University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Αναγνώριση γεγονότων σε κρυπτογραφημένη κίνηση δικτύου και κατηγοριοποίηση κακόβουλων εξυπηρετητών στο διαδίκτυο

    No full text
    Η συνεχώς αναπτυσσόμενη καθιέρωση των πρωτοκόλλων για την κρυπτογράφηση της κίνησης του δικτύου (όπως το TLS πρωτόκολλο), έχει αλλάξει τα δεδομένα στην εποπτεία του δικτύου. Με τη ραγδαία αύξηση των μηχανισμών κρυπτογράφησης, τα παραδοσιακά συστήματα για επιθεώρηση της κίνησης του δικτύου που στηρίζονται στην επεξεργασία των περιεχομένων των πακέτων, σταδιακά χάνουν την αποτελεσματικότητα τους, καθώς παράλληλα, κακόβουλοι χρήστες του δικτύου εκμεταλλεύο- νται την κρυπτογράφηση για να κρύψουν τις δραστηριότητες τους και να αποφύγουν την ανεύρεση της παρουσίας τους. Σε αυτήν την εργασία, προτείνουμε μία γλώσσα προτύπων για να περιγράψουμε τα μοτίβα που υπάρχουν στις ακολουθίες πακέτων δικτύου, με σκοπό τη λεπτομερή ανίχνευση συμβάντων ακόμα και σε κίνηση δικτύου που έχει κρυπτογραφηθεί. Η πρώτη περίπτωση χρήσης που εξετάζουμε είναι η λεπτομερής ανίχνευση δραστηριότητας εφαρμογών δικτύωσης χρηστών και επικοινωνίας. ∆είχνουμε πως είναι δυνατή η δημιουργία μίας τέτοιας γλώσσας που να περιγράφει με εκφραστικότητα ενέργειες όπως την ανταλλαγή μηνυμάτων και την επικοινωνία μέσω κλήσης ή βιντεοκλήσης χρησιμοποιώντας τις διαδεδομένες εφαρμογές Facebook, Skype, Viber, WhatsApp. Μία δεύτερη περίπτωση χρήσης για τη γλώσσα προτύπων που προτείνουμε είναι η ανίχνευση περιστατικών εισβολών σε συστήματα εποπτεύοντας κίνηση δικτύου που είναι κρυπτογραφημένη. ´Οπως και στην προηγούμενη περίπτωση, εξετάζουμε αν είναι εφικτό, και αν ναι σε τι λεπτομέρεια, να αναγνωρίσουμε τη δραστηριότητα που προέρχεται από εργαλεία διείσδυσης (penetration tools) ή επικοινωνία δικτύων προγραμμάτων ρομπότ (botnets). Παρέχουμε μία αποδοτική υλοποίηση για αυτήν την γλώσσα προτύπων, την οποία ενσωματώνουμε σε δύο διαφορετικά συστήματα επιθεώρησης κίνησης του δικτύου. Αξιολογούμε την υλοποίηση μας χρησιμοποιώντας τα κριτήρια της απόδοσης τόσο σε επίπεδο ορθότητας και ακρίβειας, όσο και σε επίπεδο επιδόσεων. Τέλος, δείχνουμε πως η γλώσσα που προτείνουμε μπορεί να ‘εξορυχθεί’ (data mining) αυτόματα, περιορίζοντας το φόρτο εργασίας για τη διαμόρφωση και συντήρηση ενός μεγάλου συνόλου από πρότυπα. Η διαδικασία που αναφέραμε στην παραπάνω παράγραφο, περιγράφεται από μία παθητικού τύπου εποπτεία και ανάλυση των πακέτων δικτύου. Επιπρόσθετα, χρησιμοποιήσαμε μία πιο παρεμβατική μέθοδο, έτσι ώστε να επικοινωνήσουμε με εξυπηρετητές μέσω διευθύνσεων IP που βρίσκονται διαθέσιμες σε δημόσιες λίστες με πληροφορίες για κακόβουλες δραστηριότητες. Ο σκοπός μας είναι να καταλάβουμε το οικοσύστημα των δικτύων προγραμμάτων ρομπότ (botnets). Συγκεκριμένα, χρησιμοποιούμε ένα εργαλείο ανοικτού κώδικα για να παράξουμε αποτυπώματα TLS για κάθε ένα από τους εξυπηρετητές που επικοινωνούμε. Στην έρευνα μας καταφέραμε να συλλέξουμε πληροφορίες σε ένα διάστημα 7 μηνών. Τα αποτυπώματα αυτά εκφράζουν τις απαντήσεις των εξυπηρετητών σε μία αλληλουχία από 10 ‘‘TLS Client Hello’’μηνύματα με διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. έκδοση TLS , επιλεγμένος αλγόριθμος κρυπτογράφησης κ.τ.λ.). Αυτό που ϑέλουμε να εξετάσουμε είναι η δυνατότητα να αναγνωρίσουμε την ιδιότητα και δραστηριότητα αυτών των εξυπηρετητών χρησιμοποιώντας μόνο αυτά τα αποτυπώματα, μέσα σε λίστες από αποτυπώματα για τα οποία δεν έχουμε πρωτύτερη γνώση. Μέσω των αποτελεσμάτων μας, βλέπουμε πως τα αποτυπώματα που υπολογίζονται, επαναλαμβάνονται μεταξύ εξυπηρετητών που συμμετέχουν στην ίδια οικογένεια δικτύων προγραμμάτων ρομπότ (botnets). Επίσης βλέπουμε πως σπάνια αλληλοεπικαλύπτονται με αποτυπώματα από εξυπηρετητές για τους οποίους είναι γνωστή η ορθή χρήση τους. Τα ευρήματα αυτά μας παροτρύνουν να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη μεθοδολογία για να αναγνωρίζουμε και να ταυτοποιούμε εξυπηρετητές που εμπλέκονται σε κακόβουλες δραστηριότητες. Στη συνέχεια, παρουσιάζουμε μία εκτενή βιβλιογραφική μελέτη σχετικά με τα εργαλεία για την εποπτεία του δικτύου μετά την καθιέρωση των πρωτοκόλλων κρυπτο- γράφησης. Αυτό που παρατηρούμε είναι πως παρόλο που η επιστημονική κοινότητα έχει προτείνει μία πληθώρα τεχνικών για το σκοπό αυτό, υπάρχουν ακόμα ελλείψεις και μειονεκτήματα. Τέλος, δεν παραλείπουμε να εξετάσουμε τις τεχνικές που υπάρχουν για την αποτροπή της ανάλυσης των κρυπτογραφημένων επικοινωνιών σε περιπτώσεις κακόβου- λης χρήσης και λογοκρισίας. Συζητάμε αν το σύστημα μας μπορεί να ανταπεξέλθει σε τέτοιες περιπτώσεις.The growing adoption of network encryption protocols, like TLS, has altered the scene of network traffic monitoring. With the advent and rapid increase in network encryption mechanisms, typical deep packet inspection systems that monitor network packet payload contents are gradually becoming obsolete, while in the meantime, adversaries abuse the utilization of the TLS protocol to bypass them. In this work, we propose a pattern language to describe packet sequences for the purpose of fine-grained identification of events even in encrypted network traffic. The first use case for our pattern language is the identification of application-level events in encrypted network traffic. We demonstrate its expressiveness with case studies for distinguishing messaging, voice, and video events in Facebook, Skype, Viber, and WhatsApp network traffic. The second use case for our pattern language is the identification of intrusions and suspicious events in encrypted network traffic. Similarly, we investigate its expressiveness with case studies for distinguishing events originating from penetration tools, such as password cracking, or botnet communications. We provide an efficient implementation for the proposed pattern language, which we integrate into two different DPI systems. We evaluate the proposed pattern language with respect to the level of expressiveness and the processing performance. Finally, we demonstrate that the proposed language can be mined from traffic samples automatically, minimizing the otherwise high ruleset maintenance burden. Except for our passive analysis approach, we actively contact IP addresses known to participate in malicious activities, since we aim to understand the botnet ecosystem in the wild. We utilize an open-source tool for active probing and TLS fingerprint construction. Based on packets acquired from TLS handshakes, server fingerprints are constructed durix ing a time period of 7 months. The fingerprints express servers’ responses to a sequence of several ‘‘TLS Client Hello’’ packets with different TLS attributes and we investigate if it is feasible to detect suspicious servers and re-identify other similar within blocklists with no prior knowledge of their activities. Based on our findings, we can see that fingerprints originating from suspicious servers are repetitive among similarly configured servers, while it is rare to overlap with fingerprints that correspond to legitimate domains. The findings of our measurement study encourage the utilization of actively generated TLS fingerprints for detecting malicious command and control servers in the wild. Subsequently, we present the literature that manages to perform network traffic analysis and inspection after the ascent of encryption. We observe that the research community has already started proposing solutions on how to perform inspection even when the network traffic is encrypted and we review these works. We present the techniques and methods that these works use and their limitations. Lastly, we do not omit to examine the countermeasures that have been proposed to circumvent traffic analysis and we discuss about our system’s limitations related to traffic analysis resistance

