University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Αποδοτική εκτέλεση μοντέλων μηχανικής μάθησης μέσω αυτοματοποιημένου καταμερισμού χρησιμοποιώντας Ασφαλή Περιβάλλοντα Εκτέλεσης

    No full text
    Η μηχανική μάθηση εφαρμόζεται ολοένα και περισσότερο σε κρίσιμους τομείς, στους οποίους περιλαμβάνονται ευαίσθητα δεδομένα χρηστών και ιδιόκτητα μοντέλα. Η χρήση μοντέλων σε μη αξιόπιστες συσκευές δημιουργεί σημαντικά ζητήματα ιδιωτικότητας τόσο για τους παρόχους μοντέλων όσο και για τους τελικούς χρήστες. Τα Ασφαλή Περιβάλλοντα Εκτέλεσης αντιμετωπίζουν τα ζητήματα αυτά παρέχοντας προστασία σε επίπεδο υλικού κατά την επεξεργασία δεδομένων. Ωστόσο, οι περιορισμένοι πόροι μνήμης τους δημιουργούν προκλήσεις κατά τη χρήση παραδοσιακών συστημάτων μηχανικής μάθησης. Σε αυτή την εργασία προτείνουμε το InferONNX, μία ελαφριά υπηρεσία εκτέλεσης μοντέλων μηχανικής μάθησης σχεδιασμένη να λειτουργεί εντός του Intel SGX. Το σύστημα ενσωματώνει μία φορητή και υψηλού επιπέδου μορφή μοντέλων στο περιβάλλον, επιτρέποντας την εύκολη εκτέλεση ενός ευρέος φάσματος μοντέλων μηχανικής και βαθειάς μάθησης. Για την αντιμετώπιση των περιορισμών μνήμης του Intel SGX, το InferONNX συνδυάζει ένα συμπαγές περιβάλλον εκτέλεσης με μία τεχνική καταμερισμού μοντέλων, η οποία διαχωρίζει αυτόματα τα μοντέλα σε μικρότερα τμήματα ώστε να παραμένουν εντός των ορίων μνήμης του SGX. Με τη διαδοχική εκτέλεση τμημάτων μοντέλων αντί για ολόκληρα μοντέλα στο SGX, το σύστημα επιτυγχάνει 1,5× έως 4× ταχύτερη εκτέλεση, ανάλογα με το μέγεθος του μοντέλου.Machine learning is increasingly applied in critical domains where sensitive user data and proprietary models are involved. Deploying models on untrusted devices raises significant privacy concerns for both model providers and end-users. Trusted Execution Environments (TEEs) offer hardware-based protection for data during processing, mitigating these concerns. However, their limited memory resources pose challenges for deploying traditional machine learning frameworks. In this thesis, we propose InferONNX, a lightweight machine learning inference service designed to run within Intel SGX. It embeds a high-level, portable, and framework-agnostic model format into the enclave, enabling easy execution of a wide range of machine learning and deep learning models. To address the memory limitations of Intel SGX, InferONNX combines a compact runtime with profiling-guided model partitioning that automatically divides models into smaller segments to stay within SGX memory limits. By executing model partitions instead of the full model in SGX, the system achieves 1.5× to 4× faster inference depending on the model size

    Female figures for "consumption" in Aristophanes

    No full text

    Design, Implementation and Evaluation of Educational Material using the methodology of Distance Eduvation for teaching the History of Mathematics : the case of the Pythagorean Theorem

    No full text
    Στα πλαίσια του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών «Επιστήμες της Αγωγής - Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης με τη χρήση των ΤΠΕ (e-Learning)», του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης, της Σχολής Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου Κρήτης, σχεδιάστηκε και δημιουργήθηκε το Εκπαιδευτικό Υλικό με τίτλο: «Το Πυθαγόρειο θεώρημα και η Ιστορία του». Πρόκειται για ένα διαδραστικό, πολυμορφικό ΕΥ, που απευθύνεται σε μαθητές και μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια της συμπληρωματικής σχολικής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης στο μάθημα των Μαθηματικών της Β΄ Γυμνασίου. Το Ε.Υ. αυτό δημιουργήθηκε με τη χρήση του εργαλείου Η5P και προσαρμόστηκε στην πλατφόρμα ασύγχρονης μάθησης Chamilo που το φιλοξενεί. Ακολούθησε ποιοτική έρευνα για την αξιολόγηση του ΕΥ, με ερωτηματολόγιο ανοικτού τύπου. Στην έρευνα συμμετείχαν εκπαιδευτικοί, ειδικοί στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, οι απαντήσεις των οποίων συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το υλικό διέπεται από τις αρχές και τη μεθοδολογία της ΕξΑΕ και της Πολυμεσικής Μάθησης. Οι ειδικοί συνολικά είχαν θετική στάση απέναντι στο ΕΥ, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στο ότι είναι απλό, φιλικό και κατανοητό ως προς τον τρόπο παρουσίασης του, αλλά ταυτόχρονα πλήρες ως προς το περιεχόμενο του. Το εκπαιδευτικό υλικό αυτό έχει ως στόχο να εμπλουτίσει τη διδασκαλία των Μαθηματικών στα πλαίσια της συμπληρωματικής σχολικής ΕξΑΕ, εστιάζοντας στην Ιστορία του Πυθαγορείου θεωρήματος και τη χρησιμότητα του. Επιπλέον, φιλοδοξεί με σύμμαχο τις ΤΠΕ στην ΕξΑΕ να ενδυναμώσει και ενεργοποιήσει τους μαθητές, βελτιώνοντας τη στάση τους απέναντι στα μαθηματικά.Within the framework of the postgraduate study program "Educational Sciences - Distance Education using ICT (e-Learning)", of the Department of Primary Education, School of Education Sciences of the University of Crete, the Educational Material entitled: "The Pythagorean Theorem and its History" was designed and created. It is an interactive, multimodal educational material aimed at students, designed to be used as supplementary school distance education in the Mathematics course for the second grade of junior high school. This educational material was created using the H5P tool and adapted to the Chamilo asynchronous learning platform that hosts it. A qualitative study followed, in order to evaluate the educational material, utilizing an openended questionnaire. Participants in the study were teachers with specialization in distance education. Their responses converged on the conclusion that the material adheres to the principles and methodology of distance education and multimedia learning. Overall, the experts had a positive assessment of the educational material, particularly noting that it is simple, friendly, and understandable in its presentation while being comprehensive in content. The goal of this educational material is to enhance the teaching of Mathematics within the scope of supplementary school distance education, focusing on the history and usefulness of the Pythagorean theorem. Furthermore, it aspires to empower and engage students, with the aid of ICT in distance education, and improve their attitude towards mathematics

