Panteion University

Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Not a member yet
    23027 research outputs found

    "Conspiracism and anti-immigration discourse: The cases of Elliniki Lysi, Spartiates and Niki"

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία ασχολείται με τον συνωμοσιολογικό αντιμεταναστευτικό λόγο των τριών κομμάτων της άκρας δεξιάς που εκπροσωπούνται στην Βουλή των Ελλήνων μετά της εκλογές του Ιουνίου του 2023, την Ελληνική Λύση, τους Σπαρτιάτες και τη Νίκη. Οι πηγές που χρησιμοποιούνται είναι τα δελτία τύπου των κομμάτων, τα προγράμματα και οι θέσεις τους και, τέλος, λόγοι που έχουν εκφωνήσει οι αρχηγοί τους στην Βουλή των Ελλήνων σχετικά με το μεταναστευτικό ζήτημα. Διερευνώνται οι τρόποι με τους οποίους συγκροτείται ο συνωμοσιολογικός αντιμεταναστευτικός λόγος αυτών των κομμάτων καθώς και αν υπάρχει σχέση μεταξύ της έντασης του συνωμοσιολογικού λόγου και των (πραγματικών ή επινοημένων) αιτιών και συνεπειών της μετανάστευσης που εντοπίζονται στον λόγο αυτών των τριών κομμάτων. Ένα τελευταίο ζήτημα που απασχολεί την εργασία είναι η ύπαρξη διαφορών στον συνωμοσιολογικό λόγο μεταξύ διαφορετικών τύπων κομμάτων της άκρας δεξιάς. Για την πραγμάτευση του θέματος γίνεται μια εισαγωγή σε ορισμένες κρίσιμες έννοιες, αυτές της άκρας δεξιάς, του λαϊκισμού και των θεωριών συνωμοσίας. Έπειτα γίνεται μια σύντομη αναφορά στην πορεία των τριών κομμάτων και ύστερα αναλύονται τα προγράμματά τους, τα δελτία τύπου και οι λόγοι των αρχηγών τους. Κεντρική στην κωδικοποίηση των πηγών είναι η διάκριση μεταξύ βαθμών υπαινικτικότητας του συνωμοσιολογικού λόγου. Ερευνάται η πιθανή εμφάνιση μοτίβων μεταξύ της έντασης του συνωμοσιολογικού λόγου και του περιεχομένου της αντιμεταναστευτικής ρητορικής. Τέλος, παρουσιάζονται τα συμπεράσματα της εργασίας και ορισμένα σχόλια σχετικά με τις δυνατές κατευθύνσεις που μπορεί να πάρει μελλοντική έρευνα.This thesis deals with the conspirational anti-immigration discourse of the three far-right parties that entered the Parliament of Greece after the elections of June 2023, namely Ellinii Lysi, Spartiates and Niki. The sources used are the parties press releases, their programs and their policy positions and speeches regarding the issue of immigration delivered in the parliament by their leaders. The thesis explores the ways in which conspirational anti-immigration discourse is constructed, as well as whether there is a relationship between the intensity of conspiracy discourse and the (real or imagined) causes and effects of immigration that can be found in the discourse of these three parties. A final issue that the thesis deals with is whether there are differences in the conspirational discourse between different types of far-right parties. In order to approach the subject, there is an introduction to some important concepts, those of the far-right, populism and conspiracy theories. Then, there is a short overview of the course of each of the three parties and finally the programs, press releases and speeches that were mentioned above are analyzed. The distinction between different degrees of implicitness in the conspirational discourse is central to the coding of the sources. The possible existence of patterns between the intensity of conspirational discourse and the content of anti-immigration rhetoric. Lastly, the conclusions of the thesis are presented along with some comments regarding the possible directions future research might take.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Πολιτική Επιστήμ

