Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Max Stirner and anarchism
Η παρούσα εργασία εξετάζει συνοπτικά τις βασικές θέσεις της φιλοσοφίας του Max Stirner και τη σχέση τους με τον αναρχισμό. Αρχικά παρουσιάζονται κεντρικές έννοιες της σκέψης του, ενώ στη συνέχεια ακολουθεί συγκριτική μελέτη με τον κλασικό αναρχισμό. Έπειτα αναλύεται η σύνδεση του Στίρνερ με τον ατομικιστικό αναρχισμό, αναδεικνύοντας τις θεωρητικές συγγένειες και αποκλίσεις. Τέλος, διατυπώνονται συμπεράσματα σχετικά με το πώς η σκέψη του Stirner θα μπορούσε να συμβάλει γόνιμα στη σύγχρονη αναρχική θεωρία.This thesis briefly examines the main positions of Max Stirner’s philosophy and their relation to anarchism. It first outlines key elements of his thought, followed by a comparative analysis with classical anarchism. The study then explores the connection between Stirner and individualist anarchism, highlighting both affinities and differences. Finally, conclusions are drawn regarding how Stirner’s ideas could contribute to contemporary anarchist theory.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ
Populism and foreign policy: a comparative study of Marine Le Pen’s and Jean-Luc Mélenchon’s positions on Russia
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο και τη θέση της Ρωσίας στον πολιτικό λόγο του δεξιού και αριστερού λαϊκισμού στη Γαλλία, εστιάζοντας συγκριτικά στις αφηγήσεις της Μαρίν Λεπέν και του Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Αφετηρία της έρευνας αποτελεί η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη και η αυξανόμενη επιρροή του στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, καθώς και η σημασία της ουκρανικής κρίσης ως πεδίου αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης. Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα είναι το πώς οι δύο πολιτικοί ηγέτες πλαισιώνουν τη Ρωσία στον λόγο τους και με ποιους τρόπους οι ιδεολογικές τους ταυτότητες επηρεάζουν τις σχετικές τους τοποθετήσεις.
Η εργασία υιοθετεί ποιοτική ανάλυση περιεχομένου, βασίζεται στη συγκριτική εξέταση πολιτικών προγραμμάτων, ομιλιών, συνεντεύξεων, δημόσιων δηλώσεων και γραπτών παρεμβάσεων των δύο ηγετών κατά την περίοδο 2012–2022, και οργανώνεται γύρω από τέσσερις χρονικές τομές: τις προεδρικές εκλογές του 2012, του 2017 και του 2022, καθώς και το 2014 ως έτος καμπής στις σχέσεις Ρωσίας-Δύσης. Η Γαλλία επιλέγεται ως μελέτη περίπτωσης λόγω της ισχυρής παρουσίας λαϊκιστικών κομμάτων και στα δύο άκρα του ιδεολογικού φάσματος καθώς και της κεντρικής της θέσης στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι, παρά τις σημαντικές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ δεξιού και αριστερού λαϊκισμού, η Ρωσία λειτουργεί και για τους δύο ως εναλλακτικός πόλος απέναντι στη δυτική ηγεμονία. Ωστόσο, οι λόγοι αυτής της στάσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς: στο λόγο της Μαρίν Λεπέν, η Ρωσία προβάλλεται ως φορέας εθνικής κυριαρχίας, κρατικής ισχύος και παραδοσιακών, συντηρητικών αξιών, ενώ ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν εντάσσει τη Ρωσία σε έναν ευρύτερο αντιιμπεριαλιστικό και αντιδυτικό λόγο, όχι ως θετικό πρότυπο, αλλά ως στοιχείο ενός διεθνούς συστήματος που οφείλει να απεξαρτηθεί από την αμερικανική μονοκρατορία. Μετά το 2022, και οι δύο προβαίνουν σε ρητορικές αναπροσαρμογές χωρίς πλήρη ρήξη με τις προγενέστερες θέσεις τους. Συμπερασματικά, η εργασία δείχνει ότι ο λαϊκισμός, αν και λειτουργεί ως κοινό πλαίσιο αναφοράς, δεν παράγει ομοιογενή εξωτερική πολιτική. Αντιθέτως, οι «παχιές» ιδεολογίες της δεξιάς και της αριστεράς καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία αξιοποιείται ως εργαλείο πολιτικής νοηματοδότησης για την αμφισβήτηση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, με πιθανές σημαντικές συνέπειες για τη γαλλική εξωτερική πολιτική και ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας.This thesis examines the role and position of Russia in the political discourse of right-wing and left-wing populism in France, focusing comparatively on the narratives of Marine Le Pen and Jean-Luc Mélenchon. The starting point of the research is the rise of populism in Europe and its increasing influence on shaping foreign policy, as well as the significance of the Ukrainian crisis as a field of confrontation between Russia and the West. The central research question is how the two political leaders frame Russia in their discourse and in what ways their ideological identities influence their related positions.
