as legal challenges from the perspective of International Law, particularly regarding compatibility with the provisions of International Humanitarian Law for the protection of civilians and the regulation of hostilities, aimed at reducing human suffering during armed conflicts. Inherent characteristics of AI systems, such as operational opacity, combined with the reliance of Machine Learning algorithms on the quality and quantity of the data on which they are trained, automatically raise concerns regarding their ability to adequately distinguish between military and civilian targets, increasing the risk of harm to those not participating or no longer participating in hostilities. Moreover, the implications for privacy rights and data protection are significant, especially in light of International Human Rights Law. The aim of this paper is to provide a holistic assessment of the impact of AI during armed conflicts, utilizing not only existing literature but also findings from ongoing frontlines in Ukraine and Gaza at the time of writing. It demonstrates that the challenges posed are not adequately covered by existing International Law, while at the same time, the adoption of an international regulatory framework for military AI faces its own challenges due to its unique characteristics.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματικές Σπουδέ
The correspondence code of the Holy Diocese of Varna (1865-1872): aspects of jurisdictional function
Η παρούσα εργασία μελετά τον Κώδικα Αλληλογραφίας της Ιεράς Μητρόπολης Βάρνης για την περίοδο 1865–1872, μια πλούσια αρχειακή πηγή που περιλαμβάνει επίσημες επιστολές, διορισμούς, διαζύγια και άλλες δικαιοδοτικές πράξεις. Η μελέτη χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη.
Στο πρώτο μέρος, ο Κώδικας αξιοποιείται ως ιστορική μαρτυρία για το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται το Βουλγαρικό Ζήτημα. Η Βάρνα, σημαντική πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, βίωσε έντονους εθνοτικούς μετασχηματισμούς με την ενίσχυση του βουλγαρικού εθνικισμού, τη διάσπαση της ορθόδοξης κοινότητας, και την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870. Ο Ιωακείμ, ως μητροπολίτης Βάρνης (1865–1874), προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις του Πατριαρχείου και τις τοπικές πιέσεις των βουλγαρόφωνων χριστιανών.
Στο δεύτερο μέρος, αναδεικνύεται η αξία του Κώδικα ως τεκμήριο των δικαιοδοτικών πρακτικών και της θέσης των γυναικών στα Οθωμανικά Βαλκάνια. Μέσω της μελέτης διαζυγίων και άλλων δικαιοδοτικών πράξεων, αναδεικνύεται η συμμετοχή των γυναικών στις διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης, καθώς και η σημασία του εκκλησιαστικού μηχανισμού στη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων. Η Μητρόπολη λειτουργούσε ως φορέας δικαστικής και διοικητικής εξουσίας, εναρμονισμένη με το οθωμανικό σύστημα των μιλλέτ, και οι γυναίκες εμφανίζονται στον Κώδικα σε ποικίλες υποθέσεις: από διαζύγια και προικοδοτήσεις έως αιτήσεις για κληρονομιές.
Η εργασία φωτίζει, επίσης, τη μετάβαση από την πολυθρησκευτική-πολυεθνοτική Οθωμανική Αυτοκρατορία προς τα εθνικά κράτη, τεκμηριώνοντας τις μεταβολές και τις επιπτώσεις του Τανζιμάτ στην κοινωνική δομή, στην τοπική εκκλησιαστική διοίκηση, και τη σύνδεση μικροϊστορικών καταγραφών με ευρύτερες ιστορικές εξελίξεις.This thesis examines the Correspondence Codex of the Holy Metropolis of Varna for the period 1865–1872, a rich archival source that includes official letters, appointments, divorces, and other jurisdictional acts. The study is structured into two main parts.
In the first part, the Codex is used as a testimony to the historical context in which the Bulgarian Question unfolded. Varna, an important urban center of the Ottoman Empire on the Black Sea coast, underwent intense ethnic transformations as a result of the rise of Bulgarian nationalism, the fragmentation of the previously unified Orthodox Christian community, and the establishment of the Bulgarian Exarchate in 1870. As Metropolitan of Varna (1865–1874), Joachim attempted to balance the demands of the Ecumenical Patriarchate with the growing pressure from the Bulgarian-speaking Christians of the province.
The second part highlights the significance of the Codex as evidence of jurisdictional practices and of the position of women in the Ottoman Balkans. Through the study of divorce cases and other legal decrees, the participation of women in the processes of jurisprudence is brought to light, as well as the broader role of the ecclesiastical mechanism in regulating social relations. The Metropolis functioned as a body of both judicial and administrative authority, in alignment with the Ottoman millet system, and women appear in the Codex in a range of cases—from divorces and dowries to inheritance claims.
The study also sheds light on the transition from the multi-religious and multi-ethnic Ottoman Empire to emerging nation-states, documenting the social transformations and the impact of the Tanzimat reforms on local ecclesiastical administration and on the relationship between microhistorical records and broader historical developments.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί