Panteion University
Πάνδημος Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών ΕπιστημώνNot a member yet
23027 research outputs found
Sort by
Comparative framings of the Tempi train disaster in the greek and international press
Το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, που σημειώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2023, είχε έντονο κοινωνικό και πολιτικό αντίκτυπο στην ελληνική κοινωνία. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ασχολήθηκαν εκτενώς με το γεγονός ήδη από την πρώτη ημέρα, προσεγγίζοντάς το όχι απλώς ως ένα μεμονωμένο ατύχημα, αλλά ως ένα σύνθετο κοινωνικό γεγονός, στο οποίο αποδόθηκαν ευρύτερες πολιτικές, θεσμικές και ηθικές διαστάσεις.
Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι να αναδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο ελληνικά και ξένα ειδησεογραφικά μέσα πλαισίωσαν το δυστύχημα, και πιο συγκεκριμένα να εντοπιστούν και να παρουσιαστούν τα δημοσιογραφικά πλαίσια που υιοθετήθηκαν, οι πτυχές που προβλήθηκαν, ο τόνος απέναντι στους κυβερνητικούς φορείς καθώς και η απόδοση ευθύνης σε ατομικό, κυβερνητικό, θεσμικό και συστημικό επίπεδο. Ακόμη, επιχειρείται μία συγκριτική ανάλυση ανάμεσα στον τρόπο κάλυψης των ξένων μέσων σε σχέση με τα ελληνικά μέσα.
Για τη διεξαγωγή της έρευνας αξιοποιήθηκε η μέθοδος της ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου. Για την ανάλυση μελετήθηκαν συνολικά 344 δημοσιεύματα, εκ των οποίων τα 257 είναι ελληνικά δημοσιεύματα αναρτημένα σε φιλοκυβερνητικές και αντιπολιτευτικές ιστοσελίδες (Καθημερινή, τα Νέα, Εφ. Συν, Αυγή, Πρώτο Θέμα), ενώ τα υπόλοιπα 87 είναι ξένα δημοσιεύματα από το Γαλλικό, Βρετανικό, Γερμανό-Αυστριακό και Ρουμάνικο διαδικτυακό Τύπο. Η περίοδος κάλυψης αφορά αποκλειστικά τον πρώτο μήνα μετά το δυστύχημα (28/2/23 -31/3/23), και επιλέχθηκε λόγω της σημαντικότητας των γεγονότων και των έντονων εξελίξεων.
Τα εν λόγω δημοσιεύματα κωδικοποιήθηκαν στο λογισμικό ποιοτικής ανάλυσης δεδομένων MAXQDA βάσει συγκεκριμένου συστήματος κωδικοποίησης που περιλάμβανε τη μέθοδο πλαισίωσης (θεματική, περιπτωσιολογική) καθώς και τα πλαίσια ευθυνών, ανθρωπίνου ενδιαφέροντος, ηθικής, σύγκρουσης και οικονομικών συνεπειών. Ειδικότερα, με στόχο να αναδειχθεί σε ποιον αποδόθηκε η ευθύνη για το δυστύχημα, το πλαίσιο απόδοσης ευθυνών περιλάμβανε και υποκατηγορίες: ατομική ευθύνη : (σταθμάρχης, μηχανοδηγός, επιθεωρητής ΟΣΕ), θεσμική ευθύνη (Hellenic Train, ΟΣΕ, ΡΑΣ), Κυβερνητική ευθύνη και συστημική ευθύνη (χρόνιες παθογένειες συστήματος, κυβερνήσεις διαχρονικά, ιδιωτικοποίηση και υποχρηματοδότηση).
Πέρα από την κωδικοποίηση των πλαισίων, ενσωματώθηκε και ένα συμπληρωματικό επίπεδο ανάλυσης, η ποιοτική ανάλυση πλαισίων (Qualitative Frame Analysis) των Entman (1993) και Gamson (1992). Για το σκοπό αυτό επιλέχθηκαν και μελετήθηκαν συγκεκριμένα άρθρα υψηλής βαρύτητας από κάθε μέσο ως προς το πώς όρισαν το δυστύχημα, ποια αίτια και ηθικές αξιολογήσεις απέδωσαν σε αυτό και ποιες λύσεις πρότειναν.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι κυριάρχησε η θεματική πλαισίωση, γεγονός που καταδεικνύει ότι το δυστύχημα αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών και θεσμικών διαστάσεων και όχι ως μεμονωμένο ατύχημα. Το πλαίσιο απόδοσης ευθυνών αναδείχθηκε το κυρίαρχο πλαίσιο τόσο στα ελληνικά όσο και στα ξένα μέσα, με διαφοροποιήσεις ως προς τους υπεύθυνους στους οποίους εστίασε κάθε μέσο. Στα ελληνικά μέσα παρατηρείται έντονη απόδοση κυβερνητικής και ατομικής ευθύνης, με σαφείς διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον πολιτικό προσανατολισμό, ενώ στα ξένα μέσα επικρατεί μια περισσότερο συστημική και δομική προσέγγιση.
Συνολικά, η έρευνα καταδεικνύει ότι το δυστύχημα των Τεμπών αποτέλεσε κομβικό γεγονός για τον δημόσιο λόγο, ενεργοποιώντας έντονες πολιτικές, ηθικές και κοινωνικές αναγνώσεις. Παρά τους περιορισμούς της μελέτης ως προς το δείγμα και τον χρονικό ορίζοντα, τα ευρήματα συμβάλλουν ουσιαστικά στην κατανόηση του ρόλου των ΜΜΕ στη διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης γύρω από κρίσιμα γεγονότα.The Tempi railway disaster, which occurred on 28 February 2023, had a profound social and political impact on Greek society. The mass media extensively covered the event from the very first day, approaching it not merely as an isolated accident but as a complex social phenomenon to which broader political, institutional, and moral dimensions were attributed.
The aim of this master’s thesis is to highlight the way in which Greek and international news media framed the disaster, and more specifically to identify and present the journalistic frames adopted, the aspects that were emphasized, the tone toward governmental actors, as well as the attribution of responsibility at the individual, governmental, institutional, and systemic levels. In addition, a comparative analysis is attempted between the coverage of foreign media and that of Greek media.