The study adopts qualitative content analysis, based on a comparative examination of political programs, speeches, interviews, public statements, and written interventions of the two leaders during the period 2012–2022. It is organized around four key moments: the presidential elections of 2012, 2017, and 2022, as well as 2014 as a turning point in Russia-West relations. France is chosen as a case study due to the strong presence of populist parties on both ends of the ideological spectrum and its central role in European foreign policy.
The findings demonstrate that, despite significant ideological differences between right-wing and left-wing populism, Russia functions for both as an alternative pole against Western hegemony. However, the reasons for this stance differ substantially: in Marine Le Pen’s discourse, Russia is portrayed as a bearer of national sovereignty, state power, and traditional conservative values, while Jean-Luc Mélenchon situates Russia within a broader anti-imperialist and anti-Western rhetoric—not as a positive model, but as an element of an international system that must free itself from American hegemony. After 2022, both leaders adjust their rhetoric without a complete break from their previous positions. In conclusion, the study shows that populism, although serving as a common frame of reference, does not produce a homogeneous foreign policy. On the contrary, the “thick” ideologies of the right and left shape the way Russia is used as a tool of political meaning-making to challenge the EU and NATO, with potentially significant implications for French foreign policy and European security policy.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ
Implementation of national goals for social integration of migrants at the local level: interventions and advocacy within the framework of Migrant Integration Centers
Η Ελλάδα έχει βιώσει τόσο την εμφάνιση και εξέλιξη όσο και τις συνέπειες της εξωτερικής μετανάστευσης στη πορεία της νεότερης και σύγχρονης ύπαρξής της, μεταβάλλοντας τη κατανομή του πληθυσμού στο εσωτερικό της. Οι μεταναστευτικές ροές επηρέασαν διττά την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, τη σύσταση του εργατικού δυναμικού, τη δημογραφική και χωρική της δομή, με πολλές μελέτες να διατυπώνουν ανισότητες και διακρίσεις στην άσκηση των κοινωνικών τους δικαιωμάτων. Η Πολιτεία τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζει έντονα τη μεγάλη σημασία που έχει η μετάθεση της αρμοδιότητας χάραξης πολιτικών κοινωνικής ένταξης μεταναστών στο τοπικό επίπεδο διακυβέρνησης, δρώντας συμπληρωματικά στις εθνικές στρατηγικές ένταξης. Ο σύγχρονος ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μέσω του θεσμικού της μετασχηματισμού, καλείται να δράσει για την επιτυχή ένταξη των μεταναστευτικών της πληθυσμών στις τοπικές κοινωνίες, μέσω του Κέντρου Ένταξης Μεταναστών.