    Ανάλυση οφθαλμικών κινήσεων κατά τη διάρκεια ανάγνωσης

    Get PDF
    Η εξέταση της οπτικής οξύτητας αποτελεί το τεστ πρώτης γραμμής που προτιμάται από τους κλινικούς γιατρούς για την αξιολόγηση της ακεραιότητας του οπτικού συστήματος. Παρ΄ όλα αυ- τά, η εξέταση της κοντινής οξύτητας, αν και χρήσιμη, μπορεί να παρέχει μόνο μερική ένδειξη της λειτουργικής όρασης και της αποτελεσματικότητας μιας χειρουργικής ή οπτικής διόρθωσης. Αφού πολλές δραστηριότητες της καθημερινής ζωής στηρίζονται στην ανάγνωση, δε μας εκπλήσσει το ότι η δυσκολία στην ανάγνωση είναι το πιο σύνηθες παράπονο ατόμων με χαμηλή όραση και ότι αποτελεί τον βασικό λόγο που ασθενείς παραπέμπονται σε κλινική χαμηλής όρασης και ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για την ποιότητα ζωής σχετικά με την όραση. Η ανάγνωση παρ΄ όλα αυτά, είναι μια περίπλοκη διαδικασία. Απαιτεί καλή αμφιβληστροειδική εικόνα και ακέραιο αμφιβληστροειδή για να στείλει την εικόνα στον εγκέφαλο, όπου αναλύεται για την κατανόηση του μηνύματος. Εξού και είναι δύσκολη η αξιολόγηση της λειτουργικής όρασης με βάση την αναγνωστική συμπεριφορά. Η εξέλιξη των eye trackers, νέες τυποποιημένες κάρτες ανάγνωσης και νέες υπολογιστικές και στατιστικές μέθοδοι έχουν δώσει πολύτιμα εργαλεία για την περαιτέρω ανάλυση της αναγνωστικής συμπεριφοράς με τη χρήση παραμέτρων οφθαλμικών κινήσεων. Σκοπός αυτή της εργασίας είναι η χρήση της ανάλυσης οφθαλμικών κινήσεων κατά την ανάγνωση κειμένου για την αξιολόγηση της λειτουργικής όρασης κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Χωρίζεται σε τέσσερις μελέτες: έλεγχος επαναληψιμότητας της μεθόδου, μελέτη της επίδρασης της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας AMD και της αποτελεσματικότητας της anti-VEGF θεραπείας στις οφθαλμικές κινήσεις κατά την ανάγνωση και μελέτη της επίδρασης της πρεσβυωπίας και τεχνικών διόρθωσής της με φακούς επαφής, καθώς και μελέτη της επίδρασης της κατανόησης του κειμένου στις οφθαλμικές κινήσεις. ΄Ενας δεύτερος σκοπός είναι να βρεθούν συγκεκριμένες παράμετροι οφθαλμικών κινήσεων που ε- πηρεάζονται σαφώς από την επίδραση κάθε παράγοντα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση ex-Gaussian χρησιμοποιείται προκειμένου να αξιολογηθεί η κατανομή της διάρκειας των σημείων προσήλωσης. Στη σχετική βιβλιογραφία, η ανάλυση ex-Gaussian στην κατανομή της διάρκειας των σημείων προ- σήλωσης έχει χρησιμοποιηθεί για τη μελέτη της επίδρασης πολλών παραγόντων στις οφθαλμικές κινήσεις. Είναι υπό συζήτηση αν η κάθε παράμετρος της κατανομής ex-Gaussian υποδηλώνει δια- φορετική γνωσιακή διεργασία. Η μελέτη μας, έχει ως σκοπό να συμβάλει σε αυτή τη συζήτηση ελέγχοντας αυτές τις παραμέτρους κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Στη μελέτη για την επίδραση της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας AMD τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι ασθενείς με AMD είχαν σημαντικά χειρότερη οπτική οξύτητα και μεγαλύτερο πάχος αμφιβληστροειδή CRT από την ομάδα των υγιών συμμετεχόντων, καθώς επίσης και σημαντικά δια- φορετικές τιμές στην ταχύτητα ανάγνωσης και σε όλες τις παραμέτρους των οφθαλμικών κινήσεων. Μετά από τρεις μήνες θεραπείας anti-VEGF, οι ασθενείς παρουσίασαν βελτίωση στην ταχύτητα ανάγνωσης και στον αριθμό των σημείων προσήλωσης. Αντίθετα, η οπτική οξύτητα παρέμεινε σχε- τικά σταθερή, στηρίζοντας την άποψη ότι η οπτική οξύτητα δεν είναι αρκετή για να αξιολογηθεί η λειτουργική όραση σε ασθενείς με χαμηλή όραση. Η διόρθωση της πρεσβυωπίας με φακούς επαφής διαφορετικών σχεδιασμών (πολυεστιακοί και φα- κοί που παρέχουν μονοόραση), είχε σημαντικά αποτελέσματα στην οπτική οξύτητα, στην ταχύτητα ανάγνωσης και σε παραμέτρους των οφθαλμικών κινήσεων, όπως στον αριθμό των σημείων προ- σήλωσης και τη διάρκεια της προσήλωσης, καθώς επίσης και στην παράμετρο μ της ex-Gaussian. Παρ΄ όλο που η οπτική οξύτητα ήταν σημαντικά καλύτερη με την μονοόραση απ΄ ότι με τους πολυ- εστιακούς φακούς επαφής, καμία άλλη διαφορά δε βρέθηκε μεταξύ των δύο τρόπων διόρθωσης. Η ανάγνωση σε χαμηλή φωτεινότητα είχε σημαντική επίδραση σχεδόν σε όλες τις παραμέτρους των οφθαλμικών κινήσεων και στην παράμετρο μ της ex-Gaussian. Η επίδραση αυτή ήταν μεγαλύτερη στους πολυεστιακούς φακούς επαφής. Στη μελέτη της επίδρασης της κατανόησης του κειμένου στις οφθαλμικές κινήσεις κατά την α- νάγνωση, δώσαμε στους συμμετέχοντες δύο διαφορετικά σετ οδηγιών. Στο πρώτο σετ, καλούνταν να διαβάσουν το κείμενο σε έναν άνετο, γι΄ αυτούς ρυθμό ενώ στο δεύτερο σετ, καλούνταν να διαβάσουν το κείμενο έτσι ώστε να το καταλάβουν και να είναι σε θέση να απαντήσουν μετά σε ερωτήσεις κατανόησης του κειμένου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η δεύτερη συνθήκη σχετίζεται με χαμηλότερη ταχύτητα ανάγνωσης, μεγαλύτερο αριθμό σημείων προσήλωσης, μεγαλύτερο ποσσοστό κινήσεων προς τα πίσω (regressions) και υψηλότερη τιμή στην παράμετρο τ της ex-Gaussian. Η αύξηση του αριθμού των σημείων προσήλωσης μπορεί να προβλέψει σε σημαντικό βαθμό τη μείωση στην ταχύτητα ανάγνωσης. Τα αποτελέσματα δείχνουν σαφή επίδραση συγκεκριμένων παραγόντων στις παραμέτρους οφθαλ- μικών κινήσεων και στις παραμέτρους της ανάλυσης ex-Gaussian. Η παράμετρος τ της ex-Gaussian, το ποσοστό των κινήσεων προς τα πίσω (regressions) και ο αριθμός των σημείων προσήλωσης με- τά από σακκαδική κίνηση προς τα μπροστά, εξαρτώνται κυρίως από γνωσιακές διεργασίες, όπως η κατανόηση του κειμένου, ενώ η παράμετρος μ της ex-Gaussian, η διάρκεια και ο αριθμός των σημείων προσήλωσης επηρεάζονται κυρίως από οπτικούς παράγοντες, όπως η φωτεινότητα και η θόλωση. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι οι ασθενείς με AMD είχαν σημαντικά διαφορετικές τιμές από την ομάδα των υγιών, σε όλες τις παραμέτρους που μελετήθηκαν. Θα περιμέναμε η ηλικιακή εκφύλιση τηε ωχράς κηλίδας να επηρεάζει την όραση κυρίως μέσω οπτικών παρεμβολών στο επίπεδο του αμφιβληστροειδή επίπεδο. Φαίνεται όμως, ότι επηρεάζει την όραση σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να μειώνεται η ικανότητα αναγνώρισης λέξεων και νοήματος, με αποτέλεσμα να υπάρχουν επιπτώσεις και σε γνωσιακό επίπεδο. Στο μέλλον, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν μελέτες με αλλαγές συγκεκριμένων παραγόντων, με κατά το δυνατόν, διαχωρισμό γνωσιακών και οπτικών παραγόντων, προκειμένου να εξαχθούν πιο ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη συσχέτιση συγκεκριμένων παραγόντων με τη λειτουργία της όρασης κατά την ανάγνωση. Περισσότερο εκλεπτυσμένες υπολογιστικές μέθοδοι και προσεγγίσεις μηχανικής μάθησης μπορούν να δώσουν πιο λεπτομερή ανάλυση των παραμέτρων των οφθαλμικών κινήσεων κατά την ανάγνωση.Visual acuity assessment is the preferred first-line test among clinicians to evaluate the integrity of the visual system. However, simple measures of near acuity, while of interest, may provide only a partial indication of functional vision and of the effectiveness of surgical or optical corrections. Since many activities of daily living rely on reading it is not surprising that reading difficulty is the most common complaint among individuals with decreased vision, while it forms the primary reason for patients to seek referral to a low vision clinic and a strong predictor of vision-related quality of life. Reading, however is a complex function. It requires a proper retinal image and intact retina to send information to the brain, where the image is analyzed for extraction of meaning. Thus it is difficult to evaluate functional vision based on reading performance. The evolution of eye trackers, new standardised reading tests and computational and statistical methods have given valuable tools to further analyse reading performance through eye movement parameters. The aim of this work is to use eye movement analysis during text reading to evaluate functional vision under different conditions. It is divided into four studies involving: assessment of method repeatability, applications to age-related macular disease, anti-VEGF treatment, and presbyopia correction, as well as the study of reading comprehension. A secondary aim is to find certain eye movement parameters that are distinctly affected under each condition and factor. In this context, the ex-Gaussian analysis is used to evaluate the fixation duration distribution. The results highlight certain distinct effects of specific factors on eye movement and ex- Gaussian parameters. Ex-Gaussian parameter τ, the percentage of regression and the number of forward fixations were affected by cognitive (higher-level) processes while ex-Gaussian μ, fixation duration and the number of fixations were mainly affected by optical (lower-level) factors. In the future, studies of specifically manipulated changes in certain factors have to be performed. More refined computational methods and machine learning approaches could provide more thorough analysis of eye movement parameters during reading

    Advanced experimental studies of gas adsorption in nanoporous materials for gas storage and gas separations applications

