11894 research outputs found
Sort by
Evaluation of somatic perception and behaviors through cognitive approach of muscoloskeletal pain in patients receiving physiotherapy
Εισαγωγή: Η χρονιότητα του πόνου δεν εξαρτάται από τα αντικειμενικά βιοιατρικά δεδομένα μόνο, αλλά επηρεάζεται εξίσου και από άλλους παράγοντες, συμπεριφορικούς, κοινωνικούς, ψυχολογικούς και γνωσιακούς. Η IASP (International Association for the Study of Pain) ορίζει τον πόνο ως μια δυσάρεστη αισθητηριακή και συναισθηματική εμπειρία, που σχετίζεται με πραγματική ή δυνητική βλάβη ιστών, ή περιγράφεται με όρους τέτοιας βλάβης, καθώς επίσης επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, περιλαμβάνοντας τους γνωστικούς, συναισθηματικούς και περιβαλλοντικούς. Πιο συγκεκριμένα, οι σκέψεις, «γνωσίες», βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τα συναισθήματα, τη συμπεριφορά, αλλά και τα σωματικά συμπτώματα. Η γνωσιακή, λοιπόν, αξιολόγηση του χρόνιου πόνου αποτελεί στοιχείο σημαντικό για την κατανόηση και αξιολόγηση των ατομικών χαρακτηριστικών των ασθενών, και της περαιτέρω στοχευμένης θεραπευτικής αντιμετώπισης. Υποθέτουμε ότι, αν γνωρίζουμε την προέλευση του πόνου (σωματική ή συμπεριφορική) και τι τον καθιστά χρόνιο θα μπορούσαμε να μειώσουμε την διάρκεια ή ακόμα και την εμφάνιση του με συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η μελέτη της σωματικής αντίληψης και της συμπεριφοράς των ασθενών με μυοσκελετικό πόνο που λαμβάνουν συνεδρίες φυσιοθεραπείας μέσω της αξιολόγησης των ψυχοκοινωνικών και συμπεριφορικών και γνωσιακών παραγόντων. Επιμέρους στόχοι είναι η μελέτη και τα χαρακτηριστικά έντασης του μυοσκελετικού πόνου ασθενών που λαμβάνουν φυσικοθεραπεία, η μελέτη ψυχολογικών παραγόντων άγχους και κατάθλιψης και η συσχέτισή τους με τον μυοσκελετικό πόνο (κλίμακα Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS)), η αξιολόγηση των ψυχοκοινωνικών και γνωσιακών παραγόντων του πόνου σε άτομα που υποβάλλονται σε φυσικοθεραπείες μέσω κλιμάκων αξιολόγησης, (Modified Somatic Perception Questionnaire (MSPQ), και η μελέτη αξιολόγησης του φόβου που υπάρχει για τον σχετικό μυοσκελετικό πόνο και η επίδραση αυτού στους ασθενείς (κλίμακα Tampa Scale of Kinesiophobia (TSK)).
Μεθοδολογία: Πρόκειται για μια προοπτική μελέτη κοόρτης σε ασθενείς με χρόνιο μυοσκελετικό πόνο που επισκέπτονται ιδιωτικό θεραπευτήριο φυσιοθεραπείας για αποκατάσταση το χρονικό διάστημα Ιούνιος-Νοέμβριος 2024. Η εκτίμηση του πόνου έγινε με έγκυρες αυτοσυμπληρούμενες κλίμακες αξιολόγησης VAS. O πόνος συσχετίστηκε με ψυχολογικές, ψυχοκοινωνικές, και γνωσιακές παραμέτρους. Το άγχος και η κατάθλιψη αξιολογήθηκαν με τη κλίμακα Hospital Anxiety and Depression Scale, η σωματική αντίληψη με το ερωτηματολόγιο Modified Somatic Perception Questionnaire και ο φόβος της κίνησης σε ασθενείς με μυοσκελετικό πόνο με την κλίμακα Tampa Scale of Kinesiophobia. Αποτελέσματα: Η απαντητικότητα των ασθενών ήταν 100% (Ν=150). Από το δείγμα των ερωτώμενων, 44% ήταν άνδρες και 56% ήταν γυναίκες. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν 48.8±20 έτη, και οι συχνότεροι λόγοι που τους οδήγησαν στο εργαστήριο ήταν οι παθήσεις του γόνατος (30.6%) και η χρόνια οσφυαλγία (22.4%). Η διάρκεια των συμπτωμάτων πόνου ήταν στην πλειονότητα >2 μήνες, και το 62% (Ν=93) είχαν επαναλαμβανόμενες επισκέψεις. Η αναφερόμενη ένταση του πόνου ήταν μικρότερη μετά το πέρας των θεραπειών φυσικοθεραπείας [VAS πριν 7 (IQR 6-7.25) έναντι VAS μετά 4 (IQR 3-5), p37) σχετίστηκε σημαντικά με την εργασιακή καταπόνηση (p=0.043), τη συννοσηρότητα (p=0.012), με ύπαρξη άγχους (p<0.001) και κατάθλιψης (p<0.001), ενώ οι ασθενείς με κινησιοφοβία αναφέρουν πως δεν βοηθήθηκαν από τις φυσικοθεραπείες (p=0.004). Παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία (97.3%) είχε χαμηλή ένδειξη (MSPQ<13) ότι ο ασθενής υπερβάλλει σκόπιμα για τα συμπτώματα πόνου και ανικανότητας, εντούτοις υψηλότερo MSPQ score (απόλυτη τιμή) σχετίστηκε με κλινικές περιπτώσεις άγχους (p<0.001), κατάθλιψης (p<0.001) και κινησιοφοβίας (p=0.012).
Συμπεράσματα: Η παρούσα έρευνα έδειξε ότι η μελέτη της σωματικής αντίληψης και της συμπεριφοράς των ασθενών με μυοσκελετικό πόνο, καθώς και η ψυχοκοινωνική κατάσταση του πάσχοντος, η κατάθλιψη και άλλοι κοινωνικό-δημογραφικοί παράγοντες επηρεάζουν την ποιότητα και την ένταση του μυοσκελετικού πόνου. H ένταση του πόνου μειώνεται σημαντικά μετά το πέρας των συνεδριών φυσικοθεραπείας, αλλά όχι τόσο σε άτομα με συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης και κινησιοφοβίας. Η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών είχε χαμηλή ένδειξη ότι υπερβάλλουν σκόπιμα για τα συμπτώματα πόνου και ανικανότητας, ωστόσο υψηλότερη βαθμολογία γνωσιακού παράγοντα αντίληψης πόνου σχετίστηκε με περιπτώσεις άγχους, κατάθλιψης και κινησιοφοβίας.Background: The chronicity of pain does not depend on objective biomedical data alone, but is equally influenced by other factors, behavioural, social, psychological and cognitive. The IASP (International Association for the Study of Pain) defines pain as an unpleasant sensory and emotional experience associated with actual or potential tissue damage, or described in terms of such damage, and is also influenced by many factors, including cognitive, emotional and environmental. More specifically, thoughts, 'cognitions', are in constant interaction with emotions, behaviour and physical symptoms. Cognitive assessment of chronic pain is therefore an important element in understanding and evaluating the individual characteristics of patients, and further targeted treatment. We hypothesize that if we know the origin of pain (physical or behavioral) and what makes it chronic, we could reduce its duration or even its occurrence with specific interventions.
Objective: The aim of the present study is to investigate the physical perception and behaviour of patients with musculoskeletal pain receiving physiotherapy sessions by assessing psychosocial, behavioural and cognitive factors. Sub-objectives are to study and intensity characteristics of musculoskeletal pain of patients receiving physiotherapy, to study psychological factors of anxiety and depression and their correlation with musculoskeletal pain (Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS)), the assessment of psychosocial and cognitive factors of pain in people undergoing physiotherapy through assessment scales, (Modified Somatic Perception Questionnaire (MSPQ), and the study to assess the fear of associated musculoskeletal pain and its impact on patients (Tampa Scale of Kinesiophobia (TSK)).
Methods: This is a prospective cohort study in patients with chronic musculoskeletal pain visiting a private physiotherapy clinic for rehabilitation between June and November 2024. Pain was assessed with valid self-completed VAS rating scales. Pain was correlated with psychological, psychosocial, and cognitive parameters. Anxiety and depression were assessed with the Hospital Anxiety and Depression Scale, somatic perception with the Modified Somatic Perception Questionnaire, and fear of movement in patients with musculoskeletal pain with the Tampa Scale of Kinesiophobia.
Results: The response rate of the patients was 100% (N=150). Of the sample of respondents, 44% were male and 56% were female. The mean age was 48.8±20 years, and the most common reasons for coming to the laboratory were knee conditions (30.6%) and chronic back pain (22.4%). The duration of pain symptoms was in the majority >2 months, and 62% (N=93) had repeat visits. Reported pain intensity was lower after the end of physiotherapy treatments [VAS before 7 (IQR 6-7.25) vs VAS after 4 (IQR 3-5), p37) was significantly associated with work stress (p=0.043), comorbidity (p=0.012), presence of anxiety (p<0.001) and depression (p<0.001), while patients with kinesiophobia reported that they were not helped by physical therapies (p=0.004). Although the vast majority (97.3%) had a low indication (MSPQ<13) that the patient was deliberately exaggerating pain and disability symptoms, however higher MSPQ scores (absolute value) were associated with clinical cases of anxiety (p<0.001), depression (p<0.001) and kinesiophobia (p=0.012).