Η παρούσα εργασία διερευνά, μέσω της ποιοτικής έρευνας, την υλοποίηση των εθνικών πολιτικών κοινωνικής ένταξης μεταναστών, μέσω των Κέντρων Ένταξης Μεταναστών σε δύο περιοχές της Αττικής. Μελετά τις παρεμβάσεις, τις υπηρεσίες που παρέχει και τους παράγοντες που τις επηρεάζουν. Επίσης, εξετάζει την εφαρμογή της συνηγορίας, ως επιπρόσθετου μέσου προώθησης της κοινωνικής ένταξης των μεταναστών στη τοπική κοινωνία.Greece has experienced both the emergence and evolution as well as the consequences of international migration in the course of its modern and contemporary existence in a two-way manner, changing the distribution of the population within it. Migration flows have had a double impact on the development of the Greek economy, the composition of the workforce and its demographic and spatial structure, with many studies expressing inequalities and discrimination in the exercise of their social rights. In recent years, the State has strongly recognized the great importance of transferring the responsibility for formulating social integration policies for migrants to the local level of governance, acting in a complementary manner to national integration strategies. The modern role of Local Government, through its institutional transformation, is called upon to act for the successful integration of its migrant populations into local societies, through the Migrant Integration Centers.
This paper explores, through qualitative research, the implementation of national policies for social integration of migrants, through the Migrant Integration Center in two regions of Attica. Studies the interventions, the services provided and the factors that influence them. Also, examines the application of advocacy as an additional means of promoting social integration of migrants in the local society.Δι-Ιδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Κοινωνικά Δικαιώματα και Συνηγορία στις Κοινωνικές Υπηρεσίες
Social reintegration of drug addicted offenders: good practices from the European and international context
Κάθε σύγχρονη κοινωνία οφείλει να παρέχει ευκαιρίες και εφόδια για την προσωπική ανάπτυξη των πολιτών της. Οι τοξικοεξαρτημένοι παραβάτες, ως μέλη της κοινωνίας, χρήζουν ιδιαίτερης φροντίδας και υποστήριξης, για την ομαλή ενσωμάτωσή τους στο κοινωνικό σύνολο. Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί μέσω ειδικά διαρθρωμένων προγραμμάτων κοινωνικής επανένταξης. Στην παρούσα μελέτη, επιχειρείται η ανάδειξη της σημασίας των προγραμμάτων αυτών, ιδίως για εκείνους τους παραβάτες που αντιμετωπίζουν και προβλήματα τοξικοεξάρτησης, προκειμένου να διευκολυνθεί η κοινωνική τους ενσωμάτωση και να αντιμετωπιστούν οι πολλαπλές προκλήσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν. Το θέμα αναλύεται μέσω της συστηματικής εξέτασης της ελληνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας, της παρουσίασης εμπειρικών δεδομένων και της ανάδειξης συγκεκριμένων πρακτικών που έχουν δείξει θετικές προοπτικές, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Η μελέτη αυτή αναδεικνύει τις διεθνείς και ευρωπαϊκές καλές πρακτικές και τα προγράμματα κοινωνικής επανένταξης που έχουν αποδειχθεί πως επιφέρουν θετικά αποτελέσματα. Πρόκειται για μέτρα που εφαρμόζονται είτε κατά τη διάρκεια της έκτισης ποινής, είτε μετά την αποφυλάκιση, συνδυάζοντας τη θεραπεία της τοξικοεξάρτησης με ολοκληρωμένες στρατηγικές κοινωνικής επανένταξης. Επίσης, ορισμένες χώρες υιοθετούν νομοθεσίες που επιτρέπουν την παρακολούθηση αυτών των προγραμμάτων αντί της φυλάκισης, λαμβάνοντας υπόψη τις αρνητικές ψυχοκοινωνικές συνέπειες του εγκλεισμού. Κεντρικό ρόλο στην αποτελεσματικότητα των στρατηγικών αυτών προκύπτει ότι έχει η ανάπτυξη εργασιακών και κοινωνικών δεξιοτήτων, οι οποίες συμβάλλουν στη μείωση του κινδύνου υποτροπής και στην ενίσχυση της αποχής από τα ναρκωτικά. Τέλος, η επιτυχία αυτών των προγραμμάτων φαίνεται να εξαρτάται από τη συνεργασία μεταξύ δημόσιων φορέων και τοπικών κοινοτήτων, διασφαλίζοντας την πλήρη κοινωνική ένταξη των πρώην τοξικοεξαρτημένων, υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν ενεργά να συμμετάσχουν στη διαδικασία.Every modern society must provide opportunities and resources for the personal development of its citizens. Drug-addicted offenders, as members of society, require special care and support for their social reintegration into the social fabric. This goal can be achieved through specially structured social reintegration programs. This study aims to highlight the importance of these programs, especially for those offenders facing drug addiction problems, in order to facilitate their social integration and address the multiple challenges they may face. The topic is examined through a systematic review of Greek and foreign literature, the presentation of empirical data and the identification of specific practices that have shown positive results both at the European and international levels.
