11894 research outputs found
Sort by
Development of superhydrophobic and superhydrophilic surfaces and evaluation of their antifouling action using static and dynamic measurements
Η βιορύπανση οφείλεται στη μη επιθυμητή προσκόλληση και εξάπλωση παθογόνων
μικροοργανισμών – κυρίως βακτηρίων πάνω σε επιφάνειες. Η αντιμετώπιση της είναι
ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της υψηλής ανθεκτικότητας των μικροοργανισμών σε
συνθήκες στρες. Για τον λόγο αυτό προέκυψε η ανάγκη ανάπτυξης και αξιολόγησης
της αντιρρυπαντικής δράσης επιφανειακών επιστρώσεων που αποτρέπουν την αρχική
προσκόλληση παθογόνων. Σε επιφάνειες που εκτίθενται σε ροή όπως καθετήρες,
κύτος πλοίων, χειρουργικά εργαλεία κ.α οι στατικές μέθοδοι αξιολόγησης εμφανίζουν
περιορισμούς, καθώς λαμβάνουν υπόψη μόνο φαινόμενα διάχυσης και καθίζησης.
Ωστόσο σε πραγματικές συνθήκες ροής η μεταφορά μάζας και η δύναμη διάτμησης
είναι οι κύριοι παράγοντες που καθορίζουν την ικανότητα της προσκόλλησης και
παραμονής των μικροοργανισμών σε μια επιφάνεια.
Για τις ανάγκες της παρούσας μεταπτυχιακής εργασίας, κατασκευάστηκαν συσκευές
τύπου flow chamber και η λειτουργία τους προτυποποιήθηκε με τη χρήση
περισταλτικής αντλίας, ώστε να προσομοιάζει τις πραγματικές συνθήκες ροής και
διάτμησης στο εσωτερικό καθετήρα (σ=15,7s-1). Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν
υπερυδρόφοβες και υπερυδρόφιλες επιφανειακές επιστρώσεις σε ενεργοποιημένα
silicon wafers, χρησιμοποιώντας διαλύματα poly-1H,1H,2H,2H-tridecafluoro-n-octyl-
methacrylate-co-glycidyl methacrylate, polymethylmethacrylate και polyvinylalcohol
με χρήση νανοσωματιδίων SiO2. Ακολούθησε η αξιολόγηση της αντιρρυπαντικής
δράσης τους έναντι των βακτηρίων E.coli και S.aureus με στατικό και δυναμικό
τρόπο. Τα αποτελέσματα ποσοτικοποιήθηκαν με plate counting method και
ακολούθως συγκρίθηκαν ώστε να εντοπιστούν πιθανές αποκλείσεις ανάμεσα στις δύο
μεθόδους αξιολόγησης. Η επεξεργασία των αποτελεσμάτων υποδεικνύει ότι οι
υπερυδρόφιλες επιφάνειες εμφανίζουν μεγαλύτερη αντιρρυπαντική δράση συγκριτικά
με τις υπερυδρόφοβες, χωρίς ιδιαίτερη απόκλιση στα αποτελέσματα ανάμεσα στις
δυο μεθόδους. Αντιθέτως, οι υπερυδρόφοβες επιφάνειες παρουσιάζουν την καλύτερη
αντιρρυπαντική δράση σε δυναμικές μελέτες ροής 1 ώρας για τα δυο βακτήρια και σε
στατικές μελέτες για το βακτήριο S.aureus. Ωστόσο σε δυναμικές μελέτες ροής 4
ωρών η αντιρρυπαντική δράση των υπερυδρόφοβων επιφανειών είναι αρκετά
χαμηλότερη, γεγονός που αποδίδεται σε περίπλοκα φαινόμενα βακτηριακής
πρόσφυσης και συμβολής διατμητικής τάσης στην απώλεια του φράγματος αέρα.Biofouling arises from the undesired adhesion and proliferation of pathogenic
microorganisms—mainly bacteria—on surfaces. Its effective control remains
particularly challenging due to the high resistance of microorganisms under stress
conditions. This challenge has led to the need of developing and evaluating
antifouling surface coatings that prevent the initial adhesion of pathogens. In surfaces
exposed to flow, such as catheters, ship hulls, and surgical instruments, etc. static
evaluation methods present limitations, as they account only for diffusion and
sedimentation phenomena. However, under realistic flow conditions, mass transfer
and shear forces are the main factors determining the ability of microorganisms to
adhere to and remain on a surface.