Conclusions: The present study showed that the study of physical perception and behaviour of patients with musculoskeletal pain, as well as the psychosocial status of the sufferer, depression and other socio-demographic factors influence the quality and intensity of musculoskeletal pain. Pain intensity is significantly reduced after physiotherapy sessions, but not so much in people with symptoms of anxiety, depression and kinesiophobia. The vast majority of patients had low evidence of intentionally exaggerating pain and disability symptoms, however higher cognitive pain perception factor scores were associated with cases of anxiety, depression and kinesiophobia
Ανίχνευση και σύγκριση κυκλοφορούντων καρκινικών κυττάρων και κυκλοφορούντος ελεύθερο DNA σε ασθενείς σταδίου III με καρκίνο παχέος εντέρου που λαμβάνουν τρίμηνο η εξάμηνο σχήμα συμπληρωματικής χημειοθεραπείας
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου (CRC) παραμένει ένα σοβαρό παγκόσμιο ζήτημα δημόσιας υγείας, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην ποιότητα ζωής των ασθενών όσο και στα υγειονομικά συστήματα. Οι ασθενείς με νόσο σταδίου III έχουν περίπου 30% πιθανότητα υποτροπής, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Η χειρουργική αφαίρεση του όγκου είναι θεμελιώδης, αλλά η επικουρική χημειοθεραπεία παίζει καθοριστικό ρόλο στη μείωση του κινδύνου υποτροπής και στη βελτίωση της συνολικής επιβίωσης. Παραδοσιακά, το σχήμα FOLFOX, που περιλαμβάνει 5-Φθοριοουρακίλη, Λευκοβορίνη και Οξαλιπλατίνη για διάρκεια έξι μηνών, θεωρούνταν η τυπική αγωγή. Ωστόσο, η μελέτη IDEA (2018) έφερε αλλαγές στην κλινική πρακτική, αποδεικνύοντας ότι ένα επικουρικό σχήμα τριών μηνών, κυρίως με CAPOX, μπορεί να προσφέρει παρόμοια αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με χαμηλότερο στάδιο TNM. Αυτή η μείωση της διάρκειας της θεραπείας είναι σημαντική, ιδίως για ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρές παρενέργειες, όπως νευροτοξικότητα, η οποία μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα ζωής και την καθημερινή λειτουργικότητα των ασθενών.
Δεδομένης της συνεχώς εξελισσόμενης θεραπευτικής προσέγγισης, η ανάγκη για αξιόπιστους βιοδείκτες που θα βοηθήσουν στη βέλτιστη επιλογή θεραπείας είναι επιτακτική. Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο την αξιολόγηση της προγνωστικής και προβλεπτικής αξίας της ανίχνευσης κυκλοφορούντων καρκινικών κυττάρων (CTCs) και κυκλοφορούντος καρκινικού DNA (ctDNA) στο πλαίσιο της επικουρικής θεραπείας. Παράλληλα, επιχείρησε να επιβεβαιώσει εργαστηριακά τα ευρήματα της μελέτης IDEA και να συγκρίνει δύο διαφορετικές μεθόδους ανίχνευσης CTCs.
Πρόκειται για μία προοπτική, μη τυχαιοποιημένη, μονοκεντρική μελέτη που συμπεριέλαβε 175 ασθενείς με καρκίνο παχέος εντέρου σταδίου III. Οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε επικουρική θεραπεία με CAPOX ή FOLFOX για τρεις ή έξι μήνες. Στο σύνολο των συμμετεχόντων, το 58,9% ήταν άνδρες με διάμεση ηλικία τα 65 έτη. Όλοι οι ασθενείς είχαν δείκτη καθημερινής απόδοσης (PS) 0-1 και το 69,1% εμφάνιζε αριστερόστροφους όγκους. Από αυτούς, το 38,3% έλαβε θεραπεία τριών μηνών, ενώ το 49,7% αντιμετωπίστηκε με το σχήμα FOLFOX. Η διάμεση επιβίωση ελεύθερη νόσου (DFS) και η συνολική επιβίωση (OS) καταγράφηκαν στις 17,2 και 31,2 μήνες, αντίστοιχα.
Η ανίχνευση CTCs πραγματοποιήθηκε με δύο μεθόδους: ανοσοφθορισμό (IFAT) και πραγματικού χρόνου ποσοτική αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (RT-qPCR). Τα CTCs ανιχνεύθηκαν στο 45,5% των ασθενών πριν από την έναρξη της θεραπείας, στο 40,7% στους τρεις μήνες και στο 50,8% στους έξι μήνες μέσω IFAT. Με τη μέθοδο RT-qPCR, η παρουσία CTCs καταγράφηκε στο 39,9% των ασθενών στην αρχή της θεραπείας, στο 32,4% στους τρεις μήνες και στο 51,6% μετά από έξι μήνες θεραπείας. Σημαντική μείωση των CTCs παρατηρήθηκε μετά από τρεις μήνες σε ασθενείς που έλαβαν CAPOX (p=0.025), ενώ αντίθετα, παρατηρήθηκε αύξηση των CTCs μεταξύ τριών και έξι μηνών σε ασθενείς με δεξιόστροφους όγκους (p=0.022) και σε ηλικίες κάτω των 70 ετών (p=0.053). Η παρουσία CTCs μέσω IFAT πριν από την έναρξη της θεραπείας συσχετίστηκε σημαντικά με μειωμένη DFS (p=0.02).
Όσον αφορά την ανάλυση του ctDNA, σε 77 ασθενείς (μετρήσεις μόνο στη βασική γραμμή), ανιχνεύθηκε τουλάχιστον μία μετάλλαξη. Οι συχνότερες μεταλλάξεις αφορούσαν τα γονίδια AXIN2, BIRC5, DCC, APC2 και PIK3R2. Ειδικότερα, η παρουσία μεταλλάξεων στα γονίδια LEF1 (p=0.007) και MAPK1 (p=0.032) συσχετίστηκε με μειωμένη DFS, ενώ οι μεταλλάξεις στο γονίδιο AXIN σχετίστηκαν με χαμηλότερη OS (p=0.039). Κατά την τελευταία παρακολούθηση, πέντε χρόνια μετά την έναρξη της μελέτης, το 81,1% των ασθενών παρέμενε εν ζωή, γεγονός που υποστηρίζει την αποτελεσματικότητα της επικουρικής θεραπείας.
Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης ενισχύουν την αποτελεσματικότητα της τριμηνιαίας επικουρικής θεραπείας, ιδιαίτερα με CAPOX, καθώς παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στα CTCs. Αντίθετα, η ανίχνευση CTCs μετά από έξι μήνες θεραπείας με FOLFOX υποδηλώνει πιθανή ανθεκτικότητα στη θεραπεία και την ύπαρξη μικρομεταστατικής νόσου, επισημαίνοντας την ανάγκη για εξατομικευμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις. Και οι δύο τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για την ανίχνευση των CTCs αποδείχθηκαν εξίσου αποτελεσματικές, επιτρέποντας τη χρήση τους στην κλινική πράξη.
Επιπλέον, η προγνωστική σημασία συγκεκριμένων μεταλλάξεων του ctDNA αναδεικνύει τον πιθανό ρόλο του στη διαστρωμάτωση κινδύνου και την εξατομίκευση της θεραπείας. Η ενσωμάτωση της ανάλυσης των CTCs και του ctDNA στην καθημερινή κλινική πρακτική μπορεί να βελτιώσει τη θεραπευτική στρατηγική, επιτρέποντας την προσαρμογή της επικουρικής αγωγής βάσει προγνωστικών βιοδεικτών. Παρόλα αυτά, απαιτούνται μεγαλύτερες πολυκεντρικές μελέτες για την επιβεβαίωση αυτών των ευρημάτων και την καθιέρωση τυποποιημένων πρωτοκόλλων για την ενσωμάτωση αυτών των βιοδεικτών στη θεραπευτική διαδικασία. Μελλοντικά, η περαιτέρω ανάπτυξη της εξατομικευμένης ιατρικής στον καρκίνο του παχέος εντέρου μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων και στη μείωση της υποτροπής της νόσουColorectal cancer (CRC) remains a major global health concern, with significant implications for patient outcomes and healthcare systems. Among patients diagnosed with stage III disease, approximately 30% will experience recurrence despite receiving standard treatment. Surgery is a critical component of the curative approach; however, adjuvant chemotherapy plays a pivotal role in reducing recurrence risk and improving overall survival. Historically, the FOLFOX regimen, consisting of 5-Fluorouracil, Leucovorin, and Oxaliplatin administered over six months, was considered the gold standard. However, the IDEA trial (2018) introduced a paradigm shift by demonstrating that a three-month adjuvant regimen, particularly with Capecitabine-Oxaliplatin (CAPOX), could achieve comparable outcomes in patients with lower TNM stage disease. This adjustment in treatment duration was particularly beneficial for patients experiencing adverse effects, particularly neurotoxicity, which can significantly impact quality of life and even impair the ability to perform daily activities or work-related tasks.