This study highlights international and European best practices and social reintegration programs that have proven to yield positive results. These measures are implemented either during the period of incarceration or after release from prison, combining substance abuse treatment with comprehensive strategies for social reintegration. Moreover, certain countries have enacted legislation that enables individuals to participate in such programs as an alternative to imprisonment, recognizing the adverse psychosocial effects associated with incarceration. A central role in the effectiveness of these strategies has been identified in the development of work and social skills, which contribute to reducing the risk of recidivism and strengthening abstinence from drugs. Finally, the success of these programs appears to depend on the collaboration between public institutions and local communities, ensuring the full social integration of former drug addicts, provided they actively wish to participate in the process.ΠΜΣ Εγληματολογί
The dialogue between the CJEU and ECHR through the example of the European arrest warraThe dialogue between the CJEU and ECHR through the example of the European arrest warrantn
Στην παρούσα διπλωματική εργασία, θα εξεταστεί το φαινόμενο του «διαλόγου των δικαστών», και συγκεκριμένα η εμφάνιση του φαινομένου αυτού στον ευρω-ενωσιακό χώρο και ιδίως μεταξύ του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Θα επιχειρηθεί μία αναδρομή στις ρίζες του δια-δικαιοδοτικού διαλόγου μεταξύ του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ιδίως στην υπ’ αριθμόν 2 Δήλωση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης και στη Γνωμοδότηση 2/13. Ακολούθως, θα αναλυθούν τα χαρακτηριστικά αυτού του δια-δικαιοδοτικού διαλόγου, η συντονιστική αλλά και η απορρυθμιστική του λειτουργία.
Στη συνέχεια θα γίνει μία εκτενής ανάλυση της νομολογίας μεταξύ του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης επί τη βάσει των παραπομπών ή αναφορών εκάστου δικαστηρίου στη νομολογία του άλλου και θα αναδειχθούν οι δύο βασικές διαστάσεις-λειτουργίες του διαλόγου αυτού, ήτοι αφενός αναφορικά με την ερμηνεία του κανονιστικού νοήματος ενός δικαιώματος καθ' αυτού όπως κατοχυρώνεται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ή/και στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αφετέρου αναφορικά με τα όρια του δικαστικού ελέγχου επί της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων από την αρχή εκτέλεσης ενός Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δηλαδή εάν στο κράτος έκδοσης διασφαλίζονται οι εγγυήσεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ή/και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Τέλος, θα γίνει αναφορά στο δίλημμα επιλογής που αντιμετωπίζει ο εθνικός δικαστής στην περίπτωση αποκλίσεων και στην επιταγή ομοιογένειας της παραγράφου 3 του άρθρου 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ως λύση για την αποφυγή νομολογιακών αποκλίσεων μεταξύ των δύο δικαστηρίων.This thesis will examine the phenomenon of the “dialogue of judges”, and specifically the emergence of this phenomenon in the European and Union legal order and in particular between the Court of Justice of the European Union and the European Court of Human Rights. An attempt will be made to look back to the roots of the inter-judicial dialogue between the Court of Justice of the European Union and the European Court of Human Rights and in particular to the Declaration No. 2 of the Intergovernmental Conference and Opinion 2/13. Subsequently, the characteristics of this inter-judicial dialogue, its coordinating and deregulatory function will be analyzed.
