Panteion University

Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Not a member yet
    23027 research outputs found

    Social media and social practices: the transformation case of the traditional matchmaking in Tinder platform

    No full text
    Η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών έχει εισβάλλει στη ζωή του ατόμου και αποτελεί πλέον σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς του. Η παρούσα διπλωματική θέτει ως στόχο έρευνας τον τρόπο με τον οποίο έχει τροποποιηθεί το αίσθημα της συντροφικότητας και η αναζήτηση συντρόφου με τη χρήση των νέων μέσων. Επίσης, θα διερευνηθούν τα χαρακτηριστικά των ατόμων που χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες ως μέσο γνωριμιών. Το βασικό ερευνητικό ερώτημα, στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει η παρούσα διπλωματική, είναι το πως η αλλαγή της αναζήτησης συντρόφου επηρέασε τη «δημιουργία» της αίσθησης του εαυτού και της εικόνας του. Τέλος, θα εστιάσουμε στον τρόπο μετάδοσης των νέων σχέσεων δίνοντας έμφαση και στο συνοικέσιο, εκτός από τους τρόπους γνωριμιών εντός του Κυβερνοχώρου. Η μεθοδολογία που θα χρησιμοποιηθεί είναι η ιστορική και η βιβλιογραφική επισκόπηση.The rapid technological development of the last decades, has invaded the life of the individual and is an important part of his daily life. The present thesis aims to research the way in which the feeling of companionship and the search for companions has been modified with the use of new media. The characteristics of individuals, who use digital dating platforms will also be investigated. The main research question, which will be asked to answer, is how the modification of the search for a partner affected the creation of the sense of self and its image. The methodology used is the historical and literature review.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Κοινωνία της Πληροφορίας, Μέσα και Τεχνολογί

    Human resources evaluation in the public sector as a strategic tool for public governance, performance management and control: towards more efective public management and administration