Given the evolving landscape of adjuvant therapy, the identification of reliable biomarkers to optimize treatment strategies has become an area of intense research. This study aimed to assess the prognostic and predictive value of circulating tumor cells (CTCs) and circulating tumor DNA (ctDNA) detection in this treatment setting, potentially aiding in therapy optimization and individualized patient management. Additionally, it sought to provide laboratory-based validation of the IDEA trial findings and to compare two distinct methods for CTC detection.
A prospective, non-randomized, single-center trial was conducted, enrolling 175 patients with stage III CRC undergoing adjuvant chemotherapy. Patients were treated with either CAPOX or FOLFOX for a duration of three or six months, depending on physician and patient preference. Peripheral blood samples were collected at three critical time points: prior to treatment initiation (baseline), after three months of treatment, and at six months (for patients completing the longer regimen). CTCs detection was performed using two methodologies: triple immunofluorescence assay testing (IFAT) and real-time quantitative polymerase chain reaction (RT-qPCR). Simultaneously, ctDNA analysis was conducted via next-generation sequencing (NGS) to explore its potential role as a prognostic biomarker. This study investigated the dynamics of CTCs and ctDNA as indicators of treatment response, recurrence risk, and overall prognosis.
Among the 175 participants, 58.9% were male, and the median age was 65 years. All patients had a performance status of 0-1, with 69.1% presenting with left-sided tumors. Treatment
allocation was as follows: 38.3% received three months of therapy, while 49.7% were treated with FOLFOX. The median disease-free survival (DFS) and overall survival (OS) were 17.2 and 31.2 months, respectively.
CTCs were detected in 45.5%, 40.7%, and 50.8% of patients at baseline, three months, and six months, respectively, using IFAT. When assessed using RT-qPCR, detectable CTCs were present in 39.9% of patients at baseline, 32.4% at three months, and 51.6% at six months. A statistically significant reduction in CTC levels was observed after three months in patients treated with CAPOX (p=0.025), reinforcing the effectiveness of the shortened regimen. However, a notable increase in CTCs between three and six months was observed in patients with right-sided tumors (p=0.022) and those younger than 70 years old (p=0.053). The presence of CTCs detected via IFAT at baseline was significantly associated with poorer DFS (p=0.02), highlighting their potential role as prognostic markers.
Among the subset of patients tested for ctDNA (n=77, baseline only), all exhibited at least one detectable mutation. The most frequently identified mutations included AXIN2, BIRC5, DCC, APC2, and PIK3R2. Further analysis revealed that the presence of LEF1 and MAPK1 mutations was significantly associated with decreased DFS (p=0.007 and p=0.032, respectively), while AXIN mutations correlated with reduced OS (p=0.039). These findings underscore the potential of ctDNA as a valuable prognostic biomarker for risk stratification and treatment personalization.
At the last follow-up, conducted five years after the enrollment of the first patient, 81.1% of the study participants were still alive, further supporting the efficacy of adjuvant therapy in improving long-term outcomes for stage III CRC patients.
The results of this study reinforce the efficacy of a three-month adjuvant regimen, particularly with CAPOX, demonstrating significant reductions in CTC levels. The persistence of detectable CTCs following six months of FOLFOX therapy suggests potential treatment resistance and the presence of micrometastatic disease, underscoring the need for tailored therapeutic strategies. Both techniques used for CTC detection in this study—IFAT and RT-qPCR—appeared equally effective, suggesting that either could be employed in clinical settings based on availability and technical feasibility.
Additionally, the prognostic significance of specific ctDNA mutations highlights its potential role in guiding treatment decisions. The integration of CTC and ctDNA analysis into routine clinical practice could enable better risk stratification, allowing for more personalized adjuvant therapy regimens. Further large-scale, multicenter trials are necessary to validate
these findings and establish standardized protocols for incorporating these biomarkers into routine patient care. Ultimately, such advancements in biomarker-driven treatment approaches could significantly enhance patient outcomes, reducing recurrence rates and improving long-term survival in CRC patient
Design, implementation and evaluation of educational interactive material using the distance learning method for inquiry-based teaching of electricity in the Physics curriculum of the 3rd grade of junior high school : Electrical Circuits - Connection of Electrical Dipoles
Η παρούσα Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία διερευνά την εφαρμογή διερευνητικού μοντέλου διδασκαλίας των Ηλεκτρικών Κυκλωμάτων της Γ’ τάξης του Γυμνασίου, στο πλαίσιο συμπληρωματικής ΕξΑΕ, με αξιοποίηση ψηφιακού πολυμορφικού εκπαιδευτικού υλικού. Το εκπαιδευτικό υλικό που σχεδιάστηκε, οριοθετείται από τις αρχές και τη μεθοδολογία της Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης και της Πολυμεσικής Μάθησης. Η διερευνητική μάθηση αποτελεί μια σχετικά σύγχρονη παιδαγωγική προσέγγιση που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1960. Θεμελιώθηκε σύμφωνα με τις αρχές του εποικοδομισμού, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η μάθηση είναι μια διαδικασία κατά την οποία οι μαθητές κατασκευάζουν τη νέα γνώση βασιζόμενοι στις παρελθοντικές τους εμπειρίες και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Η διερευνητική μέθοδος, δεν αναφέρεται στην παράθεση του διδακτικού αντικειμένου από τον εκπαιδευτικό, ούτε περιορίζεται στην απλή αναζήτηση της ορθής απάντησης από τους μαθητές αλλά ενθαρρύνει την ενεργό εμπλοκή των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία μέσω ανακαλυπτικών και ερευνητικών μεθόδων καθώς και κριτικής επίλυσης προβλημάτων. Συγκεκριμένα, εμπεριέχει τη συνεργατική και σταδιακή οικοδόμηση της γνώσης μέσω διατύπωσης υποθέσεων, συλλογής και αξιολόγησης πληροφοριών και κριτικής παρουσίασης αποτελεσμάτων. Η υλοποίηση του ψηφιακού εκπαιδευτικού υλικού που αναπτύχθηκε για τις ανάγκες της έρευνας, έγινε με χρήση του ελεύθερου εργαλείου ανοικτού κώδικα Η5P και εν συνεχεία μορφοποιήθηκε ως μάθημα μέσω της δικτυακής πλατφόρμας διαχείρισης μάθησης Chamillo. Η αποτίμησή του διενεργήθηκε από ειδικούς της ΕξΑΕ, αλλά και από τους μαθητές της Γ’ Γυμνασίου που συμμετείχαν στη συμπληρωματική ΕξΑΕ. Από την επεξεργασία και την ανάλυση των ερευνητικών δεδομένων αναδείχθηκε ότι το εκπαιδευτικό υλικό διέπεται από τις αρχές και τη μεθοδολογία της ΕξΑΕ και της Πολυμεσικής Μάθησης. Επιπλέον διαφάνηκε ότι το μοντέλο της διερευνητικής διδασκαλίας έγινε αποδεκτό με ενθουσιασμό από τους μαθητές και οδήγησε σε θετικά μαθησιακά αποτελέσματα.This MSc thesis investigates the implementation of an inquiry-based teaching model for Electrical Circuits in the third grade of middle school, within the context of supplementary Distance Education, utilizing digital multimodal educational material. The designed educational material is guided by the principles and methodology of Distance Education and Multimedia Learning. Inquiry-based learning is a relatively modern pedagogical approach that was developed in the 1960s. It is founded on the principles of constructivism, which argue that learning is a process in which students construct new knowledge based on their past experiences and social interactions. The inquiry-based method does not focus on the mere presentation of teaching content by the educator, nor is it limited to simply searching for the correct answer. Instead, it encourages students’ active engagement in the learning process through discovery-based and research-oriented methods, as well as critical problem-solving. Specifically, it involves the collaborative and gradual construction of knowledge through hypothesis formulation, information collection and evaluation, and critical presentation of results. The digital educational material developed for this research was created using the open-source tool H5P and was subsequently formatted as a course through the Chamilo learning management platform. Its evaluation was carried out by Distance Education experts as well as by the third-grade middle school students who participated in the supplementary Distance Education program. The processing and analysis of the research data highlighted that the educational material aligns with the principles and methodology of Distance Education and Multimedia Learning. Furthermore, the findings indicated that the inquiry-based teaching model was enthusiastically received by students and led to positive learning outcomes
Arnold Hauser's take - perception on Baroque and Rococo
Ο στόχος της παρούσας εργασίας είναι να ανιχνεύσει, να αναδείξει και να
ερμηνεύσει τον τρόπο με τον οποίο ο Ούγγρος διανοητής και ιστορικός της τέχνης
−μαρξιστικών καταβολών και επιρροών− Άρνολντ Χάουζερ (Arnold Hauser) προσλαμβάνει και χρησιμοποιεί τις έννοιες και τους τεχνοϊστορικούς όρους του μπαρόκ και του ροκοκό.