    Ανάλυση δεδομένων τεραχερτζ φασματοσκοπίας με χρήση στοχαστικών και ντετερμινιστικών αλγορίθμων βελτιστοποίησης

    Get PDF
    This thesis explores the extraction of the complex refractive index from terahertz time- domain spectroscopy (THz-TDS) measurements. A standard method based on the Newton–Raphson algorithm is compared with a gradient-based optimization approach, which is evaluated here as an alternative. While the Newton–Raphson method is efficient for simple cases, it relies on phase unwrapping and analytical derivatives, which can limit its use in more complex or less controlled scenarios. The gradient-based method minimizes a complex-valued loss function using automatic differentiation and does not require phase unwrapping. Both methods are tested on experimental data from a quartz sample using forward models of increasing complexity, including one based on the Transfer Matrix Method. Results show good agreement between the two approaches in most cases, with the gradient-based method offering more flexibility at the cost of higher computational effort.Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την εξαγωγή του σύνθετου δείκτη διάθλασης από μετρήσεις terahertz time-domain spectroscopy (THz–TDS). Συγκρίνεται μια κλασική μέθοδος βασισμένη στον αλγόριθμο Newton–Raphson με μια εναλλακτική gradient-based optimization approach. Παρότι η μέθοδος Newton–Raphson αποδεικνύεται αποδοτική σε απλές περιπτώσεις, στηρίζεται στο phase unwrapping και στις αναλυτικές παραγώγους, πράγμα που μπορεί να περιορίσει την εφαρμογή της σε πολύπλοκα ή λιγότερο ελεγχόμενα σενάρια. Η προσέγγιση βάσει gradient descent, αντίθετα, ελαχιστοποιεί μια complex-valued loss function μέσω automatic differentiation, αποφεύγοντας την ανάγκη για phase unwrapping. Και οι δύο μέθοδοι δοκιμάζονται σε πειραματικά δεδομένα από δείγμα χαλαζία, χρησιμοποιώντας transfer functions αυξανόμενης πολυπλοκότητας, συμπεριλαμβανομένης του Transfer Matrix Method. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν καλή συμφωνία μεταξύ των δύο προσεγγίσεων στις περισσότερες περιπτώσεις, με τη μέθοδο βάσισμένη στο gradient descent να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία σε βάρος αυξημένου υπολογιστικού κόστους

    Ανόργανα-οργανικά υβριδικά υλικά με βάση φωσφονο-σουλφονικούς και καρβοξυ-σουλφονικούς υποκαταστάτες ως αγωγοί πρωτονίων