An extensive analysis of the case law between the Court of Justice of the European Union and the European Court of Human Rights on the European Arrest Warrant will then be made on the basis of the references of each court to the other in its judicial decisions and the two basic dimensions-functions of this dialogue will be highlighted, namely on the one hand regarding the interpretation of the normative meaning of a right as such, which is provided for in the Charter of Fundamental Rights and/or in secondary EU law and in the European Convention on Human Rights and on the other hand regarding the limits of judicial review of the protection of fundamental rights by the authority executing a European Arrest Warrant, namely whether the guarantees of the Charter of Fundamental Rights and/or the European Convention on Human Rights are ensured in the issuing state.
Finally, reference will be made to the choice dilemma faced by the national judge and to the homogeneity requirement of paragraph 3 of Article 52 of the Charter of Fundamental Rights as a solution to avoid jurisprudential divergences between the two courts.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο και Πολιτικ
Πολιτικές, φεμινιστικά κινήματα και διεκδικήσεις για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών: συγκριτική μελέτη σε ευρωπαϊκές χώρες για την ενδοοικογενειακή βία
Η παρούσα μελέτη εξετάζει κατά πόσο οι πολιτικές που εφαρμόζονται για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών —ιδίως της ενδοοικογενειακής βίας— συγκλίνουν μεταξύ δέκα ευρωπαϊκών χωρών (εννέα κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου). Παράλληλα, διερευνά τη συμβολή του φεμινιστικού κινήματος στην ανάπτυξη αυτών των πολιτικών. Κεντρικός στόχος είναι η ανίχνευση των ιστορικών σταδίων εξέλιξης των μέτρων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών. Η έρευνα συνδυάζει βιβλιογραφική ανασκόπηση, συγκριτική ανάλυση εθνικών πολιτικών και ποιοτικές συνεντεύξεις με τη συμμετοχή εκπροσώπων γυναικείων οργανώσεων, φεμινιστικών ομάδων και ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται κατά της έμφυλης βίας. Αυτή η πολυεπίπεδη προσέγγιση επιδιώκει να εμβαθύνει στην κατανόηση της συνεργασίας μεταξύ των γυναικείων οργανώσεων και των κρατικών θεσμών. Τα ευρήματα δείχνουν γενική σύγκλιση στα θεσμικά πλαίσια πολιτικής των δέκα χωρών, αν και παραμένουν σημαντικές διαφορές ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη συνεργάζονται, υποστηρίζουν και χρηματοδοτούν τις γυναικείες οργανώσεις. Οι βόρειες και δυτικές ευρωπαϊκές χώρες (Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Σουηδία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο) παρουσιάζουν ισχυρότερες παραδόσεις συνεργασίας, με το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία να επιδεικνύουν μακροχρόνιες σχέσεις μεταξύ καταφυγίων, τοπικών φεμινιστικών ομάδων και του κράτους. Αντίθετα, η Ελλάδα, η Πολωνία και η Ουγγαρία εμφανίζουν ασθενέστερη κυβερνητική συνεργασία, ενώ στις δύο τελευταίες παρατηρείται οργανωμένη αντίσταση του κράτους απέναντι στις γυναικείες ΜΚΟ. Μέσα από συγκριτική ανάλυση και συνεντεύξεις, η μελέτη αναδεικνύει τις κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οργανώσεις γυναικών, εντοπίζει κενά πολιτικής σε κάθε χώρα, αξιολογεί την επιρροή των ευρωπαϊκών και διεθνών πλαισίων, και προσφέρει μια εικόνα για το πώς οι ίδιες οι οργανώσεις αντιλαμβάνονται τις τρέχουσες εξελίξεις και προκλήσεις που αντιμετωπίζει το φεμινιστικό κίνημα σήμερα.This study examines whether the policies implemented to combat violence against women—particularly domestic violence—converge across ten European countries (nine EU member states and the United Kingdom). It also explores the contribution of the feminist movement to the development of these policies. A key objective is to trace the historical