For the purposes of the research, the method of qualitative content analysis was employed. A total of 344 news articles were analyzed, of which 257 were Greek publications posted on pro-government and opposition-oriented news websites (Kathimerini, Ta Nea, Efimerida ton Syntakton, Avgi, Proto Thema), while the remaining 87 were foreign publications from the French, British, German-Austrian, and Romanian online press. The period under study exclusively covers the first month following the disaster (28/2/23–31/3/23), as this timeframe was selected due to the significance of the events and the intense developments that took place.
The articles were coded using the qualitative data analysis software MAXQDA, based on a specific coding scheme that included the framing method (thematic, episodic) as well as the frames of responsibility, human interest, morality, conflict, and economic consequences. More specifically, in order to highlight to whom responsibility for the disaster was attributed, the responsibility frame included the following subcategories: individual responsibility (station master, train driver, OSE inspector), institutional responsibility (Hellenic Train, OSE, RAS), governmental responsibility, and systemic responsibility (chronic systemic deficiencies, successive governments over time, privatization, and underfunding).
In addition to the coding of frames, a supplementary level of analysis was incorporated, namely qualitative frame analysis, drawing on the approaches of Entman (1993) and Gamson (1992). For this purpose, specific high-impact articles from each media outlet were selected and examined in terms of how they defined the disaster, what causes and moral evaluations they attributed to it, and what solutions they proposed.
The findings of the study indicate that thematic framing predominated, demonstrating that the disaster was treated as an issue with broader sociopolitical and institutional dimensions rather than as an isolated accident. The responsibility attribution frame emerged as the dominant frame in both Greek and foreign media, with variations regarding the actors on whom each medium focused. Greek media show a strong attribution of governmental and individual responsibility, with clear differences depending on political orientation, while foreign media tend to adopt a more systemic and structural approach.
Overall, the study demonstrates that the Tempi disaster constituted a pivotal event in public discourse, activating intense political, moral, and social interpretations. Despite the limitations of the study in terms of sample size and time frame, the findings make a substantial contribution to understanding the role of the media in shaping public debate around critical events.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Κοινωνία της Πληροφορίας, Μέσα και Τεχνολογί
The repatriation of political refugees and the depiction through the Press
Το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1949, προκάλεσε τον μαζικό εκπατρισμό περίπου 56.000 ανθρώπων, που καθιερώθηκε να ονομάζονται Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου Πολέμου, παρόλο που ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν με αυτήν την ιδιότητα, ούτε από την Ελλάδα, ούτε από τους διεθνείς οργανισμούς, ούτε από τις χώρες υποδοχής τους. Από την αρχή του εκπατρισμού τους, σταθερή προσδοκία και πάγιο αίτημά τους ήταν ο επαναπατρισμός τους. Η επιστροφή τους, όμως στην πατρίδα, έπρεπε να είναι μαζική, να συνοδεύεται από την αναγνώριση του έργου της Εθνικής Αντίστασης και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, από τη χορήγηση γενικής αμνηστίας και την απόδοση ελληνικής ιθαγένειας. Κατά συνέπεια συναρτήθηκε με την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, τα εθνικά ζητήματα, τις διακρατικές σχέσεις και τις ενέργειες των διεθνών οργανισμών.
Ειδικές κατηγορίες προσφύγων, όπως μικρός αριθμός παιδιών από τη Γιουγκοσλαβία, αιχμάλωτοι του τακτικού στρατού και όμηροι, επέστρεψαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Αντιθέτως, το διάστημα 1947-1962, αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια από 15.000 σλαβόφωνους, των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν και επαναποικίστηκαν από αμιγώς ελληνόφωνους πληθυσμούς. Κατά τις δεκαετίες 1950, 1960 και 1970, κυριάρχησε ο επαναπατρισμός σε ατομική βάση, κατά κανόνα, λίγων προσφύγων, που συνοδευόταν από δηλώσεις εθνικοφροσύνης.
Το καλοκαίρι του 1982 αναγνωρίστηκε η Εθνική (Εαμική) Αντίσταση και στις 29/12/1982 επιτράπηκε ο επαναπατρισμός και η απόδοση ελληνικής ιθαγένειας σε όλους τους «Έλληνες το γένος» πολιτικούς πρόσφυγες. 40 χρόνια μετά από τη λήξη του ελληνικού εμφυλίου, τον Αύγουστο του 1989, νομοθετήθηκε η «άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου».
Οι πολιτικοί πρόσφυγες έμειναν εκπατρισμένοι για τρεις γενιές, επομένως η ολοκληρωμένη εικόνα επιβάλλει την αναφορά στις συνθήκες ζωής στην υπερορία, σε ζητήματα εργασιακής απασχόλησης, εκπαίδευσης, οργάνωσης κοινοτήτων και δεσμών με την πατρίδα.
Η μακρά διάρκεια της επιστροφής τους, συνδέθηκε με την εσωτερική πολιτική κατάσταση και τις ιδεολογικές και πολιτικές διεργασίες της Μεταπολίτευσης, καθώς το ζήτημα ήταν πρόσφορο για κομματική εκμετάλλευση και αυτοπροσδιορισμό από όλες τις πλευρές. Η Μεταπολίτευση δεν ήταν απλώς μια δημοκρατική πολιτειακή μετάβαση, αλλά αποτέλεσε την τομή για τη δικαίωση αιτημάτων και την ολοκλήρωση διεργασιών που κυοφορούνταν σε όλη την μετεμφυλιακή περίοδο. Κατά συνέπεια, όλες οι νομοθετικές και θεσμικές εξελίξεις και οι ιδεολογικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, σχετίστηκαν με ζητήματα που είχαν μείνει ανοικτά, από τη δεκαετία του ’40. Βασική προϋπόθεση για την οικοδόμηση του δημοκρατικού βίου ήταν η στοιχειώδης πολιτική συναίνεση, για τη διαχείριση του τραυματικού παρελθόντος. Η επάνοδός τους υπήρξε σημαντικός συντελεστής του εκδημοκρατισμού της χώρας, της κατοχύρωσης των ατομικών δικαιωμάτων, της διαφορετικής ανάγνωσης του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος και της διαμόρφωσης νέων πολιτικών στάσεων και ταυτοτήτων. Όλα τα παραπάνω, καθώς και τα προσκόμματα και οι δυσκολίες στην (επαν)ένταξή τους, εξετάζονται και βιβλιογραφικά, αλλά και όπως καταγράφηκαν στον μεταπολιτευτικό, κυρίως, Τύπο.The end of the Greek Civil War in 1949 led to the mass exile of approximately 56,000 people, who came to be known as Greek political refugees of the Civil War, even though they were never officially recognized as such—neither by Greece, nor by international organizations, nor by the host countries. From the very beginning of their exile, their constant expectation and enduring demand was repatriation. Their return to the homeland, however, was expected to be collective and to be accompanied by the recognition of the contribution of the National Resistance, the legalization of the Communist Party of Greece (KKE), the granting of a general amnesty, and the restoration of Greek citizenship. Consequently, repatriation became closely linked to the political situation in Greece, national issues, interstate relations, and the actions of international organizations.