    Get PDF
    Οι διεργασίες αποθήκευσης και διαχωρισμού αερίων σχετίζονται άμεσα με διάφορες εκφάνσεις της βιομηχανικής και κοινωνικής δραστηριότητας και εξέλιξης, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η ανάπτυξη αποδοτικών διεργασιών και προϊόντων και η παραγωγή/κατανάλωση ενέργειας. Η κλιματική αλλαγή που παρατηρείται αδιαμφισβήτητα τις τελευταίες δεκαετίες συνδέεται κυρίως με τις εκπομπές αέριων ρύπων στην ατμόσφαιρα, παραπροϊόντων της καύσης των ορυκτών καυσίμων, και περισσότερο με το CO2. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που προβάλλει ως η πλέον πιεστική και άμεση ανάγκη ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, είναι η εκλεκτική δέσμευση του CO2 από τα σημεία παραγωγής του πριν απελευθερωθεί στον αέρα και η ασφαλής αποθήκευσή του. Η τεχνολογία που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα στηρίζεται στη χημική δέσμευση του CO2 με χρήση διαλυμάτων αμίνης.,Η διεργασία παρουσιάζει 98% δέσμευση αλλά το βασικό μειονέκτημα της μεθόδου είναι το μεγάλο ενεργειακό κόστος που απαιτείται για τη διάσπαση του δεσμού μεταξύ του CO2 και των αμινομάδων, έτσι ώστε το διάλυμα να αναγεννηθεί και να επαναχρησιμοποιηθεί. Ταυτόχρονα, λόγω των πεπερασμένων και συνεχώς μειούμενων αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων, η επιστημονική κοινότητα έχει στρέψει το βλέμμα της στη διερεύνηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας που θα είναι το ίδιο αποδοτικές με τα συμβατικά καύσιμα και την ίδια στιγμή φιλικότερα προς το περιβάλλον. Το υδρογόνο θεωρείται πλέον ευρέως ως το ιδανικό καύσιμο του μέλλοντος καθώς υπάρχει άφθονο στον πλανήτη και η καύση του έχει μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα. Ωστόσο οι υπάρχουσες τεχνολογίες απέχουν ακόμη αρκετά από το σημείο γενικευμένης χρήσης του, λόγω μεγάλου εύρους τεχνικών δυσκολιών στον σχεδιασμό της εφοδιαστικής του αλυσίδας. Το φυσικό αέριο, που αποτελείται κυρίως από μεθάνιο (με συγκεντρώσεις CO2 έως και 30%) εξετάζεται ως μια ενδιάμεση λύση, καθώς φέρει ικανοποιητικό ενεργειακό φορτίο ανά μονάδα μάζας και έχει τον υψηλότερο λόγο υδρογόνου προς άνθρακα από όλους τους υδρογονάνθρακες, καθιστώντας το περιβαλλοντικά φιλικότερο. Και σε αυτή την περίπτωση όμως υπάρχουν ακόμη σοβαρά τεχνολογικά εμπόδια με τα βασικότερα να είναι η ασφαλής και αποδοτική αποθήκευση καθώς και η αναβάθμισή ή ο καθαρισμός του (κυρίως απομάκρυνση CO2) προς ένα αποδοτικότερο καύσιμο. Τα τελευταία χρόνια η χρήση στερεών προσροφητικών υλικών, τα οποία μπορούν να συγκρατήσουν στην επιφάνειά τους σημαντικές ποσότητες αερίων μέσω φυσικής προσρόφησης έχει προσελκύσει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον. Η φυσική προσρόφηση οφείλεται στην ανάπτυξη ασθενών ηλεκτροστατικών δυνάμεων τύπου van der Waals μεταξύ της επιφάνειας του στερεού και του αερίου, γεγονός που οδηγεί σε ένα γρήγορο, αντιστρεπτό φαινόμενο που δεν απαιτεί μεγάλο ενεργειακό κόστος για αναγέννηση και επαναχρησιμοποίηση του προσροφητικού μέσου. Συνεπώς, το ζητούμενο που προκύπτει για μια αποδοτική διεργασία προσρόφησης (για διαχωρισμό ή αποθήκευση αερίων) είναι η μεγιστοποίηση της αλληλεπίδρασης αερίου-στερεού. Στο πλαίσιο αυτό έχει προταθεί η χρήση υλικών με εκτεταμένα νανοπορώδη δίκτυα τα οποία εμφανίζουν υψηλές τιμές ειδικής επιφάνειας (και άρα διεπιφάνειας στερεού-αερίου). Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι σε πόρους με μεγέθη στην περιοχή της νανοκλίμακας, συγκρίσιμα δηλαδή με τη μοριακή διάμετρο των προς προσρόφηση αερίων, παρατηρείται αύξηση της προσρόφησης λόγω συνεργιστικών αλληλεπιδράσεων στερεού-ρευστού. Διάφορα πορώδη υλικά έχουν διερευνηθεί εκτεταμένα με σκοπό τη χρήση τους σε διεργασίες αποθήκευσης και διαχωρισμού αερίων ως στερεοί προσροφητές, όπως ζεόλιθοι, ενεργοί άνθρακες κλπ. Τα μεταλλο-οργανικά πλέγματα (metal organic frameworks, MOFs), μια ομάδα κρυσταλλικών νανοπορωδών υλικών, έχουν προσελκύσει παγκοσμίως το ερευνητικό ενδιαφέρον λόγω των ιδιαίτερων ιδιοτήτων και δομικών χαρακτηριστικών τους. Παρασκευάζονται σχετικά εύκολα, συνήθως με αντιδράσεις ενός σταδίου, από τη συναρμογή οργανικών συνδετών με ιόντα μετάλλου ή μεταλλικές πλειάδες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία τρισδιάστατων κρυσταλλικών νανοπορωδών πλεγμάτων που παρουσιάζουν πολύ υψηλές τιμές ειδικής επιφάνειας και συνολικού όγκου πόρων. Το ιδιαίτερο και πολύ ελκυστικό χαρακτηριστικό τους είναι όμως η δυνατότητα ελέγχου της δομής και των ιδιοτήτων τους καθώς είναι εύκολο να προσχεδιασθούν τα μεγέθη, το σχήμα και οι λειτουργικές ομάδες της επιφάνειας των πόρων τους, με την εφαρμογή «δικτυωτής χημείας» («reticular chemistry»), προσδίδοντας έτσι χαρακτηριστικά προσανατολισμένα στις απαιτήσεις της εκάστοτε διεργασίας. Η παρούσα διατριβή εστίασε στην ενδελεχή μελέτη δύο υπαρχόντων, σχετικά νέων διμεταλλικών MOFs, με συνδυασμό αναλυτικών τεχνικών και ανάπτυξη νέων πειραματικών πρωτοκόλλων, για την αποθήκευση CH4 και τον διαχωρισμό μιγμάτων CO2. Τα εν λόγω υλικά έχουν αναπτυχθεί μετά από συνεργασία του Τμήματος Χημείας του Παν. Κρήτης με το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» μέσω μιας καινοτόμας συνθετικής προσέγγισης και συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας έναν οργανικό συνδέτη ο οποίος είναι ουσιαστικά ένα σύμπλοκο του Pd. Με τον τρόπο αυτό, επιχειρήθηκε η αύξηση της ηλεκτρονιακής πυκνότητας του κρυσταλλικού πλέγματος των MOFs με σκοπό την αύξηση της αλληλεπίδρασης επιφάνειας-προσροφούμενου αερίου. Πιο συγκεκριμένα, ακολουθώντας ήδη δημοσιευμένες συνθετικές διαδικασίες παρασκευάστηκαν δύο αμιγώς μικροπορώδη υλικά: (α) ένα στο οποίο ο παλλαδιωμένος συνδέτης συναρμόζεται με μια διπυρηνική πλειάδα Cu και φέρει την τοπολογία nbo (Cu-Pd-nbo), και (β) ένα στο οποίο ο συνδέτης συνδέεται με μία τρι-πυρηνική πλειάδα In και τοπολογία soc (In-Pdsoc). Σημειώνεται ότι αυτό το υλικό είναι το πρώτο καταγεγραμμένο MOF με ίνδιο στο οποίο αποδόθηκε η τοπολογία soc. Ο συνδυασμός των ακόρεστων μεταλλικών κέντρων (στις πλειάδες) και των εκτεθειμένων τροχιακών του Pd (στον συνδέτη) καθιστούν τα δύο νέα αυτά MOFs ως υποσχόμενους προσροφητές σε διεργασίες αποθήκευσης CH4 και διαχωρισμού CO2 μέσω εκλεκτικής προσρόφησής τους από μίγματα που π.χ. περιέχουν CH4 ή N2. Στο πρώτο μέρος της διατριβής, αρχικά μελετήθηκε η δυνατότητα ενεργοποίησης των νέων υλικών. Η ενεργοποίηση του Cu-Pd-nbo επετεύχθη χρησιμοποιώντας τη διαδεδομένη μέθοδο της θέρμανσης υπό κενό. Ωστόσο, για την περίπτωση του In-Pd-soc απαιτήθηκε η ανάπτυξη ιδιαίτερης μεθοδολογίας. Για το λόγο αυτό σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε πειραματική διάταξη ενεργοποίησης μέσω ροής υπερκρίσιμου διοξειδίου του άνθρακα, με σκοπό την απομάκρυνση από το πορώδες δίκτυο του δείγματος των παγιδευμένων (κατά τη σύνθεση) μορίων διαλύτη και άλλων προσμίξεων. Επιπλέον, διερευνήθηκε η χημική και θερμική σταθερότητα των υλικών καθώς και η μορφολογία των κρυστάλλων με συνδυασμό πειραματικών τεχνικών (XRD, IR, TGA, SEM). Στη συνέχεια, με μετρήσεις ισοθέρμων προσρόφησης αζώτου/αργού στους 77/87 Κ αντίστοιχα, χαρακτηρίστηκε το πορώδες δίκτυο των υλικών και υπολογίστηκαν κρίσιμα μεγέθη όπως η ειδική επιφάνεια, ο συνολικός όγκος πόρων και η κατανομή μεγέθους των πόρων των δειγμάτων. Στο δεύτερο μέρος της διατριβής, αποτιμήθηκαν οι προσροφητικές ιδιότητες των υλικών. Με τη χρήση εξειδικευμένων ογκομετρικών και σταθμικών πειραματικών μεθόδων πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις ισοθέρμων προσρόφησης CO2, N2 και CH4 σε μεγάλο εύρος θερμοκρασιών (100 – 300 Κ) και πιέσεων (0 – 20 bar). Από την ανάλυση των πειραματικών αποτελεσμάτων υπολογίστηκαν κρίσιμα θερμοδυναμικά και κινητικά μεγέθη όπως, συνολική αποθηκευμένη ποσότητα προσροφημένου αερίου, ισοστερική ενθαλπία προσρόφησης, συντελεστές διαχυτότητας ενώ προσαρμόζοντας στις ισόθερμες προσρόφησης κατάλληλες θεωρητικές εξισώσεις εξήχθησαν κάποιες πρώτες εκτιμήσεις για τη διαχωριστική ικανότητα των υλικών σε μίγματα CO2/N2 και CO2/CH4 με υπολογισμό των αντίστοιχων εκλεκτικοτήτων. To CuPd-nbo, παρουσίασε αξιοσημείωτα δομικά χαρακτηριστικά και εντυπωσιακή προσροφητική ικανότητα ειδικά ως προς το CO2, για το οποίο καταγράφηκε τιμή 8.5 mmol/g στους 273 Κ και 1 bar. Αυτό το αποτέλεσμα το κατατάσσει το συγκεκριμένο υλικό μεταξύ των αποδοτικότερων ολόκληρης της οικογένειας των MOF, επί της ουσίας επιβεβαιώνοντας την επιλογή της συγκεκριμένης συνθετικής προσέγγισης. Για το λόγο αυτό, επελέγη για περαιτέρω διερεύνηση. Σε αυτό το πλαίσιο, διενεργήθηκαν ισόθερμες προσρόφησης CH4 σε υψηλές πιέσεις έως 100 bar και διαφορετικές θερμοκρασίες (273, 288 και 298 Κ), με σκοπό την αποτίμηση της ικανότητας του για αποθήκευση CH4. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε πως παρόλο που το Cu-Pd-nbo δεν προσρόφησε σημαντική ποσότητα ανά μονάδα μάζας, παρουσίασε εντυπωσιακή τιμή στην συνολική προσροφημένη ποσότητα CH4 ανά μονάδα όγκου, προσεγγίζοντας το 80% του στόχου που έχει θέσει το Yπουργείο Eνέργειας των ΗΠΑ (US DOE), λόγω της αυξημένης τιμής κρυσταλλογραφικής πυκνότητας του δείγματος, απόρροια της προσθήκης του παλλαδίου στον οργανικό συνδέτη. Στο τελευταίο μέρος της διατριβής η διαχωριστική ικανότητα μίγματος αερίων του Cu-Pdnbo διερευνήθηκε σε συνθήκες που προσομοιάζουν αυτές μιας πραγματικής διεργασίας. Πιο συγκεκριμένα, κατασκευάστηκε πειραματική συσκευή, στην οποία πραγματοποιήθηκαν πειράματα in situ διαχωρισμού μιγμάτων (CO2 / CH4, CO2 / N2) σε διαφορετικές συστάσεις, (10:90, 50:50), πιέσεις από 1 έως 5 bar και θερμοκρασία δωματίου. Οι μετρήσεις αυτές έδειξαν ότι με την χρήση του συγκεκριμένου υλικού επετεύχθη επιτυχής, πλήρης διαχωρισμός σε όλες τις περιπτώσεις. Από τις καμπύλες διάρρηξης που προέκυψαν υπολογίστηκαν μέσοι χρόνοι παραμονής των αερίων και πραγματικές εκλεκτικότητες ενώ τα πειραματικά δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν μελλοντικά για την κατασκευή ενός θεωρητικού μοντέλου που θα περιγράφει πλήρως τη διεργασία διαχωρισμού μέσω εκλεκτικής προσρόφησης του CO2 έναντι των άλλων συστατικών.Gas storage and separation processes are closely linked to various aspects of industrial and social activity and evolution, such as environmental protection, industrial processes and manufacturing as well as energy production/consumption. Climate change that has been unequivocally observed is considered to occur mainly due to the continuously increasing emission of harmful gas by-products of fossil fuels combustion into the atmosphere. CO2 represents almost 75 % of the of the so called green-house gases. Thus, controlling and subsequently reducing its atmospheric concentration level, constitutes a vital environmental priority globally. Therefore, selective capture of CO2 from its emission points before it is released into the atmosphere, and its safe storage represent the most pressing and immediate course of action. The most common CO2 capture technology is the use of amine solutions. CO2 reacts with the amino group creating a chemical bond in a process showing 98% yield, nevertheless the process has a major drawback related to the high energy cost of regeneration. Moreover, due to the finite, constantly decreasing reserves of fossil fuels, strong emphasis has been given to the use of alternative energy sources that can be as efficient as conventional fuels and at the same time more environmentally friendly. Hydrogen is considered to be the ideal fuel of the future as it is abundant on the planet and its combustion has zero carbon footprint. However, existing technologies are still far from widespread use, due to the significant technical difficulties related to its whole supply-use chain. Natural gas, consisting mainly of methane (CO2 can be as high as 30%), is considered as an intermediate solution, since it carries sufficient energy density per unit mass and has the highest hydrogen-to-carbon ratio of all hydrocarbons, addressing some major environmental concerns. Nonetheless, similarly to hydrogen, there are still serious technological obstacles, the most important of which is its safe storage and efficient upgrade/purification. During the last decades, the use of solid adsorbents, which can retain significant amounts of gases on their surface through physical adsorption, has attracted great interest. Physical adsorption occurs due to weak van der Waals-type electrostatic forces between the surface of the solid and the gas, which leads to a fast, reversible phenomenon that is usually not connected with a significant energy penalty for regeneration and reuse of the adsorbent. Therefore, the main objective for an efficient adsorption-based process is to maximize the gas-solid interaction. Materials possessing extensive nanoporous networks exhibit high specific surface areas (and thus extended gas-solid interfaces) and total pore volume values. Furthermore, it has been shown that in nanosized pores, i.e., comparable to the molecular diameter of the adsorbate gases, increased interactions are observed due to the overlap of potential energies of the neighboring atoms. Various materials have been extensively investigated as solid adsorbents for gas storage and separation processes, such as zeolites, activated carbons, etc. Metal-organic frameworks (MOFs), a particular group of crystalline nanoporous materials have attracted significant interest due to their remarkable properties and intrinsic structural features. They are usually produced through one-step reactions, from the assembly of organic ligands with metal ions or metal clusters, resulting to the creation of three-dimensional crystalline nanoporous networks presenting very high values of specific surface area and total pore volume. However, their most intriguing feature is the possibility to control their structure and properties through "reticular chemistry" syntheses, which allows to pre-design sizes, shapes and functional groups of their pore surface, thus incorporating characteristics tailored to the specific requirements of each process. This thesis focused on the study of two existing, however relatively new bi-metallic MOF structures for CH4 storage and CO2 separations that have been prepared via an innovative synthetic concept, i.e. by using a palladated organic linker. By following this strategy, it was attempted to increase the electron density of the MOF crystal lattice in order to enhance the gas-surface interactions. In this context, two novel microporous structures have been successfully obtained: (a) Cu-Pd-nbo, utilizing the dinuclear Cu-paddlewheel cluster linked with the palladated linker, and (b) In-Pd-soc produced by the association of the In(III)-based trimeric oxo-centered cluster with the same ligand, constituting the first indium-based MOF with soc topology. In the first part of the thesis, the possibility of activating the new materials was investigated. Cu-Pd-nbo was easily activated by means of mild heating under high vacuum. However, this was not the case for In-Pd-soc and a special activation methodology had to be developed. For this reason, a supercritical carbon dioxide flow experimental device was designed and built, with the aim of removing the trapped (during synthesis) solvent molecules and other impurities from the material’s porous network, while leaving the framework intact. In addition, the chemical and thermal stability as well as the morphology of the materials were investigated by means of a combination of experimental techniques (XRD, IR, TGA, SEM). Moreover, the structural features of the materials’ porous network were fully characterized by measuring nitrogen/argon adsorption isotherms at 77 and 87 K respectively. In a next step, the adsorption properties of the materials were systematically evaluated. Using specialized volumetric and gravimetric experimental methods, CO2, N2 and CH4 adsorption isotherms were measured in a wide range of temperatures (100 – 300 K) and pressures (0 – 20 bar). From the analysis of the experimental results, critical thermodynamic and kinetic parameters such as, total capacities, isosteric heat of adsorption, diffusion time constants, etc., were determined. By fitting the adsorption isotherms with appropriate theoretical equations, it was possible to deduce some first estimates for the separation ability of the materials with respect to CO2/N2 and CO2/CH4 containing mixtures, by calculating the respective selectivities. Cu-Pd-nbo exhibited superior structural features and sorption capacities for all gases. More specifically, its excess CO2 adsorption uptake was calculated to be 8.5 mmol/g at 273 K and 1 bar, a value which ranks it among the top performing CO2 adsorbents within the whole family of MOFs, essentially verifying the novel synthetic approach. For this reason, Cu-Pd-nbo was selected to be further investigated for its CH 4 storage capacity. More specifically, high pressure CH4 adsorption isotherms were performed up to 100 bar at 273, 288 and 298 K. Although CuPd-nbo exhibited rather modest gravimetric storage capacities, it showed remarkable total volumetric uptake, approaching 80% of the DOE target. This is attributed to the relatively high crystallographic density of the material, as a result of the Pd presence in the organic linker. The latter constitutes an interesting choice for increasing the volumetric capacity, which is an important metric for CH4 storage. In the last part of the thesis the gas mixture separation properties of Cu-Pd-nbo were investigated under conditions simulating those of a real process. More specifically, an experimental rig was constructed for performing dynamic column breakthrough experiments on the aforementioned mixtures (CO 2/CH 4, CO 2/N 2) at different ratios, (10:90, 50:50), and pressures from 1 to 5 bar at room temperature. Complete separation was successfully achieved in every case. Mean retention times, and actual selectivities were calculated from the resulting breakthrough curves while the derived experimental data will be used to build a theoretical model that will fully describe the separation process through selective adsorption of CO2 over the other components