For the purposes of this Master's thesis, flow chamber devices were constructed and
standardized using a peristaltic pump to simulate realistic flow and shear stress
conditions inside a catheter (σ = 15.7 s-1). Subsequently, superhydrophobic and
superhydrophilic surface coatings were developed on activated silicon wafers using
polymeric solutions of poly-1H,1H,2H,2H-tridecafluoro-n-octyl-methacrylate-co-
glycidyl methacrylate, polymethylmethacrylate, and polyvinylalcohol, with SiO₂
nanoparticles. The antifouling performance of these coatings was assessed against E.
coli and S. aureus under both static and dynamic conditions. Quantification was
performed using the plate counting method, and the results were compared to identify
potential discrepancies between the two evaluation methods. The results indicate that
superhydrophilic surfaces demonstrate enhanced antifouling properties compared to
superhydrophobic ones, with minimal differences observed between static and
dynamic evaluation methods. In contrast, superhydrophobic surfaces exhibit the most
effective antifouling performance in 1-hour dynamic flow measurements for both
bacteria, as well as in static conditions for S. aureus. However, under 4-hours
dynamic flow conditions, the antifouling performance of superhydrophobic surfaces is
significantly reduced, a phenomenon attributed to complex bacterial adhesion
mechanisms and the influence of shear stress on the loss of the air layer
Τι μπορούν να αποκαλύψουν τα γόνατα στο φάσμα των κοσμικών ακτίνων για τους πληθυσμούς των πηγών?
Breaks in the cosmic ray (CR) flux spectrum, such as spectral steepenings known as knees, provide
valuable insights into the properties of the CR accelerator populations responsible for the observed
flux. These knees are typically associated with a transition to a heavier composition. In this work, we
investigate generic features of CR source populations that imprint on knee observables in a manner
robust and distinct enough to be discernible despite significant uncertainties and systematics in CR
data. Specifically, we explore how diversity among individual sources—under the assumption of a
fixed-rigidity cutoff in the source spectrum—affects knee phenomenology.
To this end, we employ a simple theoretical model of a population of CR accelerators. Each source
accelerates CRs stochastically, producing a power-law spectrum with a rigidity cutoff determined by
source-confinement constraints. We allow for variability among sources in both the cutoff rigidity and
the spectral slope.
Our results reveal several key trends: (a) the slope step in the flux spectrum is approximately 0.5,
decreasing slightly with greater variance in either cutoff rigidity or slope; (b) composition breaks
always precede those in the flux spectrum; (c) the separation between the break energies in composition
and flux increases with increasing diversity; and (d) composition and flux break simultaneously only
if the population diversity is minimal. These features are robust within our model assumptions, and
any deviations from them in observational data would suggest the presence of more complex physics.
Comparing these model predictions with observed CR knees, we conclude that: (i) the primary
knee at ∼ 4 × 1015 eV is consistent with a constant-rigidity cutoff according to KASCADE-Grande
data processed using post-LHC hadronic models, but not in other datasets; (ii) the second knee at
∼ 5 × 1017 eV cannot be explained by a single population cutoff and requires additional complexity;
and (iii) the spectral feature identified by Auger at ∼ 1019 eV aligns with a constant-rigidity source
cutoff only if the parent population exhibits substantial spread in both cutoff rigidity and spectral
slope. Notably, a significant spread in slope could also introduce spectral curvature before the break,
potentially contributing to the ankle feature.Τα σπασίματα στο φάσμα της ροής των κοσμικών ακτίνων (ΚΑ), όπως οι φασματικές απότομες μειώσεις που είναι γνωστές ως γόνατα, παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τις ιδιότητες των πληθυσμών των επιταχυντών ΚΑ που είναι υπεύθυνοι για την παρατηρούμενη ροή. Αυτά τα γόνατα συνδέονται συνήθως με τη μετάβαση σε βαρύτερη σύνθεση. Σε αυτή την εργασία, διερευνούμε γενικά χαρακτηριστικά των πληθυσμών πηγών ΚΑ που αποτυπώνονται στα παρατηρήσιμα χαρακτηριστικά των γονάτων με τρόπο ισχυρό και αρκετά εύρωστο ώστε να είναι διακριτά παρά τις σημαντικές αβεβαιότητες και τα συστηματικά σφάλματα στα δεδομένα ΚΑ. Συγκεκριμένα, διερευνούμε πώς η ποικιλομορφία μεταξύ των μεμονωμένων πηγών -υπό την υπόθεση μιας αποκοπής σταθερής ακαμψίας στο φάσμα της πηγής- επηρεάζει τη φαινομενολογία του γόνατος. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιούμε ένα απλό θεωρητικό μοντέλο ενός πληθυσμού επιταχυντών ΚΑ. Κάθε πηγή επιταχύνει ΚΑ στοχαστικά, παράγοντας ένα φάσμα νόμου δύναμης με ένα όριο ακαμψίας που καθορίζεται από τις συνθήκες της περιορισμού πηγής. Επιτρέπουμε τη μεταβλητότητα μεταξύ των πηγών τόσο στην ακαμψία αποκοπής όσο και στην κλίση του φάσματος. Τα αποτελέσματά μας αποκαλύπτουν διάφορες βασικές συμπεριφορές: (α) το βήμα κλίσης στο φάσμα ροής είναι περίπου 0.5, ελαφρά μειούμενο με μεγαλύτερη διακύμανση είτε στην ακαμψία αποκοπής είτε στην κλίση- (β) τα σπασίματα στο φάσμα σύνθεσης προηγούνται πάντα εκείνων στο φάσμα ροής- (γ) ο διαχωρισμός μεταξύ των ενεργειών σπασίματος στη σύνθεση και στη ροή αυξάνεται με την αύξηση της ποικιλομορφίας (δηλαδή της τυπικής απόκλισης)- και (δ) το ταυτόχρονο σπάσιμο σύνθεσης και ροής συμβαίνει μόνο αν η ποικιλομορφία του πληθυσμού είναι ελάχιστη. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ισχυρά στο πλαίσιο των υποθέσεων του μοντέλου μας και οποιεσδήποτε αποκλίσεις από αυτά στα δεδομένα παρατήρησης θα υποδείκνυαν την παρουσία πιο πολύπλοκης φυσικής. Συγκρίνοντας αυτές τις προβλέψεις του μοντέλου με τα παρατηρούμενα γόνατα CR, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι: (Ι) το πρωταρχικό γόνατο σε ∼ 4 × 1015 eV είναι συνεπές με μια αποκοπή σταθερής ακαμψίας σύμφωνα με τα δεδομένα KASCADE-Grande που επεξεργάστηκαν με χρήση αδρονικών μοντέλων μέτα-LHC, αλλά όχι σε άλλα σύνολα δεδομένων- (ΙΙ) το δεύτερο γόνατο σε ∼ 5×1017 eV δεν μπορεί να εξηγηθεί από μια απλή αποκοπή πληθυσμού και απαιτεί πρόσθετη πολυπλοκότητα, και (ΙΙΙ) το φασματικό χαρακτηριστικό που εντοπίστηκε από τον Αυγερ στα ∼ 1019 eV συμφωνεί με μια πηγή σταθερής ακαμψίας αποκοπής μόνο εάν ο γονικός πληθυσμός παρουσιάζει σημαντική διασπορά τόσο στην ακαμψία αποκοπής όσο και στη φασματική κλίση . Αξίζει να σημειωθεί ότι μια σημαντική διασπορά στην κλίση θα μπορούσε επίσης να εισάγει φασματική καμπυλότητα πριν από τη ρήξη, ενδεχομένως συμβάλλοντας στο χαρακτηριστικό του αστραγάλου
The concept of the bourgeoisie in the work of Yanis Kordatos
Η παρούσα εργασία εστιάζει την προσοχή της στον προσδιορισμό της έννοιας της αστικής τάξης και του κοινωνικοπολιτικού της ρόλου στην οργάνωση και την εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας, μέσα από το έργο του μαρξιστή ιστορικού και πολιτικού Γιάνη Κορδάτου, από τα προεπαναστατικά χρόνια στην Ελλάδα (κυρίως από τα μέσα του 18ου αιώνα), την Επανάσταση του 1821, τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, έως και την εποχή του Κορδάτου, καθώς και στη διαφοροποίηση των θεωρητικών του απόψεων για την έννοια της αστικής τάξης και του ρόλου της. Παρουσιάζονται οι αναλύσεις του μαρξιστή ιστορικού για την εμφάνιση, τα χαρακτηριστικά και την ιστορική πορεία της ελληνικής αστικής τάξης. Επισημαίνεται η ανάδειξη, εκ μέρους του Κορδάτου, του πρωταγωνιστικού ρόλου της αστικής τάξης το 1821, και η προβολή του κοινωνικού - ταξικού περιεχομένου της Επανάστασης, που συνιστούσε ρήξη με την εθνική ιστοριογραφική σχολή. Εντοπίζονται οι αναθεωρήσεις των αντιλήψεων του Κορδάτου, για την έννοια της αστικής τάξης και του ρόλου που διαδραμάτισε στην Επανάσταση και μετά. Βάσει αυτών, διακρίνουμε τρεις περιόδους σκέψης του ιστορικού, και αναζητούνται οι αιτίες της μεταβολής των απόψεών του, σε συνάρτηση με το εκάστοτε κοινωνικό - πολιτικό - ιδεολογικό πλαίσιο. Παράλληλα, αναδεικνύονται οι απόψεις του Κορδάτου για τον ταξικό χαρακτήρα του γλωσσικού ζητήματος, της κουλτούρας και του πολιτισμού. Τέλος, υπογραμμίζεται, η σημασία του έργου του μαρξιστή ιστορικού για την εποχή μας.This paper focuses on defining the concept of the bourgeoisie and its socio-political role in the organization and development of modern Greek society, through the work of Marxist historian and politician Yanis Kordatos, from the pre-revolutionary years in Greece (mainly from the mid-18th century), the Revolution of 1821, the early post-revolutionary years, up to the time of Kordatos, as well as on the differentiation of his theoretical views on the concept of the bourgeoisie and its role. The Marxist historian's analyses of the emergence, characteristics, and historical course of the Greek bourgeoisie are presented. Kordatos highlights the leading role of the bourgeoisie in 1821 and emphasizes the social and class content of the Revolution, which represented a break with the national historiographical school. The revisions of Kordatos' views on the concept of the bourgeoisie and the role it played in the Revolution and afterwards are identified. On this basis, we distinguish three periods of the historian's thinking and seek the reasons for the change in his views in relation to the social, political, and ideological context of the time. At the same time, Kordatos' views on the class character of the language issue, culture, and civilization are highlighted. Finally, the importance of the Marxist historian's work for our times is emphasized