    No full text
    This doctoral thesis presents a detailed investigation of the synthesis, characterization, and analysis of novel proton-conducting metal phosphono-sulfonate and carboxy-sulfonate compounds. The study introduces approximately 40 newly synthesized compounds, including organic phosphono-sulfonate and carboxy-sulfonate linkers and their coordination compounds with the first-row transition metals and the lanthanide ions. These materials have been extensively characterized to elucidate their structural, chemical, and functional properties, particularly focusing on their proton conduction behavior. The thesis begins with a thorough introduction to the field of phosphonates and metal phosphonates, providing foundational knowledge on their chemical nature, structural diversity, and coordination chemistry. It outlines the significance of these materials in various technological contexts, highlighting their potential as building blocks in coordination networks with tunable properties. The introduction also sets the stage by discussing existing challenges and opportunities in the development of proton-conducting metal phosphonate materials. Chapter 2 delves into the theoretical framework of proton conductivity. It reviews fundamental principles underlying proton transport, including Grotthuss and vehicular mechanisms, and discusses key factors affecting proton mobility in solid-state materials. The chapter also surveys various applications where proton-conducting materials play a critical role, such as in fuel cells and humidity sensors, establishing the broader relevance of the research. Chapter 3 focuses on the synthetic strategies employed to develop the organic amino alkyl phosphono-sulfonate and carboxy-sulfonate linkers. A key contribution of this thesis is the optimization of an electrooxidation/alkylation method to produce substituted aminomethylene phosphonate linkers. This chapter describes the stepwise synthesis and characterization of these linkers, including spectroscopic analysis, which confirmed their identity and purity. Chapter 4 details the coordination chemistry of the synthesized linkers with transition metal and lanthanide ions, resulting in novel metal phosphono-sulfonate and metal carboxy-sulfonate materials. Complete characterization was performed employing single-crystal X-ray diffraction, powder X-ray diffraction, thermogravimetric analysis, CHNS elemental analysis as well as, ATR-IR and EDS spectroscopic studies, revealing insights into the structural and physical properties of these compounds. This chapter highlights the relationship between molecular design and resulting material properties. Chapter 5 provides a rigorous analysis of proton conduction in the synthesized materials through Electrochemical Impedance Spectroscopy. The chapter discusses general concepts, experimental setups, data acquisition, and interpretation methods used to measure conductivity across different humidity and temperature regimes. The EIS data reveal critical insights into the proton transport mechanisms in both single-crystal and polycrystalline samples. The findings illustrate the complex interplay between intrinsic and extrinsic conductivity driven by water adsorption at grain boundaries, particularly under humid conditions. Chapter 6 integrates Density Functional Theory (DFT) and Molecular Dynamics simulations. These computational studies probe the atomic-scale dynamics of proton conduction pathways, enabling the visualization of proton hopping events and water molecule interactions within the coordination frameworks. The simulations corroborate experimental impedance data and offer a molecular-level understanding of how pore dimensionality and hydration affect proton mobility, thereby enriching the theoretical framework. Chapter 7 concludes the thesis with a brief summary of the key experimental and computational findings. The work demonstrates that materials exhibiting higher anhydrous bulk proton conductivity also tend to achieve greater maximum conductivity under hydrated conditions, underscoring the crucial role of both intrinsic material properties and extrinsic factors like water adsorption. These insights advance the field of inorganic materials chemistry, providing pathways for rational design of proton-conducting materials with tailored properties for practical applications in fuel cells, hydrogen technologies, and humidity sensors. In summary, this thesis contributes to the field of hydrogen technology and proton-conducting materials, bridging synthetic chemistry, materials characterization, electrochemical analysis, and computational modeling. It lays the groundwork for future exploration and development of novel, coordination chemistry based, proton-conducting materials with enhanced performance and stability.