Στο πρώτο κεφάλαιο, προκειμένου να γίνει κατανοητή η πρόσληψη του μπαρόκ και του ροκοκό από τον Χάουζερ, καταγράφεται γενικά η σκέψη του σχετικά με βασικούς όρους που αφορούν είτε την γενικότερη ιδεολογική του συγκρότηση είτε έννοιες και ζητήματα που σχετίζονται με την μεθοδολογία της ιστορίας της τέχνης μέσα από το πρίσμα μιας ιδιαίτερης μορφής κοινωνικοϊστορικής προσέγγισης που προκρίνει ο Χάουζερ. Αρχικά, λοιπόν, γίνεται μια γενική αναφορά στη διαδρομή της ζωής του, στο περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν οι απόψεις του με επισήμανση των κυριότερων σταθμών στην πορεία αυτή, καθώς επίσης και στους διανοητές και μελετητές που επηρέασαν την σκέψη του. Αυτή η περιληπτική αναφορά συνεισφέρει στον εντοπισμό της προέλευσης και της εξέλιξης της θεωρίας του Χάουζερ που καθόρισε τις ιδεολογικές και μεθοδολογικές του θέσεις. Στη συνέχεια αναλύονται από τη σκοπιά του Χάουζερ, σε πρώτη φάση οι έννοιες της ιστορίας, της ιστορίας της τέχνης, και ο σύνδεσμος μεταξύ τους∙ πώς αυτές γονιμοποιούνται με την κοινωνική ιστορία της τέχνης και την κοινωνιολογία, πώς αντιλαμβάνεται την κοινωνιολογική μέθοδο και ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της, –όλα αυτά μέσα στον δοκιμαστικό σωλήνα του μαρξισμού όπου εμποτίζονται, νοηματοδοτούνται περαιτέρω και λαμβάνουν τη θέση τους στη σκέψη του∙ γίνονται οι βασικοί πυλώνες και οι άξονες-εργαλεία, με τα οποία ο Χάουζερ δομεί το θεωρητικό του σύμπαν στο πεδίο της ιστορίας της τέχνης.
Εντός αυτού του κεφαλαίου εντάσσεται η ενότητα που είναι αφιερωμένη στο ζήτημα του στυλ, μιας θεμελιώδους τεχνοϊστορικής έννοιας. Με αφορμή τη σθεναρά διατυπωμένη αντίθεση του Χάουζερ στις ιδεαλιστικές και μορφολογικές μεθόδους και ιδιαίτερα στον φορμαλισμό του Heinrich Wölfflin −ο οποίος αν και επανερμήνευσε και επαναξιολόγησε το μπαρόκ, αγνοεί, σύμφωνα με τον Χάουζερ, τις κοινωνιολογικές προϋποθέσεις που συντελούν στην τεχνοτροπική αυτή έκφραση−, προβάλλονται οι θέσεις του Χάουζερ.
Τέλος, εξετάζεται το πλαίσιο και οι συνθήκες υποδοχής του έργου του Χάουζερ.
Στο δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο εξετάζονται οι θέσεις του Χάουζερ σε σχέση με
τη σημασιολόγηση, τα όρια, τις αντιλήψεις, και την περιοδολόγηση των δύο αυτών
τεχνοϊστορικών κατηγοριών. Η ανάλυση του Χάουζερ για το μπαρόκ και αντίστοιχα για το ροκοκό ξεκινά από την προϋπόθεση ότι το «στυλ» και η «κοινωνία» αποτελούν μια ενοποιημένη, αν και πολύπλοκη μερικές φορές, ολότητα. Ο χαρακτήρας της τέχνης, μαζί με τα μείζονα χαρακτηριστικά της όπως το στυλ, σχετίζονται με τη δυναμική της κοινωνικής και ιστορικής αλλαγής. Στρέφεται προς τον διαλεκτικό υλισμό, τον μαρξισμό τον οποίο διαχειρίζεται ως επεξηγηματικό σύστημα και ως βασική ερμηνευτική του αρχή και την κοινωνιολογία για να διερευνήσει την επίδραση των κοινωνικών και οικονομικών
σχέσεων στο στυλ· εκφράζει τη βεβαιότητά του ότι η στυλιστική μορφοποίηση και η αλλαγή είναι απαραίτητες συσχετίσεις των κοινωνικο-οικονομικών δομών.
Παράλληλα όμως, ήδη από το 1958, σπεύδει να διευκρινίσει ότι η τέχνη δεν θα
πρέπει να θεωρείται απλά ως άμεση αντανάκλαση των κοινωνικο-οικονομικων
συνθηκών. Οι μαρξιστικές αρχές της ιστορικής και της κοινωνικής κατανόησης, η
κεντρική θέση της έννοιας της τάξης και της, απορρέουσας από αυτή, ταξικής πάλης, ο κοινωνικός και πολιτιστικός ρόλος των ιδεολογιών και η καθοριστική επιρροή των τρόπων οικονομικής παραγωγής στην τέχνη είναι τα εργαλεία με τα οποία επιχειρεί να ερμηνεύσει την εκδήλωση και άνθιση του μπαρόκ και στη συνέχεια του ροκοκό.
Το γενικό ερμηνευτικό σχήμα που διατρέχει το πρώτο του έργο, την Κοινωνική
Ιστορία της Τέχνης, αλλά που υποστηρίζεται –ίσως όχι πάντα απόλυτα, με
προσεκτικές όμως διορθώσεις και μικρές μετατοπίσεις– και από το σύνολο του έργου του, εφαρμόζεται και εξειδικεύεται στην πρόσληψη του Χάουζερ για το μπαρόκ και το ροκοκό. Η πρόσληψη του εμπνέεται, καθοδηγείται και προσαρμόζεται σύμφωνα με τις γενικές αρχές που ισχύουν στη μελέτη της ιστορίας της τέχνης με βάση τη σύνδεση και ερμηνεία του στυλ από τις μορφές της κοινωνικής ζωής –όλα αυτά με μαρξιστικό πρόσημο και ώσμωση. Η εγκαθίδρυση και κυριαρχία μιας τεχνοτροπίας, για τον Χάουζερ, είναι πάντα αλληλένδετη με την κοινωνική ομάδα, τάξη, ή στρώμα που την υποστηρίζει και παράλληλα είναι εκείνη κυριαρχεί πολιτικά στη δεδομένη χρονική περίοδο. Αυτή η κυριαρχία οφείλεται στις γενικότερες οικονομικές συνθήκες και τους παράγοντες (περιλαμβάνονται οι τρόποι και τα μέσα παραγωγής καθώς και οι παραγωγικές σχέσεις) που επικρατούν κάθε φορά. Η όποια αλλαγή τους (επέρχεται λόγω) επιφέρει, αντιστοίχως, νομοτελειακά αλλαγή της κυριαρχούσας κοινωνικής
τάξης και κατά συνέπεια την παρακμή της μέχρι τότε επικρατούσας τεχνοτροπίας κα ανάδυση μιας νέας που την εξυπηρετεί και την εκφράζει (την νέα ηγεμονεύουσα τάξη). Γενικότερα, οι μετατοπίσεις στο οικονομικό, πολιτικό πεδίο καθώς και στο αντίστοιχο ιδεολογικό και στους θεσμούς που συγκροτούν το «εποικοδόμημα» (η θρησκεία είναι ένας πρωτεύων θεσμός) συνοδεύονται ή ακολουθούνται από μετατοπίσεις στις μορφές τέχνης και τα στυλ τους. Κατανοεί το ίδιο το στυλ ως μια μορφή κοινωνικής ανάπτυξης. Όμως, ο Χάουζερ υπολογίζει παράλληλα τον ατομικό-υποκειμενικό καθώς και τον ψυχολογικό παράγοντα ως συνδιαμορφωτές των στυλ τέχνης –ατομικών ή ομαδικών.
Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στο μπαρόκ, στις ποικίλες μορφές
εκδήλωσης του σε διαφορετικές γεωγραφικές-κυριαρχικές οντότητες με βάση τον
κύριο παράγοντα που επέδρασε καταλυτικά στη μορφή και στον χαρακτήρα που
εμφάνισε: το καθολικό δόγμα στην παπική ιταλική χερσόνησο με αιχμή του δόρατος την Αντιμεταρρύθμιση, παρήγαγε μια θρησκευτική προπαγανδιστική τέχνη· το πολίτευμα στην απολυταρχική Γαλλία –εδώ η τέχνη, εκπορευόμενη από τον βασιλιά και την αυλή του, λειτούργησε ως μια μορφή κρατικής προπαγάνδας– όπου ο κλασικισμός (ή το κλασικιστικό μπαρόκ) επιβλήθηκε ως το απόλυτο δόγμα· τέλος, τον συνδυασμό των δυο αναφερθέντων παραγόντων στις Κάτω Χώρες όπου ανάπτυξε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες καλλιτεχνικές προτάσεις: την κυριαρχία του αυλικού χαρακτήρα της τέχνης στον Καθολικό και υπό ισπανική επικυριαρχία Νότο και αντίστοιχα, στον ανεξάρτητο πλέον, προτεσταντικό και δίχως ηγεμονική αυταρχική διακυβέρνηση Βορρά, την κυριαρχία του αστικού χαρακτήρα της. Στις δυο πρώτες περιπτώσεις, προϋπόθεση αλλά και παράλληλα ζητούμενο για την επικράτηση της επιδιωκόμενης μορφής τέχνης ήταν ο περιορισμός της καλλιτεχνικής ελευθερίας του καλλιτέχνη και η καθοδήγησή του σε αυστηρά καθορισμένες νόρμες και αποδεκτά πλαίσια έκφρασης. Στην τρίτη περίπτωση και πιο συγκεκριμένα στην Ολλανδία, η επισήμανση της παράλληλης ελευθερίας αλλά οικονομικής ανασφάλειας και αποξένωσης που αρχίζουν να βιώνουν οι καλλιτέχνες λόγων των αλλαγών στις σχέσεις καλλιτεχνών-παραγγελειοδοτών-κοινού είναι ένα στοιχείο που θίγεται.
Το τρίτο κεφάλαιο πραγματεύεται την προσέγγιση του Χάουζερ στο ροκοκό
ως διάδοχη κατάσταση του μπαρόκ. Πιο συγκεκριμένα, περιορίζεται στην εκδήλωση και άνθιση του στη Γαλλία, με χρονικό ορίζοντα –σε γενικές γραμμές– τη βασιλεία του Λουδοβίκου ΙΕ΄, παρόλο που ο Χάουζερ υποστήριζε ότι ήταν το τελευταίο καθολικά επικρατών καλλιτεχνικό στυλ στην Ευρώπη. Η διαδοχή δεν γίνεται άμεσα, αλλά μεσολαβεί μια μορφή τέχνης με αντικλασικά χαρακτηριστικά που ταυτίζεται με την διακυβέρνηση της Αντιβασιλείας. Σύμφωνα με την μαρξιστικής επιρροής τεχνοϊστορική προσέγγιση του Χάουζερ, το αυλικό μπαρόκ έδωσε τη θέση του στο αριστοκρατικό ροκοκό που με τη σειρά του το διαδέχθηκε ο (νέο)κλασικισμός της αστικής επαναστατικής τάξης προς τα τέλη του 18ου αιώνα. Οι μεταβάσεις και αλλαγές στο στυλ οφείλονται σε κοινωνικούς λόγους· ένας κυρίαρχος είναι η διαφοροποίηση της προστασίας και παραγγελιοδοσίας στο πεδίο της τέχνης: διαδοχικά από τον μονάρχη και την αυλή του, περνά στην αριστοκρατία και κατόπιν προοδευτικά στην αστική τάξη.The aim of this paper is to trace, highlight and interpret the way in which the Hungarian intellectual and art historian −with Marxist origins and influences− Arnold Hauser perceives and uses the concepts and techno-historical terms of the Baroque and Rococo.
In the first chapter, in order to understand Hauser's reception of Baroque and Rococo, his thinking is generally recorded in terms of key terms concerning either its more general ideological constitution or concepts and issues related to the methodology of art history within from the perspective of a particular form of socio-historical approach favored by Hauser. First, therefore, a general reference is made to the path of his life, to the environment in which his views were formed, highlighting the main stations along this path, as well as to the intellectuals and scholars who influenced his thinking. This overview contributes to tracing the origins and evolution of Hauser's theory that defined his ideological and methodological positions. Then the concepts of history, art history, and the link between them are analyzed from Hauser's point of view, in the first phase; how they are fertilized with the social history of art and sociology, how he perceives the sociological method and what are the its basic characteristics, –all these within the test tube of Marxism where they are absorbed, further given meaning and take their place in his thought; become the main pillars and axis-tools, with which Hauser structures his theoretical universe in the field of history of art.
Within this chapter is included the section dedicated to the question of style, a fundamental techno-historical concept. On the occasion of Hauser's strongly formulated opposition to the idealistic and morphological methods and especially to the formalism of Heinrich Wölfflin –who, although he reinterpreted and re-evaluated the baroque, ignores, according to Hauser, the sociological conditions that contribute to this stylistic expression–, Hauser's positions are shown.
Finally, the context and reception conditions of Hauser's work are examined.
In the second and third chapters, Hauser's positions are examined in relation to the semantics, limits, perceptions, and periodization of these two techno-historical categories.
Hauser's analysis of the Baroque and, respectively, of the Rococo starts from the premise that 'style' and 'society' constitute a unified, although sometimes complex, whole. The character of art, along with its major characteristics such as style, are related to the dynamics of social and historical change. He turns to dialectical materialism, Marxism which he manages as an explanatory system and as his main interpretive principle, and sociology to explore the influence of social and economic relations on style; he expresses his conviction that stylistic formation and change are necessary correlations of socio-economic structures. At the same time, however, as early as 1958, he was quick to clarify that art should not be considered simply as a direct reflection of socio-economic conditions. The Marxist principles of historical and social understanding, the centrality of the concept of class and the resulting class struggle, the social and cultural role of ideologies and the determining influence of modes of economic production on art are the tools with which attempts to interpret the emergence and flowering of the Baroque and then the Rococo. The general hermeneutic scheme that runs through his first work, The Social History of Art, but which is supported –perhaps not always completely, but with careful corrections and minor shifts– by the whole of his work, is applied and specialized in Hauser's reception of baroque and rococo. His perception is inspired, guided and adapted according to the general principles applicable to the study of the history of art based on the connection and interpretation of style by the forms of social life –all this with a Marxist sign and osmosis. The establishment and dominance of a style, for Hauser, is always interrelated with the social group, class, or stratum that supports it and at the same time is the one that dominates politically in the given time period. This dominance is due to the more general economic conditions and factors (including the modes and means of production as well as the relations of production) prevailing at each time. Any change in them (occurs due to) brings about, respectively, a legal change of the dominant social class and consequently the decline of the hitherto prevailing style and the emergence of a new one that serves and expresses it (the new ruling class). More generally, shifts in the economic, political realm as well as in the corresponding ideological and institutions that make up the "superstructure" (religion is a primary institution) are accompanied or followed by shifts in art forms and their styles. He understands style itself as a form of social development. However, Hauser simultaneously considers the individual-subjective as well as the psychological factor as co-formators of art styles –individual or group.
More specific, the second chapter refers to the baroque, in its various forms of manifestation in different geographical-dominant entities based on the main factor that catalyzed the form and character it displayed: the Catholic doctrine in the papal Italian peninsula spearheaded by the Counter-Reformation, produced a religious propaganda art; the polity in absolutist France –here art, emanating from the king and his court, functioned as a form of state propaganda– where classicism (or classicist baroque) was imposed as the ultimate dogma; finally, the combination of of two mentioned factors in the Netherlands where he developed two diametrically opposed artistic propositions: the dominance of the courtly character of art in the Catholic and Spanish-dominated South and, respectively, in the now independent, Protestant and non-hegemonic authoritarian North, the dominance of the bourgeois character of . In the first two cases, the limitation of the artist's artistic freedom and his guidance in strictly defined norms and acceptable frameworks of expression was a condition but also a demand for the prevalence of the intended art form. In the third case and more specifically in the Netherlands, the labeling of parallel freedom but economic insecurity and alienation that artists are beginning to experience due to changes in artist-client-audience relationships is an element that is touched upon.