Συνταγογράφηση άσκησης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης
The syndrome of heart failure is an expanding epidemic characterized by high rate of
mortality, bad quality of life and frequent hospitalizations. Delivering the appropriate medical
treatment and care in these patients is challenging because of the co-existence of multiple
comorbidities and complex pathophysiological mechanisms. Despite the advances in heart
failure medical therapy and the use of novel agents like SGLT-2 and GLP-1 inhibitors, or MRAs
and ARNIs in the lower spectrum of ejection fractions, medication alone is not able to change
the course of these patients.
Cardiac rehabilitation, with core component the exercise training, is capable to improve
significantly exercise tolerance and quality of life, reduce hospitalizations and possibly reduce
morbidity and mortality. Exercise training should start soon after hospital admission and after
stabilization of the patient. Optimally, every eligible patient should be referred to a
rehabilitation program after careful clinical assessment and risk stratification. Cardiologists and
all the physicians involved in this process must be aware of the mechanisms, pathophysiological
pathways and adaptations in cardiovascular, pulmonary and muscle system during exercise and
be able to adequately interpret the results of pre-exercise evaluation and optimize the exercise
prescription during the follow up visits.
The future challenge of the healthcare systems and cardiology societies is to establish exercise
training as the main pillar in the treatment of heart failure patients, incorporating this strategy
into daily medical practice and making it habitual practice for patients. Outpatient cardiac
rehabilitation can be provided not only in HF clinics and community health centers but also at
home, taking advantage of the technological progress in telemedicin
Design, implementation and evaluation of a comprehensive supplementary Distance Education intervention for primary school students in the Skills workshops course on the topic : "the olive as an element of Natural, Local and Global Cultural Heritage"
Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, σχεδιάστηκε, υλοποιήθηκε και αποτιμήθηκε μια ολοκληρωμένη παρέμβαση συμπληρωματικής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε μαθητές Δημοτικού στο μάθημα των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων με θέμα: «Η ελιά ως στοιχείο Φυσικής, Τοπικής και Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς». Η παρέμβαση έγινε σε μαθητές Ε΄ & Στ΄ τάξης ενός ολιγοθέσιου Δημοτικού. Για την υλοποίηση του εκπαιδευτικού υλικού αξιοποιήθηκε η μεθοδολογία της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, αλλά και θεωρίες, αρχές και μοντέλα σχεδιασμού εκπαιδευτικού υλικού που έχουν προταθεί από θεωρητικούς του πεδίου, μεταξύ των οποίων το μοντέλο West– Λιοναράκη και η Γνωστική θεωρία Πολυμεσικής μάθησης του Mayer. Το υλικό δημιουργήθηκε στο εργαλείο ανοιχτού κώδικα H5P και ενσωματώθηκε στην πλατφόρμα students.edivea.net. Για την αποτίμηση του εκπαιδευτικού υλικού διεξήχθη ποιοτική έρευνα με δείγμα 4 ειδικούς στην ΕξΑΕ, 2 εκπαιδευτικούς και από 6 μαθητές. Τα μέσα συλλογής δεδομένων αποτέλεσαν 3 ερωτηματολόγια με ερωτήσεις ανοικτού και κλειστού τύπου ένα για τους ειδικούς της ΕξΑΕ ένα για τους εκπαιδευτικούς και ένα ερωτηματολόγιο για τους μαθητές. Τα αποτελέσματα της έρευνας των ειδικών της ΕξΑΕ έδειξαν ότι το Ε.Υ. είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και υποστηρίζεται επαρκώς από τη βιβλιογραφία. Παρουσιάζει το γνωστικό αντικείμενο με τρόπο απλό και κατανοητό, διαθέτει διαδραστικά και αλληλεπιδραστικά στοιχεία, υποστηρίζει τον εκπαιδευόμενο στη μελέτη του και τον καθοδηγεί στην αυτομάθηση. Επιπλέον, είναι εύχρηστο, ενδιαφέρον και πρωτότυπο, παρέχει συνεχή ανατροφοδότηση και προσφέρει δυνατότητες αυτοαξιολόγησης. Ενσωματώνει τον σκοπό και τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα, στα οποία ανταποκρίνεται πλήρως, ενώ παραμένει συνεπές με τη θεωρία της Πολυμεσικής Μάθησης. Οι εκπαιδευτικοί αξιολόγησαν θετικά το Ε.Υ., θεωρώντας το ενδιαφέρον, ελκυστικό, αναλυτικό και επεξηγηματικό, με σαφείς οδηγίες και εύχρηστη δομή που διευκολύνει τη μελέτη. Διαθέτει επαρκές, τεκμηριωμένο περιεχόμενο χωρίς περιττές πληροφορίες, πλούσιο οπτικό υλικό και δραστηριότητες που ενισχύουν την κατανόηση, ενώ η διαδραστικότητα, οι επεξηγήσεις μέσω εικόνων και βίντεο και τα βίντεο σύνοψης κάθε ενότητας αναδείχθηκαν ως βασικά πλεονεκτήματα. Δήλωσαν ότι θα το αξιοποιούσαν στην πράξη, προτείνοντας μόνο μικρές βελτιώσεις, όπως προσθήκη ομαδικών δραστηριοτήτων για συνεργατική μάθηση και περισσότερη αφήγηση με περισσότερες εικόνες και λιγότερο κείμενο για μικρότερες τάξεις. Όλοι οι μαθητές δήλωσαν ότι τους άρεσε ο τρόπος παρουσίασης του Ε.