    The pricing strategy of museums for special exhibitions

    No full text
    Η διαμόρφωση της τιμολογιακής πολιτικής στα μουσεία, ειδικά όσον αφορά τις ειδικές εκθέσεις, παρουσιάζει ένα σύνθετο ζήτημα για τη λειτουργία τους. Από τη μία πλευρά, τα μουσεία καλούνται να διασφαλίσουν την οικονομική τους βιωσιμότητα, να καλύψουν τα λειτουργικά τους έξοδα και να δημιουργήσουν νέες πηγές εσόδων. Από την άλλη, παραμένει ζωτικής σημασίας ο κοινωνικός τους ρόλος, η εξασφάλιση της προσβασιμότητας για το ευρύ κοινό και η ενίσχυση της πολιτιστικής συμμετοχής ανεξαρτήτως οικονομικής δυνατότητας. Η ισορροπία ανάμεσα σε οικονομική επιβίωση και κοινωνική αποστολή, καθιστά την τιμολογιακή στρατηγική ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία διοίκησης για τους φορείς πολιτισμού. Η παρούσα διπλωματική εργασία προσπαθεί να εστιάσει στην μελέτη διαφορετικών πολιτικών τιμολόγησης που εφαρμόζονται τόσο σε ελληνικά όσο και σε διεθνή μουσεία, επιδιώκοντας να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητά τους ως προς τα έσοδα και την προσέλκυση επισκεπτών. Η έρευνα δεν περιορίζεται σε ποσοτικά δεδομένα, αλλά εξετάζει και ποιοτικές διαστάσεις της εμπειρίας του επισκέπτη, όπως η αξία της επίσκεψης και η αντίληψη της σχέσης κόστους και οφέλους από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Μεθοδολογικά, πραγματοποιείται μια θεωρητική ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας με ανάλυση περιπτώσεων μουσείων. Μέσα από αυτή την ανάλυση, αναδεικνύεται η σημασία των ειδικών εκθέσεων που φιλοξενούνται κατά περιόδους σε από τα περισσότερα Μουσεία, τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα. Αυτές οι πρακτικές, δύνανται να ενισχύσουν τα έσοδα των μουσείων, χωρίς να παραβλέπουν τη βασική κοινωνική τους αποστολή. Τα ευρήματα της ανάλυσης υπογραμμίζουν ότι η επιτυχία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το επίπεδο της τιμής, αλλά από τη συνολική επικοινωνία της αξίας της εμπειρίας προς τον επισκέπτη. Η ανάπτυξη εκπαιδευτικών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων που εμπλουτίζουν την έκθεση, καθώς και η προσαρμογή των προσφορών στις ανάγκες διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, ενισχύουν την αντίληψη του δίκαιου και τεκμηριωμένου αντιτίμου. Συμπερασματικά, προτείνεται η περαιτέρω βελτίωση των τιμολογιακών στρατηγικών μέσω της αξιοποίησης σύγχρονων τεχνολογιών, όπως οι ψηφιακές πλατφόρμες κρατήσεων και η ανάλυση δεδομένων συμπεριφοράς επισκεπτών, που προσφέρουν τη δυνατότητα για πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις. Η μελέτη της συμπεριφοράς διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και η υιοθέτηση προσαρμοσμένων λύσεων μπορούν να διασφαλίσουν ότι τα μουσεία παραμένουν όχι μόνο οικονομικά βιώσιμα, αλλά και ουσιαστικοί, ζωντανοί πυλώνες πολιτισμού και κοινωνικής συνοχής σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.The way that museums set up their prices, most of all for big shows, is a hard & broad task for them. They need to keep an eye on their cash, pay for what they use, & make new cash flows. They also have a key task to the public: to be open for all & help in cultural life no matter what one can pay. They must find a mix of cash needs & social goals. This makes price plans a top tool for running cultural spots. This work looks at how Greek & world museums use price plans. It seeks to check if they work well to make cash & bring in more guests. The study looks at not just numbers, but also how guests feel about price, worth, & value for money among different groups. Methodologically, a theoretical review of the relevant literature is conducted, accompanied by a case analysis of selected museums. Through this analysis, the significance of special exhibitions periodically hosted by most museums, both abroad and in Greece, is highlighted. These practices have the potential to enhance museum revenues without overlooking their fundamental social mission. The results of the study underline that the success is not dependent on the price level only, but rather on the overall communication of the experience’s value to the visitor. The creation of educational and entertaining activities, which accompany and enrich the exhibition, as well as the adjustment of offers to the needs of different social groups, contributes to the feeling of fair and justified pricing. Finally, it is suggested that pricing policies be further enhanced by the incorporation of modern technologies, for instance, digital booking platforms and visitor behavior data analytics, which offer possibilities for more targeted and efficient interventions. Knowing the behavior of different social groups and implementing customized solutions can be a guarantee that museums will not only be financially viable, but they will also continue to be the most important, vibrant, cultural and socially cohesive, reliable, and stable pillars in an ever-changing environment.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Εφηρμοσμένων Οικονομικών και Διοίκηση

    Feminist discourse and women’s demands in interwar Greece: the periodical O Agonas tis Gynaikas (1923–1936)