    Λειτουργικός χαρακτηρισμός των γονιδίων μελών της οικογένειας των epithelial sodium channels /degenerins (ENaC/DEG) και προσδιορισμός του ρόλου τους στην απόκριση στο στρες στον οργανισμό C. elegans

    Get PDF
    Ο συνδυασμός αισθητικών ερεθισμάτων για την τροποποίηση της συμπεριφοράς ενός οργανισμού ανάλογα με τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα είναι απαραίτητος για την επιβίωσή του. Το νευρικό σύστημα συμμετέχει στην έναρξη και τη ρύθμιση των συστημικών αποκρίσεων που προκύπτουν από διάφορους τύπους περιβαλλοντικού στρες. Η ντοπαμινεργική σηματοδότηση εμπλέκεται σε διάφορες μορφές συμπεριφορικής πλαστικότητας. Σε κυτταρικό επίπεδο, η ομοιόσταση ιόντων είναι υψίστης σημασίας για τη νευρωνική λειτουργία, τόσο για τη διατήρηση του δυναμικού ηρεμίας της μεμβράνης όσο και για τη δημιουργία και τη διάδοση δυναμικών δράσης. Η ανισορροπία στη νευρωνική ομοιόσταση νατρίου σχετίζεται με πολλές παθολογίες του νευρικού συστήματος. Ωστόσο, οι επιπτώσεις του στρες στην ομοιόσταση του νατρίου των νευρώνων, τη διεγερσιμότητα και τη νευρωνική επιβίωση δεν είναι σαφείς. Σε αυτή τη μελέτη, εστιάζουμε στην οικογένειες καναλιών νατρίου ENaC/DEG, και συγκεκριμένα στην υποοικογένεια Degenerins του οργανισμού μοντέλου Caenorhabditis elegans. Οι Degenerins εκφράζονται κυρίως στο νευρικό σύστημα και εμπλέκονται σε ποικίλες αισθητικές λειτουργίες. Οι Degenerins σχηματίζουν διαμεμβρανικές πρωτεΐνες που διαπερνούν δύο φορές την κυτταροπλασματική μεμβράνη και αλληλεπιδρούν σε ομοτετραμερή ή ετεροτετραμερή διάταξη για να σχηματίσουν διαύλους νατρίου. Με την εφαρμογή προηγμένων τεχνικών απεικόνισης, διαπιστώσαμε ότι οι Degenerins DEL-2, DEL-3 και DEL-4 εκφράζονται σε ντοπαμινεργικούς, σεροτονινεργικούς, αισθητικούς και κινητικούς νευρώνες. Aναφέρουμε ότι η DEL-4 σχηματίζει ομομερή κανάλια νατρίου, που μπλοκάρονται από πρωτόνια και είναι ευαίσθητα στην αμιλορίδη. Συγκεκριμένοι τύποι στρες ρυθμίζουν αυτό το κανάλι, το οποίο στη συνέχεια ενεργοποιεί κατάλληλες κινητικές προσαρμογές και αντιδράσεις του οργανισμού στο στρες. Το κανάλι DEL-4 λειτουργεί στη νευρωνική μεμβράνη και στη σύναψη για να ρυθμίζει τα χαρακτηριστικά της κινητικής συμπεριφοράς του Caenorhabditis elegans. Στο C. elegans η η λειτουργικότητα του ντοπαμινεργικού μονοπατιού μπορεί εύκολα να αξιολογηθεί παρακολουθώντας την κινητική απόκριση σε στη διαθεσιμότητα τροφής, μία συμπεριφορά που ονομάζεται βασική επιβράδυνση. Δείξαμε ότι αυτοί οι δίαυλοι ιόντων νατρίου ενισχύουν τη βασική επιβράδυνση. Δρουν μέσω των υποδοχέων της ντοπαμίνης DOP-2 και DOP-3, και επηρεάζουν τη σηματοδότηση στη νευρομυϊκή σύναψη. Ταυτόχρονα, η GABAεργική σηματοδότηση ενισχύεται στη νευρομυϊκή σύναψη. Το θερμικό στρες και η ασιτία μεταβάλλουν τα επίπεδα έκφρασης του DEL-4. Η αφθονία του DEL-4 με τη σειρά της προσαρμόζει την έκφραση και τη δραστηριότητα βασικών μεταγραφικών παραγόντων απόκρισης στο στρες, όπως ο HSF-1, ο DAF-16, και ο SKN-1. Συγκεκριμένα, συγκρίσιμη με το θερμικό στρες και την πείνα, η ανεπάρκεια του DEL-4 προκαλεί υπερπόλωση των ντοπαμινεργικών νευρώνων και επηρεάζει τη νευροδιαβίβαση στους ντοπαμινεργικούς και κινητικούς νευρώνες. Χρησιμοποιώντας δύο εξανθρωπισμένα μοντέλα της νόσου του Πάρκινσον και της νόσου Αλτσχάιμερ στο C. elegans, αποδεικνύουμε ότι το DEL-4 προάγει την επιβίωση των νευρώνων στο πλαίσιο αυτών των πρωτεϊνοπαθειών. Η μείωση των επιπέδων της DEL-4 ενισχύει τον εκφυλισμό των ντοπαμινεργικών νευρώνων στο νηματώδη, τόσο υπό φυσιολογικές συνθήκες όσο και σε νηματώδεις μοντέλα για τη νόσο του Αλτζχάιμερ και του Πάρκινσον. Τα ευρήματά μας παρέχουν μια εικόνα για τους μοριακούς μηχανισμούς μέσω των οποίων τα κανάλια νατρίου υποστηρίζουν τη νευρωνική λειτουργία και προάγουν την προσαρμογή υπό στρες.Integration of sensory stimuli to appropriately modulate behavioral responses to environmental signals is critical for organismal survival. The nervous system initiates and modulates systemic stress responses ensuing physiological stress. Dopamine signaling is involved in several forms of behavioral plasticity. At the cellular level, ion homeostasis is of utmost importance for neuronal function, both for the maintenance of resting membrane potential and for the creation and propagation of action potentials. Imbalance in neuronal sodium homeostasis is associated with many nervous system pathologies. However, the effect of stress on neuronal sodium homeostasis, excitability, and survival is not explicit. In this study we focus on the ENaC/DEG family of sodium channels, specifically the Degenerins subfamily of Caenorhabditis elegans. Degenerins are expressed mainly in the nervous system and are implicated in several sensory modalities. Degenerins form transmembrane proteins that span twice the cytoplasmic membrane and assemble in homo-tetramers or hetero-tetramers to generate sodium channels. By implementing advanced imaging techniques, we found that DEL-2, DEL-3, and DEL-4 degenerins are expressed in dopaminergic, serotonergic, sensory, or motor neurons. We report that the ENaC/DEG family member DEL-4 assembles into a proton-inactivated, amiloride-sensitive, homomeric sodium channel. Distinct types of stress regulate this channel, which then triggers appropriate motor adaptations and organismal stress responses. DEL-4 operates at the neuronal cell membrane to modulate Caenorhabditis elegans locomotory behaviour. In Caenorhabtitis elegans the functionality of the dopamine pathway can be easily assessed by monitoring the locomotory response to environmental food availability cues, a behavior termed basal slowing. We showed that these ion channel proteins induce basal slowing response. They act through DOP-2 and DOP-3 dopamine receptors and affect the signaling at the neuromuscular junction. Limitation of DEL-4 reduces dopamine signaling and cholinergic neurotransmission at the neuromuscular junction. Concurrently, GABAergic signaling enhances at the neuromuscular junction. Heat stress and starvation reduce DEL-4 expression, which in turn adjusts the expression and activity of key stress response transcription factors, such as HSF-1, DAF-16, and SKN-1. Notably, comparable to heat stress and starvation, DEL-4 deficiency induces hyperpolarization of dopaminergic neurons to impact neurotransmission. DELs respond to gustatory stimuli and participate in proton and serotonin perception. Utilizing two humanized models of Parkinson's and Alzheimer's disease in C. elegans, we demonstrate that DEL-4 promotes neuronal survival in the context of these proteinopathies. DEL-4 deficiency enhances the degeneration of dopaminergic neurons in aged adults, upon control conditions, and in Parkinson’s and Alzheimer’s disease models. Our findings provide insight into the molecular mechanisms via which sodium channels uphold neuronal function and promote adaptation under stress