Υ., το θεώρησαν καλοδουλεμένο, εύχρηστο, κατανοητό και χρήσιμο, καθώς τους βοήθησε να μάθουν περισσότερα για την ελιά και να κατανοήσουν καλύτερα το μάθημα. Τόνισαν ότι η εμπειρία ήταν πιο ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική, με ενεργή συμμετοχή, χρήση διαδικτύου και σαφείς οδηγίες. Ιδιαίτερα εκτίμησαν τα διαδραστικά βίντεο, τις επεξηγήσεις άγνωστων λέξεων, τον χαρακτήρα-εκπαιδευτικό και τις ασκήσεις. Οι περισσότεροι δεν πρότειναν αλλαγές, ενώ λίγοι ζήτησαν μικρές βελτιώσεις, όπως διαφοροποίηση χρωμάτων, πιο εύκολη πρόσβαση, βελτίωση ήχου σε ένα βίντεο και αλλαγή του αρχικού avatar.In the context of the present study, a comprehensive intervention in supplementary distance education was designed, implemented, and evaluated for primary school students in the Skills Workshops course, under the theme: "The Olive Tree as an Element of Natural, Local, and Global Cultural Heritage." The intervention was carried out with 5th and 6th grade students of a small multi-grade primary school. For the development of the educational material, the methodology of distance education was applied, along with theories, principles, and instructional design models proposed by experts in the field, including the West–Lionarakis model and Mayer’s Cognitive Theory of Multimedia Learning. The material was created using the open-source tool H5P and integrated into the platform students.edivea.net. To evaluate the educational material, qualitative research was conducted with a sample consisting of 4 experts in distance education, 2 teachers, and 6 students. Three questionnaires with both open-ended and closed-ended questions were used as data collection tools: one for the distance education experts, one for the teachers, and one for the students. The results of the expert evaluation indicated that the educational material is scientifically grounded and well-supported by the literature. It presents the subject matter in a simple and understandable way, includes interactive and engaging elements, supports learners in their study, and guides them in self-directed learning. Furthermore, it is user-friendly, interesting, and original, provides continuous feedback, and offers opportunities for self-assessment. It clearly incorporates the purpose and expected learning outcomes, to which it fully responds, while remaining consistent with the Cognitive Theory of Multimedia Learning. Teachers evaluated the educational material positively, finding it interesting, appealing, analytical, and explanatory, with clear instructions and a user-friendly structure that facilitates study. They noted that it contains sufficient, well-documented content without unnecessary information, rich visual resources, and activities that enhance comprehension. Key strengths identified included its interactivity, the explanations through images and videos, and the summary videos provided at the end of each unit. They stated that they would use it in practice, suggesting only minor improvements, such as adding group activities for collaborative learning and including more narration and images with less text for younger grades. All students reported that they liked the way the material was presented, considering it well-crafted, easy to use, understandable, and useful, as it helped them learn more about the olive tree and better understand the lesson. They highlighted that the experience was more interesting and enjoyable, allowing active participation, internet use, and clear guidance. They especially appreciated the interactive videos, the glossary explanations, the teacher-character avatar, and the exercises. Most students suggested no changes, while a few proposed minor adjustments such as changing the colors, improving site access, enhancing audio in one video, and modifying the initial avatar
Η λειτουργία των νευρωνικών δικτύων στην επιληπτική δραστηριότητα με συνδυασμό απεικονιστικών και ηλεκτροφυσιολογικών καταγραφών: επίδραση καινοτόμων θεραπευτικών προσεγγίσεων
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η επιληψία είναι μία από τις πιο συχνές
νευρολογικές παθήσεις, που χαρακτηρίζεται από αυθόρμητες επαναλαμβανόμενες
κρίσεις, οι οποίες σχετίζονται με ανισορροπία μεταξύ διεγερτικών και ανασταλτικών
διεργασιών στα νευρωνικά δίκτυα. Η επιληψία του κροταφικού λοβού είναι ο
συνηθέστερος τύπος στους ενήλικες, εκ των οποίων περίπου το 33,3% παρουσιάζει
φαρμακοανθεκτικότητα.