The third chapter deals with Hauser's approach to the Rococo as a successor state to the Baroque. More specifically, it is limited to its manifestation and flowering in France, with a time horizon –in general– the reign of Louis XI, even though Hauser argued that it was the last universally prevailing artistic style in Europe. The succession does not take place directly, but is mediated by an art form with anti-classical characteristics that is identified with the rule of the Regency. According to Hauser's Marxist-influenced techno-historical approach, the courtly Baroque gave way to the aristocratic Rococo which in turn was succeeded by the (neo)classicism of the bourgeois revolutionary class towards the end of the 18th century. Transitions and changes in style are due to social reasons; a dominant one is the differentiation of patronage and commissioning in the field of art: successively from the monarch and his court, it passes to the aristocracy and then progressively to the bourgeoisie
Teaching the English language in preschool with the use of ICT : teachers' views
Η εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στην προσχολική εκπαίδευση αποτελεί μια νέα πραγματικότητα για τα ελληνικά νηπιαγωγεία και η αγγλική γλώσσα για ακόμη μία φορά βρίσκεται στο προσκήνιο, όχι άδικα καθώς αποτελεί διεθνή γλώσσα και χρησιμοποιείται ως κοινός γλωσσικός κώδικας μεταξύ χωρών και εθνών με στόχο την αποτελεσματική και αποδοτική επικοινωνία. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να διερευνήσει τις απόψεις των εκπαιδευτικών αγγλικής γλώσσας, που εργάζονται σε νηπιαγωγεία στο νομό Ηρακλείου Κρήτης, σχετικά με την διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας σε παιδιά προσχολικής ηλικίας με την χρήση των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνιών (ΤΠΕ). Το θέμα έρευνας επιλέχθηκε βάσει της καινοτομίας του εγχειρήματος της εισαγωγής της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο και επειδή θα προσφέρει την κατανόηση των αντιλήψεων των εκπαιδευτικών και τον εντοπισμό των εκπαιδευτικών αναγκών και των προκλήσεων. Στο θεωρητικό μέρος της εργασίας γίνεται αναφορά στην απόκτηση της δεύτερης γλώσσας, την καθολικότητα της αγγλικής γλώσσας, την προσέγγιση της αγγλικής ως παγκόσμια γλώσσα σε διάφορες χώρες, στην εκμάθηση της ανά τις χώρες, στο πρόγραμμα εισαγωγής της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο (ΕΑΝ), καθώς και στις ΤΠΕ. Όσον αφορά το ερευνητικό κομμάτι, η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ήταν η περιγραφική έρευνα και το εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για την συλλογή των δεδομένων ήταν το ερωτηματολόγιο. Στο ερευνητικό μέρος της εργασίας, εκτός από τα δημογραφικά στοιχεία και κάποιες πληροφορίες που αναφέρονται περιγραφικά με πίνακες και διαγράμματα, καταγράφονται με πίνακες και διαγράμματα οι απόψεις των εκπαιδευτικών για το θέμα της εργασίας και επίσης καταγράφονται τα αποτελέσματα από αναλύσεις ANCOVA οι οποίες χρησίμευσαν στο να μελετηθεί κατά πόσο οι παράγοντες ηλικία, επίπεδο εκπαίδευσης, γνώσεις για τις ΤΠΕ, εξοικείωση και άνεση κατά την χρήση των ΤΠΕ και προθυμία για χρήση των ΤΠΕ επηρεάζουν τις απόψεις των εκπαιδευτικών αγγλικής γλώσσας που εργάζονται σε νηπιαγωγεία. Συνολικά, μέσα από τα ευρήματα της έρευνας, αναδεικνύονται οι θετικές στάσεις των εκπαιδευτικών απέναντι στην χρήση των ΤΠΕ στη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας σε παιδιά προσχολικής εκπαίδευσης. Παράλληλα, επισημαίνονται παράγοντες που δρουν ανασταλτικά στη χρήση των ΤΠΕ κατά τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο. Τέλος, υπογραμμίζεται ότι η προθυμία για χρήση των ΤΠΕ, τα προγράμματα επιμόρφωσης και η ηλικία επιδρούν σημαντικά στις απόψεις των εκπαιδευτικών και τονίζεται ότι εκπαιδευτικοί νεότερης ηλικίας και εκείνοι που έχουν παρακολουθήσει την επιμόρφωση Β για τις ΤΠΕ έχουν πιο θετικές αντιλήψεις. Τα ευρήματα της έρευνας μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση των θετικών ή αρνητικών αντιλήψεων των εκπαιδευτικών αγγλικής γλώσσας για τη χρήση των ΤΠΕ στη διδασκαλία των Αγγλικών στο νηπιαγωγείο. Κατ’ επέκταση, τα αποτελέσματα συμβάλλουν στην ανάδειξη εκπαιδευτικών αναγκών και στην βελτίωση της πρακτικής της ενσωμάτωσης των ΤΠΕ στη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο και στη διαμόρφωση πολιτικών, από τους φορείς της εκπαίδευσης, που θα είναι ωφέλιμες για την εκπαιδευτική διαδικασία.The introduction of English in pre-school education is a new reality for Greek kindergartens and English is once again in the spotlight, not without reason as it is an international language and is used as a common language code between countries and nations in order to communicate effectively and efficiently. The purpose of this study was to investigate the views of English language teachers’ working in kindergartens in the prefecture of Heraklion, Crete, regarding the teaching of English to preschool children using Information and Communication Technologies (ICT). The research topic was chosen based on the novelty of the project of introducing English in kindergarten and because it will provide an understanding of teachers’ perceptions and the identification of educational needs and challenges. The theoretical part of the study discusses second language acquisition, the universality of the English language, the approach of English as a global language in different countries, English language learning across countries, the English language introduction programme in kindergarten, and ICT. Regarding the research part, the methodology followed was descriptive research and the tool used for collecting data was the questionnaire. In the research part of the paper, apart from the demographic data and some information reported descriptively with tables and charts, the teachers' views on the topic of the paper are stated with tables and charts and also the results of ANCOVA analyses which served to study whether the factors of age, level of education, knowledge of ICT, familiarity and comfort in using ICT and willingness to use ICT influence the views of English language teachers who work in the kindergarten. Overall, through the findings of the study, the positive teachers’ attitudes towards the use of ICT in teaching English language to pre-school children emerge. At the same time, factors that act as inhibitors to the use of ICT in teaching English language in pre-school are highlighted. Finally, it is highlighted that willingness to use ICT, training programmes and age have a significant impact on teachers' views and it is emphasized that younger teachers and those who have attended the ICT training programme B hold more positive perceptions. The findings of the survey can contribute to understanding English language teachers’ positive or negative attitudes about the use of ICT in teaching English in the kindergarten. Henceforce, the findings can contribute to highlighting educational needs and improving the practice of ICT integration in teaching English language in kindergarten and to the formulation of policies, by educational institutions, that will be beneficial to the educational process
Ethical Dimensions in the distribution and allocation of medical resources : the case of Intensive Care Units
Η κατανομή πόρων στην Εντατική Θεραπεία και στην Ιατρική γενικότερα εφαρμόζεται σε δύο συμπληρωματικά επίπεδα περίθαλψης (μάκρο-και μίκρο- επίπεδο).Tο επίπεδο της μακρο-κατανομής, αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας και τη χάραξη πολιτικών υγείας, ενώ στο επίπεδο της μικρο-κατανομής εμπλέκονται οι επαγγελματίες υγείας που καλούνται στην καθημερινή κλινική πράξη να αποφασίσουν για τη χρήση των πόρων που τους διατίθενται. Συχνά μάλιστα, παρατηρείται το φαινόμενο η ζήτηση να υπερβαίνει την προσφορά, καθώς ο αριθμός των βαρέως πασχόντων που χρήζουν ανάγκης μηχανικής υποστήριξης σε μονάδα εντατικής θεραπείας, υπερβαίνει τον αριθμό των διαθέσιμων κλινών ΜΕΘ. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να καθορίσει μία σειρά από ηθικές κατευθυντήριες γραμμές για μία δίκαιη και βασισμένη σε αρχές κατανομή των πόρων υγείας στις μονάδες εντατικής θεραπείας.
Για τον σκοπό αυτό θα αντιπαρατεθούν και θα συγκριθούν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Από τη μία η ωφελιμιστική θεώρηση της διανομής των πόρων στην υγεία, σύμφωνα με την οποία ο σεβασμός των προσώπων και των δικαιωμάτων τους σταθμίζεται πάντοτε με βάση την παραγόμενη ωφέλεια και συνεπώς οι διαθέσιμοι πόροι πρέπει να κατανεμηθούν με στόχο τη μεγιστοποίηση της ευημερίας των πολλών, βάσει αλγορίθμων. Κι από την άλλη πλευρά μία πραξεοκεντρική θεώρηση που έχει ως αφετηρία την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και την ισότητα και η οποία οριοθετείται από ηθικούς προβληματισμούς που συνδέονται θεμελιωδώς με την αρχή της αυτονομίας των προσώπων.