Special categories of refugees—such as a small number of children from Yugoslavia, prisoners of the regular army, and hostages—returned in the early 1950s. By contrast, between 1947 and 1962, Greek citizenship was revoked from 15,000 Slavic-speaking individuals, whose properties were confiscated and resettled by exclusively Greek-speaking populations. During the 1950s, 1960s, and 1970s, repatriation primarily took place on an individual basis and involved only a limited number of refugees, usually accompanied by declarations of loyalty to the nation.
In the summer of 1982, the National (EAM-led) Resistance was officially recognized, and on 29 December 1982, repatriation and the restoration of Greek citizenship were permitted for all political refugees of “Greek origin.” Forty years after the end of the Greek Civil War, in August 1989, legislation was enacted providing for the “lifting of the consequences of the Civil War.”
The political refugees remained in exile for three generations; therefore, a comprehensive picture requires reference to living conditions in exile, issues of employment, education, community organization, and ties with the homeland.
The prolonged process of their return was closely connected to the domestic political situation and to the ideological and political developments of the post-dictatorship period (Metapolitefsi), as the issue proved conducive to partisan exploitation and political self-definition by all sides. The Metapolitefsi was not merely a democratic constitutional transition but constituted a turning point for the vindication of claims and the completion of processes that had been developing throughout the post–Civil War period. Consequently, all legislative and institutional developments, as well as ideological and social realignments, were linked to unresolved issues dating back to the 1940s. A fundamental prerequisite for the construction of democratic political life was a minimum level of political consensus regarding the management of the traumatic past. Their return constituted a significant factor in the democratization of the country, the safeguarding of individual rights, a revised interpretation of the recent historical past, and the formation of new political attitudes and identities. All of the above, along with the obstacles and difficulties encountered in their (re)integration, are examined both through the relevant bibliography and as recorded primarily in the post-dictatorship press.Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία, κατεύθυνση Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορί
The representations of teacher evaluation in the Greek press (2022 – 2025)
Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αποτελεί ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα και πολιτικά φορτισμένα ζητήματα της σύγχρονης εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα, καθώς υπερβαίνει τα όρια μιας διοικητικής διαδικασίας και συνδέεται με ζητήματα επαγγελματικής ταυτότητας, θεσμικής εξουσίας και κοινωνικής νομιμοποίησης. Μετά την ψήφιση του Ν. 4823/2021 και την επαναφορά της αξιολόγησης ύστερα από τέσσερις δεκαετίες, το ζήτημα επανήλθε δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, συνοδευόμενο από έντονες πολιτικές και συνδικαλιστικές αντιπαραθέσεις.
Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο ο ελληνικός Τύπος αναπαριστά και πλαισιώνει την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών κατά την περίοδο 2020–2025, καθώς και η ανάλυση των ιδεολογικών, πολιτισμικών και ηθικών παραδοχών που εγγράφονται στον δημοσιογραφικό λόγο. Η έρευνα εξετάζει πώς συγκροτούνται νοήματα γύρω από την αξιολόγηση, ποιοι δρώντες αναδεικνύονται ως υπεύθυνοι ή ως απειλή και με ποιον τρόπο διαμορφώνεται η δημόσια εικόνα του/της εκπαιδευτικού.
Μεθοδολογικά, η μελέτη βασίζεται στην ποιοτική ανάλυση περιεχομένου και στη θεματική ανάλυση άρθρων του ελληνικού έντυπου και ψηφιακού Τύπου, αξιοποιώντας το λογισμικό MAXQDA. Το θεωρητικό πλαίσιο αντλεί από τη θεωρία της αναπαράστασης (Hall), τη θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων (Moscovici, Jodelet) και τη θεωρία της πλαισίωσης (Goffman, Entman). Η ανάλυση οργανώνεται γύρω από δύο βασικούς άξονες: τις μορφές αναπαράστασης και τα κυρίαρχα δημοσιογραφικά πλαίσια.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η αξιολόγηση δεν συγκροτείται κυρίως ως παιδαγωγικό εργαλείο βελτίωσης, αλλά αγκυρώνεται σε σχήματα ελέγχου, επιτήρησης και κρίσης, συχνά ενεργοποιώντας ιστορικά φορτισμένες μνήμες επιθεωρητισμού. Ο/η εκπαιδευτικός αναπαρίσταται περισσότερο ως αντικείμενο πολιτικής διαχείρισης και ηθικής αξιολόγησης και λιγότερο ως φορέας επαγγελματικής γνώσης και παιδαγωγικής αυτονομίας. Παράλληλα, ο δημοσιογραφικός λόγος συμβάλλει στη φυσικοποίηση της αξιολόγησης ως «αναγκαίας μεταρρύθμισης», αποπολιτικοποιώντας τις σχέσεις εξουσίας που τη διαπερνούν.