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού στον ελληνικό δημόσιο τομέα ως στρατηγικό εργαλείο διακυβέρνησης και ελέγχου απόδοσης, με στόχο τη διερεύνηση της συμβολής της στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Μέσα από θεωρητική και εμπειρική ανάλυση, αξιολογείται το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (Ν. 4940/2022), αναδεικνύοντας τόσο τα θετικά χαρακτηριστικά όσο και τις αδυναμίες του συστήματος. Η έρευνα βασίστηκε σε δείγμα 120 δημοσίων υπαλλήλων και αξιοποίησε στατιστικές τεχνικές ανάλυσης, για τη διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ βασικών παραγόντων του συστήματος αξιολόγησης (όπως η διαφάνεια, η αντικειμενικότητα και η δικαιοσύνη του συστήματος, η στοχοθεσία ως βάση για τη μέτρηση της απόδοσης, η ανάπτυξη δεξιοτήτων, τα κίνητρα και η επιβράβευση, η συμμετοχή των υπαλλήλων και η εμπιστοσύνη στο σύστημα) και της αντιλαμβανόμενης αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι, παρότι το νέο σύστημα ενσωματώνει σύγχρονες αρχές της διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού, η εφαρμογή του στην πράξη παραμένει ανεπαρκής. Η εφαρμογή ενός αποτελεσματικού συστήματος κινήτρων και δίκαιης επιβράβευσης βάσει απόδοσης, η ενδυνάμωση της διοικητικής ικανότητας μέσω της ανάπτυξης δεξιοτήτων και η διασφάλιση διαφάνειας, αντικειμενικότητας στη μέτρηση της απόδοσης και δικαιοσύνης στην αξιολόγηση αναδεικνύονται ως οι ισχυρότεροι μοχλοί ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας, ενώ η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη διαδικασία παραμένει κρίσιμο εμπόδιο για την αποδοχή του συστήματος. Παρά τους περιορισμούς που απορρέουν από το μέγεθος του δείγματος, το οποίο περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων, καθώς και από την τάση των συμμετεχόντων να αντιμετωπίζουν την αξιολόγηση ως ενιαίο σύστημα, γεγονός που δεν επιτρέπει πλήρη επιβεβαίωση της πολυδιάστατης θεωρητικής δομής, η μελέτη παρέχει ουσιαστικές ενδείξεις για τη βελτίωση των πολιτικών διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και μπορεί να αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση, τους φορείς χάραξης πολιτικής και τα διοικητικά στελέχη του δημόσιου τομέα. Συνολικά, αναδεικνύει την ανάγκη υιοθέτησης ενός ολοκληρωμένου, αξιόπιστου και δίκαιου συστήματος αξιολόγησης που θα συνδέει τη στοχοθεσία, την ανάπτυξη και την ανταμοιβή, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής, αξιοκρατικής και προσανατολισμένης στην απόδοση δημόσιας διοίκησης.This dissertation examines the evaluation of human resources in the Greek public sector as a strategic tool of governance and performance management, aiming to investigate its contribution to the effectiveness of public management. Through a combination of theoretical and empirical analysis, it assesses the current institutional framework (Law 4940/2022), highlighting both the strengths and the weaknesses of the existing system. The empirical research was conducted on a sample of 120 public employees and employed statistical analysis techniques to examine the relationships between key factors of the performance appraisal system (such as transparency, objectivity and fairness, goal setting as a basis for performance measurement, skills development, motivation and reward, employee participation, and trust in the system) and the perceived effectiveness of public management. The findings reveal that, although the new system incorporates modern principles of human resources management, its practical implementation remains limited. Establishing an effective system of performance-based incentives and fair rewards, strengthening administrative capacity through skills development, and ensuring transparency, objectivity, and fairness in performance evaluation emerge as the strongest drivers of effectiveness, while the lack of trust in the process remains a major barrier to system acceptance. Despite limitations related to the sample size, which restrict the generalizability of the results, and the observed convergence of responses around a single evaluative dimension, which constrains the empirical validation of the theoretical model, the study provides valuable insights for improving human resources management policies and can be utilized by government authorities, policy makers, and managerial staff in the public sector. Overall, it underscores the need for an integrated, reliable, and equitable performance appraisal system that aligns strategic and individual objectives, fosters employee development and empowerment, and links performance with reward, thereby contributing to a more effective, merit-based, and performance-oriented public management.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Διοικητική Επιστήμη και Δημόσιο Μάνατζμεν

    Residualization or de-commodification: an exploration of the transformative capacity of solidarity economy initiatives in the just energy transition