Στην προσπάθεια μας, μεταξύ άλλων, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε μέσα από αυτή την εννοιολογική μελέτη στα ακόλουθα ερωτήματα:
• Σε ένα οικονομικά κλειστό σύστημα, εάν διατίθενται περισσότεροι πόροι σε υπηρεσίες ΜΕΘ, λιγότεροι πόροι είναι διαθέσιμοι για άλλες υπηρεσίες και αντίστροφα. Ενόψει αυτού του ανταγωνισμού και του υψηλού κόστους παροχής εντατικής θεραπείας, σε ποιες βάσεις θα πρέπει ένα σύστημα υγείας να διαθέσει τους πόρους του για τις ΜΕΘ;
• Είναι ηθικό να σταθμιστεί το δικαίωμα στην Υγεία, με γνώμονες φυσικής (ηλικία, συννοσηρότητες) ή κοινωνικής (επιστήμονας, τρόπος ζωής) διάκρισης; Για παράδειγμα, οι εμβολιασμένοι έναντι της Covid19 δικαιούνται ή όχι να έχουν προτεραιότητα σε μία κλίνη ΜΕΘ σε σχέση με έναν ανεμβολίαστο ασθενή;
• Κάτω από ποιες συνθήκες είναι ηθικά ορθό να αποσύρουμε τη μηχανική υποστήριξη ή να διακόψουμε τη φαρμακευτική αγωγή ενός ασθενή στη ΜΕΘ;
• Είναι ηθικό να αφαιρέσουμε τον αναπνευστήρα από έναν ασθενή, προκειμένου να τον χορηγήσουμε σε έναν άλλο;
Πιο συγκεκριμένα το πρώτο κεφάλαιο της εργασίας αποτελεί μία εισαγωγή στην Εντατική Θεραπεία που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων: βασικές έννοιες-αρχές λειτουργίας και στατιστικά δεδομένα για τις ΜΕΘ ανά τον κόσμο, ενώ με αφορμή την πρόσφατη εμπειρία από την πανδημία Covid-19 επισημαίνονται παράγοντες που αυξάνουν τη θνητότητα στις ΜΕΘ σε περιόδους κρίσης και οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την οργάνωση κάθε συστήματος υγείας. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι βασικές πτυχές τις ωφελιμιστικής θεωρίας και στο τρίτο κεφάλαιο αναλύεται η ωφελιμιστική θεώρηση για την κατανομή των κλινών ΜΕΘ σε περιόδους κρίσης. Στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι θεμελιώδεις έννοιες της ηθικής της αυτονομίας ,ενώ στο πέμπτο κεφάλαιο πραγματοποιείται κριτική στις θέσεις των ωφελιμιστών για την κατανομή των κλινών ΜΕΘ κι αναλύεται η πραξεοκεντρική οπτική. Το έκτο κεφάλαιο πραγματεύεται τις βιοηθικές διαστάσεις των πρακτικών της μη κλιμάκωσης (withholding) και της απόσυρσης(withdrawal), ενώ συζητείται σε ένα ευρύτερο ηθικό πλαίσιο η πρόταση της απόσυρσης της μηχανικής υποστήριξης από έναν ασθενή προκειμένου να χορηγηθεί σε έναν άλλο που τον έχει ανάγκη. Τέλος στο έβδομο κεφάλαιο συμπυκνώνονται ορισμένες προτάσεις μου-συμπεράσματα σε ένα πλαίσιο που είναι σύμφωνο με την ηθική της αυτονομίας και τις βασικές αρχές της Βιοηθικής.The allocation of resources in Intensive Care and Medicine in general is implemented at two complementary levels of care (macro- and micro-level). The macro-allocation level concerns the organization of public health and the formulation of health policies. The micro-allocation level involves daily clinical practice decisions regarding the use of the available resources. Often, the demand exceeds the supply, as the number of critically ill patients requiring mechanical support in intensive care units exceeds the number of available ICU beds. The purpose of this study is to establish a series of ethical guidelines for a fair and principled allocation of health resources in intensive care units.
To this end, two different approaches regarding the distribution of healthcare resources will be contrasted and compared. On one hand the utilitarian perspective, which always weighs respect for individual patients and their rights against the resulting benefit, thus aiming to allocate available resources to maximize the well-being of many, or as many as, using algorithms. On the other hand, the deontological perspective which prioritizes respect for persons and their fundamental rights and is bounded by ethical considerations fundamentally linked to the principle of autonomy rather than maximizing total benefit and welfare.
In this conceptual study, we attempt to address, among others, the following questions:
- In a financially closed system, the allocation of additional resources to intensive care unit (ICU) services necessitates a corresponding reduction in resources available for other services and vice versa. Given this competition and the high cost of providing intensive care, on what basis should a health system allocate its resources for ICUs?
- Is it ethical to weigh the right to health against criteria based on physical (e.g., age, comorbidities) or social (e.g., scientist, lifestyle) factors? For instance, should vaccinated individuals against Covid-19 have priority for an ICU bed over an unvaccinated patient?
- Under which conditions is it ethically appropriate to withdraw mechanical support or discontinue medication for a patient in the ICU?
- Is it ethical to remove a ventilator from one patient to provide it to another?
Specifically, the first chapter of the study serves as an introduction to Intensive Care, including basic concepts, principles of operation, and statistical data on ICUs worldwide. Drawing from the recent experience of the Covid-19 pandemic, it highlights factors that increase mortality in ICUs during crises, which should be considered in the organization of any health system. The second chapter presents the basic aspects of utilitarian theory, and the third chapter analyzes the utilitarian perspective on the allocation of ICU beds during health crises. The fourth chapter presents the fundamental concepts of the ethics of autonomy, while the fifth chapter critiques the utilitarian positions on ICU bed allocation and analyzes the deontological perspective. The sixth chapter addresses the bioethical dimensions of the practices of non-escalation (withholding) and withdrawal of treatment, discussing the proposal of withdrawing mechanical support from one patient to provide it to another, within a broader ethical framework. Finally, the seventh chapter synthesizes some of my proposals and conclusions within a framework consistent with the ethics of autonomy and the fundamental principles of Bioethics
Arts integration in teaching Homer's Iliad
Η παρούσα εργασία αποτελεί αφενός μια απόπειρα συνοπτικής παρουσίασης των παραδοχών της σύγχρονης διεθνούς βιβλιογραφίας αναφορικά με την ενσωμάτωση των Τεχνών στην Εκπαίδευση και αφετέρου μια ερευνητική προσπάθεια ανίχνευσης δεικτών ολιστικότητας και πολυτροπικότητας στην εκπαιδευτική διαδικασία, όταν ενσωματώνονται στη διδακτική πράξη της Ιλιάδας δραστηριότητες τέχνης. Για τον σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε μια παρέμβαση κατά την οποία άλλες δραστηριότητες είχαν σχεδιαστεί ως «διδασκαλίες μέσω τέχνης» και άλλες ως «αισθητικές διδασκαλίες». Αυτές οι δραστηριότητες εξετάστηκαν υπό το πρίσμα της ολιστικότητας και της πολυτροπικότητας της διδακτικής διαδικασίας, χαρακτηριστικά που εκλείπουν συνήθως στην παραδοσιακή, συμβατική διδασκαλία. Η παρέμβαση εφαρμόστηκε σ’ ένα τμήμα 22 μαθητών της Β γυμνασίου σε πειραματικό σχολείο, όπου και διδάσκεται το ιλιαδικό έπος του Ομήρου. Τα δεδομένα συνελέγησαν μέσω συμμετοχικής παρατήρησης. Οι διδασκαλίες ηχογραφούνταν και κατόπιν συμπληρώνονταν ημερολόγια ειδικά διαμορφωμένα για την έρευνα καθώς και κλείδες παρατήρησης. Τα κριτήρια ανάλυσης ήταν αφενός ως προς την ολιστικότητα της διδασκαλίας, η εμπλοκή των μαθητών σε σωματικό, νοητικό, συναισθηματικό και κοινωνικό επίπεδο σε σχέση με το διδασκόμενα θέμα, και αφετέρου ως προς την πολυτροπικότητα της επικοινωνίας η λεκτική, κινητική, οπτική και ηχητική προσέγγιση του διδασκόμενου αντικειμένου. Τα ευρήματα έδωσαν ενδείξεις ότι η ενσωμάτωση των τεχνών στη διδασκαλία ενισχύει την ολιστική εμπλοκή και την πολυτροπική επικοινωνία με το διδασκόμενο θέμα
Αλλοστερική ρύθμιση της δράσης ATPασης της 15 Λιποξυγενάσης -1 από τα φυσικά της υποστρώματα
Η 15-λιποξυγενάση-1 (15-LOX-1) αποτελεί ένα από τα βασικά ένζυμα στα
κύτταρα των θηλαστικών. Η κύρια δράση του ενζύμου είναι κυρίως η εμπλοκή του
στον μεταβολισμό των λιπιδίων. Εντοπίζεται κυρίως στο κυτταρόπλασμα του
ανοσοποιητικού συστήματος και των επιθηλιακών κυττάρων και στοχεύει σε
πολυακόρεστα λιπαρά οξέα όπως το αραχιδονικό και το λινολεϊκό οξύ, καταλύοντας
την διοξυγόνωση των λιπαρών οξέων στη 15η θέση άνθρακα, παράγοντας τα
αντίστοιχα υδροϋπεοξείδια τους. Η σημασία της 15- LOX-1 εκτείνεται σε διάφορες
φυσιολογικές και παθολογικές διεργασίες, συμπεριλαμβανομένων των φλεγμονών,
της αθηροσκλήρωσης, του καρκίνου και των νευροεκφυλιστικών ασθενειών.