    The role of using electronic devices in the emergence of behavioral problems in preschool-age children

    No full text
    Έρευνες έχουν αναδείξει τόσο τα οφέλη, όσο και τις δυσκολίες που σχετίζονται με τη χρήση ψηφιακών συσκευών από παιδιά προσχολικής ηλικίας. Έχει υποστηριχθεί ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται η χρήση αυτή, μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξή τους, κυρίως στον συμπεριφορικό τομέα. Σκοπός της παρούσας συγχρονικής, συσχετιστικής μελέτης είναι να διερευνηθεί η σχέση ανάμεσα στη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών από παιδιά προσχολικής ηλικίας με την εμφάνιση διαπροσωπικών και ενδοπροσωπικών προβλημάτων συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα, εξετάστηκε αν ο χρόνος ενασχόλησης με τις ηλεκτρονικές συσκευές, το περιεχόμενο αυτής της ενασχόλησης και η επίβλεψη που ασκούσαν οι γονείς κατά τη διάρκειά της, σχετίζονται με τυχόν προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών.Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 95 παιδιά που φοιτούσαν σε νηπιαγωγεία του Ρεθύμνου. Οι γονείς των παιδιών συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο, που έδινε πληροφορίες για τη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών στο σπίτι και οι νηπιαγωγοί συμπλήρωσαν το Ερωτηματολόγιο Δυνατοτήτων και Δυσκολιών, που αξιολογούσε τη συμπεριφορά των παιδιών, στο πλαίσιο του σχολείου. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι τα παιδιά ξεπερνούσαν τον συνιστώμενο από την ιατρική κοινότητα χρόνο ενασχόλησης με τις ηλεκτρονικές συσκευές. Το περιεχόμενο της ενασχόλησής τους ήταν κυρίως ψυχαγωγικό και λιγότερο εκπαιδευτικό και η επίβλεψη των γονέων ήταν μέτρια και συνδύαζε τη χρήση ορίων και κανόνων με την ενεργή συμμετοχή τους κατά τη διάρκεια της ενασχόλησης των παιδιών. Επίσης, βρέθηκε ότι ένα μεγάλο ποσοστό των παιδιών παρουσίαζε αυξημένα προβλήματα συμπεριφοράς, τόσο διαπροσωπικά όσο και ενδοπροσωπικά. Όμως, δεν βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ των παραμέτρων της χρήσης των ηλεκτρονικών συσκευών και των προβλημάτων συμπεριφοράς των παιδιών. Θα ήταν σημαντικό να διεξαχθεί διαχρονική έρευνα, βασισμένη σε μεγαλύτερο δείγμα, με τη χρήση περισσότερο εξειδικευμένων εργαλείων για την ασφαλέστερη διερεύνηση των παραπάνω συσχετίσεων.Research has highlighted both the benefits and the difficulties associated with the use of digital devices by preschool children. It has been argued that the conditions under which this use is made, can negatively affect their development and specifically in the behavioral domain. The purpose of this cross-sectional, correlational study is to investigate the relationship between the use of electronic devices by preschool children and the emergence of externalizing and internalizing behavior problems. In particular, it was examined whether the time spent using electronic devices, the content of this activity and the supervision exercised by the parents during it, are related to any behavioral problems of the children. The sample of the research consisted of 95 children attending kindergartens in Rethymnon. The children's parents completed a questionnaire, which provided information on the use of electronic devices at home, and their kindergarten teachers completed the Strengths and Difficulties Questionnaire, which assessed their behavior, at school. The results of the research showed that children exceeded the time recommended by the medical community to engage with electronic devices. The content of their engagement was mainly recreational rather than educational, and parental supervision was moderate and combined the use of limits and rules with active participation during the children's activity. Also, it was found that a large percentage of the children presented increased behavior problems, both externalizing and internalizing. However, no correlation was found between parameters of the use of electronic devices and children's behavior problems. It would be important to conduct longitudinal research, based on a larger sample, more specialized tools to more safely investigate the above associations

    Osteoporosis treatment protocol in patients with fragility fractures

    No full text
    Υπόβαθρο: Η οστεοπόρωση και τα κατάγματα χαμηλής βίας αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για την δημόσια υγεία, με 9 εκ. κατάγματα να λαμβάνουν χώρα παγκοσμίως. Ένα κάταγμα χαμηλής βίας αποτελεί τον σημαντικότερο προβλεπτικό παράγοντα για επόμενα κατάγματα, με τον κίνδυνο να είναι 85% αυξημένος χωρίς την κατάλληλη αντιοστεοπορωτική αγωγή. Τα κατάγματα ισχίου αποτελούν τα κατάγματα με τις σημαντικότερες επιπτώσεις στους ασθενείς, καθώς απαιτούν χειρουργική αντιμετώπιση και μεγάλο ποσοστό των ασθενών δεν ανακτά ποτέ το επίπεδο κινητικότητας προ του κατάγματος. Επιπλέον, οι ασθενείς αυτοί έχουν αυξημένο κίνδυνο δεύτερου κατάγματος ισχίου τα επόμενα έτη. Ωστόσο, παρά την γνωστή υψηλή επίπτωση του δεύτερου κατάγματος, τα ποσοστά θεραπείας της οστεοπόρωσης μετά το πρώτο κάταγμα παραμένουν πολύ χαμηλά. Για την βελτίωση της δευτερογενούς πρόληψης των καταγμάτων, 2 μηχανισμοί έχουν περιγραφεί, η υπηρεσία ελέγχου καταγμάτων και τα προγράμματα ορθογηριατρικής συν-φροντίδας. Παρόλο που και οι 2 μηχανισμοί είναι επιτυχημένοι, η εφαρμογή τους περιορίζεται από οικονομικούς παράγοντες των συστημάτων υγείας. Για τον λόγο αυτό, ο οργανισμός Arbeitsgemeinschaft für Osteosynthesefragen (AO) πρότεινε έναν αλγόριθμο χορήγησης αντιοστεοπορωτικής θεραπείας ειδικά σχεδιασμένος για ορθοπαιδικούς χειρουργούς, με σκοπό την βελτίωση της δευτερογενούς πρόληψης των καταγμάτων Σκοπός της μελέτης: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εφαρμογή του αλγορίθμου του οργανισμού AO σε ασθενείς οι οποίοι εισήχθησαν στο νοσοκομείο λόγω κατάγματος ισχίου, η καταγραφή της συμμόρφωσης των ασθενών με την αγωγή και η σύγκριση της επίπτωσης του δεύτερου κατάγματος μεταξύ συμμορφωμένων και μη-συμμορφωμένων ασθενών Υλικό και μέθοδοι: Στην μελέτη εισήχθησαν ασθενείς με κατάγματα ισχίου, οι οποίοι νοσηλεύτηκαν στην Ορθοπαιδική κλινική του Πανεπιστημιακού Ηρακλείου κατά την χρονική περίοδο από το 2020 έως το 2022. Μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, συνταγογραφήθηκε αντιοστεοπορωτική αγωγή με την χρήση του αλγορίθμου του οργανισμού AO και ανάλυση παλινδρόμησης Cox χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των κινδύνων της μη-συμμόρφωσης με την θεραπεία και του δεύτερου κατάγματος. Αποτελέσματα: Στην μελέτη εισήχθησαν 213 ασθενείς με κάταγμα ισχίου. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 17.2 ±7.1 μήνες. Το ποσοστό συμμόρφωσης των ασθενών με την θεραπεία στα 2 έτη ήταν 58% (95%CI 51 – 65%). Δεύτερο κάταγμα προέκυψε σε 1/126 (0.8%) συμμορφωμένους ασθενείς και 9/87 (11.4%) μη-συμμορφωμένους ασθενείς. Η πολυμεταβλητή ανάλυση παλινδρόμησης Cox επιβεβαίωσε ότι η συμμόρφωση με την αγωγή σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο δεύτερου κατάγματος. (cause-specific hazard ratio [csHR] 0.05; 95%CI 0.01 – 0.45; p = 0.007) Συμπεράσματα: H εφαρμογή του ειδικά σχεδιασμένου για χειρουργούς αλγορίθμου του οργανισμού AO επιτρέπει την ενδονοσοκομειακή έναρξη της αντιοστεοπορωτικής θεραπείας, κάτι που οδηγεί σε καλύτερη συμμόρφωση με την θεραπεία και μειωμένη επίπτωση του δεύτερου κατάγματος, συνεπώς ο αλγόριθμος είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την δευτερογενή πρόληψη καταγμάτων.Background: Osteoporosis and fragility fractures are a major health care worldwide, with 9 million fractures occurring per year. Occurrence one fragility fracture is the most significant predictor of secondary fracture incidence. Without appropriate anti-osteoporotic medication, there is an 85% increased risk of secondary fracture incidence. Hip fractures have the most significant impact on patients, as they require surgical treatment and a large percentage of patients never recover their pre-facture mobility status. Furthermore, hip fracture patients have a significantly increased risk of suffering a second hip fracture within the next few years. Consequently, secondary fracture prevention with prescription of appropriate anti-osteoporotic medication is an essential part of hip fracture treatment. Despite this fact, osteoporosis treatment rates remain significantly low. With the purpose of improving secondary fracture prevention, two models of care have been described, the fracture liaison service and orthogeriatric care programs. Both models are effective, however their implementation is limited by economic factors of health-care systems. For that reason, the Arbeitsgemeinschaft für Osteosynthesefragen (AO) implemented a secondary fracture prevention algorithm, specifically designed to be utilized by orthopedic surgeons.The aim of this study is to report the outcomes of the in-hospital application of the AO foundation surgeon-led anti-osteoporotic medication algorithm to patients with hip fractures. Aim: The aim of this study is prescription of anti-osteoporotic medication to patients hospitalized due to hip fracture using the AO foundation algorithm and determines persistence to medication and investigate secondary fracture incidence in persistent vs non-persistent patients. Materials and methods: This prospective cohort study followed patients with hip fractures who were treated at the Department of Orthopaedic Surgery of the University Hospital of Heraklion, that is a tertiary referral hospital, during the time period between 2020 and 2022. At discharge, anti-osteoporotic medication according to the AO Foundation algorithm was prescribed to all patients. Persistence to medication and secondary fracture incidence were recorded. Multivariate Cox regression analysis was used to investigate the risks of non-persistence to medication and of secondary fracture. Results: Two hundred thirteen consecutive patients were included in this study and prospectively followed. Mean follow-up was 17.2 ±7.1 months. Persistence to medication at 2 years was 58% (95%CI 51 – 65%), of the highest in the contemporary literature. Secondary facture incidence was significantly lower in the persistent group, as secondary osteoporotic fracture occurred in 1/126 (0.8%) persistent patients and 9/87 (11.4%) non-persistent patients. Multivariable Cox regression analysis confirmed that non-persistence to medication was significantly associated with a lower risk of secondary fracture (cause-specific hazard ratio [csHR] 0.05; 95%CI 0.01 – 0.45; p = 0.007) Mortality was lower in the persistent group, however the difference was not statistically significant. (cause-specific HR 0.52; 95% CI 0.16-1.71; p= 0.281). Conclusion: The application of the surgeon-led AO Foundation algorithm enables the in-hospital initiation of anti-osteoporotic treatment, leading to better persistence to medication and decreased incidence of secondary osteoporotic fractures. Therefore, the AO Foundation algorithm is a useful tool for secondary fracture prevention