Η έρευνα προτείνει την ανανοηματοδότηση της αξιολόγησης με έμφαση στη διαφάνεια, τη συμμετοχικότητα και την επαγγελματική ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών, ώστε να αποσυνδεθεί από σχήματα ελέγχου και επιτήρησης. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη ενίσχυσης της θεσμικής λογοδοσίας του ίδιου του κράτους ως προς τα δεδομένα και τα αποτελέσματα της διαδικασίας. Σε επίπεδο δημοσιογραφικής πρακτικής, προτείνεται η υπέρβαση των πλαισίων πόλωσης και στερεοτυπικής αναπαράστασης, μέσω μιας πιο αναλυτικής, πολυφωνικής και κριτικά τεκμηριωμένης κάλυψης της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Η συμβολή της παρούσας έρευνας έγκειται αφενός στη συστηματική συνδυαστική αξιοποίηση της θεωρίας της αναπαράστασης και της θεωρίας της πλαισίωσης για τη μελέτη της εκπαιδευτικής πολιτικής στον ελληνικό Τύπο, και αφετέρου στη χαρτογράφηση ενός πρόσφατου και ακόμη ελάχιστα μελετημένου πεδίου: της δημόσιας επικοινωνιακής διαχείρισης της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών μετά την επαναθεσμοθέτησή της. Η εργασία συμβάλλει στη θεωρητική κατανόηση του ρόλου των μέσων ενημέρωσης ως μηχανισμών παραγωγής κοινωνικών αναπαραστάσεων και επαγγελματικών ταυτοτήτων, αναδεικνύοντας τον Τύπο ως ενεργό θεσμικό δρώντα στη διαδικασία νομιμοποίησης ή αμφισβήτησης εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεωνThe evaluation of teachers is one of the most controversial and politically charged issues in contemporary education policy in Greece, as it goes beyond the limits of an administrative procedure and is linked to issues of professional identity, institutional authority, and social legitimacy. Following the passing of Law 4823/2021 and the reinstatement of evaluation after four decades, the issue has returned forcefully to public debate, accompanied by intense political and trade union controversy.
The purpose of this thesis is to investigate how the Greek press represents and frames the evaluation of teachers during the period 2020–2025, as well as to analyze the ideological, cultural, and ethical assumptions embedded in journalistic discourse. The research examines how meanings around evaluation are constructed, which actors are highlighted as responsible or as a threat, and how the public image of teachers is shaped.
Methodologically, the study is based on qualitative content analysis and thematic analysis of articles in the Greek print and digital press, using MAXQDA software. The theoretical framework draws on representation theory (Hall), social representation theory (Moscovici, Jodelet), and framing theory (Goffman, Entman). The analysis is organized around two main axes: forms of representation and dominant journalistic frames.
The findings show that assessment is not primarily constructed as a pedagogical tool for improvement, but is anchored in patterns of control, surveillance, and judgment, often triggering historically charged memories of inspection. Teachers are represented more as objects of political management and moral evaluation and less as agents of professional knowledge and pedagogical autonomy. At the same time, journalistic discourse contributes to the naturalisation of evaluation as a 'necessary reform', depoliticising the power relations that permeate it.
The research proposes a redefinition of evaluation with an emphasis on transparency, participation, and the professional empowerment of teachers, so that it is disconnected from control and surveillance mechanisms. At the same time, it highlights the need to strengthen the institutional accountability of the state itself with regard to the data and results of the process. At the level of journalistic practice, it is proposed that the frameworks of polarization and stereotypical representation be overcome through more analytical, polyphonic, and critically documented coverage of educational policy.
The contribution of this research lies, on the one hand, in the systematic combined use of representation theory and framing theory to study educational policy in the Greek press and, on the other hand, in mapping a recent and still little-studied field: the public communication management of teacher evaluation after its re-establishment. The thesis contributes to the theoretical understanding of the role of the media as mechanisms for the production of social representations and professional identities, highlighting the press as an active institutional actor in the process of legitimizing or challenging educational reforms.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Κοινωνία της Πληροφορίας, Μέσα και Τεχνολογί
Regionalization and globalization: relationship of interdependence, confrontation and mutual reinforcement
Στην παρούσα εργασία διεξάγεται προσπάθεια σκιαγράφησης δυναμικής εξελικτικότητας στο χρόνο της σχέσης περιφερειοποίησης και παγκοσμιοποίησης υπό τις δυνάμεις της αλληλεξάρτησης – της αλληλοσύγκρουσης – της αλληλοτροφοδότησης.
Δια του εγχειρήματος ανάλυσης της σχέσης περιφερειοποίησης και παγκοσμιοποίησης αποτυπώνεται κατάδειξη της αξίας και σημασίας των εννοιολογικών περιεχομένων και του θεωρητικού πλαισίου, της εξελικτικής ανάπτυξης περιφερειοποίησης και παγκοσμιοποίησης (διάκριση και σχετική ανάλυση των περιοδικών χρονικών πλαισίων ως κυματοειδών περιόδων), της συστηματοποίησης και ανάλυσης της θεσμικής διάρθρωσης περιφερειοποίησης και παγκοσμιοποίησης.
Στην συνέχεια, μέσω πολυεπίπεδης κριτικής ανάλυσης και ερμηνείας, ιστορικών γεγονότων «οροσήμων» – του χρονικού σταθμού της κυριαρχίας της παγκοσμιοποίησης και της ανάδυσης της περιφερειοποίησης – της ανάδυσης μιας σχέσης περιφερειοποίησης και παγκοσμιοποίησης υπό την επιρροή της αλληλεξάρτησης-της αλληλοσύγκρουσης-της αλληλοτροφοδότησης, της αξίας και σημασίας της ζωτικότητας της συνδεσιμότητας των δύο φαινομένων στην μεταξύ τους σχεσιακή κατάσταση. Το προαναφερθέν προσφέρει την σχετική απάντηση στο ερευνητικό ερώτημα «Πως διαμορφώνεται μέσα στο χρόνο η διαλεκτικού χαρακτήρα σχέση περιφερειοποίησης και παγκοσμιοποίησης;».
Τέλος, εκ της παράθεσης καινοτόμας θεσμικής πρότασης, του Οργανισμού Περιφερειακών και Παγκόσμιων Διεθνών Οργανισμών (ΟΠκΠΔΟ), παρέχεται στοιχειοθετημένη ολοκλήρωση της ανάλυσης της σχέσης περιφερειοποίησης και παγκοσμιοποίησης, επί υποβάθρου δόμησης ολιστικού και ολοκληρωμένου θεσμικού συνεργατικού πεδίου.The present dissertation undertakes an effort to outline the dynamic evolutionary course over time of the relationship between regionalization and globalization, under the forces of interdependence, confrontation, and mutual reinforcement.