stages in the evolution of measures addressing violence against women. The research combines a bibliographic review, a comparative analysis of national policies, and qualitative interviews involving representatives from women’s organisations, feminist groups, and NGOs working against gender-based violence. This multi-level approach aims to deepen understanding of the cooperation between women’s NGOs and state institutions. Findings indicate a general convergence in policy frameworks across the ten countries, though significant disparities remain in how governments cooperate with, support, and fund women’s organisations. Northern and Western European countries (Finland, France, Germany, Ireland, Sweden, Spain, and the UK) display stronger traditions of collaboration, with the UK, Ireland, Sweden, and Finland showing long-standing partnerships between shelters, grassroots groups, and the state. In contrast, Greece, Poland, and Hungary demonstrate weaker governmental cooperation, and in the latter two, women’s NGOs have faced government-led resistance. Through comparative analysis and interviews, the study highlights key challenges facing women’s organisations, identifies policy gaps in each country, evaluates the influence of European and international frameworks, and offers insights into how these organisations perceive the evolving dynamics and challenges confronting the feminist movement today
The anti-venizelist governments (1915-1917)
Η παρούσα εργασία πραγματεύεται την πολιτική που άσκησαν οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα την περίοδο 1915-1917. Πρόκειται για την περίοδο που αποτελεί την απαρχή του Εθνικού Διχασμού, δηλαδή της σύγκρουσης του αρχηγού του Κόμματος των Φιλελευθέρων Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά της Ελλάδας Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με τη συμμετοχή ή μη της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο· σύγκρουσης η οποία δίχασε την ελληνική κοινωνία (και την επικράτεια) σε δύο κόσμους: τον βενιζελικό και τον αντιβενιζελικό. Η εργασία αυτή, ειδικότερα, επικεντρώνεται αφ’ενός στη μελέτη της εξωτερικής πολιτικής που άσκησαν οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις της συγκεκριμένης περιόδου και αφ’ετέρου στη μελέτη του τρόπου με τον οποίον αντιμετώπισαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Σκοπός της εργασίας είναι η κατανόηση των επιχειρημάτων των αντιβενιζελικών υπέρ της ουδετερότητας, η ανάδειξη της εξάρτησης των κυβερνήσεων από το Στέμμα, καθώς και της αλλαγής, η οποία συνέβη στην εσωτερική πολιτική σκηνή με τη χρήση της βίας ως μέσου επιβολής πολιτικών απόψεων. Η εργασία αυτή στηρίχθηκε στη μελέτη του ελληνικού Τύπου της εποχής, των πρακτικών της Ελληνικής Βουλής, των απομνημονευμάτων-ημερολογίων των πρωταγωνιστών (και γενικά ανθρώπων που έζησαν από κοντά τα γεγονότα), καθώς και στη μελέτη της δευτερογενούς βιβλιογραφίας.This study examines the policy implemented by the anti-Venizelist governments in Greece during the period of 1915-1917. This period marks the beginning of the National Division, which refers to the conflict between the leader of the Liberal Party, Eleftherios Venizelos, and King Constantine I of Greece over the country’s involvement in the First World War. This confrontation polarized Greek society (and its territory) into two opposing factions: the Venizelists and the anti-Venizelists. The present work focuses primarily on two interrelated areas: first, the analysis of the foreign policy implemented by the anti-Venizelist governments during this critical juncture; and second, the examination of their approach toward political dissent and opposition. The objective is to elucidate the rationale behind the anti-Venizelist advocacy for neutrality, to highlight the dependence of governments on the Crown, as well as the transformation that occurred within the domestic political landscape, particularly the legitimization of violence as a means of enforcing political agendas. This study is based on the examination of contemporary Greek press sources, the proceedings of the Hellenic Parliament, the memoirs and diaries of key figures (as well as individuals who experienced the events firsthand), and a critical review of the relevant secondary literature.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
