Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
The political instrumentalization of the anti-dictatorship armed struggle in Post-Dictatorship Greece
Η εν λόγω διπλωματική εργασία εξετάζει τον τρόπο που οι μεταπολιτευτικές ένοπλες ομάδες πολιτικής βίας αντιλαμβάνονταν τον αντιδικτατορικό αγώνα, αλλά και τις σχέσεις που άμεσα ή έμμεσα διεκδικούσαν μαζί του. Ειδικότερα, γίνεται λόγος για το ιδεολογικό πλαίσιο, τα κοινωνικά αφηγήματα, τα αιτήματα, αλλά και τους ηθικούς κώδικες που οι εν λόγω οργανώσεις αντλούσαν από τις ομάδες δυναμικής αντίστασης κατά τη διάρκεια της επταετίας.
Αρχικά η έρευνα μας διαπιστώνει ότι τα πολιτικά αφηγήματα που σχετίζονταν με την ένοπλη δράση κέρδισαν σημαντική δημοφιλία κατά τη διάρκεια του αντιδικτατορικού αγώνα. Εξετάζοντας περιπτώσεις αντιδικτατορικών οργανώσεων με ριζοσπαστικότερα χαρακτηριστικά, καταφέραμε να απομονώσουμε τα γκεβαρικά, μαοϊκά κ.ά. αφηγήματα που παρουσίαζαν την ένοπλη δυναμική αντίσταση ως τον ουσιαστικότερο τρόπο αντιμετώπισης της δικτατορίας. Με το βλέμμα στραμμένο σε περιπτώσεις όπως το Κ29Μ (Κίνημα 29η Μάη), τη ΛΕΑ (Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση) και την 20ή Οκτώβρη, παρακολουθούμε την πορεία μελών των οργανώσεων τα οποία είτε φέρεται να συμμετείχαν στα αντάρτικα πόλης που δημιουργήθηκαν μετά την κατάρρευση της δικτατορίας (π.χ. Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, Χρήστος Κασσίμης) είτε εκείνων οι οποίοι συνειδητά έβαλαν τέλος στην ένοπλη δράση τους (περίπτωση Νίκου Μανιού). Ειδικό βάρος δίνουμε στις ζυμώσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την πρώτη εποχή της μεταπολίτευσης, διαπιστώνοντας ότι η μεγάλη πλειοψηφία των αγωνιστών και αγωνιστριών του αντιδικτατορικού αγώνα άφησαν πίσω τους την ένοπλη βία. Παράλληλα ενδελεχής είναι η ανάλυση σχετικά με τους κύκλους που έμειναν να πιστεύουν στη συνέχιση του ένοπλου αγώνα και το πως οι ριζοσπαστικοποιημένοι αυτοί χώροι αποτέλεσαν τη γενεσιουργό πράξη για τις οργανώσεις ΕΛΑ (Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας) και 17 Ν (Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη).
Στη συνέχεια μελετήσαμε τις δολοφονίες των Ρίτσαρντ Γουέλς, Ευάγγελου Μάλλιου και Πέτρου Μπάμπαλη, από τις οργανώσεις 17 Ν και Ιούνης ’78, ως χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου που οι ένοπλες οργανώσεις της μεταπολίτευσης παρουσιάζονταν σαν συνεχιστές του αντιδικτατορικού αγώνα. Η θέση αυτή επαληθεύεται παντοιοτρόπως από τις προκηρύξεις που ακολούθησαν τις προαναφερθείσες εκτελέσεις, τόσο σε ότι είχε να κάνει με την πολιτική επίφαση των δράσεων όσο και το σκεπτικό πίσω από την επιλογή των στόχων.
Οι αναφορές από το χώρο της ένοπλης πολιτικής βίας στον αντιδικτατορικό αγώνα βρίθουν. Με τις προκηρύξεις της 17 Ν, τα κείμενα της Αντιπληροφόρισης και τις αναφορές του ίδιου του Δημήτρη Κουφοντίνα, να υπογραμμίζουν τη «συγγένεια» που ο εν λόγω χώρος διεκδικούσε με τις οργανώσεις δυναμικής αντίστασης κατά της δικτατορίας. Φαίνεται δε, ότι η «συγγένεια» αυτή, ως κεντρικό στόχο είχε να δώσει στους αντάρτες πόλης έναν αυτοδικαιωτικό χαρακτήρα, μέσω της ηθικής νομιμοποίησης που εγγυάτο η παρακαταθήκη του αντιδικτατορικού αγώνα.