Through the analytical endeavor of examining the relationship between regionalization and globalization, the study highlights the value and significance of their conceptual content and theoretical framework, the evolutionary development of both processes (with distinction and analysis of their periodic temporal frameworks as wave-like phases), and the systematization and analysis of their institutional structures.
Subsequently, by means of multi-level critical analysis and interpretation of historical “landmark” events—the period marking the dominance of globalization and the emergence of regionalization, and the formation of a relationship between the two phenomena under the influence of interdependence, confrontation, and mutual reinforcement—the study underscores the vital importance of their connectivity and relational interaction. The foregoing provides a substantiated answer to the central research question: “How has the dialectical relationship between regionalization and globalization been shaped over time?”.
Finally, through the presentation of an innovative institutional proposal, the Organization of Regional and Global International Organizations (ORGIO), the dissertation offers a structured completion of the analysis of the relationship between regionalization and globalization, upon the foundation of a holistic and comprehensive institutional framework of cooperation.ΠΜΣ Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδέ
"Letta Report: the political dimension in EU energy policy, challenges and prospects for the future of the Energy Union"
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την Ενεργειακή Ένωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από το πρίσμα της Έκθεσης Letta και των προκλήσεων που αναδεικνύει για τη διαμόρφωση ενός νέου υποδείγματος ενεργειακής διακυβέρνησης. Το κεντρικό ερευνητικό ερώτημα αφορά το κατά πόσον οι προτάσεις της Έκθεσης μπορούν να εξασφαλίσουν ταυτόχρονα ενεργειακή ασφάλεια, οικονομική ανταγωνιστικότητα, κλιματική βιωσιμότητα, κοινωνική αλληλεγγύη και γεωπολιτική αυτονομία.
Η ανάλυση αποκαλύπτει ότι η Ενεργειακή Ένωση αντιμετωπίζει μια θεμελιώδη δομική αντίφαση μεταξύ της λογικής της ολοκλήρωσης και της πολιτικής του κατακερματισμού. Παρά την εκτεταμένη νομοθετική παραγωγή από τη Συνθήκη της Λισαβόνας έως το πακέτο Fit for 55, η ενεργειακή αγορά της Ευρώπης παραμένει κατακερματισμένη σε είκοσι επτά εθνικά συστήματα με διαφορετικές προτεραιότητες και ρυθμιστικές λογικές. Αυτή η αντίφαση δεν αποτελεί τεχνική ατέλεια αλλά εκφράζει τη σύγκρουση μεταξύ της επιταγής για οικονομίες κλίμακας και της πολιτικής αναγκαιότητας διατήρησης εθνικής κυριαρχίας σε έναν τομέα που θεωρείται κρίσιμος για την εθνική ασφάλεια.
Η εργασία εξετάζει τέσσερις κατηγορίες προκλήσεων: την ενεργειακή ασφάλεια και τη μετατροπή της σε υπαρξιακό ζήτημα μετά τη ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία, το οικονομικό δίλημμα χρηματοδότησης επενδύσεων που εκτιμώνται σε επτακόσια πενήντα έως οκτακόσια δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, τις πολιτικές και θεσμικές αντιφάσεις που απορρέουν από διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες, και τους τεχνολογικούς περιορισμούς που θέτουν φυσικά όρια στην ταχύτητα της μετάβασης. Η ανάλυση καταδεικνύει ότι αυτές οι προκλήσεις είναι αλληλένδετες και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι το χάσμα μεταξύ φιλοδοξίας και υλοποίησης δεν αποτελεί έλλειμμα τεχνοκρατικής γνώσης αλλά έλλειμμα πολιτικής ικανότητας να δράσει σύμφωνα με αυτή τη γνώση. Η Έκθεση Letta προσφέρει ένα συνεκτικό πρόγραμμα μεταρρύθμισης, αλλά η υλοποίησή του προϋποθέτει επίπεδα θεσμικής ικανότητας, πολιτικής βούλησης και διακρατικής συνεργασίας που η σημερινή Ευρώπη δεν διαθέτει. Η επιτυχία της Ενεργειακής Ένωσης απαιτεί τη μετάβαση από την πολιτική του ελάχιστου κοινού παρονομαστή προς την πολιτική του συλλογικού στρατηγικού σχεδιασμού, αναγνωρίζοντας ότι η πραγματική αυτονομία στο σύγχρονο κόσμο είναι μόνο συλλογικά επιτεύξιμη.This thesis examines the European Union's Energy Union through the lens of the Letta Report and the challenges it highlights for establishing a new paradigm of energy governance. The central research question concerns whether the Report's proposals can simultaneously ensure energy security, economic competitiveness, climate sustainability, social solidarity, and geopolitical autonomy.
The analysis reveals that the Energy Union faces a fundamental structural contradiction between the logic of integration and the politics of fragmentation. Despite extensive legislative production from the Lisbon Treaty to the Fit for 55 package, Europe's energy market remains fragmented into twenty-seven national systems with divergent priorities and regulatory logics. This contradiction is not a technical imperfection but expresses the conflict between the imperative for economies of scale and the political necessity of maintaining national sovereignty in a sector considered critical for national security.
The thesis examines four categories of challenges: energy security and its transformation into an existential issue following the Russian invasion of Ukraine; the economic dilemma of financing investments estimated at seven hundred fifty to eight hundred billion euros annually; the political and institutional contradictions arising from different national priorities; and the technological constraints that set physical limits on the speed of transition. The analysis demonstrates that these challenges are interconnected and cannot be addressed in isolation.
The central conclusion is that the gap between ambition and implementation constitutes not a deficit of technocratic knowledge but a deficit of political capacity to act according to that knowledge. The Letta Report offers a coherent reform program, but its implementation presupposes levels of institutional capacity, political will, and cross-border cooperation that present-day Europe does not possess. The success of the Energy Union requires a transition from the politics of the lowest common denominator toward the politics of collective strategic planning, recognizing that genuine autonomy in the contemporary world is only collectively achievable.ΠΜΣ Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Διακυβέρνηση, κατεύθυνση Δίκαιο και Πολιτική για το Περιβάλλον και την Ενέργει
Lobbying and good governance: the greek institutional framework and international best practices
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο του lobbying και τη σχέση του με τις αρχές της καλής δΙακυβέρνησης στο πλαίσιο του New Public Management (NPM), με ιδιαίτερη έμφαση στο ελληνικό θεσμικό περιβάλλον.