Η δυσκολία της διαχείρησης των κρίσεων οφείλεται σε τρεις παράγοντες: την
αναποτελεσματική πρόβλεψη των κρίσεων λόγω χαμηλής ακρίβειας, την μετριασμένη
αποτελεσματικότητα των αντιεπιληπτικών φαρμάκων, καθώς και την εξάπλωση της πάθησης
που οδηγεί στην εμφάνιση γνωστικών ελλειμμάτων. Σκοπός της μελέτης μας είναι α) η
πρόβλεψη των επιληπτικών κρίσεων με βάση διαφορές στις νευρωνικές ταλαντώσεις, β) η
μελέτη νέων αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προσεγγίσεων και γ) η εξάσκηση γνωστικών
λειτουργιών ως νευροπροστατευτικός μηχανισμός μείωσης της συχνότητας εμφάνισης
κρίσεων. Για την μελέτη αυτή, προκαλέσαμε κρίσεις σε τομές ιπποκάμπου ενήλικων μυών
χρησιμοποιώντας το μοντέλο in vitro υψηλής συγκέντρωσης καλίου, και καταγράψαμε το
δυναμικό με καταγραφές πεδίου. Η ανάλυση αυτών μέσω γραμμικής διακριτικής
ανάλυσης προέβλεψε κρίσεις πέντε δευτερόλεπτα πριν την εμφάνισή τους με ακρίβεια
85% στους ρυθμούς θήτα, άλφα και υψηλών γάμμα. Στη συνέχεια, εξετάσαμε την
επίδραση καθιερωμένων αντιεπιληπτικών φαρμάκων, όπως η διαζεπάμη και η
καρβαμαζεπίνη, καθώς και νέων. Η διαζεπάμη κατέστειλε τη δραστηριότητα σε όλες τις
περιοχές, ενώ η καρβαμαζεπίνη ανέστειλε αποτελεσματικά τις κρίσεις όχι όμως τις
ενδιάμεσες επιληπτικές εκπολώσεις. Η ταυτόχρονη χορήγηση κανναβιδιόλης είτε με το
GAT1508, έναν αγωνιστή GIRK 1/2, είτε με την ελαιοκανθάλη από το ελαιόλαδο, έδειξε
συνεργιστική δράση στην καταστολή των κρίσεων. Τέλος, διερευνήσαμε τον ρόλο της
εξάσκησης της μνήμης εργασίας στη μείωση των κρίσεων σε ενήλικους θυληκούς μύες.
Συγκεκριμένα, εντοπίσαμε αυξημένη συναπτική πλαστικότητα, αυξημένα δυναμικά
πυροδότησης, όπως και μείωση των κρίσεων που καταγραφόντουσαν κάθε 7,5 λεπτά, κατά
72%, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.
Συνοψίζοντας, τα ευρήματά μας στοχεύουν στην ακριβέστερη πρόβλεψη των κρίσεων,
στην ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών θεραπειών καθώς και στη μείωση της συχνότητας
των κρίσεων.Epilepsy, as defined by the World Health Organization (WHO), is a neurological disorder
marked by spontaneous recurrent seizures, which result from abnormal neuronal activity,
associated with an imbalance of excitation-inhibition in neuronal networks. Temporal lobe
epilepsy (TLE) is the most common type among adults, with around 33.3% of patients
experiencing drug-resistant forms.