Αυτή η διδακτορική διατριβή παρουσιάζει μια λεπτομερή μελέτη της σύνθεσης, χαρακτηρισμού και ανάλυσης νέων ενώσεων μεταλλο φωσφονο-σουλφονικών και μεταλλο καρβοξυ-σουλφονικών ενώσεων που αγωγούν πρωτόνια. Η μελέτη παρουσιάζει περίπου 40 νέες ενώσεις που συντέθηκαν, συμπεριλαμβανομένων οργανικών φωσφονο-σουλφονικών και καρβοξυ-σουλφονικών υποκαταστατών, καθώς και των ενώσεων συναρμογής τους με μέταλλα της πρώτης σειράς μεταπτώσεως και ιόντα λανθανίδων. Αυτά τα υλικά χαρακτηρίστηκαν εκτενώς για να διευκρινιστούν οι δομικές, χημικές και λειτουργικές τους ιδιότητες, με ιδιαίτερη έμφαση στη συμπεριφορά πρωτονικής αγωγιμότητας.Η διατριβή ξεκινά με μια εκτενή εισαγωγή στο πεδίο των φωσφονικών και των μεταλλο φωσφονικών ενώσεων, παρέχοντας θεμελιώδεις γνώσεις για τη χημική τους φύση, τη δομική τους ποικιλομορφία και τη χημεία συναρμογής τους. Περιγράφεται η σημασία αυτών των υλικών σε διάφορα τεχνολογικά πλαίσια, επισημαίνοντας το δυναμικό τους ως δομικά συστατικά σε Μεταλλο-οργανικά δίκτυα με ρυθμιζόμενες ιδιότητες. Η εισαγωγή σκιαγραφεί επίσης τις υπάρχουσες προκλήσεις και ευκαιρίες στην ανάπτυξη μεταλλο φωσφονικών υλικών με αγωγιμότητα πρωτονίων. Το Κεφάλαιο 2 εμβαθύνει στο θεωρητικό υπόβαθρο της αγωγιμότητας πρωτονίων. Παρουσιάζονται οι βασικές αρχές της μεταφοράς πρωτονίων, όπως οι μηχανισμοί Grotthuss και μεταφοράς φορέα (vehicular), και συζητούνται οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την κινητικότητα των πρωτονίων σε στερεά υλικά. Το κεφάλαιο εξετάζει επίσης διάφορες εφαρμογές όπου τα υλικά αυτά παίζουν κρίσιμο ρόλο, όπως σε κυψέλες καυσίμου και αισθητήρες υγρασίας, καθορίζοντας τη γενικότερη σημασία της έρευνας.Το Κεφάλαιο 3 εστιάζει στις συνθετικές στρατηγικές που εφαρμόστηκαν για την ανάπτυξη των οργανικών αμινοαλκυλο φωσφονο-σουλφονικών και καρβοξυ-σουλφονικών υποκαταστατών. Μια βασική συμβολή της διατριβής είναι η βελτιστοποίηση μεθόδου ηλεκτροοξείδωσης/αλκυλίωσης για την παραγωγή υποκατεστημένων γεφυρωτών ενώσεων αμινομεθυλενο-φωσφονικών οξέων. Περιγράφεται βήμα προς βήμα η σύνθεση και ο χαρακτηρισμός αυτών των ενώσεων, περιλαμβανομένων φασματοσκοπικών αναλύσεων που επιβεβαίωσαν την ταυτότητα και καθαρότητά τους.Το Κεφάλαιο 4 περιγράφει τη χημεία συναργμογής των συντεθειμένων υποκαταστατών με ιόντα μεταπτώσεως και λανθανίδες, οδηγώντας στην ανάπτυξη νέων μεταλλο φωσφονο-σουλφονικών και μεταλλο καρβοξυ-σουλφονικών ενώσεων. Ο πλήρης χαρακτηρισμός αυτών πραγματοποιήθηκε μέσω περιθλασιμετρίας ακτίνων Χ μονοκρυστάλλων και σκόνης, θερμοβαρυμετρικής ανάλυσης, στοιχειακής ανάλυσης CHNS, καθώς και φασματοσκοπίας ATR-IR και EDS, αποκαλύπτοντας πληροφορίες για τη δομή και τις φυσικές ιδιότητες των υλικών. Το κεφάλαιο τονίζει τη συσχέτιση μεταξύ μοριακού σχεδιασμού και των τελικών ιδιοτήτων του υλικού. Το Κεφάλαιο 5 παρέχει λεπτομερή ανάλυση της αγωγιμότητας πρωτονίων μέσω Ηλεκτροχημικής Φασματοσκοπίας Εμπέδησης (EIS). Παρουσιάζονται οι γενικές αρχές, οι πειραματικές διατάξεις, οι μέθοδοι συλλογής και ερμηνείας δεδομένων για τη μέτρηση της αγωγιμότητας υπό διαφορετικά επίπεδα υγρασίας και θερμοκρασίας. Τα δεδομένα EIS προσφέρουν κρίσιμες πληροφορίες για τους μηχανισμούς μεταφοράς πρωτονίων, τόσο σε μονοκρυσταλλικά όσο και σε πολυκρυσταλλικά δείγματα, αναδεικνύοντας τη σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ ενδογενούς και εξωγενούς αγωγιμότητας λόγω προσρόφησης νερού στην επιφάνεια των κόκκων την σκόνης των υλικών, ιδιαίτερα σε συνθήκες υψηλής υγρασίας.Το Κεφάλαιο 6 ενσωματώνει υπολογιστικές μεθόδους όπως η DFT και οι προσομοιώσεις Μοριακής Δυναμικής. Οι μελέτες αυτές διερευνούν τη δυναμική μεταφοράς πρωτονίων σε ατομική κλίμακα, επιτρέποντας την απεικόνιση των μεταπηδήσεων πρωτονίων και των αλληλεπιδράσεων μορίων νερού μέσα στα πλέγματα ενώσεων συναρμογής. Οι προσομοιώσεις επιβεβαιώνουν τα πειραματικά δεδομένα EIS και προσφέρουν μοριακού επιπέδου κατανόηση του πώς η διαστατικότητα των πόρων και η υδάτωση επηρεάζουν την κινητικότητα των πρωτονίων, ενισχύοντας έτσι το θεωρητικό υπόβαθρο.Το Κεφάλαιο 7 ολοκληρώνει τη διατριβή με μια σύντομη ανακεφαλαίωση των βασικών πειραματικών και υπολογιστικών ευρημάτων. Η εργασία δείχνει ότι τα υλικά με υψηλότερη αγωγιμότητα πρωτονίων σε άνυδρες συνθήκες τείνουν επίσης να παρουσιάζουν αυξημένη μέγιστη αγωγιμότητα υπό υγρές συνθήκες, τονίζοντας τον σημαντικό ρόλο τόσο των ενδογενών ιδιοτήτων του υλικού όσο και των εξωγενών παραγόντων όπως η προσρόφηση νερού. Αυτά τα ευρήματα προωθούν τον τομέα της ανόργανης χημείας και της χημείας υλικών, προσφέροντας κατευθύνσεις για τον ορθολογικό σχεδιασμό νέων αγώγιμων υλικών με προσαρμοσμένες ιδιότητες για πρακτικές εφαρμογές σε κυψέλες καυσίμου, τεχνολογίες υδρογόνου και αισθητήρες υγρασίας.Συνοψίζοντας, η παρούσα διατριβή συμβάλλει στον τομέα της τεχνολογίας υδρογόνου και των υλικών αγωγής πρωτονίων, γεφυρώνοντας τη συνθετική χημεία, τον χαρακτηρισμό υλικών, την ηλεκτροχημική ανάλυση και τη μοριακή προσομοίωση. Θέτει τις βάσεις για τη μελλοντική εξερεύνηση και ανάπτυξη καινοτόμων υλικών βασισμένων στην χημεία συναρμογής με ενισχυμένη απόδοση και σταθερότητα