Εξετάζοντας τον τρόπο που τα δύο αυτά ιστορικά πεδία περιπλέκονται (μεταπολιτευτική ένοπλη δράση και αντιδικτατορικός αγώνας) αναλύουμε τον τρόπο με τον οποίο μέλη των οργανώσεων κατά της δικτατορίας βρέθηκαν στο στόχαστρο των αρχών για πιθανές σχέσεις με την «τρομοκρατία». Όπως παρουσιάσαμε, οι διώξεις αυτές ήταν συχνές · με τη στοχοποίηση των αγωνιστών από τις αρχές και μερίδα του Τύπου να είναι συνεχής.
Τέλος αναφερθήκαμε στη σκληρή κριτική που αντάλλασσαν σε αρκετές περιπτώσεις τα μέλη του αντιδικτατορικού αγώνα με τις οργανώσεις ένοπλης πολιτικής βίας. Τη μερίδα του λέοντος στο εν λόγω ζήτημα είχε η 17 Ν, η οποία πρωταγωνίστησε σε συγκρούσεις στον δημόσιο διάλογο, με πρόσωπα όπως, η Πέπη Ρηγοπούλου και ο Γιώργος Βότσης. Σε αυτόν τον διάλογο το μεγαλύτερο μέρος των πρωταγωνιστών αυτών, κράτησε εξαιρετικά αρνητική στάση απέναντι στις οργανώσεις ένοπλης πολιτικής βίας, θεωρώντας ότι οι οργανώσεις αυτές διαστρέβλωναν τα σύμβολα και τον χαρακτήρα του αντιδικτατορικού αγώνα.This thesis examines the ways in which Greek post-dictatorship armed political groups, perceived the anti-dictatorial resistance, as well as the types of relationships, direct or indirect, that they tried to establish with it. Specifically, it explores the ideological context, social narratives, demands, and moral codes these organizations derived from the anti-dictaroship resistance groups that operated during the seven-year Junta in Greece.
The research first identifies those political narratives, involving armed action, that gained significant traction during the anti-dictatorial resistance. By analyzing cases of anti-junta organizations with more radical characteristics, we were able to isolate the Guevarist, Maoist, and other revolutionary narratives that presented armed resistance as the most effective way of confronting the dictatorship. Focusing on cases such as «K29M» (Κίνημα 29η Μάη), «LEA» (Λαϊκή Επαναστατική Αντίσταση), and «20th of October», we trace the trajectories of individuals who either went on to participate in the urban guerrilla movements that emerged after the fall of the dictatorship (e.g., Alexandros Giotopoulos, Christos Kassimis) or who consciously chose to end their involvement in armed struggle (as in the case of Nikos Manios).
Particular emphasis is placed on the ideological evolvement that occurred during the early period of the post-dictatorship era (Metapolitefsi), revealing that the vast majority of men and women who had participated in the anti-junta resistance distanced themselves from armed violence. At the same time, we conduct a detailed analysis of those circles that continued to believe in the necessity of armed action, examining how these radicalized groups became the founding core of organizations such as «ELA» (Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας) and «17N» (Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη).
We then study the assassinations of Richard Welch, Evangelos Mallios, and Petros Babalis, carried out by the organizations «17 N» and «Jume’78», as characteristic examples of how post-dictatorship armed groups tried to present themselves as the successors of the anti-junta groups. This claim is confirmed in various ways through the proclamations issued after the executions mentioned above, both in terms of the political rationale offered for the actions and the reasoning behind the selection of targets.
References to the anti-dictatorial resistance abound in the discourse of armed political violence, with the proclamations of «17 N», the writings of the Antipliroforisi, and the testimonies of Dimitris Koufontinas himself, all underlining the «connection» that this political field claimed with the militant resistance organizations of the dictatorship era. This idea of «connection» served a central purpose: to provide urban guerrilla fighters with a sense of moral justification, as they tried to draw from the symbolic and ethical legacy of the anti-dictatorship movement.
By examining the ways in which these two historical fields, (post-dictatorship armed action and the anti-junta struggle), intertwine, we analyze how members of anti-dictatorship organizations came under investigation by the authorities for suspected links to «terrorism». As we explained, such prosecutions were frequent, with activists often targeted both by law enforcement and segments of the press.