There are three main challenges in managing seizures: poor accuracy in seizure prediction,
limited efficacy of antiepileptic drugs (AEDs), and seizure spread, which often leads to
cognitive deficits. Our study addresses these by focusing on (i) seizure prediction using pre-
ictal oscillatory markers, (ii) screening novel AEDs, and (iii) using cognitive training to protect
against spontaneous seizure-like events (SLEs). We induced SLEs in hippocampal slices from
adult mice using the high potassium (K+) in vitro model and recorded the activity with Local
Field Potential (LFP) recordings. Analyzing oscillatory patterns with Linear Discriminant
Analysis (LDA) predicted ictal events five seconds before onset with 85% accuracy in theta,
alpha, and high-gamma domains. Next, we examined the efficacy of traditional AEDs like
diazepam (DZP) and carbamazepine (CBZ). DZP suppressed activity in all subfields, while
CBZ mainly inhibited ictal discharges. The combination of cannabidiol (CBD) with either
GAT1508, a GIRK 1/2 agonist, or oleocanthal (OLC) from olive oil, showed enhanced seizure
suppression more effectively than when applied separately. Lastly, we investigated the role of
working memory training (WMT) in seizure mitigation. WMT increased synaptic plasticity and
spontaneous activity in female mice, while it showed neuroprotective effects by reducing ictal
events recorded every 7.5 minutes by 72%, compared to control female mice.
In conclusion, our study delved into three strategies for mitigating seizures . Our findings
offer promise in several key areas: firstly, they could lead to a more precise and subfield -
dependent prediction of seizures; secondly, they may contribute to the development of
more effective anti-seizure medications; and lastly, they suggest a potential
neuroprotective role of WMT in reducing seizure frequency and thus mitigating cognitive
deficits
Μεταβολικό Σύνδρομο σε σχέση με τη διατροφή σε νηστεύοντες με βάση την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία και σε μη νηστεύοντες
Η παρούσα μελέτη είναι η πρώτη που προσπαθεί να εξετάσει την επίδραση της περιοδικής φυτοφαγίας που ακολουθείται σύμφωνα με το ημερολόγιο νηστείας της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας (ΟΧΕ), σε μία σειρά από βιοχημικές και ανθρωπομετρικές παραμέτρους και πιο συγκεκριμένα στο μεταβολικό σύνδρομο.
Η τήρηση των κανόνων νηστείας μέσα στο έτος, δηλαδή η εναλλαγή από την κρεατοφαγία στη φυτοφαγία για 180-200 μέρες ετησίως, χαρακτηρίζεται από υψηλή κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, δημητριακών, οσπρίων και θαλασσινών, ενώ παράλληλα παρατηρείται αποχή από την κατανάλωση κρέατος, αυγών, ψαριών και γαλακτοκομικών προϊόντων. Η ακολουθία αυτών των κανόνων διατροφής αποτελεί χαρακτηριστικό της Μεσογειακής Διατροφής που ακολουθείται στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες.
Στην παρούσα μελέτη βρέθηκε ότι τα άτομα που ακολουθούν αυτές τις διατροφικές συστάσεις είχαν σημαντικά μικρότερη πρόσληψη θερμίδων, λίπους και ολικής χοληστερίνης. Οι νηστεύοντες φαίνεται να είχαν ένα συνολικά πιο υγιεινό τρόπο ζωής, με στατιστικά χαμηλότερα ποσοστά καπνίσματος και κατανάλωσης αλκοόλ. Επίσης, τα κριτήρια κινδύνου για την εμφάνιση μεταβολικού συνδρόμου φαίνεται να πληρούνταν περισσότερο από την ομάδα των μη-νηστευόντων. Έτσι, η παρούσα μελέτη μας φανερώνει ότι ο επιπολασμός του μεταβολικού συνδρόμου βρέθηκε σε περισσότερους μη-νηστεύοντες συγκριτικά με τους νηστεύοντες.
Στην παρούσα μελέτη βρέθηκε ότι τα άτομα που ακολουθούν τις συστάσεις της νηστείας 180-200 ημέρες το χρόνο, τείνουν να ακολουθούν ένα πιο υγιεινό τρόπο διατροφής και ζωής καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Οι συστάσεις της νηστείας της ΟΧΕ θα μπορούσαν εύκολα να ακολουθηθούν από τον γενικό πληθυσμό και κυρίως από εκείνους που επιθυμούν να ακολουθήσουν μία φυτοφαγική διατροφή στα πλαίσια ενός υγιεινού τρόπου ζωής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία ανεπάρκεια σε θρεπτικά συστατικά. Όπως φάνηκε επίσης από τη μελέτη αυτή, οι συστάσεις της νηστείας μπορούν να έχουν προστατευτικό ρόλο κατά του μεταβολικού συνδρόμου ή/και να βοηθήσουν στη θεραπεία του. Έτσι, οι διατροφικές συστάσεις της νηστείας της ΟΧΕ θα μπορούσαν να αποτελέσουν κομμάτι μίας μεγαλύτερης αποτελεσματικής διατροφικής πολιτικής σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Τέλος, μελλοντικές μελέτες με μεγαλύτερο δείγμα ατόμων ή/και μία διαχρονική παρακολούθηση των ίδιων ατόμων κρίνεται απαραίτητη για να επιβεβαιώσουν τα μακροχρόνια πορίσματα της παρούσας μελέτης.The present study is the first to attempt to examine the effects of periodic vegetarianism followed by people who fast according to the Christian Orthodox Church (COC) recommendations to specific biochemical and anthropometric parameters, and more specifically on the metabolic syndrome.