    The use of augmented reality in Preschool Education for Teaching Geometric Shapes

    No full text
    Η παρούσα εργασία αποτελεί μια συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση με θέμα τη χρήση της Επαυξημένης Πραγματικότητας (Augmented Reality-AR) στην προσχολική εκπαίδευση, με έμφαση στη διδασκαλία γεωμετρικών σχημάτων. Σκοπός της μελέτης είναι να διερευνηθεί κατά πόσο η αξιοποίηση της AR μπορεί να ενισχύσει τη μαθησιακή διαδικασία, να αυξήσει τη συμμετοχή και το ενδιαφέρον των παιδιών και να υποστηρίξει την ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους. Η ανασκόπηση βασίζεται στη μεθοδολογία PRISMA και περιλαμβάνει την αναζήτηση, επιλογή και ανάλυση τριάντα (30) επιστημονικών άρθρων από διεθνείς βάσεις δεδομένων. Μέσα από την ανάλυση των ευρημάτων, αναδεικνύονται τα οφέλη της εφαρμογής της επαυξημένης πραγματικότητας στην εκπαιδευτική πράξη, καθώς και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί κατά την ενσωμάτωσή της.This study presents a systematic literature review on the use of Augmented Reality (AR) in early childhood education and it is especially focused on the teaching of geometric shapes. The aim of the research is to explore if AR can enhance the learning process, increase children's engagement and interest, and support the development of their skills. The review follows the PRISMA methodology and includes the search, selection, and analysis of thirty (30) peer-reviewed articles from international academic databases. Through the analysis of the findings, the benefits of integrating AR into educational practice are highlighted, along with the challenges faced by educators in implementing this technology

    Investigation of the relationship between the empowering leadership type and the presence of teacher conflict in Kindergartens in Crete/Greece