Finally, we refer to the harsh criticism that was exchanged in many cases between former anti-junta activists and armed political organizations. The most prominent such disputes involved «17N», which frequently clashed in public discourse with figures such as Pepi Rigopoulou and Giorgos Votsis. A significant portion of the protagonists of the anti-dictatorship struggle adopted a highly critical stance towards these armed organizations, believing that they distorted both the symbols and the character of the anti-junta resistance.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
«Directive 2012/13/EU on the right to information of suspects and accused persons»
Η παρούσα ανάλυση πραγματεύεται την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ στην ελληνική έννομη τάξη και τις επιπτώσεις της στο δικαίωμα ενημέρωσης υπόπτων και κατηγορουμένων στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας. Η Οδηγία ενσωματώθηκε με τον Ν. 4236/2014, θεσπίζοντας ελάχιστες εγγυήσεις για την ενημέρωση σε επίπεδο ΕΕ. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ενημέρωση για δικονομικά δικαιώματα, την κατηγορία και την πρόσβαση στο υλικό της ποινικής δικογραφίας, συμβάλλοντας έτσι στις αρχές της υπεράσπισης, της ισότητας των όπλων και της δίκαιης δίκης. Η ελληνική έννομη τάξη προβλέπει πλέον πλήρη και έγκαιρη ενημέρωση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, όπως επιτάσσουν το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ. Παρότι υπήρξαν καθυστερήσεις και αποκλίσεις στην εφαρμογή της Οδηγίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο γενικός στόχος για διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αποτροπή αυθαιρεσιών επιτυγχάνεται μέσω της εναρμόνισης εθνικών κανόνων με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.The present analysis deals with the incorporation of Directive 2012/13/EU in the Greek legal order and its impact on the right to information of suspects and defendants in the context of criminal proceedings. The Directive was incorporated by Law 4236/2014, establishing minimum guarantees for information at EU level. This right includes information on procedural rights, accusation and access to criminal case file material, thus contributing to the principles of defense, equality of arms and fair trial. The Greek legal order now provides for full and timely information at every stage of the proceedings, as required by the Constitution and the ECHR. Although there have been delays and divergences in the implementation of the Directive at European level, the general objective of safeguarding fundamental rights and preventing arbitrariness is achieved through the harmonization of national rules with European standards.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο και Πολιτικ
The role of the Police in protecting human rights against racism and discrimination
Η παρούσα μελέτη εξετάζει τον ρόλο της αστυνομίας στη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα στην πρόληψη και την καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων. Εξετάζονται οι θεμελιώδεις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το ρατσιστικό φαινόμενο και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθώς και ο ρόλος των αστυνομικών αρχών στην προάσπισή τους.
Η ενότητα για τα ανθρώπινα δικαιώματα σκιαγραφεί την ιστορική εξέλιξη της έννοιας και το νομικό πλαίσιο που τη στηρίζει. Η λειτουργία της Αστυνομίας αναλύεται μέσα από τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητές της, όπως ορίζονται από το νομοθετικό πλαίσιο. Στη συνέχεια, η συζήτηση πραγματεύεται το φαινόμενο του ρατσισμού και των διακρίσεων, δίνοντας έμφαση στις έννοιες, την ιστορική εξέλιξη και το νομικό πλαίσιο που τις διέπει.
Η ενότητα για το ρατσιστικό έγκλημα εξετάζει την έκφανση του ρατσισμού ως έγκλημα μίσους και τον ρόλο της αστυνομίας στην πρόληψη και την αντιμετώπισή του του. Τα ευρήματα της έρευνας αποκαλύπτονται για τη διαχείριση της ρατσιστικής βίας, ενώ δεν μπορούν να μην μελετηθούν περιστατικά αυθαιρεσίας από τις αρχές στην Ελλάδα, τονίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω εκδημοκρατισμό και ενισχυμένη εποπτεία και διαφάνεια.
Οι Επιτυχημένες Πρακτικές των Αστυνομικών Αρχών τεκμηριώνουν περιπτώσεις σύγχρονων στρατηγικών αστυνόμευσης που έχουν δώσει ευνοϊκά αποτελέσματα στον αγώνα κατά του ρατσισμού. Τονίζεται η σημασία του εκδημοκρατισμού της αστυνομίας και της εφαρμογής προγραμμάτων κατάρτισης και ευαισθητοποίησης του προσωπικού για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της αστυνόμευσης.
Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση των συστημάτων πρόληψης και αντιμετώπισης του ρατσισμού, ενώ τα συμπεράσματα τονίζουν την αναγκαιότητα μιας Αστυνομίας που να λειτουργεί με τις δημοκρατικές αρχές ισότητας, δικαιοσύνης και διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που απαιτούνται σε ένα ευνομούμενο Κράτος Δικαίου μιας σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η συνεχής εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των αστυνομικών είναι ένα κρίσιμο στοιχείο και μια δυναμική διαδικασία για την αντιμετώπιση σύγχρονων κοινωνικών ζητημάτων.This study examines the role of the police in ensuring human rights, in particular in preventing and combating racism and discrimination. The fundamental principles of human rights, racism and prejudice are examined, as well as the role of police authorities in promoting equality and justice.