Κεντρικός στόχος είναι η ανάλυση του Ν.4964/2022, που εισήγαγε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα ολοκληρωμένο σύστημα ρύθμισης των δραστηριοτήτων άσκησης επιρροής, και η σύγκρισή του με διεθνείς καλές πρακτικές από τις Ηνωμένες ΠολΙτείες, τον Καναδά, την Ευρωπαϊκή Ένωση καΙ τη Γαλλία.
Η έρευνα βασίζεται σε συγκρΙτΙκή θεσμΙκή ανάλυση και στη μελέτη πολΙτΙκής δΙακυβέρνησης, επιδιώκοντας να αναδείξει πώς το lobbying, όταν είναι θεσμικά ρυθμισμένο, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο δημοκρατΙκής συμμετοχής και όχι ως πεδίο αθέμιτων επιρροών. Παράλληλα, αναλύεται η σύνδεση του lobbying με την λογοδοσία, τη δΙαφάνεΙα καΙ τον εσωτερΙκό έλεγχο, όπως αυτοί ορίζονται από το ΝPM και τις αρχές της χρηστής διακυβέρνησης.
Η εργασία εντοπίζει τα κύρια προβλήματα εφαρμογής στην Ελλάδα, περιορισμένη διοικητική ικανότητα, κατακερματισμό αρμοδιοτήτων και πολιτισμική δυσπιστία, και προτείνει συγκεκριμένα εργαλεία καΙ πολΙτΙκές για την ενίσχυση του συστήματος: βελτίωση της ψηφιακής διαλειτουργικότητας, εκπαίδευση δημοσίων λειτουργών, ενίσχυση της ΕΑΔ, και καθιέρωση δεικτών απόδοσης.
Συμπερασματικά, υποστηρίζεται ότι η θεσμική ωρίμανση του lobbying αποτελεί αναγκαίο βήμα εκδημοκρατΙσμού καΙ εκσυγχρονΙσμού της δημόσΙας δΙΟίκησης. Η Ελλάδα, αξιοποιώντας τα διεθνή παραδείγματα, μπορεί να αναπτύξει ένα υβρΙδΙκό μοντέλο θεμΙτής επΙρροής, που θα ενισχύει τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη και τη θεσμική αξιοπιστία του κράτους.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η θεσμοθέτηση της άσκησης επιρροής αποτελεί κρίσιμο βήμα για την ενίσχυση της δημοκρατίας, εφόσον συνοδεύεται από αποτελεσματικούς μηχανισμούς εποπτείας, εκπαίδευσης και λογοδοσίας. Η εργασία προτείνει συγκεκριμένα μέτρα ενσωμάτωσης και βελτίωσης του πλαισίου, ώστε η Ελλάδα να εξελιχθεί σε πρότυπο καλής διακυβέρνησης στη Νότια Ευρώπη.This postgraduate dissertation explores the phenomenon of lobbying and its connection to the principles of good governance within the framework of New Public Management (NPM), focusing on the Greek institutional system. The main objective is to analyze Law 4964/2022, which introduced for the first time in Greece a comprehensive regulatory framework for lobbying activities, and to compare it with international best practices from the United States, Canada, the European Union, and France.
Using a comparative institutional approach and elements of public policy analysis, the study demonstrates that lobbying, when properly regulated, can operate as a legitimate mechanism of democratic participation rather than as a source of undue influence. It further examines how lobbying relates to accountability, transparency, and internal control, as defined by the principles of NPM and good governance.
The research identifies key challenges in Greece — limited administrative capacity, fragmented responsibilities, and a culture of mistrust — and proposes concrete policy recommendations: enhancing digital interoperability, training public officials, strengthening the National Transparency Authority, and establishing performance indicators.
Overall, the study argues that the institutional maturity of lobbying constitutes an essential step towards democratization and modernization of Greek public administration. By adopting successful international practices, Greece can establish a hybrid model of transparent and participatory lobbying, promoting integrity, efficiency, and public trust in governance.
Findings indicate that the institutionalization of lobbying is a crucial step towards democratic enhancement, provided it is supported by effective mechanisms of oversight, education, and accountability. The paper offers concrete proposals for the integration and improvement of the framework, aiming for Greece to become a model of good governance in Southern Europe.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Διοικητική Επιστήμη και Δημόσιο Μάνατζμεν
Social media and radio businesses: two-way communication with the audience as a strategy tool
Η παρούσα εργασία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι ραδιοφωνικοί σταθμοί στην Ελλάδα αξιοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ενισχύσουν τη δημόσια εικόνα τους, να καλλιεργήσουν σχέσεις με το κοινό και να διαμορφώσουν νέες πρακτικές διαμεσολάβησης. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκονται τρεις ραδιοφωνικοί σταθμοί — ένας εμπορικός, ένας θεματικός και ένας φοιτητικός — που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές οργανωσιακές κουλτούρες και επικοινωνιακές στρατηγικές.
Η μεθοδολογία βασίζεται σε συνδυασμό ποιοτικών προσεγγίσεων: μελέτη περίπτωσης, ποιοτική ανάλυση περιεχομένου και ημιδομημένες συνεντεύξεις. Η ανάλυση των ψηφιακών τους πρακτικών εστιάζει στις μορφές περιεχομένου, στις στρατηγικές αλληλεπίδρασης με το κοινό και στη χρήση των πλατφορμών ως εργαλείων προβολής, ενδυνάμωσης και συμμετοχής.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η χρήση των social media δεν αποτελεί απλώς συμπληρωματική δράση, αλλά κρίσιμο στοιχείο διαμόρφωσης της ραδιοφωνικής ταυτότητας και της σχέσης κοινού–παραγωγών. Κάθε οργανωσιακό πλαίσιο διαμορφώνει διαφορετικές στρατηγικές, αποτυπώνοντας έτσι τις πολλαπλές εκδοχές της διαμεσολάβησης στη σύγχρονη ραδιοφωνία. Η έρευνα αναδεικνύει τη σημασία της πλατφορμικής παρουσίας όχι μόνο για την απήχηση, αλλά και για τη βιωσιμότητα και εξέλιξη του μέσου.This thesis examines how radio stations in Greece use social media to enhance their public image, cultivate audience relationships, and develop new practices of mediation. The analysis focuses on three stations — one commercial, one thematic, and one student-run — representing different organizational cultures and communication strategies.