Συνολικά, η 15-λιποξυγενάση-1 χαρακτηρίζεται ως ένα πολύπλευρο, σημαντικό
ένζυμο, καθιστώντας το έτσι πρωταρχικό στόχο για θεραπευτικές παρεμβάσεις σε
διαφορετικές παθήσεις. Στη συγκεκριμένη πτυχιακή εργασία, παρουσιάζεται αρχικά η
διαδικασία ετερόλογης έκφρασης και καθαρισμού του ενζύμου και μετέπειτα
εξετάζεται η ικανότητα υδρόλυσης του ΑΤΡ παράγοντας ADP και ορθοφωσφορικό
(Pi). Αφού διαπιστώθηκε η υδρόλυση ΑΤΡ από το ένζυμο, εξετάστηκαν παράγοντες
που πιθανώς επηρεάζουν το ποσοστό υδρόλυσης, όπως διαφορετικές θερμοκρασίες
επώασης. Έπειτα, διερευνήθηκε η αναστολή της καταλυτικής υδρόλυσης ΑΤΡ και η
εξάρτηση της υδρόλυσης ΑΤΡ με τον έναν από αυτούς τους αναστολείς. Παράλληλα,
μελετήθηκε η αντίδραση υδρόλυσης ΑΤΡ από το ένζυμο, υπό την συνύπαρξη τόσο
του υποστρώματος του ενζύμου όσο και ενός συναγωνιστικού αναστολέα. Επιπλέον,
μελετήθηκε αν το ένζυμο έχει την ικανότητα να υδρολύει περαιτέρω το ATP σε ADP,
αλλά και το πώς επηρεάζει την υδρόλυση το προϊόν της υπεροξείδωσης του
λινολεϊκού. Τέλος, πραγματοποιήθηκε έκφραση και καθαρισμός ενός μεταλλάγματος
του ενζύμου, με σκοπό να παρατηρηθεί αν και αυτό έχει την ικανότητα να υδρολύει
ATP
The nationalist ideology in Ion Dragoumis' work : the case of the eastern question (1902-1911)
Η παρούσα μελέτη έχει ως στόχο να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε η αντίληψη του Δραγούμη για το Ανατολικό Ζήτημα στο διάστημα που ορίζεται από τις αρχές του 20ού αιώνα έως και τα τέλη του 1911. Σε αυτό το πλαίσιο, θα προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε τον χαρακτήρα του δραγουμικού εθνικισμού κατά την εν λόγω περίοδο. Η επικέντρωσή μας στο Ανατολικό Ζήτημα συνδέεται με το γεγονός ότι η προσδοκία της ελληνικής επικράτησης στην Ανατολή αποτελεί το κοινό έδαφος όλων των διαφορετικών ερμηνειών της Μεγάλης Ιδέας κατά τον 19ο αιώνα. Κατά την άποψή μας, ο εθνικισμός του Δραγούμη συναντά όλα τα στάδια διαμόρφωσης και όλες τις διαφορετικές ερμηνείες της Μεγάλης Ιδέας, προσαρμοζόμενος συνεχώς σε όσα επέτασσαν οι εκάστοτε διεθνείς και εγχώριες κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες. Η μελέτη, καλύπτοντας ένα χρονικό διάστημα περίπου δέκα χρόνων (1902-1911), προσπαθεί να ανιχνεύσει και να καταγράψει τις συνέχειες και τις ασυνέχειες στον λόγο του Δραγούμη για τη Μεγάλη Ιδέα, να διαπιστώσει δηλαδή αν αυτός ο λόγος είναι ενιαίος ή αν υφίστανται τομές και μετατοπίσεις στη σκέψη του Έλληνα στοχαστή. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, στόχος είναι να εξεταστούν οι εκάστοτε συνέχειες και ασυνέχειες των εθνικών σχεδίων του Δραγούμη στον χρόνο και στον χώρο, με άλλα λόγια να αναδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο συγκροτούνται και ανασυγκροτούνται σταδιακά οι σκέψεις του Δραγούμη, αφενός, στο πλαίσιο των πολιτικών και ιστορικών εξελίξεων της εποχής και, αφετέρου, κάτω από την επίδραση που ασκούσαν οι διάφοροι τόποι που βρέθηκε κατά τη διάρκεια της διπλωματικής του θητείας. Απώτερος στόχος της μελέτης είναι να αναδειχθεί όχι μόνο η πλαστικότητα και η πολυμορφία των εθνικών προσανατολισμών του Έλληνα στοχαστή αλλά και η ιστορικότητα της ιδεολογίας του εθνικισμού. Η εθνικιστική ιδεολογία είναι στενά συνυφασμένη με τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και έχει καταλήξει να εκλαμβάνεται ως ένα φαινόμενο φυσικό και αυτονόητο, χωρίς κοινωνικούς και ιστορικούς περιορισμούς. Ως εκ τούτου, η εξέταση του χαρακτήρα του δραγουμικού εθνικισμού εντός του ιστορικού του συγκειμένου μπορεί να συμβάλλει, νομίζουμε, στην ανάδειξη των εθνικιστικών ιδεών ως δημιουργημάτων συγκεκριμένων διαδικασιών που διενεργούνται σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές του παρελθόντος.This study aims to highlight how Ion Dragoumis' perception of the Eastern Question was shaped during the period from the early 20th century until the end of 1911. In this context, we will attempt to clarify the nature of Dragoumis' nationalism during this period. Our focus on the Eastern Question is linked to the fact that the expectation of Greek dominance in the East –however that dominance was defined at each moment– constitutes the common ground for all the different interpretations of the Great Idea (Μεγάλη Ιδέα) during the 19th century. In our view, Dragoumis' nationalism encounters all the stages of development and all the various interpretations of the Great Idea, continuously adapting to the demands of the international and domestic sociopolitical circumstances of the time. Covering a time span of about ten years (1902-1911), this study seeks to trace and record the continuities and discontinuities in Dragoumis' discourse on the Great Idea, to determine whether this discourse remains unified or if there are shifts and changes in the Greek thinker's thoughts. More specifically, the goal is to examine the respective continuities and discontinuities in Dragoumis' national plans over time and space, in other words, to highlight how his thoughts were gradually shaped and reshaped both within the context of the political and historical developments of the era and under the influence of the various places he was positioned during his diplomatic career. The ultimate aim of this study is to reveal not only the flexibility and diversity of the Greek thinker's national orientations but also the historicity of the nationalist ideology. Nationalist ideology is closely intertwined with the modern sociopolitical reality and has come to be perceived as a natural and self-evident phenomenon, without social or historical constraints. Therefore, we believe that the study of the nature of Dragoumis' nationalism within its historical context can contribute to the understanding of nationalist ideas as creations of specific processes that occur at particular historical moments in the past
The displaced refugee families in Heraklion Municipality : the case study of the Migrant Integration Center
Εισαγωγή: Κατά τα τελευταία εννιά χρόνια προκλήθηκε μια μεγάλη προσφυγική ροή προς την Ελλάδα λόγω των συγκρούσεων και των πολέμων που συμβαίνουν σε χώρες τρίτου κόσμου. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθούν τα αίτια αποστέρησης σε οικογένειες προσφύγων του Κέντρου Ένταξης Μεταναστών (ΚΕΜ) Ηρακλείου Κρήτης. Η μελέτη αυτή αποσκοπεί να καταδείξει τις κυριότερες αιτίες εξουθένωσης αποστέρησης των προσφύγων οικογενειών. Επιμέρους στόχος ήταν να αναδειχθεί η ανάγκη στήριξης των οικογενειών που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Μέθοδος: Η παρούσα εργασία είναι μια ποιοτική μελέτη. Συνολικά υλοποιήθηκαν 10 συνεντεύξεις σε αποστερημένες οικογένειες. Αποτελέσματα Η έρευνα κατέδειξε ότι οι προσφυγικές οικογένειες του ΚΕΜ Δήμου Ηρακλείου Κρήτης βιώνουν έντονη οικονομική αποστέρηση, η οποία επιδεινώνει την ψυχική υγεία τους, δημιουργεί εμπόδια στην πρόσβαση σε υγειονομικές υπηρεσίες και ενισχύει την κοινωνική απομόνωση. Ειδικότερα, οι γυναίκες και τα παιδιά πλήττονται περισσότερο, ενώ η έλλειψη στέγασης, σταθερής απασχόλησης και γλωσσικών δεξιοτήτων δυσχεραίνουν την προσαρμογή και την ένταξή τους στην κοινωνία. Συμπεράσματα: Η ανάδειξη κινητών μονάδων και η αξιοποίηση εθελοντών μπορούν να ενισχύσουν την υποστήριξη, ενώ η κοινωνική ένταξη απαιτεί πολιτιστικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Η κυβέρνηση, οι ΜΚΟ και η κοινωνία πρέπει να συνεργαστούν για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που θα καλύψει τις ανάγκες των προσφύγων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το ΚΕΜ είναι υπερβολικά επιβαρυμένο, με ελάχιστους πόρους. Η ανάγκη για βελτίωση της υποστήριξης των προσφύγων περιλαμβάνει την ενίσχυση των εκπαιδευτικών και γλωσσικών προγραμμάτων, την ενίσχυση της ψυχικής τους υγείας.Background: During the last nine years a large refugee flow to Greece has been caused by conflicts and wars occurring in third world countries. Method: This study is a qualitative study. A total of 10 interviews with displaced families were implemented. Results: The research showed that the refugee families of the KEM of the Municipality of Heraklion Crete experience severe economic deprivation, which worsens their mental health, creates barriers to access to health services and reinforces social isolation. In particular, women and children are most affected, while the lack of housing, stable employment and language skills make it difficult for them to adapt and integrate into society. Conclusions: The emergence of mobile units and the use of volunteers can enhance support, while social integration requires cultural and social activities. The government, NGOs and society need to work together for an integrated approach to meet the needs of refugees. The results showed that the KEM is overburdened, with minimal resources. The need to improve support for refugees includes strengthening education and language programmes, and improving their mental health