    Design, implementation and evaluation of educational material using the distance education method for the training of Primary Education teachers for the teaching of Physics in the section "Electricity - 5th Grade" in the subsection "The electric circuit"

    No full text
    Το θέμα της παρούσας εργασίας είναι ο σχεδιασμός, η υλοποίηση και η αποτίμηση του ψηφιακού εκπαιδευτικού υλικού που αναπτύχθηκε για το ασύγχρονο μάθημα: «Το ηλεκτρικό κύκλωμα». Το εκπαιδευτικό υλικό φιλοξενήθηκε στην πλατφόρμα Chamilo και δημιουργήθηκε με τη χρήση του εργαλείου h5p. Το θέμα της εργασίας ανήκει στον τομέα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η οποία, ειδικά μετά την Covid19 εποχή , απασχολεί και προβληματίζει σε μεγάλο βαθμό. Στο πλαίσιο αυτής της εκπαίδευσης, συνυπάρχουν πολλοί παράγοντες που περιλαμβάνουν τον μαθητή, τον εκπαιδευτή-σύμβουλο, τη διαδικασία διδασκαλίας, την επικοινωνία, τον τόπο, τον χρόνο, τον εκπαιδευτικό οργανισμό, την αξιολόγηση και το εκπαιδευτικό υλικό. Ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει το εκπαιδευτικό υλικό, είτε είναι έντυπο είτε ψηφιακό, η βασική του αποστολή είναι να καθοδηγεί τον μαθητή (εκπαιδευόμενο) στο τι πρέπει να κάνει, τον λόγο για τον οποίο το κάνει, τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσει τις εργασίες του και τον ενδυναμώνει να αυτοαξιολογηθεί. Στη συνέχεια, η έννοια της αλληλεπίδρασης, γνωστή και ως "καθοδηγούμενη διδακτική συζήτηση" (Guided Didactic Conversation), αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας και στοιχείο που απαρτίζει τον πυρήνα κάθε εκπαιδευτικού υλικού της αποστασιοποιημένης εκπαίδευσης. Το γνωστικό αντικείμενο του ψηφιακού αυτού μαθήματος είναι το ηλεκτρικό φορτίο, ο ηλεκτρισμός, τα ηλεκτρικά κυκλώματα και η λειτουργία τους, έννοιες που πολλές φορές προβληματίζουν και μπερδεύουν τον εκπαιδευτικό της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η αποτίμηση του εκπαιδευτικού υλικού έγινε από τρεις εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι και παρακολούθησαν ασύγχρονα το διαδικτυακό αυτό μάθημα. Η ποιοτική συλλογή των ερευνητικών δεδομένων ανέδειξε την ικανοποίησή τους από τα εκπαιδευτικά οφέλη που απέκτησαν. Εστίασαν στην αναβάθμιση της γνωστικής και επιστημονικής τους επάρκειας μέσω του εκπαιδευτικού υλικού. Επίσης, αναγνώρισαν την προώθηση της κατανόησης μέσω του διαλόγου που παρουσίασε το υλικό. Αναφέρθηκαν στον πρακτικό και χρήσιμο προσανατολισμό του, ενώ επεσήμαναν την αλληλεπιδραστική φύση του υλικού. Ειδικότερα, τόνισαν τον καθοδηγητικό και υποστηρικτικό ρόλο του, τη φιλική και πολυμεσική παρουσίασή του καθώς και τις συνθήκες που δημιούργησε για την αυτοκατευθυνόμενη μάθηση μέσω δραστηριοτήτων και ανατροφοδότησης.The subject of this study is the design, implementation, and evaluation of digital educational material developed for the asynchronous course: "The Electric Circuit." The educational material was hosted on the Chamilo platform and was created using the h5p tool. The focus of this work falls within the field of distance education, which, especially after the era of the coronavirus, is a matter of great concern and consideration. In the context of this form of education, there are several factors at play, including the student, the instructor-advisor, the teaching process, communication, location, time, educational institution, assessment, and educational materials. Regardless of the format of the educational material, whether it is in print or digital form, its primary mission is to guide the student (learner) regarding what to do, the reason for doing it, the time and manner in which to complete tasks, and empower them for self-assessment. Subsequently, the concept of interaction, known as "Guided Didactic Conversation," emerges as a critical factor and element that constitutes the core of every distance education instructional material. The subject matter of this digital course is electric charge, electricity, electric circuits, and their functioning, concepts that often puzzle and perplex primary education instructors. The evaluation of the educational material was conducted by three primary education instructors who asynchronously participated in this online course. The qualitative analysis of the research data revealed their satisfaction with the educational benefits they gained. They focused on enhancing their knowledge and scientific competence through the educational material. Additionally, they recognized the promotion of understanding through the dialogues presented in the material. They highlighted its practical and useful orientation while noting the interactive nature of the material. Specifically, they emphasized its guiding and supportive role, its friendly and multimedia presentation, and the conditions it created for self-directed learning through activities and feedback

    Uterine sarcomas

    Get PDF
    Τα σαρκώματα της μήτρας αποτελούν μία σπάνια και ιστολογικά ετερογενή ομάδα όγκων, η οποία σχετίζεται με εξαιρετικά φτωχή πρόγνωση. Στην μέχρι σήμερα βιβλιογραφία, δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με τους παράγοντες κινδύνου, την πρόγνωση και την αποτελεσματικότερη θεραπευτική αντιμετώπιση αυτής της επιθετικής ομάδας μεσεγχυματικών όγκων και σκοπός της αναδρομικής αυτής μελέτης είναι η περιγραφή της εμπειρίας ενός Ελληνικού Ογκολογικού Νοσοκομείου τη τελευταία δεκαετία καθώς και η μελέτη πιθανών παραγόντων που επηρεάζουν τη πρόγνωση αυτών των επιθετικών νεοπλασιών. Το νοσοκομείο «Ο Άγιος Σάββας» είναι ένα αντικαρκινικό- ογκολογικό κέντρο των Αθηνών, με μεγάλη εμπειρία στη διαχείριση και αντιμετώπιση ογκολογικών περιστατικών. Από τις βάσεις δεδομένων των εμπλεκομένων τμημάτων του νοσοκομείου «Ο Άγιος Σάββας» ερευνήθηκαν και αναλύθηκαν όλες οι ασθενείς με διάγνωση σαρκώματος μήτρας, τη περίοδο 2010-2020. Στα κριτήρια της έρευνας συμπεριελήφθησαν: η ηλικία διάγνωσης, ο ιστολογικός τύπος, ο βαθμός διαφοροποίησης, το μέγεθος του αρχικού όγκου, η μεταστατική επέκταση της νόσου, ο τύπος θεραπείας, και τέλος η εξέλιξη της νόσου, όπου περιλαμβάνονται δεδομένα υποτροπής νόσου και διαστήματος ελεύθερης νόσου και συνολικής επιβίωσης ασθενών έως τον Δεκέμβριο του 2023. Στην αναδρομική μελέτη μας συμπεριελήφθησαν 28 περιστατικά, εκ των οποίων δεκατέσσερα (14) είχαν ιστολογική διάγνωση Λειομυοσαρκώματος μήτρας (LMS) , επτά (7) είχαν διάγνωση Στρωματικού Σαρκώματος Ενδομητρίου (ESS), έξι (6) είχαν διάγνωση Αδιαφοροποίητου Σαρκώματος Mήτρας (UUS) και ένα περιστατικό με διάγνωση Ραβδομυοσάρκωμα. Η μέση ηλικία διάγνωσης ήταν τα 57,3 έτη και το μέσο μέγεθος όγκου στα 8,7 εκατοστά. Το 57,2 % των ασθενών βρίσκονταν σε Στάδιο Ι κατά τη διάγνωση, το 10,7% σε Στάδιο ΙΙ, το 3,6% σε Στάδιο ΙΙΙ και το 15% βρίσκονταν σε Στάδιο ΙV. Η διάμεση ολική επιβίωση (OSOS) ανέρχεται στους 42,8 μήνες ενώ η διάμεση επιβίωση ελευθέρας νόσου (DFS) για τις ασθενείς πρώιμου σταδίου ήταν 30,3 μήνες και η διάμεση επιβίωση χωρίς πρόοδο νόσου (PFSPFS) για τις ασθενείς Σταδίου IV ανέρχεται στους 2,1 μήνες.Uterine sarcomas are a rare histologically heterogeneous group of tumors, which is associated with an extremely poor prognosis. In the literature to date, there is no agreement regarding the risk factors, the prognosis and the most effective treatment of this aggressive group of mesenchymal tumors . T he purpose of this retrospective study is to describe the experience of a Greek Cancer Hospital in the last decade as well as to study possible factors influencing the prognosis of these aggressive neoplasms. The "Agios Savvas" hospital is an anticancer and oncological center in Athens, with extensive experience in the management and treatment of oncological cases. From the databases of the involved departments of the "Agios Savvas" hospital, all patients with the diagnosis of uterine sarcoma, in the period 2010 2020, were searched and analyzed. The research criteria included: age at diagnosis, histological type, grade of differentiation, initial tumor size, metastatic extension of the disease, type of treatment , and finally disease progression, including data on disease recurrence and disease free interval and overall patient survival by December 2023. In our retrospective study, 28 cases were included, of which fourteen (14) had a histological diagnosis of Leiomyosarcoma (LMS), seven (7) had a diagnosis of Endometrial Stromal Sarcoma (ESS), six (6) had a diagnosis of Undifferentiated Uterine Sarcoma (UU S) and there was one case with a diagnosis of Rhabdomyosarcoma. The mean age at diagnosis was 57.3 years and the mean tumor size 8.7 cm. 57.2% of patients were in Stage I at diagnosis, 10.7% of patients in Stage II, 3.6% of patients in Stage III and 15% in Stage IV. Median overall survival (OS) was 42.8 months while median disease free survival (DFS) for early stage patients was 30.3 months and median progression free survival (PFS) for Stage IV patients was 2 1 months

    The use of NIMV in critically ill patients with post extubation respiratory failure