The section on human rights outlines the historical development of the concept and the regulatory framework that supports it. The operation of the Police is analyzed through its obligations and responsibilities, as defined by the legislative framework. The discussion then addresses the ideas of racism and discrimination, emphasizing the concepts, historical development and legal framework that governs them.
The section on racist crime examines hate crimes and the role of the police in preventing and controlling them. The research findings reveal the management of racial violence, while scrutinizing incidents of arbitrariness by the authorities in Greece, highlighting the need for enhanced oversight and transparency.
The Successful Practices of Police Authorities document cases of modern policing strategies that have yielded favorable results in the fight against racism. The importance of democratizing the police and implementing training and awareness-raising programs for personnel to improve the effectiveness of police interventions is emphasized.
The study concludes with proposals aimed at strengthening systems for preventing and resolving racism, while the conclusions emphasize the necessity of a police force that operates with principles of equality, justice and the safeguarding of human rights. Continuous training and awareness-raising of police officers is a crucial element in addressing contemporary social issues.ΠΜΣ Κοινωνιολογία, κατεύθυνση Κοινωνικός Αποκλεισμός και Ανθρώπινα Δικαιώματ
Soft skills as a factor of professional effectiveness and organizational performance: comparative analysis of the public-private sector
Η παρούσα εργασία στοχεύει στη διερεύνηση των ήπιων δεξιοτήτων, ως παράγοντας εργασιακής αποτελεσματικότητας και οργανωσιακής απόδοσης, τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα. Επίσης, στοχεύει στην πραγματοποίηση μιας συγκριτικής ανάλυσης μεταξύ των δυο αυτών τομέων, για τον εντοπισμό σημείων σύγκλισης και απόκλισης, ως προς τις πολιτικές που υλοποιούνται για την καλλιέργεια των ήπιων δεξιοτήτων.
Είναι γεγονός ότι στην εποχή μας, η τεχνολογική πρόοδος πραγματοποιείται με αλματώδεις ρυθμούς, προσφέροντας διαρκώς τεχνολογικά επιτεύγματα και καινοτομίες που επιφέρουν ριζικές αλλαγές σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Ο τομέας της εργασίας έχει πλήρως μετασχηματιστεί και είναι επιβεβλημένη η ανάγκη ενός κατάλληλα καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού. Τα τυπικά προσόντα και ειδικά οι ψηφιακές δεξιότητες, έχουν τεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται ένα διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον και για τις ήπιες δεξιότητες, οι οποίες αναδεικνύουν και υπενθυμίζουν την αξία του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Στο ερευνητικό στάδιο της εργασίας πραγματοποιείται ποιοτική έρευνα, με δομημένες συνεντεύξεις στις οποίες οι ήπιες δεξιότητες εξετάζονται μέσα από την οπτική στελεχών του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Το πρωτογενές υλικό επεξεργάζεται με τη μέθοδο της ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου και ειδικότερα της επαγωγικής ανάπτυξης κατηγοριών. Έτσι, η νέα επιστημονική γνώση «γεννάται» μέσα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα των απαντήσεων και των νοημάτων των συμμετεχόντων. Συνολικά, η έρευνα και η εργασία καταδεικνύουν την αξία των ήπιων δεξιοτήτων, οι οποίες πράγματι αποτελούν παράγοντα επαγγελματικής αποτελεσματικότητας και οργανωσιακής απόδοσης σε δημόσιους οργανισμούς και ιδιωτικές επιχειρήσεις.The current project aims to investigate soft skills as a factor of work effectiveness and organizational performance, both in the public and private sectors in Greece. It also aims to accomplish a comparative analysis between these two sectors, in order to identify points of convergence and divergence in terms of the policies implemented for the improvement of soft skills.
It is generally accepted that in our time, technological progress is taking place at a rapid pace, constantly offering technological achievements and innovations that bring about radical changes in all aspects of human life. The working field has been completely transformed and the need for suitably qualified human resources is imperative. Formal qualifications and especially digital skills have been put at the center of interest and dialogue between social partners. On the other hand, there is a significant increasing interest in soft skills, which highlight and remind us of the value of human resources.
In the research stage of the project, qualitative research is being conducted, with precise interviews in which soft skills are examined through the perspective of public and private sector executives. The primary material is processed using the method of qualitative content analysis and, in particular, inductive category development. Thus, the new scientific knowledge is "born" through the repeated patterns of the responses and meanings of the participants. The research and project overall, demonstrate the value of soft skills, which are indeed a factor of professional effectiveness and organizational performance in public organizations and private sectors.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Διοικητική Επιστήμη και Δημόσιο Μάνατζμεν