    No full text
    H παρούσα μελέτη διερευνά την μετασχηματιστική δυνατότητα των ενεργειακών κοινοτήτων (ΕΚ) στην Ελλάδα ως δυνάμει φορείς ενεργειακής δικαιοσύνης και δημοκρατίας. Μέσα από μία συγκριτική μελέτη περίπτωσης μίας από τα κάτω και μίας από τα πάνω εκκινούμενης ΕΚ, σκιαγραφούνται οι σχέσεις, αλληλεπιδράσεις, και αλληλεξαρτήσεις που καθορίζουν την επιτέλεση της ενεργειακής δικαιοσύνης και ιδιότητας του πολίτη εντός του τοπικού και δομικού συγκείμενου. Αξιοποιώντας μία θεμελιωμένη στα δεδομένα, κονστρουκτουβιστική μεθοδολογία μέσω ποιοτικών συνεντεύξεων και ανάλυσης εγγράφων, αναδεικνύονται οι λανθάνουσες παραδοχές στους λόγους και τις πρακτικές των ΕΚ και οι αντιφάσεις των εγχειρημάτων ανάμεσα σε εμπορευματοποίηση και κοινοτικοποίηση, καθολικότητα και υπολειμματική αναδιανομή, τοποθετώντας τα στο ευρύτερο συγκείμενο της δίκαιης ενεργειακής μετάβασης. Κεντρικό εύρημα είναι η αντιφατική φύση των ΕΚ καθώς παρουσιάζουν ταυτόχρονα τάσεις αφομοίωσης και αντίστασης στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα. Αποφεύγοντας δυιστικές τάσεις αντιμετώπισής τους, οι ΕΚ τοποθετούνται μέσα στην διττή αντιφατική δομή του καπιταλιστικού κράτους (οικο-)ευημερίας αναδεικνύοντας τες τόσο ως δυνάμει φορείς εκδημοκρατισμού και δικαιοσύνης όσο και εργαλεία αφομοίωσης και εμπορευματοποίησης. Από τη μία οι τάσεις εργαλειοποίησης και αφομοίωσης οριοθετούν τη μετασχηματιστική δυνατότητα των ΕΚ μέσω των νεοφιλελεύθερων αγοραιο-κεντρικών λογικών και των πρακτικών υπολειμματικής αναδιανομής περιορίζοντας την επίτευξη ενεργειακής δικαιοσύνης και δημοκρατίας. Από την άλλη, η ύπαρξη των ΕΚ ανοίγει τον χώρο για την πολιτικοποίηση της ενέργειας προ-εικονίζοντας κοινοτιστικές πρακτικές με βάση την αλληλέγγυα διαχείριση και την καθολική πρόσβαση. Η μελέτη συνεισφέρει στην αναδυόμενη βιβλιογραφία που εξετάζει την ενεργειακή μετάβαση ως εγγενώς κοινωνικο-πολιτική διαδικασία συναρτήσει σχέσεων εξουσίας και ευρύτερων μεταβολών στις διαδικασίες συσσώρευσης και αναδιανομής ευημερίας.This study explores the transformative capacity of energy communities (ECs) in Greece as potential agents of energy justice and democracy. Through a comparative analysis of top-down and bottom-up ECs, the study elucidates the relationships, interactions and interdependencies that determine how energy citizenship and justice are mobilized and actualized within a local and structural context. Utilizing a constructivist grounded qualitative methodology through interviews and document analysis, the study reveals the taken-for-granted assumptions within the discourses and practices of the ECs and explores the contradictions between commodification and communing, residual and universal redistribution, politicization and technocratic governance. Through this historicized and contextualized approach, the ECs are highlighted as contradictory spaces of contestation showcasing both cooptation and resistance to neoliberal governmentality. Going beyond dualistic tendencies, the ECs are situated within the dualistic and contradictory structure of the eco-welfare state highlighting their potentiality as both justice and democratization agents and instruments of cooptation and commodification. On the one hand, the instrumentalization and cooptation tendencies limit their transformative potential by constructing entrepreneurial subjectivities and imposing residual philanthropic redistribution. On the other hand, the existence of the initiatives opens up new spaces of contestation in which prefigurative imaginaries of energy as a commons are constructed. The study contributes to the emerging critical literature highlighting the just energy transition as an inherently socio-political process embedded in incumbent power relations and shifting accumulation processes and welfare (re-)distribution structures.Ανάλυση και Εφαρμογή Κοινωνικής Πολιτικής, κατεύθυνση Ανάλυση Κοινωνικής Πολιτική