    No full text
    Εισαγωγή Η χρήση του Μη Επεμβατικού Μηχανικού Αερισμού έχει μελετηθεί ευρέως και αποδειχτεί ως μέσον αποφυγής της ενδοτραχειακής διασωλήνωσης σε ασθενείς της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας που αντιμετωπίζουν αναπνευστική ανεπάρκεια και απειλείται η ζωή τους, χάριν στην παροχή οξυγονοθεραπείας με θετικές πιέσεις. Αναπνευστική ανεπάρκεια ωστόσο εμφανίζουν και ασθενείς ανεξαρτήτου ατομικού ιστορικού και παθολογίας μετά την αποσωλήνωσή τους, είτε ως επιπλοκή της παρατεταμένης ενδοτραχειακής διασωλήνωσης είτε ως αδυναμία των αναπνευστικών μυών να υποστηρίξουν αποτελεσματική αυτόματη αναπνοή. Σε αυτές τις συνθήκες κρίνεται άμεση η ανάγκη αντιμετώπισής της καθώς μια πιθανή επακόλουθη επεμβατική αναπνευστική υποστήριξη αυξάνει τον κίνδυνο και τα ποσοστά θνησιμότητας. Παρά την αποδεδειγμένη θεραπευτική χρήση του ΜΕΜΑ έναντι της αναπνευστικής ανεπάρκειας, αμφιλεγόμενη παραμένει η αποτελεσματικότητα του στις περιπτώσεις αναπτυσσόμενης αναπνευστικής ανεπάρκειας μετά την αποσωλήνωση. Σκοπός Στη ΜΕΘ ο ΜΕΜΑ χρησιμοποιείται τόσο για την πρόληψη όσο και την αντιμετώπιση της αναπνευστικής ανεπάρκειας μετά την αποσωλήνωση. Η χρήση ΜΕΜΑ στην αντιμετώπιση ασθενών με αναπνευστική ανεπάρκεια μετά την αποσωλήνωση δεν προτείνεται, αλλά τα δεδομένα δε θεωρούνται επαρκή. Σκοπός της μελέτης ήταν να εξεταστεί η έκβαση των ασθενών που έλαβαν ΜΕΜΑ μετά την αποσωλήνωση Υλικό και μέθοδος: Σχεδιασμός: Αναδρομική ανάλυση δεδομένων 5 ετών ( 2017-2022) Πληθυσμός μελέτης: ασθενείς που έλαβαν επεμβατικό μηχανικό αερισμό και αποσωληνώθηκαν Μετρήσεις: Αναζητήθηκαν στοιχεία από το ηλεκτρονικό σύστημα της ΜΕΘ ΠΑΓΝΗ (CSS) που περιλάμβαναν παραμέτρους όπως ABGsπριν και μετά τη διασωλήνωση, μετά από αποσωλήνωση, κατά τη χρήση ΜΕΜΑ, στοιχεία ατομικών ιστορικών και χρήσης φαρμάκων. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Από τους 1507 ασθενείς που αποσωληνώθηκαν, 251 έλαβαν ΜΕΜΑ, 122 προφυλακτικά και 139 θεραπευτικά. Η θνητότητα στη ΜΕΘ ήταν 16%, 8%, 20%, για τους ασθενείς που μετά την αποσωλήνωση έλαβαν ΜΕΜΑ θεραπευτικά, προφυλακτικά ή καθόλου αντίστοιχα, χωρίς σημαντικές διαφορές στα δημογραφικά στοιχεία. Το ποσοστό επαναδιασωλήνωσης στις 48 ώρες αντίστοιχα ήταν 32%, 69%, 3%. Η παρουσία παραγόντων κινδύνου για αποτυχία αποσωλήνωσης (ηλικία >65 έτη, συννοσηρότητες) δεν συσχετίστηκε με αυξημένο ποσοστό επαναδιασωλήνωσης ούτε η προφυλακτική χρήση ΜΕΜΑ με μείωση αυτού. Η θεραπευτική χρήση ΜΕΜΑ έγινε κυρίως για υποξυγοναιμική αναπνευστική ανεπάρκεια μετά την αποσωλήνωση με επιτυχία στο 68% των ασθενών, χωρίς διαφορά στη θνητότητα σε σχέση με ασθενείς που επαναδιασωληνώθηκαν απ’ ευθείας (20%, p=0.6). Παράγοντες που συσχετίστηκαν με επαναδιασωλήνωση ήταν η ανάγκη για χορήγηση εσμολόλης, για συνεχή ΜΕΜΑ >12 ώρες, και η μη βελτίωση της οξυγόνωσης μετά την εφαρμογή του ΜΕΜΑ. Δυο ασθενείς εμφάνισαν μείζονες επιπλοκές στην επαναδιασωλήνωση αλλά επιβίωσαν. Η αποφυγή επαναδιασωλήνωσης συσχετίστηκε με μικρότερο χρόνο παραμονής στη ΜΕΘ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η χρήση ΜΕΜΑ βρέθηκε αποτελεσματική και ασφαλής στην αναπνευστική ανεπάρκεια που αναπτύχθηκε μετά την αποσωλήνωση.BACKROUND The use of Non-Invasive Mechanical Ventilation (NIMV) has been widely studied and a proven tool to avoid endotracheal intubation in critically ill patients with respiratory failure, thanks to the provision of positive pressure oxygen therapy. Respiratory failure might occur in patients’ post-extubation either as a complication of prolonged endotracheal intubation or as an inability of the respiratory muscles for effective spontaneous breathing. In these conditions, the necessity to treat underlying pathology is immediate while the need for possible invasive respiratory support increases as well as mortality rates. Despite the proven therapeutic use of NIMV in respiratory failure, its effectiveness in cases of developing respiratory failure post-extubation remains controversial. OBJECTIVE In the ICU, NIMV is used both to prevent and treat respiratory failure post-extubation. The use of NIMV in the treatment of patients with respiratory failure post-extubation is not recommended, but the relevant data are not considered sufficient. The purpose of this study was to examine the outcome of patients who received NIMV post-extubation METHODS Design: 5-year retrospective data analysis (2017-2022) Study population: Patients who received invasive mechanical ventilation and were extubated Measurements: Data were sought from the electronic system of the PAGNI general ICU (CSS) including parameters such as ABGs before and after intubation, ABGs post-extubation and during NIMV application, data on patient’s history and medication administered RESULTS 1507 patients were extubated. 251 of them received NIMV, 122 for prophylactic and 139 for therapeutic cause. Post extubation, patients received NIMV either therapeutically, prophylactically, or neither of them, and ICU mortality was 16%, 8%, and 20% respectively, with no significant differences in demographics. The re-intubation rate at 48 hours was 32%, 69%, 3% respectively. The presence of certain risk factors for extubation failure (age >65 years, comorbidities) was not associated with an increased rate of re-intubation, nor was found any correlation in prophylactic use of NIMV and a reduction in re-intubation rate. The therapeutic use of NIMV was mainly intended for hypoxic respiratory failure treatment post-extubation, being successful in 68% and with no difference in mortality rate when compared to patients directly re-intubated (20%, p=0.6). Factors associated with re-intubation were the need for Esmolol administration, continuous NIMV>12 hours, and failure to improve oxygenation after the application of NIMV. Two patients experienced major complications in the re-intubation process and survived. Avoiding re-intubation was associated with shorter ICU length of stay. CONCLUSION The use of NIMV was found to be effective and safe in treating respiratory failure developed post-extubation

    The prevalence of post-traumatic stress disorder and symptoms of major depression in Intensive Care Unit patients