    No full text
    Εισαγωγή Η σχολική ηγεσία, όπως εφαρμόζεται από διευθυντές & εκπαιδευτικούς, είναι ένας από τους σπουδαιότερους παράγοντες επίδρασης σε επίπεδο σχολείου της ανάπτυξης και της επίδοσης των μαθητών. Στο ελληνικό συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα, οι διευθυντές των σχολείων έχουν καθοριστικό ρόλο στη διοίκηση με σημαντικές επιπτώσεις στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές. Οι διευθυντές μπορούν να είναι δημιουργικοί και εμπνευσμένοι, έχοντας αντίκτυπο σε διάφορες σχολικές παραμέτρους ενώ μπορεί να κληθούν να αποδώσουν σε συνθήκες που δεν είναι ιδανικές, να χειρίζονται δύσκολες καταστάσεις και να επιλύουν διάφορες συγκρούσεις. Σκοπός Η έρευνα της παρούσας εργασίας είχε σκοπό να εκτιμηθεί ο βαθμός συσχέτισης του ενδυναμωτικού τύπου ηγεσίας που επιδεικνύουν οι διευθυντές Νηπιαγωγείων, όπως τον αντιλαμβάνονται οι εκπαιδευτικοί & το προσωπικό, με την πιθανή παρουσία συγκρούσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών και του υπάρχοντος σχολικού κλίματος. Υλικό και Μέθοδος Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα Φεβρουάριος-Μάρτιος 2025 σε 220 εκπαιδευτικούς και προσωπικό 190 δημόσιων Νηπιαγωγείων του νομού Ηρακλείου Κρήτης. Συμπλήρωσαν δομημένο ερωτηματολόγιο σχεδιασμένο σε ηλεκτρονική πλατφόρμα που περιλάμβανε στοιχεία καταγραφής για: α) τα δημογραφικά, κοινωνικά και εργασιακά τους χαρακτηριστικά και β) τις σταθμισμένες Κλίμακες Ενδυναμωτικής Ηγεσίας, Ενδοομαδικής Σύγκρουσης & Αξιολόγησης του Σχολικού Κλίματος: Διάσταση Ηγεσίας. Η βαθμολογία τους καθορίστηκε σε κλίμακα 0-100 και με τη χρήση του λογισμικού SPSS v25.0 ακολούθησε αξιολόγηση των συσχετίσεων και σύγκρισης μεταξύ τους αλλά και με τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων μέσω των μη παραμετρικών μεθόδων Spearman & Mann-Whitney. Αποτελέσματα Από το σύνολο των συμμετεχόντων οι 219 ήταν γυναίκες ενώ η μέση ηλικία όλων βρέθηκε στα 45,3 χρόνια. Το 40,4% δήλωσε ότι κατέχει μόνο πτυχίο πανεπιστημίου ενώ το 50,0% δήλωσαν κάτοχοι ή σε εκπόνηση μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης. Στη θέση εργασίας, η πλειοψηφία ή το 65,5% βρισκόταν σε μη μόνιμη θέση ή με σύμβαση, το 55,0% ήταν νηπιαγωγοί τμημάτων και το 56,9% δήλωσε να εργάζεται στην Εκπαίδευση για >15 χρόνια. Η Ενδυναμωτική Ηγεσία εκτιμήθηκε με αυξημένα μέσα επίπεδα βαθμολογίας (69,9/100), σε χαμηλά μέσα επίπεδα η Ενδοομαδική Σύγκρουση (26,4/100) και σημαντικά υψηλότερα ή σε πολύ αυξημένα μέσα επίπεδα η Διάσταση της Ηγεσίας του Σχολικού Κλίματος (80,2/100) (p<0,05). Η αυξημένη παρουσία της Ενδυναμωτικής Ηγεσίας σχετιζόταν με μικρότερη παρουσία Ενδοομαδικής Σύγκρουσης (rho=-0,272, p<0,05) και με υψηλότερο επίπεδο της Διάστασης Ηγεσίας του Σχολικού Κλίματος (rho=0,362, p<0,05). Επίσης, το υψηλότερο επίπεδο της Διάστασης Ηγεσίας του Σχολικού Κλίματος σχετιζόταν με τις νεότερες ηλικίες (rho=-0,161, p<0,05), τα περισσότερα χρόνια εργασίας (rho=0,175, p<0,05), την κατοχή θέσης ευθύνης (rho=0,156, p<0,05) ή με την αυξημένη ικανοποίηση από την εργασία (rho=0,307, p<0,05). Οι συμμετέχοντες που κατέδειξαν παρουσία Ενδοομαδικής Σύγκρουσης έναντι των υπολοίπων, κατέγραψαν και σημαντικά χαμηλότερα μέσα επίπεδα βαθμολογίας Ενδυναμωτικής Ηγεσίας (59,2 έναντι 72,2, p<0,001) αλλά και Διάστασης Ηγεσίας στην ποιότητα του Σχολικού Κλίματος (63,4 έναντι 83,9, p<0,001). Συμπέρασμα Η παρουσία συγκρούσεων στα Νηπιαγωγεία αν και διαπιστώνεται σε χαμηλό βαθμό, για όσο υφίσταται φαίνεται να συνδυάζεται με μικρότερη παρουσία ενδυναμωτικής ηγεσίας αλλά και χαμηλού επιπέδου ποιότητας του σχολικού κλίματος που αφορά την διάσταση ηγεσίας. Παράλληλα ωστόσο, είναι έντονη η παρουσία της ενδυναμωτικής ηγεσίας αλλά και του άριστου σχολικού κλίματος της διάστασης ηγεσίας. Οι διευθυντές/ντριες οφείλουν να κατανοήσουν το ρόλο τους στη θεσμική ανάπτυξη του σχολείου, των λειτουργιών του και των συνεχόμενων προκλήσεων στο δυναμικό περιβάλλον της εκπαίδευσης. Η εφαρμογή πλαισίων επίλυσης συγκρούσεων, η εκπαίδευση του προσωπικού και των διευθυντών στην αποτελεσματική επικοινωνία και η προώθηση της συνεργασίας μέσω πρακτικών αποκατάστασης, μπορούν να αποτρέψουν διαφορές και να τις μετατρέψουν σε ευκαιρίες για ανάπτυξη και κατανόηση, για την αρμονική λειτουργία των Νηπιαγωγείων.Introduction School leadership, as practiced by directors & teachers, is one of the most important factors influencing school-level students’ growth and achievement. In the Greek centralized educational system, school directors have a key role in management with significant implications for teachers and students. Directors can be creative and inspiring, having an impact on various school parameters while they may be called upon to perform in less than ideal conditions, handle difficult situations and resolve various conflicts. Aim The purpose of the present study was to assess the degree of correlation between the empowering type of leadership exhibited by Kindergarten directors, as perceived by teachers & staff, and the possible presence of conflict among teachers and the existing school climate. Material and Methods The survey was conducted between February and March 2025 among 220 teachers and staff of 190 public kindergartens in the prefecture of Heraklion, Crete. They completed a structured questionnaire designed on an online platform that included recording data on: a) their demographic, social and work characteristics and b) the weighted Empowering Leadership, Intergroup Conflict & School Climate Assessment Scales: Leadership Dimension. Their scores were determined on a scale of 0-100 and using SPSS v25.0 software, the correlations and comparison between them and the participants' characteristics were evaluated using the non-parametric Spearman & Mann-Whitney techniques. Results Of the total number of participants, 219 were females and the mean age of all participants was 45.3 years. 40.4% reported holding only a university degree while 50.0% reported holding or candidate a postgraduate degree. In terms of job position, the majority or 65.5% were in a non-tenured or contract position, 55.0% were class teachers and 56.9% reported working in Education for >15 years. Empowering Leadership was assessed with increased mean levels (score 69.9/100), at low mean level for Intergroup Conflict (26.4/100) and significantly higher or at very high mean levels for the School Climate Assessment Scales: Leadership Dimension (80.2/100) (p<0.05). The increased presence of Empowering Leadership was associated with a lower presence of Intragroup Conflict (rho=-0.272, p<0.05) and with the higher level of the School Climate Assessment Scales: Leadership Dimension (rho=0.362, p<0.05). Also, the highest level of the School Climate Leadership Dimension was associated with younger age (rho=-0.161, p<0.05), more years of working (rho=0.175, p<0.05), holding a position of responsibility (rho=0.156, p<0.05) or increased job satisfaction (rho=0.307, p<0.05). Participants who demonstrated the presence of Intergroup Conflict in relation to counterparts had also significantly lower mean scores for Empowering Leadership (59.2 vs. 72.2, p<0.001) and School Climate Assessment Scales: Leadership Dimension (63.4 vs. 83.9, p<0.001). Conclusion The presence of conflicts in Kindergartens, although found to a low level, as long as it exists, seems to be associated with a lower presence of empowering leadership and a low level of quality of the school climate regarding the leadership dimension. At the same time, however, there is a strong presence of empowering leadership but also of excellent school climate of the leadership dimension. School directors need to understand their role in the institutional development of the school, its functions and the ongoing challenges in the dynamic environment of education. Implementing conflict resolution frameworks, training staff and school directors in effective communication and promoting cooperation through restorative practices can prevent disputes and turn them into opportunities for development and understanding for the harmonious functioning of Kindergartens

    Education as an ideological mechanism of the state and the role of Critical Pedagogy