    Το δίδαγμα της Λωζάνης

    No full text

    The peace movement in Greece during the 1980s

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το κίνημα ειρήνης στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1980, τοποθετώντας το στο διεθνές πλαίσιο της περιόδου. Η ελληνική περίπτωση μελετάται στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών μαζικών κινημάτων ενάντια στη «διπλή απόφαση» του ΝΑΤΟ το 1979, για εγκατάσταση πυραύλων Pershing II και Cruise, αλλά και υπέρ του αφοπλισμού και της αποπυρηνικοποίησης, την περίοδο όξυνσης του Ψυχρού Πολέμου. Παρ’ όλα αυτά, όπως προκύπτει από την έρευνα η μαζική παρουσία και έντονη δράση του κινήματος ειρήνης του ‘80 στην Ελλάδα, οφείλεται σε εθνικές, γεωγραφικές, ιδεολογικές και ιστορικές ιδιαιτερότητες του εγχώριου κινήματος, το οποίο συστήθηκε στη μετεμφυλιακή περίοδο με την ίδρυση της ΕΕΔΥΕ, με το κίνημα της δεκαετίας του ’80 να αποτελεί ώριμη συνέχεια των προηγούμενων δεκαετιών, με ισχυρή ιδεολογική και κοινωνική ταυτότητα. Τα σύμβολα και τα αιτήματα του παρελθόντος, όπως ο Νικηφορίδης, ο Λαμπράκης και οι διαρκείς αναφορές στις κινητοποιήσεις του παρελθόντος, ανανοηματοδοτούνται την περίοδο της Μεταπολίτευσης, όπου η ΕΕΔΥΕ ανασυστήνεται μετά τη Δικτατορία, και αποτελούν βασικό μοχλό κινητοποίησης την περίοδο μελέτης. Κύριο αίτημα για το ελληνικό κίνημα ήταν αυτό της απομάκρυνσης των ξένων στρατιωτικών βάσεων, το οποίο εντάθηκε από τις εμπειρίες της Δικτατορίας και του Κυπριακού, ενισχύοντας το αντιαμερικανικό και αντινατοϊκό υπόβαθρο του κινήματος. Η διεύρυνση του κινήματος τη δεκαετία του ’80, πλαισιώνεται από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αλλά και τη διάσπαση της άλλοτε πλατιάς ΕΕΔΥΕ, με τη σύσταση της ΑΚΕ και της ΚΕΑΔΕΑ. Παράλληλα, λαμβάνονται ποικίλες πρωτοβουλίες σχετικά με την ειρήνη, οδηγώντας σε μια έξαρση κοινωνικών κινημάτων. Η έρευνα αναδεικνύει τη δράση των τριών κινήσεων — ιδίως της ΕΕΔΥΕ, αλλά ακόμα της ΚΕΑΔΕΑ και της ΑΚΕ— και τονίζει τη σημασία των μορφών κινητοποίησης, όπως τις συγκεντρώσεις, τα Δεκαήμερα Ειρήνης, τις Μαραθώνιες Πορείες και τις Πορείες Ειρήνης, αλλά και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, που συνδύαζαν την πολιτική διεκδίκηση με την πολιτισμική έκφραση. Μέσα από την ανάλυση πρωτογενών και δευτερογενών πηγών, η εργασία παρουσιάζει το πεδίο δράσης του ελληνικού κινήματος ειρήνης την περίοδο μελέτης, αλλά και τις διεργασίες που χαρακτήρισαν αυτή του τη διεύρυνση. Ακόμα, τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν ανανοηματοδοτείται τη δεκαετία του ’80, μέσω της συλλογικής μνήμης και ταυτότητες, συνδέοντας τα αιτήματα του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον.This thesis examines the peace movement in Greece during the 1980s, placing it within the international context of the period. The Greek case is studied in relation to the European mass movements against NATO’s “double-track decision” of 1979, concerning the deployment of Pershing II and Cruise missiles, but also in support of disarmament and denuclearization, during the escalation of the Cold War. Despite this, as the research shows, the mass presence and intense activity of the peace movement of the 1980s in Greece can be attributed to national, geographical, ideological, and historical particularities of the domestic movement, which had been established in the post–civil war period with the foundation of EEDYE, with the 1980s movement being a mature continuation of previous decades, endowed with a strong ideological and social identity. The symbols and demands of the past, such as Nikiforidis, Lamprakis, and the constant references to previous mobilizations, were resemanticization during the Metapolitefsi (regime change) period, where the EEDYE was re-established after the Dictatorship, and became a key driving force for mobilization during the period under study. The central demand of the Greek movement was the removal of foreign military bases, which was intensified by the experiences of the Dictatorship and the Cyprus issue, reinforcing the anti-American and anti-NATO background of the movement. The expansion of the movement in the 1980s was framed by the rise of PASOK to power, but also by the split of the once broad EEDYE, leading to the creation of AKE and KEADEA. At the same time, various initiatives were undertaken concerning peace, leading to an upsurge of social movements. The research highlights the action of the three organizations — especially EEDYE, but also KEADEA and AKE — and emphasizes the significance of the forms of mobilization, such as rallies, the “Ten Days of Peace,” the Marathon Peace Marches, and other artistic events, which combined political claims with cultural expression. Through the analysis of primary and secondary sources, the thesis presents the field of action of the Greek peace movement during the period under study, as well as the processes that characterized its expansion. Furthermore, it demonstrates how the past was resemanticization in the 1980s through collective memory and identities, linking the past with the present and the future.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί

    The Management System of the European Union Cohesion Policy Programs: Co-financed Programs and the Recovery and Resilience Facility – The Case of the Technical Chamber of Greece

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών του Τμήματος Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης. Αντικείμενό της αποτελεί η εξέταση του συστήματος διαχείρισης των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων της πολιτικής συνοχής της ΕΕ, συγκρίνοντας τα παραδοσιακά προγράμματα ΕΣΠΑ με τα έργα του ΤΑΑ και εστιάζοντας στον ρόλο του ΤΕΕ ως ενδιάμεσου φορέα εφαρμογής, με στόχο την αποτίμηση της συμβολής του στην προώθηση του στόχου της ΕΕ για οικονομική και κοινωνική σύγκλιση μεταξύ των κρατών – μελών της. Η εργασία βασίζεται σε βιβλιογραφική ανασκόπηση, μελέτη σχετικής αρθρογραφίας και νομοθεσίας και των επ’ αυτών σχετικών εκθέσεων κυρίως από θεσμικούς φορείς, όπως την ΕΕ και το Υπουργείο Οικονομικών. Μέσω της ανάλυσης αυτής επιδιώκεται η απάντηση σε δύο βασικά ερευνητικά ερωτήματα. Αφενός πώς συγκρίνεται η αποτελεσματικότητα των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων και των έργων του ΤΑΑ και αφετέρου ποια είναι η συνεισφορά του ΤΕΕ στην επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων πολιτικής συνοχής. Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι το ΤΑΑ παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα σε ό,τι αφορά την ταχύτητα και την ευελιξία υλοποίησης, σε σύγκριση με τα πιο αυστηρά δομημένα και γραφειοκρατικά προγράμματα του ΕΣΠΑ. Παρόλα αυτά, η πολυπλοκότητα της ελληνικής νομοθεσίας και οι διοικητικές διαδικασίες παραμένουν τροχοπέδη για την αποτελεσματική απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι τα έργα που υλοποιούνται μέσω της συμβολής του ΤΕΕ έχουν υψηλό κοινωνικό αντίκτυπο, ενισχύοντας την περιφερειακή ανάπτυξη και μειώνοντας ανισότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της πολιτικής συνοχής. Συμπερασματικά, η εργασία συμβάλλει στην κατανόηση της λειτουργίας και των διαφορών μεταξύ των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, ενώ αναδεικνύει την κρίσιμη σημασία των ενδιάμεσων φορέων όπως το ΤΕΕ στην επιτυχή διαχείριση των σχετικών προγραμμάτων και στην ενίσχυση της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής.The current thesis was conducted within the framework of the Postgraduate Program of the Department of Economic and Regional Development. Its subject is the examination of the management system of co-financed programs of the EU's Cohesion Policy, through a comparison between traditional NSRF programs and projects financed by the RRF, with a particular focus on the role of the Technical Chamber of Greece as an intermediary implementing body. The objective is to assess contribution of the Technical Chamber of Greece to promoting the EU’s goal of economic and social convergence among member states. The research is based on a literature review, the study of relevant articles and legislation, as well as official reports primarily issued by institutional bodies such as the EU and the Greek Ministry of Finance. Through this analysis, the thesis seeks to answer two main research questions: firstly, how the effectiveness of traditional co-financed programs compares to that of RRF-funded projects, and secondly, what role Technical Chamber of Greece plays in achieving the EU’s cohesion policy objectives. The findings reveal that the RRF demonstrates significant advantages in terms of speed and flexibility of implementation, compared to the more rigid and bureaucratic structure of the NSRF programs. Nevertheless, the complexity of Greek legislation and administrative procedures continues to hinder the efficient absorption of available resources. Moreover, it is found that the projects implemented with the involvement of the Technical Chamber of Greece have a substantial social impact, contributing to regional development and reducing inequalities, in line with the aims of cohesion policy. In conclusion, the dissertation enhances the understanding of the operational differences between EU funding mechanisms and highlights the critical role of intermediary bodies such as the Technical Chamber of Greece in the successful management of relevant programs and in strengthening social and economic cohesion.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Αστικής και Περιφερειακής Ανάπτυξη