Fake news in the 20th and 21st century: the evolution of fake news from the 1980s to the present
Η ψηφιακή εποχή έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο διάδοσης των ψευδών ειδήσεων, με τα κοινωνικά δίκτυα να γίνονται οι κύριες πηγές πληροφόρησης, παραμερίζοντας τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Αν και οι ψευδείς ειδήσεις δεν είναι καινούριο φαινόμενο, η σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα διευκολύνει την ανεξέλεγκτη διασπορά τους, προκαλώντας προβληματισμούς για την αξιοπιστία των πληροφοριών. Αυτή η εργασία σκοπό έχει να διερευνήσει την ιστορική πορεία των ψευδών ειδήσεων από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα, εστιάζοντας στις συνέπειες τους για την κοινωνία.
Στην αρχή, οι ψευδείς πληροφορίες διασκορπίζονταν κυρίως από τα παραδοσιακά μέσα όπως η τηλεόραση και οι εφημερίδες, όπου η επαλήθευση των πληροφοριών ήταν πιο εφικτή λόγω αυστηρών διαδικασιών.
Ωστόσο, με την εμφάνιση του διαδικτύου τη δεκαετία του 1990, η κατάσταση άλλαξε, διευκολύνοντας την ταχεία διάδοση των παραπλανητικών ειδήσεων. Στη συνέχεια, κατά την δεκαετία του 2000, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έδωσαν τη δυνατότητα στους χρήστες να δημοσιεύουν και να διαδίδουν πληροφορίες χωρίς περιορισμούς, γεγονός που αύξησε την ταχύτητα εξάπλωσης των ψευδών ειδήσεων.
Η περίοδος μετά το 2010, με σημαντικά γεγονότα όπως οι εκλογές του 2016 και η πανδημία COVID-19, αναδείχθηκε κρίσιμη για την κατανόηση των επιπτώσεων των ψευδών ειδήσεων, οδηγώντας σε κοινωνικές διαιρέσεις και αμφιβολίες για τα ΜΜΕ.
Η εργασία τονίζει τη σημασία της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης κριτικής σκέψης στο κοινό, καθώς και την ανάγκη για πιο αυστηρούς κανόνες στα ψηφιακά μέσα, προκειμένου να μειωθεί η παραπληροφόρηση και να διατηρηθεί η ακεραιότητα της δημόσιας σφαίρας.The digital age has fundamentally transformed the dissemination of fake news, with social media emerging as the primary sources of information. While false news is not a new phenomenon, the current digital reality facilitates their unchecked spread, raising concerns about the reliability of information. This paper aims to explore the historical trajectory of fake news from the 1980s to the present, focusing on its societal consequences.
Initially, false information was primarily disseminated through traditional media such as television and newspapers, where verifying information was more feasible due to strict procedures. However, with the advent of the internet in the 1990s, the situation changed, allowing for the rapid spread of misleading news.
Subsequently, during the 2000s, social media enabled users to publish and share information without restrictions, significantly increasing the speed at which fake news spread.
The period after 2010, marked by significant events like the 2016 elections and the COVID-19 pandemic, proved critical for understanding the impacts of fake news, leading to social divisions and skepticism towards the media.
The paper emphasizes the importance of educating the public and developing critical thinking, as well as the need for stricter regulations on digital platforms to reduce misinformation and maintain the integrity of the public sphere.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Κοινωνία της Πληροφορίας, Μέσα και Τεχνολογί