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον φεμινιστικό λόγο και τις γυναικείες διεκδικήσεις στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, όπως αυτές αναδύονται μέσα από το περιοδικό «Ο Αγώνας της Γυναίκας», όργανο του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας (Σ.Δ.Γ). Συγκεκριμένα, μελετάται το πλήρες σώμα των τευχών που εκδόθηκαν κατά την πρώτη περίοδο κυκλοφορίας του περιοδικού, από το 1923 έως το 1936. Κατά τον Μεσοπόλεμο η μαζική είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας και η άνοδος του μορφωτικού τους επιπέδου, σε συνδυασμό με την άνοδο του φιλελευθερισμού και την επιρροή του διεθνούς φεμινισμού συνέβαλαν στη συγκρότηση ενός δυναμικού φεμινιστικού κινήματος με επίκεντρο τον Σ.Δ.Γ. Οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες του Σ.Δ.Γ. διεκδίκησαν πολιτικά δικαιώματα, με αιχμή την καθολική ψήφο, ισότητα στην εργασία με ίση αμοιβή και πρόσβαση σε όλα τα επαγγέλματα, προστασία της μητρότητας, ανώτερη και επαγγελματική εκπαίδευση για τα κορίτσια, καθώς και ριζική μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου ώστε να διασφαλίζεται η ισότητα των συζύγων, η αναγνώριση των παιδιών εκτός γάμου και η κατάργηση της «διπλής ηθικής». Παράλληλα, έθεσαν ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, όπως η κατάργηση του κρατικού διακανονισμού της πορνείας, η καταπολέμηση της σωματεμπορίας και η προστασία της μητρότητας και του παιδιού. Επίσης, ανέδειξαν την αναγκαιότητα της διεθνούς συνεργασίας, της προστασίας της ειρήνης και των δημοκρατικών θεσμών, καθώς και της αντίστασης στον φασισμό και τον αυταρχισμό. Οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες συνέδεσαν, έτσι, το φεμινιστικό όραμα με τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, προβάλλοντας την ισότητα των φύλων ως θεμέλιο της δημοκρατίας. Στόχος της μελέτης είναι να αναδείξει τις κύριες θέσεις των φεμινιστριών του Σ.Δ.Γ., τα επιχειρήματα με τα οποία στήριζαν τις διεκδικήσεις τους, την πολεμική που ανέπτυξαν απέναντι σε αντίθετες φωνές και καθιερωμένες αντιλήψεις, καθώς και τα μέσα πάλης που επέλεξαν για την προώθηση των στόχων τους. Επιπλέον, εξετάζεται η επίδραση των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών στη διαμόρφωση του λόγου των φεμινιστριών και στην ιεράρχηση των αιτημάτων τους, προκειμένου να φωτιστεί η πορεία της φεμινιστικής σκέψης και δράσης στα μεσοπολεμικά χρόνια.This thesis explores feminist discourse and women’s demands in interwar Greece as they emerge through the periodical O Agonas tis Gynaikas (The Woman’s Struggle), the official publication of the League for Women’s Rights (S.D.G.). Specifically, it analyzes the complete set of issues published during the periodical’s first period of circulation, from 1923 to 1936. During the interwar period, the widespread participation of women in the workforce and the increase in their educational attainment, combined with the spread of liberal ideas and the influence of international feminism, contributed to the formation of a dynamic feminist movement centered on the League for Women’s Rights (S.D.G.). The League’s radical feminists advocated political rights, with the right to vote at the forefront, alongside equality in employment, including equal pay and access to all professions, protection of motherhood, advanced and professional education for girls, and a thorough reform of family law to ensure equality between spouses, recognition of children born out of wedlock, and the abolition of the “double standard” of morality. At the same time, they raised key issues of social policy, such as the abolition of state regulation of prostitution, the fight against human trafficking, and the protection of mothers and children. They also emphasized the necessity of international cooperation, the safeguarding of peace and democratic institutions, and resistance to fascism and authoritarianism. By doing so, the League’s radical feminists linked their vision of women’s emancipation to broader social reform, presenting gender equality as a cornerstone of democracy. The aim of this study, therefore, is to highlight the key stances of the League’s feminists, the arguments supporting their demands, the polemics they waged against opposing voices and entrenched beliefs, and the strategies they employed to advance their objectives. Furthermore, it examines the impact of socio-political changes on the formation of feminist discourse and the prioritization of their demands, in order to illuminate the evolution of feminist thought and activism during the interwar years.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί

    The restoration of democracy and the reform of the Greek foreign policy (1974-1981)

    No full text
    Η παρούσα εργασία επιχειρεί να διερευνήσει και να αποτυπώσει τους τρόπους εκείνους με τους οποίους μια χώρα με καθημαγμένους θεσμούς, ελέω τόσο της προηγηθείσας δικτατορίας όσο και των εγγενών αδυναμιών του μεταπολεμικού – μετεμφυλιακού κράτους, μπόρεσε να αναγεννηθεί και, επί της ουσίας, να διαμορφώσει μια νέα πολιτική και διπλωματική φυσιογνωμία κατά την περίοδο 1974-1981. Και, φυσικά, το πώς η κυβέρνηση της Αθήνας, ενστερνιζόμενη την αντίληψη ότι η «Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν», κατόρθωσε να υπηρετήσει το εθνικό συμφέρον, όπως αυτή το αντιλαμβανόταν. Η εργασία διακρίνεται σε υπο – κεφάλαια, τα οποία αφορούν στις διάφορες πτυχές και υπο – διαιρέσεις της εξωτερικής πολιτικής που ακολούθησαν ο Κ. Καραμανλής και οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας κατά την χρονική περίοδο 1974-1980, ενώ γίνεται αναφορά και στο επιστέγασμα αυτής της περιόδου, ήτοι στην πρωθυπουργία Γ. Ράλλη του 1980-81. Συγκεκριμένα, εξετάζονται ενδελεχώς α) οι σχέσεις της Αθήνας με το ΝΑΤΟ και τον αμερικανικό παράγοντα, β) οι ελληνο – τουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό ζήτημα, γ) η περαιτέρω προσέγγιση Ελλάδος – Ε.Ο.Κ. και η ολοκλήρωση της προσχώρησης της χώρας μας σε αυτήν, δ) η βαλκανική πολιτική του Κ. Καραμανλή, ε) το αραβικό «άνοιγμα» του Κ. Καραμανλή, στ) οι σχέσεις της Ελλάδος με την Ε.Σ.Σ.Δ. και τον ανατολικό συνασπισμό, ζ) οι σχέσεις της Ελλάδος με την Κίνα. Συμπεραίνεται ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική της υπό εξέταση περιόδου υπήρξε τομή αλλά και συνέχεια της προηγούμενης περιόδου, αντανακλώντας τόσο τις γεωπολιτικές συγκυρίες όσο και τις εσωτερικές ανάγκες της χώρας. Βασισμένη στις θεμελιώδεις αρχές της ενσωμάτωσης στη Δύση, της ανάπτυξης ισορροπημένων σχέσεων με τους Βαλκάνιους γείτονες και της διατήρησης της εθνικής κυριαρχίας, η μεταπολιτευτική εξωτερική πολιτική αντανακλά τη σύνθετη αλληλεπίδραση διεθνών και εγχωρίων παραγόντων. Η επίσημη ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ., η αποχώρηση από και η επιστροφή στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, καθώς και η διαρκής αναζήτηση ποικίλων διπλωματικών ερεισμάτων έναντι της κλιμακούμενης τουρκικής απειλής είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής της εν λόγω περιόδου. Ιδιαίτερη, δε, μνεία γίνεται στις διαρκώς αυξανόμενες εντάσεις στις ελληνο – τουρκικές σχέσεις, όπως επίσης και στην σταθερή στήριξη μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού εκ μέρους της Αθήνας. Σημειωτέον, εξ άλλου, ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις αυτής της περιόδου αξιοποίησαν το πνεύμα της διεθνούς ύφεσης, δηλαδή της άμβλυνσης του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού μεταξύ Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ., προκειμένου να αναδείξουν στα διεθνή fora, με προεξάρχουσα την Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (Δ.Α.Σ.Ε.), τη σημασία της πολυμερούς συνεργασίας και την ανάγκη τηρήσεως της διεθνούς νομιμότητας. Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας κατά τη Μεταπολίτευση ενσωμάτωσε τις εμπειρίες του παρελθόντος και ανταποκρίθηκε στις προκλήσεις του παρόντος, διαμορφώνοντας μια στρατηγική που επηρέασε την χώρα για δεκαετίες. Η ισορροπία ανάμεσα στις δυτικές συμμαχίες, τη βαλκανική συνεργασία και την επιμονή στην υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων καθόρισε την πορεία της Ελλάδας σε μια περίοδο πολλών εντάσεων και αλλαγών. Η κληρονομιά αυτής της περιόδου, που ολοκληρώνεται με την πρωθυπουργία Γ. Ράλλη το 1980-81, συνίσταται στο ότι μια καλά σχεδιασμένη εξωτερική πολιτική μπορεί να προσαρμόζεται στις διεθνείς συνθήκες, διατηρώντας ταυτοχρόνως την συνέπειά της ως προς την προάσπιση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της χώρας.This thesis attempts to explore and reflect the ways in which a country with stalled institutions, due to both the previous dictatorship and the inherent weaknesses of the post-war - post-civil war state, was able to regenerate and, in essence, to shape a new political and diplomatic path during the period 1974-1981. And, of course, how the Greek Government, embracing the notion that 'Greece belongs to the West', managed to serve the national interest as it perceived it. The thesis is divided into chapters, which deal with various aspects of the foreign policy pursued by Karamanlis and the governments of the New Democracy during the period 1974-1980, while reference is also made to the last phase of this period, i.e. the premiership of Prime Minister G. Rallis of 1980-81. Specifically, it examines in detail a) the relations between Greece and NATO and the American factor, b) Greek-Turkish relations and the Cyprus issue, c) the further rapprochement between Greece and the European Economic Community and the accession of our country to it, d) Karamanlis' Balkan policy, e) Karamanlis' diplomatic initiative in the Arab world, f) Greece's relations with the USSR and the Eastern Coalition during the Cold War, g) Greece's relations with China. In conclusion, Greek foreign policy in the period under review was both a breakthrough and a continuation of the previous period, reflecting both geopolitical circumstances and the country's domestic needs. Based on the fundamental principles of integration with the West, the development of balanced relations with its Balkan neighbors and the preservation of national sovereignty, the Greek foreign policy in these years reflected the complex interaction of international and domestic factors. Greece's formal accession to the European Economic Community, its withdrawal from and return to the military branch of NATO, as well as the constant search for various diplomatic alliances against the escalating Turkish threat are the main features of Greek foreign policy in this period. Particular mention is made of the ever-increasing tensions in Greek-Turkish relations, as well as Greek Government’s firm support for a just and viable solution to the Cyprus problem. Moreover, it should also be noted that the Greek Governments of this period took advantage of the momentum of détente in international relations, i.e. the easing of the Cold War rivalry between the US and the USSR, in order to highlight in international fora, with the Conference on Security and Cooperation in Europe (CSCE) leading the way, the importance of multilateral cooperation and the need to respect international legitimacy. Greece's foreign policy during this period incorporated the experiences of the past and responded to the challenges of the present, shaping a strategy that influenced the country for decades. The balance between Western alliances, Balkan cooperation and insistence on defending national interests determined Greece's course in a period of many tensions and changes. The legacy of this period, which ends with the premiership of G. Rallis in 1980-81, is that a well-designed foreign policy can adapt to international conditions while maintaining its consistency in defending the country's long-term interests.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί

    Επιστημονικά πένθη, Neils Bohr

    No full text

    The right to independent living and community integration of individuals with cronic and persistent mental health problems. Facilitating factors and barriers in the implementation of social reintegration within the framework of community mental health services.

    No full text
    Η Συνθήκη για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία ορίζει στο άρθρο 19 το δικαίωμα στην αυτόνομη διαβίωση και στη συμμετοχή σε κάθε πτυχή της ζωής στην κοινότητα. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να εντοπιστούν και να αναδειχθούν οι παράγοντες που διευκολύνουν και τα εμπόδια που συναντούν τα άτομα με χρόνια και επίμονα ψυχικά προβλήματα προκειμένου να ασκήσουν το δικαίωμα για αυτόνομη διαβίωση στην κοινότητα, καθώς και τον τρόπο που υποστηρίζονται σε αυτή την προσπάθεια από τις κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Αρχικά οι παράγοντες αυτοί διερευνώνται και παρουσιάζονται στο θεωρητικό μέρος, ενώ τα αποτελέσματα της ποιοτικής έρευνας με χρήση ημι-δομημένης συνέντευξης παρουσιάζονται στο δεύτερο μέρος. Η έρευνα ανέδειξε ως βασικούς διευκολυντικούς παράγοντες την αυτονομία, την εργασιακή αποκατάσταση και την ύπαρξη υποστηρικτικών οικογενειακών, φιλικών και θεραπευτικών δικτύων. Από την άλλη, σημαντικά εμπόδια φάνηκαν να είναι οι ελλείψεις συμπεριληπτικών επαγγελματικών πλαισίων και ο φόβος του στίγματος. Τέλος, ο ρόλος των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας αναγνωρίζεται και εκτιμάται ως πολύπλευρος και υποστηρικτικός, ενώ διατυπώνονται αιτήματα για βελτίωση του συντονισμού των υπηρεσιών με σκοπό την άσκηση συνηγορίας και την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας.The Convention on the Rights of Persons with Disabilities defines in Article 19 the right to live independently and to participate in all aspects of life in the community. The purpose of this paper is to identify and highlight the facilitators and barriers that people with chronic and persistent mental health problems face in order to exercise the right to independent living in the community, and how they are supported in this endeavor by community mental health services. Initially these factors are explored and presented in the theoretical part, while the results of the qualitative research using a semi-structured interview are presented in the second part. The research identified autonomy, work rehabilitation and the existence of supportive family, friends and therapeutic networks as key facilitating factors. On the other hand, significant barriers appeared to be the lack of behavioral professional contexts and fear of stigma. Finally, the role of community mental health services is recognised and valued as multifaceted and supportive, and requests are made for improved coordination of services to provide advocacy and raise awareness in society.Δι-Ιδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Κοινωνικά Δικαιώματα και Συνηγορία στις Κοινωνικές Υπηρεσίες

    Enchancing Greece’s energy plan: the role of state aid

    No full text
    Η παρούσα Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία εξετάζει τον ρόλο των κρατικών ενισχύσεων στον ενεργειακό σχεδιασμό της Ελλάδας, εστιάζοντας στις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που προσφέρονται μέσω εργαλείων όπως ο Γενικός Απαλλακτικός Κανονισμός (ΓΑΚ) και το καθεστώς de minimis. Σκοπός της είναι να προτείνει βελτιώσεις για την καλύτερη αξιοποίηση αυτών των εργαλείων, με στόχο την ενίσχυση της βιωσιμότητας και της αποδοτικότητας του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας. Η εργασία βασίζεται σε μελέτες περιπτώσεων από υφιστάμενα ενεργειακά έργα στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της ΕΕ, με στόχο να αναδείξει τα αποτελέσματα της εφαρμογής των ενεργειακών στρατηγικών και των κρατικών ενισχύσεων. Επιπλέον, αναλύεται η επίδραση της χρηματοδότησης στην επιτυχία των έργων, καθώς και οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην κοινωνική αποδοχή των έργων, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων και τη διαφάνεια των διαδικασιών. Η μεθοδολογία που ακολουθείται περιλαμβάνει την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και τη συγκριτική ανάλυση ενεργειακών έργων, προκειμένου να αναδειχθούν τα καλύτερα παραδείγματα και οι στρατηγικές που συντελούν στην επιτυχή υλοποίηση αυτών των έργων. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η εφαρμογή καινοτόμων τεχνολογιών και η διασφάλιση της κοινωνικής αποδοχής είναι καίριας σημασίας για την επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης. Τα συμπεράσματα καταλήγουν στην ανάγκη για βιώσιμες και ευέλικτες πολιτικές που να ενισχύουν την αποτελεσματικότητα των ενεργειακών έργων και να εξασφαλίζουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.This Master's Thesis examines the role of state aid in energy planning in Greece, focusing on the challenges and opportunities offered through tools such as the General Block Exemption Regulation (GBER) and the de minimis regulation. Its purpose is to propose improvements to make better use of these tools, with the aim of enhancing the sustainability and efficiency of the country's energy planning. The work is based on case studies from existing energy projects in Greece and other EU countries, aiming to highlight the results of the implementation of energy strategies and state aid. In addition, the impact of funding on the success of projects, as well as their social and environmental impacts, is analysed. In this context, particular attention is paid to the social acceptance of projects, which depends to a large extent on the involvement of local communities and transparency of procedures. The methodology followed includes literature review and comparative analysis of energy projects, in order to highlight the best examples and strategies that contribute to the successful implementation of these projects. The results show that strengthening public-private cooperation, implementing innovative technologies and ensuring social acceptance are key to the success of the energy transition. The conclusions conclude on the need for sustainable and flexible policies that enhance the efficiency of energy projects and ensure their long-term sustainability.Εφηρμοσμένα Οικονομικά και Περιφερειακή Ανάπτυξη, κατεύθυνση Εφηρμοσμένων Οικονομικών και Διοίκηση

    0

    full texts

    23,027

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