    No full text
    Εισαγωγή: Οι περιορισμοί προσωπικής επικοινωνίας λόγω της πανδημίας κατέστησαν την παρηγορητική φροντίδα ασθενών Μονάδων Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) περιορισμένη και την υποστήριξη της οικογένειας δυσχερέστερη. Ακόμη σήμερα, παραμένει αναπάντητο ερώτημα της επίπτωσης της νοσηλείας σε ΜΕΘ στην εκδήλωση ψυχικών διαταραχών όπως της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής (ΜΚΔ) και Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (ΔΜΣ) Για τον σκοπό αυτό η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε να διερευνήσει τη συχνότητα των συμπτωμάτων ΜΚΔ και ΔΜΣ σε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας την εποχή της πανδημίας, αλλά και την ανάγκη ευαισθητοποίησης και κατανόησης του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού για τις ανάγκες των ασθενών αυτών μετά την έξοδο από την ΜΕΘ. Σκοπός: Να διερευνήσει τη συχνότητα των συμπτωμάτων Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής και Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες σε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, την εποχή της πανδημίας. Να συσχετίσει την εμφάνιση των δύο ψυχικών αυτών διαταραχών με δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά. Να συγκρίνει την επίπτωση της συχνότητας των διαταραχών σε ασθενείς που νοσηλεύθηκαν με COVID-19 έναντι των ασθενών που νοσηλεύθηκαν στη ΜΕΘ για άλλη νόσο. Μεθοδολογία: Πρόκειται για μια συγχρονική μελέτη (cross – sectional design). Η έρευνα περιλάμβανε ασθενείς που νοσηλεύθηκαν στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου σε 2 Μονάδες Εντατικής Θεραπείας Ενηλίκων το χρονικό διάστημα 1/1/2020 έως 1/5/2023. Στα κριτήρια αποκλεισμού συμπεριλαμβάνονταν ασθενείς με προηγούμενο θετικό ψυχιατρικό ιστορικό, ασθενείς που παρέμειναν στη ΜΕΘ <24 ώρες, ασθενείς που για οποιοδήποτε λόγο παρουσίαζαν αδυναμία να ανταποκριθούν σε μια τηλεφωνική συνέντευξη ή όσοι αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους στην έρευνα. Επιπλέον καταγράφηκαν : βασικά δημογραφικά και τα κλινικά δεδομένα του ασθενή που συλλέχθηκαν μέσω του πληροφοριακού συστήματος CRITIS. Μέσω τηλεφωνικής συνέντευξης εκφωνήθηκε ερωτηματολόγιο αποτελούμενο από 10 ερωτήσεις κλειστού και ανοιχτού τύπου το οποίο βασίζεται στο εγχειρίδιο “ΜΙΝΙ: Mini International Neuropsychiatric Interview’’. Το “ΜΙΝΙ” είναι ένα ερωτηματολόγιο που περιέχει διαγνωστικές ερωτήσεις για τη ΔΜΣ και τη ΜΚΔ καθώς και ερωτήσεις για τη διαφορική τους διάγνωση. Οι ερωτήσεις έχουν διατυπωθεί σύμφωνα με τα κριτήρια διάγνωσης του DSM-IV. Το ΜΙΝΙ δεν είναι και δεν χρησιμοποιείται ως διαγνωστικό εργαλείο αλλά ως ενδεικτικό ανάπτυξης συμπτωμάτων ψυχικής νόσου για τα οποία ενδείκνυται παραπομπή σε ειδικό. Ανάλογα με την έκβαση οι ασθενείς χωρίστηκαν σε ομάδα Α γενικής νοσηλείας ΜΕΘ και ομάδα Β σε ΜΕΘ COVID. Τα δείγματα ήταν συνδυαστικά απλής τυχαίας δειγματοληψίας και σκόπιμης. Αποτελέσματα: Συνολικά 100 ασθενείς ΜΕΘ με ή χωρίς COVID-19 συμπεριλήφθηκαν στην μελέτη. Οι 67 ήταν άνδρες και 33 ήταν γυναίκες, με μέσο όρο ηλικίας 64,2 (SD=14,8). Τα ποσοστά ΜΚΔ (27,8%) και ΔΜΣ (33%) δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ ασθενών με ή χωρίς COVID-19. H συννοσηρότητα των ασθενών κυμάνθηκε σε υψηλά επίπεδα (78%) και δεν διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων. Το δείγμα δεν στρατολογήθηκε ισόποσα μεταξύ COVID-19 (28%) και non- COVID-19 (72%). Σημαντικά συχνότερη σε ασθενείς COVID-19 ήταν η υποστήριξη με HFNC (21,4% vs. 1.4%) ή επεμβατικό αερισμό (78,6% vs.73,6%) συγκριτικά με ασθενείς οι οποίοι νοσηλεύθηκαν για άλλη νόσο στη ΜΕΘ (p<0,001). Η διάρκεια υποστήριξης με μηχανικό αερισμό (p<0,001) όπως και η διάρκεια νοσηλείας στη ΜΕΘ (p=0,003) ήταν σημαντικά μεγαλύτερες σε ασθενείς με COVID-19 συγκριτικά με τους χωρίς COVID-19 ασθενείς. Τα αποτελέσματα των ερωτήσεων που αφορούσαν τη ΔΜΣ έδειξαν τον φόβο ή τρόμο ή απόγνωση να είναι σημαντικά συχνότεροι στην ομάδα που νοσηλεύθηκε με COVID-19 στην ΜΕΘ έναντι της ομάδας χωρίς COVID-19 (5,7 vs. 3,3, p=0,043). Σημαντική προβλεπτική ικανότητα για την εκδήλωση ΜΚΔ σε ασθενείς που είχαν νοσηλευθεί στη ΜΕΘ ήταν συμπτώματα όπως η μελαγχολία (AUC 0,885, p<0,001), η διάρκεια τους (AUC 0,904, p<0,001), και η καθημερινή έλλειψη ενδιαφέροντος συγκριτικά με πριν (AUC 0,736, p=0,001).Η παρουσία προβλημάτων που επηρέαζαν τη δουλειά και την κοινωνική τους ζωή προκαλώντας δυσφορία (AUC 0,885 p<0.001) μπορούσε να προβλέψει σημαντικά την εκδήλωση ΔΜΣ σε ασθενείς ΜΕΘ ασχέτως αν είχαν COVID-19 ή όχι. Συμπεράσματα: Το 1/4 ασθενών με COVID-19 παρουσιάζει ΜΚΔ και το 1/3 ΔΜΣ σε ένα διάστημα περίπου 2 ετών από την έξοδό τους από τη ΜΕΘ, χωρίς τα ποσοστά αυτά να διαφέρουν από non-COVID-19 ασθενείς της ΜΕΘ. Μεταξύ διαφόρων συναισθημάτων, ο φόβος ή η απόγνωση είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τους ασθενείς οι οποίοι νοσηλεύθηκαν με COVID-19. Το αίσθημα μελαγχολίας, η διάρκεια της, και η έλλειψη ενδιαφέροντος για πράγματα σε σχέση με πριν σχετίζονται με την εκδήλωση ΜΚΔ ενώ η παρουσία προβλημάτων που επηρεάζουν την εργασία και την κοινωνική ζωή σχετίζονται με την πιθανότητα ανάπτυξης ΔΜΣ σε ασθενείς που έχουν νοσηλευθεί στη ΜΕΘ με ή χωρίς COVID-19. Εισαγωγή: Οι περιορισμοί προσωπικής επικοινωνίας λόγω της πανδημίας κατέστησαν την παρηγορητική φροντίδα ασθενών Μονάδων Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) περιορισμένη και την υποστήριξη της οικογένειας δυσχερέστερη. Ακόμη σήμερα, παραμένει αναπάντητο ερώτημα της επίπτωσης της νοσηλείας σε ΜΕΘ στην εκδήλωση ψυχικών διαταραχών όπως της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής (ΜΚΔ) και Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (ΔΜΣ) Για τον σκοπό αυτό η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε να διερευνήσει τη συχνότητα των συμπτωμάτων ΜΚΔ και ΔΜΣ σε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας την εποχή της πανδημίας, αλλά και την ανάγκη ευαισθητοποίησης και κατανόησης του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού για τις ανάγκες των ασθενών αυτών μετά την έξοδο από την ΜΕΘ. Σκοπός: Να διερευνήσει τη συχνότητα των συμπτωμάτων Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής και Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες σε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, την εποχή της πανδημίας. Να συσχετίσει την εμφάνιση των δύο ψυχικών αυτών διαταραχών με δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά. Να συγκρίνει την επίπτωση της συχνότητας των διαταραχών σε ασθενείς που νοσηλεύθηκαν με COVID-19 έναντι των ασθενών που νοσηλεύθηκαν στη ΜΕΘ για άλλη νόσο. Μεθοδολογία: Πρόκειται για μια συγχρονική μελέτη (cross – sectional design). Η έρευνα περιλάμβανε ασθενείς που νοσηλεύθηκαν στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου σε 2 Μονάδες Εντατικής Θεραπείας Ενηλίκων το χρονικό διάστημα 1/1/2020 έως 1/5/2023. Στα κριτήρια αποκλεισμού συμπεριλαμβάνονταν ασθενείς με προηγούμενο θετικό ψυχιατρικό ιστορικό, ασθενείς που παρέμειναν στη ΜΕΘ <24 ώρες, ασθενείς που για οποιοδήποτε λόγο παρουσίαζαν αδυναμία να ανταποκριθούν σε μια τηλεφωνική συνέντευξη ή όσοι αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους στην έρευνα. Επιπλέον καταγράφηκαν : βασικά δημογραφικά και τα κλινικά δεδομένα του ασθενή που συλλέχθηκαν μέσω του πληροφοριακού συστήματος CRITIS. Μέσω τηλεφωνικής συνέντευξης εκφωνήθηκε ερωτηματολόγιο αποτελούμενο από 10 ερωτήσεις κλειστού και ανοιχτού τύπου το οποίο βασίζεται στο εγχειρίδιο “ΜΙΝΙ: Mini International Neuropsychiatric Interview’’. Το “ΜΙΝΙ” είναι ένα ερωτηματολόγιο που περιέχει διαγνωστικές ερωτήσεις για τη ΔΜΣ και τη ΜΚΔ καθώς και ερωτήσεις για τη διαφορική τους διάγνωση. Οι ερωτήσεις έχουν διατυπωθεί σύμφωνα με τα κριτήρια διάγνωσης του DSM-IV. Το ΜΙΝΙ δεν είναι και δεν χρησιμοποιείται ως διαγνωστικό εργαλείο αλλά ως ενδεικτικό ανάπτυξης συμπτωμάτων ψυχικής νόσου για τα οποία ενδείκνυται παραπομπή σε ειδικό. Ανάλογα με την έκβαση οι ασθενείς χωρίστηκαν σε ομάδα Α γενικής νοσηλείας ΜΕΘ και ομάδα Β σε ΜΕΘ COVID. Τα δείγματα ήταν συνδυαστικά απλής τυχαίας δειγματοληψίας και σκόπιμης. Αποτελέσματα: Συνολικά 100 ασθενείς ΜΕΘ με ή χωρίς COVID-19 συμπεριλήφθηκαν στην μελέτη. Οι 67 ήταν άνδρες και 33 ήταν γυναίκες, με μέσο όρο ηλικίας 64,2 (SD=14,8). Τα ποσοστά ΜΚΔ (27,8%) και ΔΜΣ (33%) δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ ασθενών με ή χωρίς COVID-19. H συννοσηρότητα των ασθενών κυμάνθηκε σε υψηλά επίπεδα (78%) και δεν διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων. Το δείγμα δεν στρατολογήθηκε ισόποσα μεταξύ COVID-19 (28%) και non- COVID-19 (72%). Σημαντικά συχνότερη σε ασθενείς COVID-19 ήταν η υποστήριξη με HFNC (21,4% vs. 1.4%) ή επεμβατικό αερισμό (78,6% vs.73,6%) συγκριτικά με ασθενείς οι οποίοι νοσηλεύθηκαν για άλλη νόσο στη ΜΕΘ (p<0,001). Η διάρκεια υποστήριξης με μηχανικό αερισμό (p<0,001) όπως και η διάρκεια νοσηλείας στη ΜΕΘ (p=0,003) ήταν σημαντικά μεγαλύτερες σε ασθενείς με COVID-19 συγκριτικά με τους χωρίς COVID-19 ασθενείς. Τα αποτελέσματα των ερωτήσεων που αφορούσαν τη ΔΜΣ έδειξαν τον φόβο ή τρόμο ή απόγνωση να είναι σημαντικά συχνότεροι στην ομάδα που νοσηλεύθηκε με COVID-19 στην ΜΕΘ έναντι της ομάδας χωρίς COVID-19 (5,7 vs. 3,3, p=0,043). Σημαντική προβλεπτική ικανότητα για την εκδήλωση ΜΚΔ σε ασθενείς που είχαν νοσηλευθεί στη ΜΕΘ ήταν συμπτώματα όπως η μελαγχολία (AUC 0,885, p<0,001), η διάρκεια τους (AUC 0,904, p<0,001), και η καθημερινή έλλειψη ενδιαφέροντος συγκριτικά με πριν (AUC 0,736, p=0,001).Η παρουσία προβλημάτων που επηρέαζαν τη δουλειά και την κοινωνική τους ζωή προκαλώντας δυσφορία (AUC 0,885 p<0.001) μπορούσε να προβλέψει σημαντικά την εκδήλωση ΔΜΣ σε ασθενείς ΜΕΘ ασχέτως αν είχαν COVID-19 ή όχι. Συμπεράσματα: Το 1/4 ασθενών με COVID-19 παρουσιάζει ΜΚΔ και το 1/3 ΔΜΣ σε ένα διάστημα περίπου 2 ετών από την έξοδό τους από τη ΜΕΘ, χωρίς τα ποσοστά αυτά να διαφέρουν από non-COVID-19 ασθενείς της ΜΕΘ. Μεταξύ διαφόρων συναισθημάτων, ο φόβος ή η απόγνωση είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τους ασθενείς οι οποίοι νοσηλεύθηκαν με COVID-19. Το αίσθημα μελαγχολίας, η διάρκεια της, και η έλλειψη ενδιαφέροντος για πράγματα σε σχέση με πριν σχετίζονται με την εκδήλωση ΜΚΔ ενώ η παρουσία προβλημάτων που επηρεάζουν την εργασία και την κοινωνική ζωή σχετίζονται με την πιθανότητα ανάπτυξης ΔΜΣ σε ασθενείς που έχουν νοσηλευθεί στη ΜΕΘ με ή χωρίς COVID-19.Background: Personal communication restrictions due to the pandemic have made palliative care of Intensive Care Unit (ICU) patients limited and family support more difficult. Even today, the impact of ICU hospitalization on the manifestation of mental disorders such as Major Depressive Disorder (MDD) and Post-Traumatic Stress Disorder (PTSD) remains unanswered. For this purpose, the present study was designed to investigate the frequency of MDD and PTSD symptoms in patients hospitalized in an Intensive Care Unit during the pandemic, but also the need to raise awareness and understanding among medical and nursing staff about the needs of these patients after discharge from the ICU. Objective: To investigate the frequency of symptoms of Major Depressive Disorder and Post-Traumatic Stress Disorder in patients hospitalized in the Intensive Care Unit of the University General Hospital of Heraklion, at the time of the pandemic. To correlate the occurrence of these two mental disorders with demographic and clinical characteristics. Compare the incidence of the frequency of disorders in patients hospitalized with COVID-19 versus patients hospitalized in ICU for another disease. Methods: This is a cross-sectional design study. The research included patients hospitalized at the University General Hospital of Heraklion, in two Adult Intensive Care Units during the period 1/1/2020 to 1/5/2023. Exclusion criteria included patients with a previous positive psychiatric history, patients who remained in the ICU <24 hours, patients who for any reason were unable to respond to a telephone interview, or those who refused to participate in the survey. In addition, the following were recorded: basic demographic and clinical data of the patient collected through the CRITIS information system and through a telephone interview a questionnaire consisting of 10 closed and open-ended questions based on the manual "MINI: Mini International Neuropsychiatric Interview". "MINI" is a questionnaire containing diagnostic questions about PTSD and MDD as well as questions about their differential diagnosis. The questions have been formulated according to the DSM-IV diagnostic criteria. ‘’MINI’’ is not and is not used as a diagnostic tool but as a screening tool for the development of symptoms of mental illness for which referral to a specialist is indicated. Depending on the outcome, patients were divided into group A, general hospitalization, ICU, and group B, COVID ICU. The samples were combined with simple random sampling and deliberate. Results: A total of 100 ICU patients with or without COVID-19 were included in the study. 67 were male and 33 were female, with a mean age of 64.2 (SD=14.8). The rates of MDD (27.8%) and PTSD (33%) did not differ significantly between patients with and without COVID-19. Patient comorbidity was high (78%) and did not differ between the two groups. The sample was not recruited equally between COVID-19 (28%) and non-COVID-19 (72%) ICU patients. More frequently, COVID-19 patients were supported with HFNC (21.4% vs. 1.4%) or invasive ventilation (78.6% vs. 73.6%) compared to non-COVID-19 patients in ICU (p<0.001). The duration of support with mechanical ventilation (p<0.001) as well as the duration of ICU hospitalization (p=0.003) were significantly longer in patients with COVID-19 compared to patients without COVID-19. The results of the questions related to PTSD showed fear or trepidation or despair to be significantly more frequent in the group hospitalized with COVID-19 in the ICU compared to the group without COVID-19 (5.7 vs. 3.3, p=0.043). Symptoms such as melancholy (AUC 0.885, p<0.001), its duration (AUC 0.904, p<0.001), and daily lack of interest (AUC 0.736, p=0.001), showed a strong predictive ability for the occurrence of MDD in ICU patients regardless of the cause of admission. The presence of problems affecting their work and social life causing distress (AUC 0.885 p<0.001) could significantly predict PTSD in all patients. Conclusions: One-fourth of patients with or without COVID-19 present with MDD and one-third present with PTSD within about 2 years of their discharge from the ICU. Among various emotions, fear or despair are what characterizes patients who have been hospitalized with COVID-19. The feeling of melancholy, its duration, and lack of interest in things, as compared to their previous interests, are associated with the development of MDD in all patients. The presence of problems that affect work and social life are associated with the possibility of developing PTSD in patients who have been hospitalized in ICU with or without COVID-19

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