    Η γραμμική γραφή Β' είναι αλφαβητική

    No full text

    Conditions and procedures for the reception of asylum seekers in the context of the new European Pact on Immigration and Asylum

    No full text
    Η εν θέματι εργασία εξετάζει το θεσμικό πλαίσιο των αιτούντων διεθνή προστασία βάσει της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Πιο συγκεκριμένα, αναλύει τις διαδικασίες και τις συνθήκες υποδοχής των υπηκόων τρίτων χωρών και των ανιθαγενών που υποβάλλουν αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας σε κράτη μέλη της Ε.Ε. Το πεδίο αυτό ρυθμιζόταν έως πρότινος με την ευρωπαϊκή οδηγία 2013/33/ΕΕ, ενώ με το νέο ευρωπαϊκό σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο αναδιατυπώθηκε με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1346 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 2024 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία. Η σύγκριση των δύο οδηγιών σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή αιτούντων διεθνή προστασία εστιάζεται στις σημαντικότερες διαφορές, αναλύοντας την προηγούμενη πρόβλεψη, αυτή που εισάγεται με τη νέα οδηγία και σχολιάζοντας τις γενεσιουργούς αιτίες των αλλαγών και τα μελλοντικά αποτελέσματα αυτών. Κατόπιν, πραγματοποιείται μια επισκόπηση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) σχετικά με την προϊσχύσασα οδηγία (2013/33/ΕΕ) σε μια προσπάθεια να αναδειχθούν τα σημεία από τα οποία ανέκυψαν οι περισσότερες δικαστικές διαφορές, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο η νέα ενωσιακή νομοθεσία ήλθε να τα βελτιώσει. Περεταίρω, εξετάζεται ο Κανονισμός 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 2024 για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα, καθώς αυτός εφαρμόζεται από κοινού με τη νέα οδηγία σχετικά τις απαιτήσεις για τις συνθήκες υποδοχής, στο μέτρο που ο έλεγχος διαλογής αφορά σε υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν υποβάλλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας. Στο τελευταίο κεφάλαιο συνοψίζονται τα συμπεράσματα και οι προβλέψεις για το μέλλον υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στις μεταναστευτικές ροές προς την ευρωπαϊκή ήπειρο.This paper examines the institutional framework of applicants for international protection under European Union (EU) legislation. More specifically, it analyses the procedures and conditions for the reception of third-country nationals and stateless people applying for international protection in EU Member States. This field was until recently regulated by European Directive 2013/33/EU, while with the new European Pact on Immigration and Asylum it was reformulated by Directive (EU) 2024/1346 of the European Parliament and of the Council of 14 May 2024 on standards for the reception of applicants for international protection. The comparison of the two Directives on the requirements for the reception of applicants for international protection focuses on the most important differences, analysing the previous provision, the one introduced by the new Directive and commenting on the drivers of the changes and their future effects. Then, an overview of the case law of the Court of Justice of the European Union (CJEU) on the previous directive (2013/33/EU) is carried out in an attempt to highlight the points from which most of the litigation arose, but also the way in which the new EU legislation came to improve them. Further, Regulation 2024/1356 of the European Parliament and of the Council of 14 May 2024 establishing a mechanism for the screening of third-country nationals at the external borders is examined, as it applies jointly with the new Directive on reception conditions requirements, insofar as the screening concerns third-country nationals who have applied for international protection. The final chapter summarises the conclusions and the outlook for the future in the light of the latest developments in migration flow towards the European continent.Ανάλυση και Εφαρμογή Κοινωνικής Πολιτικής, κατεύθυνση Ανάλυση Κοινωνικής Πολιτική

    0

    full texts

    23,027

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