    No full text
    Η εργασία μελετά τον τρόπο που λειτουργεί η εκπαίδευση μέσα στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Βασίζεται στην έννοια της ηγεμονίας του Γκράμσι και της ιδεολογίας του Αλτουσέρ. Αυτοί αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση ως έναν από τους θεσμούς που δημιουργούν και εξαπλώνουν την Κοινωνία των Πολιτών και ως Ιδεολογικό Μηχανισμό του Κράτους αντίστοιχα, που μέσω της συναίνεσης αναπαραγάγει την κυριαρχία της αστικής τάξης. Η μελέτη συνεχίζει με τις θεωρητικές προσεγγίσεις της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, που διακρίνονται σε Δομολειτουργιστικές και Νεομαρξιστικές. Στις τελευταίες ανήκει η Κριτική Παιδαγωγική, όπου εστιάζει η παρούσα έρευνα. Έχει επιρροές από την Κριτική Θεωρία, η οποία εξετάζει διαλεκτικά τη δομή με τη δράση, δίνοντας ώθηση στην παρέμβαση του υποκειμένου στην ιστορία. Μελετά τις δυνατότητες που η Κριτική Παιδαγωγική έχει ως συλλογικό επαναστατικό υποκείμενο με φορείς τους εκπαιδευτικούς ως νέους οργανικούς διανοούμενους και τους μαθητές, για μια αντιηγεμονική πάλη και μια πολιτιστική δράση προς τη χειραφέτηση και την κοινωνική αλλαγή. Με εργαλείο τη θεματική βεντάλια του επαναστατικού σχεδίου του παιδαγωγού Φρέιρε προτείνεται, εντελώς πρόχειρα και δοκιμαστικά, ένα σχέδιο δράσης για την Έκτη Δημοτικού.The paper studies the way education operates within the context of neoliberal globalization. It is based on Gramsci's concept of hegemony and Althusser's ideology, which treat the educational institution as part of Civil Society and as an Ideological Mechanism of the State respectively, which reproduces the domination of the bourgeoisie through consensus. It continues with the theoretical approaches of the Sociology of Education, which are distinguished into Structural Functionalist and Neo-Marxist. The latter includes Critical Pedagogy, where the present study focuses and which is influenced by Critical Theory, which dialectically examines structure with action, giving impetus to the intervention of the subject in history. It studies the possibilities that Critical Pedagogy has as a collective revolutionary subject, with teachers as new organic intellectuals and students as actors, for an anti-hegemonic struggle and a cultural action towards emancipation and social change. Using the thematic fan of the revolutionary plan of the educator Freire as a tool, an action plan is proposed (in a quite sketchy and tentative manner) for the Sixth Grade

    The moral status of animals in the contemporary philosophical debate

    Get PDF
    Η παρούσα εργασία εξετάζει το ζήτημα του ηθικού στάτους των ζώων στο πλαίσιο της σύγχρονης φιλοσοφικής συζήτησης, συνθέτοντας θεωρίες και προσεγγίσεις από τον κλάδο της Ηθικής των Ζώων. Ακολουθεί την εξέλιξη της ηθικής σκέψης αναφορικά με τη σχέση του ανθρώπου με τα υπόλοιπα ζώα, ορίζοντας σημαντικές έννοιες όπως ο ανθρωποκεντρισμός και ο ειδισμός. Στόχος είναι να γίνουν πιο κατανοητά τα κριτήρια με βάση τα οποία αποδίδεται ή όχι ηθική αξία στα ζώα. Παρουσιάζονται προσεγγίσεις για το ηθικό στάτους βάσει κριτηρίων όπως είναι η ιδιότητα του αισθάνεσαι, η ιδιότητα του προσώπου, τα φυσικά δικαιώματα, οι αρετές του ηθικού πράττοντα, η συμπάθεια, οι ικανότητες. Μέσα από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση, συγκρίνονται οι θεωρίες φιλοσόφων όπως του Singer, του Regan και της Korsgaard, και περιγράφονται οι αδυναμίες τους, τα πλεονεκτήματα και τα πεδία εφαρμογής τους. Η εργασία προτείνει ένα πλαίσιο στο οποίο τα ζώα αντιμετωπίζονται με σεβασμό, προστατεύονται από βλάβη, και καλεί σε επανεξέταση των πρακτικών που τα θεωρούν ιδιοκτησία, καθώς και της χρήσης τους για τροφή, ψυχαγωγία και επιστημονικά πειράματα.This thesis explores the moral status of animals within the framework of the contemporary philosophical debate, synthesizing theories and approaches from the field of Animal Ethics. It traces the evolution of moral thought regarding the relationship between humans and other animals, defining key concepts such as anthropocentrism and speciesism. Its aim is to discuss the criteria based on which moral value is attributed to animals. The thesis examines approaches to moral status based on sentience, personhood, natural rights, virtues of the moral agent, compassion, capabilities to welfare, and contractarianism. Through a literature review, it compares the theories of philosophers such as Singer, Regan, and Korsgaard, highlighting their shortcomings, strengths, and areas of application. The study proposes a framework in which animals are treated with respect, protected from harm, and advocates for a re-evaluation of practices that regard them as property, as well as their use for food, entertainment, and scientific experiments

    Αισθητήρες υδρογόνου και μεθανίου βασισμένοι σε λεπτά υμένια οξειδίου του ψευδαργύρου με προσμίξεις ινδίου