The methodology combines qualitative approaches: case study analysis, qualitative content analysis, and semi-structured interviews. The research explores content formats, audience interaction strategies, and the use of digital platforms as tools for visibility, empowerment, and participation.
Findings reveal that social media use is not merely a complementary activity but a key element in shaping radio identity and audience–producer relationships. Each organizational model develops distinct strategies, illustrating multiple expressions of mediation in contemporary radio. The study highlights the role of platform presence not only in audience engagement but also in the sustainability and evolution of the medium.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Κοινωνία της Πληροφορίας, Μέσα και Τεχνολογί
Policy on the primary and secondary use of health data within the European Health Data Space (EHDS): regulatory developments, implementation challenges and implications for the emerging health services ecosystem
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής για την πρωτογενή και δευτερογενή χρήση των δεδομένων υγείας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Χώρου Δεδομένων Υγείας (European Health Data Space - EHDS), εστιάζοντας στις πρόσφατες ρυθμιστικές εξελίξεις, στις προκλήσεις εφαρμογής σε εθνικό και διασυνοριακό επίπεδο και στις επιπτώσεις που αναδύονται για το νέο οικοσύστημα ψηφιακών υπηρεσιών υγείας. Αρχικά αναλύεται το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αναφορά στη διασύνδεση του EHDS με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR), τον Κανονισμό για τη Διακυβέρνηση Δεδομένων (Data Governance Act) και τις πολιτικές για την Τεχνητή Νοημοσύνη, αναδεικνύοντας τον ρόλο των Φορέων Πρόσβασης σε Δεδομένα Υγείας (Health Data Access Bodies - HDABs) ως βασικών μηχανισμών διακυβέρνησης.
Στη συνέχεια, διερευνώνται οι τεχνικές και οργανωτικές προκλήσεις που σχετίζονται με τη διαλειτουργικότητα, την ασφάλεια πληροφοριών, την εμπιστοσύνη των πολιτών και τη διασφάλιση της ηθικής χρήσης των δεδομένων, καθώς και οι επιπτώσεις για τους παρόχους υπηρεσιών υγείας, τους ερευνητικούς φορείς και τις δημόσιες αρχές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μετάβαση από τα κατακερματισμένα εθνικά συστήματα σε ένα ενοποιημένο ευρωπαϊκό οικοσύστημα δεδομένων, το οποίο αναμένεται να ενισχύσει την καινοτομία, την τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η επιτυχής υλοποίηση του EHDS προϋποθέτει συντονισμένη θεσμική διακυβέρνηση, επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και ανάπτυξη σαφών μηχανισμών πρόσβασης και ελέγχου, ώστε να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ αξιοποίησης των δεδομένων και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.This master’s thesis examines the development of European policy on the primary and secondary use of health data within the framework of the European Health Data Space (EHDS), focusing on recent regulatory developments, implementation challenges at national and cross-border level, and the emerging implications for the new ecosystem of digital health services. The study begins with an analysis of the European Union’s institutional and regulatory framework, highlighting the interconnection of the EHDS with the General Data Protection Regulation (GDPR), the Data Governance Act, and artificial intelligence policies, while emphasising the role of Health Data Access Bodies (HDABs) as key governance mechanisms.
Subsequently, the thesis explores the technical and organisational challenges related to interoperability, information security, public trust, and the ethical use of data, as well as the implications for healthcare providers, research organisations, and public authorities. Particular emphasis is placed on the transition from fragmented national systems to a unified European data ecosystem, which is expected to foster innovation, evidence-based policymaking, and improved quality of healthcare services.
The findings suggest that the successful implementation of the EHDS requires coordinated institutional governance, investment in digital infrastructures, and the establishment of clear access and oversight mechanisms in order to achieve a balance between data utilisation and the protection of fundamental rights.Νομική και Διοικητική Επιστήμη, κατεύθυνση Διοικητική Επιστήμη και Δημόσιο Μάνατζμεν
Artificial Inteligence and education: representations and framing in the Greek Press
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) στην εκπαίδευση αναπαρίσταται και πλαισιώνεται στον Ελληνικό Τύπο μετά τη δημόσια διάθεση του ChatGPT. Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα αποτελεί πώς τα δημοσιογραφικά μέσα συγκροτούν νοήματα, αξιολογήσεις και κανονιστικές προσδοκίες σχετικά με την ΤΝ, καθώς και ποιες ιδεολογικές, ηθικές και πολιτισμικές παραδοχές εγγράφονται στον δημοσιογραφικό λόγο. Σκοπός της έρευνας είναι η ανάδειξη των κυρίαρχων πλαισιώσεων και αναπαραστάσεων της ΤΝ σε σχέση με την εκπαιδευτική πραγματικότητα, καθώς και η συγκριτική αποτύπωση των διαφοροποιήσεων μεταξύ των μέσων.
Η μεθοδολογία της έρευνας βασίζεται στην ποιοτική ανάλυση περιεχομένου, αξιοποιώντας συνδυαστικά τη θεωρία της πλαισίωσης και τη θεωρία της αναπαράστασης. Το ερευνητικό δείγμα αποτελείται από δημοσιογραφικά άρθρα τριών εφημερίδων πανελλαδικής κυκλοφορίας (Η Καθημερινή, Τα Νέα, Η Εφημερίδα των Συντακτών), τα οποία αναλύθηκαν με τη χρήση του λογισμικού MAXQDA, βάσει ενός ιεραρχικού συστήματος κωδικοποίησης οργανωμένου σε δύο άξονες, την πλαισίωση και τις αναπαραστάσεις.
Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η ΤΝ στην εκπαίδευση πλαισιώνεται κυρίως ως τεχνολογική αναγκαιότητα και εργαλείο εκσυγχρονισμού, με έμφαση στην αποδοτικότητα και την αναπόφευκτη προσαρμογή. Παράλληλα, αναδύονται αντιθετικές αναπαραστάσεις που αρθρώνουν ανησυχίες για την αυθεντικότητα της μάθησης, τον μετασχηματισμό των εκπαιδευτικών ρόλων και την ηθική διάσταση της τεχνολογικής παρέμβασης. Η ανάλυση αναδεικνύει, επίσης, τάσεις απο-πολιτικοποίησης της εκπαιδευτικής αλλαγής και διαφοροποιήσεις στον δημοσιογραφικό λόγο των εφημερίδων, καθώς και τον καθοριστικό ρόλο των μέσων ως θεσμών κανονιστικής πλαισίωσης της ΤΝ, που συμβάλλουν στη συγκρότηση ενός κυρίαρχου τεχνολογικού φαντασιακού με επιπτώσεις στη δημόσια συζήτηση και τις κοινωνικές αντιλήψεις για τη γνώση.This thesis explores how Artificial Intelligence (AI) in education is represented and framed in the Greek press following the public release of ChatGPT. The central research question is how the media constructs meanings, evaluations, and normative expectations regarding AI, as well as what ideological, ethical, and cultural assumptions are embedded in the relevant public discourse. The purpose of the research is to highlight the dominant frames and representations of AI in relation to the educational reality, as well as to comparatively record the differences between the media.
The research methodology is based on qualitative content analysis, combining framing theory and representation theory. The research sample consists of articles from three nationwide newspapers (Kathimerini, Ta Nea, Efimerida ton Syntakton), which were analyzed using MAXQDA software, based on a hierarchical coding system organized along two axes, framing and representations.
The findings of the research show that ΑΙ in education is mainly framed as a technological necessity and a tool for modernization, with an emphasis on efficiency and inevitable adaptation. At the same time, contrasting representations emerge those articulate concerns about the authenticity of learning, the transformation of educational roles, and the ethical dimension of technological intervention. The analysis also highlights trends toward the depoliticization of educational change and differences in newspaper discourse, as well as the decisive role of the media as institutions that regulate the normative framework of AI, contributing to the formation of a dominant technological imaginary with implications for public discourse and social perceptions of knowledge.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Κοινωνία της Πληροφορίας, Μέσα και Τεχνολογί
Journalism and decentralised SNS: the case of Mastodon
Για πολλά χρόνια, το Mastodon -όπως άλλωστε και το Fediverse εν γένει- παρέμενε μια πλατφόρμα σε σχετική αφάνεια, αποτελώντας χώρο συναναστροφής κυρίως για ανθρώπους της τεχνολογίας, αλλά και οπαδούς του κινήματος ΕΛ/ΛΑΚ. Με την εξαγορά του ΜΚΔ Twitter από τον Αμερικανό επιχειρηματία Ίλον Μασκ και πολλές αμφιλεγόμενες αλλαγές του που οδήγησαν στο σημερινό Χ, πολλοί χρήστες του τελευταίου στράφηκαν -για διάφορους λόγους- σε εναλλακτικά ΜΚΔ, όπως το Bluesky και το Mastodon.
Σκοπός της παρούσας διερευνητικής έρευνας είναι η διερεύνηση της χρήσης των αποκεντρωμένων, ομόσπονδων ΜΚΔ από τους δημοσιογράφους, με εστίαση στο ΜΚΔ Mastodon. Το θέμα αυτό εξετάζεται από τη σκοπιά της θεωρίας Χ&Ι και βασίζεται σε κατεξοχήν ποσοτικές μεθόδους έρευνας (ερωτηματολόγιο και ποσοτική ανάλυση δημόσιων ανωνυμοποιημένων δεδομένων). Σκοπός είναι να αναδειχθεί ο ρόλος των αποκεντρωμένων ΜΚΔ έναντι των «παραδοσιακών» στο πεδίο της δημοσιογραφίας και των νέων μέσων.
Το παρόν πόνημα έρχεται να συμπληρώσει ένα κενό στην έρευνα Χ&Ι σχετικά με τη δημοσιογραφία στο Mastodon. Ενώ υπάρχουν ήδη έρευνες Χ&Ι για τους δημοσιογράφους στο Twitter/X (βλ. Kim et al., 2016) καθώς και έρευνες Χ&Ι στο κοινό του Mastodon (βλ. Lee & Wang, 2023), προς το παρόν απουσιάζει μια έρευνα που να μπορεί να ποσοτικοποιήσει και να δώσει μια εξήγηση στα κίνητρα πίσω από τη χρήση του Mastodon και του Fediverse γενικότερα από ανθρώπους που ανήκουν στο χώρο των ΜΜΕ. Από την έρευνα επιβεβαιώνονται υπάρχοντα κίνητρα και αναδεικνύονται νέα, τα οποία θεωρούνται μοναδικά για αυτές τις πλατφόρμες.For many years, Mastodon -and the Fediverse in general- has remained a platform shrouded in relative obscurity, serving as a socialisation hub chiefly for technology enthusiasts and FOSS advocates. After the SNS Twitter was acquired by American entrepreneur Elon Musk and many controversial changes which lead to what nowadays is known as X, many users of the latter turned their attention -for a variety of reasons- to alternative SNS, like Bluesky and Mastodon.
The purpose of this exploratory research is to examine the usage of decentralised, federated SNS by journalists, with main focus on Mastodon. This topic is examined from the standpoint of U&G theory and is based on mainly quantitive
research methods (questionnaire and quantitive analysis of publicly available anonymised data). The aim is to highlight the role of decentralised SNS in comparison to the "traditional" ones in the field of journalism and new media.
This work aims to close a gap in U&G research related to Mastodon journalism. Even though there already exists U&G research on Twitter/X journalists (see Kim et al., 2016), as well as some more generic Mastodon U&G research (βλ. Lee & Wang, 2023), as of now there is a lack of research which could quantify and explain the motives behind the use of Mastodon and Fediverse in general by people who work in the sector of mass media. The research confirms the applicability of existing use motives and sheds light on some new ones, which are considered to be unique to these platforms.ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Επικοινωνία και Μέσα, κατεύθυνση Κοινωνία της Πληροφορίας, Μέσα και Τεχνολογί