    No full text
    Semiconducting metal oxides have emerged as highly promising materials in gas sensing applications, attracting considerable scientific interest due to their exceptional capability to detect a wide range of gases at relatively moderate temperatures. It is well established that the sensing performance of both pristine and doped metal oxide gas sensors is predominantly influenced by their morphological aspect ratio and the density of structural defects presented within the material. In this work, the gas sensing properties of thin ZnO films doped with Indium (In) against hydrogen (H2) and methane (CH4) gases, were investigated. The gas sensors were fabricated by DC magnetron sputtering technique. To examine the effect of sputtering parameter on the gas sensing performance, sputtering current as well as oxygen content in plasma during deposition were varied. Xray diffraction patterns of the synthesized films reveal preferential orientation along the (002) plane. The In:ZnO samples reveal a wurtzite hexagonal crystal structure. The morphological properties of thin films were investigated using scanning electron microscopy. Energy dispersive spectroscopy analysis showcases a homogeneous doping of 5% In. The roughness of the In:ZnO was studied by using atomic force microscopy. The optical properties conducted using UV-Vis spectroscopy indicated 90% transparency, and an optical energy bandgap ranging between 3.45 and 3.5 eV. Their gas sensing response was evaluated in the presence of hydrogen (H2) and methane (CH4) gases at different concentrations (1000-50ppm) and (100%-1%), respectively. The operation temperature [13] was ranged from 25°C (room temperature) to 400°C. The results demonstrate response and recovery times that fall within the fast to moderate range, indicating that the sensors are suitable for applications requiring timely detection, such as environmental monitoring, industrial safety and air quality assessment. This performance ensures reliable operation in scenarios where rapid gas detection is important.Οι ημιαγωγοί μεταλλικών οξειδίων έχουν αναδειχθεί ως εξαιρετικά υποσχόμενα υλικά σε εφαρμογές ανίχνευσης αερίων, προσελκύοντας σημαντικό επιστημονικό ενδιαφέρον λόγω της εξαιρετικής τους ικανότητας να ανιχνεύουν ένα ευρύ φάσμα αερίων σε σχετικά μέτριες θερμοκρασίες. Είναι καλά τεκμηριωμένο πως η απόδοση ανίχνευσης τόσο των καθαρών όσο και των προσθετικά εμπλουτισμένων αισθητήρων μεταλλικών οξειδίων επηρεάζεται κυρίως από την αναλογία μορφολογικών διαστάσεων και την πυκνότητα των δομικών ελαττωμάτων που παρουσιάζονται στο υλικό. Σε αυτή την εργασία, διερευνήθηκαν οι ιδιότητες ανίχνευσης αερίων λεπτών υμενίων από οξείδια ψευδαργύρου (ZnO) με εμπλουτισμό ινδίου (In) έναντι υδρογόνου H2 και μεθανίου CH4. Οι αισθητήρες αερίων κατασκευάστηκαν με την τεχνική μαγνητικής αποδόμησης συνεχούς ρεύματος (DC magnetron sputtering). Για την εξέταση της επίδρασης της παραμέτρου αποδόμησης στην απόδοση ανίχνευσης αερίων, μεταβλήθηκαν το ρεύμα κατά την αποδόμηση καθώς και το ποσοστό οξυγόνου στο πλάσμα κατά την εναπόθεση. Τα πρότυπα περίθλασης ακτινών Χ των συντιθέμενων υμενίων αποκαλύπτουν προτιμητέο προσανατολισμό κατά μήκος του επιπέδου (002). Τα δείγματα In:ZnO εμφανίζουν εξαγωνική κρυσταλλική δομή wurtzite. Οι μορφολογικές ιδιότητες των λεπτών υμενίων διερευνήθηκαν με μικροσκοπία σάρωσης ηλεκτρονίων (SEM). Η ανάλυση με φασματοσκοπία ενεργειακής διασποράς (EDS) καταδεικνύει ομοιογενή πρόσμειξη 5% In. Η τραχύτητα του In:ZnO μελετήθηκε χρησιμοποιώντας μικροσκοπία ατομικής δύναμης (AFM). Οι οπτικές ιδιότητες που διεξήχθησαν με φασματοσκοπία UV-Vis έδειξαν διαφάνεια 90% και ένα οπτικό ενεργειακό χάσμα που κυμαίνεται μεταξύ 3,45 και 3,53 eV. Η απόκρισή τους στην ανίχνευση αερίων αξιολογήθηκε παρουσία υδρογόνου (H2) και μεθανίου (CH4) σε διαφορετικές συγκεντρώσεις (1000–50 ppm) και (100%–1%), αντίστοιχα. Η θερμοκρασία λειτουργίας κυμαινόταν από 25°C (θερμοκρασία δωματίου) έως 400°C. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν χρόνους απόκρισης και ανάκαμψης που εμπίπτουν στο εύρος από γρήγορο έως μέτριο, υποδηλώνοντας ότι οι αισθητήρες είναι κατάλληλοι για εφαρμογές που απαιτούν έγκαιρη ανίχνευση, όπως η περιβαλλοντική παρακολούθηση, η βιομηχανική ασφάλεια και η αξιολόγηση της ποιότητας του αέρα. Αυτή η απόδοση εξασφαλίζει αξιόπιστη λειτουργία σε σενάρια όπου η ταχεία ανίχνευση αερίων είναι σημαντική

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