Fasting according to the COC regime covers in total 180-200 days annually, and is an interchange from a mixed to a vegetarian-type diet. COC fasting is characterized by increased consumption of fruits, vegetables, cereals, legumes and seafood including snails, while at the same time abstaining from the consumption of meat, eggs, fish and dairy products. Following these dietary recommendations one can identify the similarity with the Mediterranean Diet principles followed in Greece, as well as in other countries.
In the present study it was found that people who follow this specific diet resulted in a significantly lower calorie, fat and total cholesterol intake, when compared to people who are non-fasters. Fasters seemed to have an overall healthier lifestyle, with statistically lower rates of smoking and alcohol consumption. Risk factors for metabolic syndrome were met more frequently by the non-fasting group. Thus, the prevalence of metabolic syndrome was more common in non-fasters when compared to fasters, with a marginal level of significance.
Results from the present study showed that people who follow the recommendations of COC fasting for 180-200 days annually tend to follow a healthier diet and a healthier way of living. The COC fasting recommendations could be easily followed by the general population and/or from those who wish to follow a more plant-based diet as part of a healthy lifestyle, since there is no deficiency in micro- and macro- nutrients. As shown from the study, COC fasting recommendations can have a protective role against metabolic syndrome and/or contribute to its treatment. Hence, the COC fasting recommendations could be a part of a large-scale effective nutritional policy both at national and worldwide level. Finally, future studies with a larger sample size and/or a longitudinal follow-up of the same participants are crucial to confirm the long-term findings of the present study
Efficacy of wire-guided excisional biopsy of non-palpable breast lesions at a tertiary hospital
Εισαγωγή
Οι μη ψηλαφητές βλάβες μαστού αποτελούν διαγνωστικό και θεραπευτικό δίλημμα. Σκοπός της
παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη της αποτελεσματικότητας της διαγνωστικής και θεραπευτικής
εκτομής για μη ψηλαφητές βλάβες μαστού με συρμάτινο οδηγό.
Υλικό και Μέθοδος
Πρόκειται για αναδρομική μελέτη βάθους πενταετίας (2019 – 2023), με συλλογή δεδομένων από το
ηλεκτρονικό αρχείο ασθενών της Κλινικής Χειρουργικής Ογκολογίας του Πανεπιστημιακού Γενικού
Νοσοκομείου Ηρακλείου.
Αποτελέσματα
Η επίπτωση καρκίνου μαστού στις μη ψηλαφητές βλάβες μαστού στις ασθενείς της μελέτης είναι
66,8 %. Το ποσοστό συμφωνίας της τελικής ιστολογικής με την προεγχειρητική διάγνωση είναι
72,8 % για καλοήθεια και 79,3% για κακοήθεια
. Το ποσοστό των διηθημένων ορίων εκτομής στο
τελικό ιστολογικό παρασκεύασμα είναι 13,9 %.
Συμπεράσματα
H παρούσα μελέτη έδειξε ότι και στη δική μας κλινική η χειρουργική αφαίρεση ΜΨΒ μετά από ΕΣΟ
είναι μια σημαντική διαγνωστική και θεραπευτική μέθοδος στη χειρουργική του μαστού
Spatial and temporal study of macrobenthic polychaetes in the soft substrate of the continental shelf of Heraklion bay
Η μείωση της βιοποικιλότητας αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες
προκλήσεις, επηρεάζοντας τη λειτουργία των οικοσυστημάτων και των παρεχόμενων
υπηρεσιών τους. Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος MAR.B.E.F.E.S., που
διερευνά τη σύνδεση βιοποικιλότητας και λειτουργικότητας των θαλάσσιων
οικοσυστημάτων καθώς και των υπηρεσιών που προσφέρουν στον άνθρωπο, το
Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.) υλοποιεί τη σχετική έρευνα στον
κόλπο του Ηρακλείου. Η παρούσα μελέτη, ως μέρος του προγράμματος, εξετάζει τις
χωρικές και χρονικές μεταβολές των μακροβενθικών πολυχαίτων σε διαφορετικά βάθη
(10–200 m βάθος) στο μαλακό υπόστρωμα της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας του
κόλπου του Ηρακλείου, συγκρίνοντας θερινές δειγματοληψίες των περιόδων 2010,
2015 και 2024. Η ανάλυση επικεντρώνεται στη διατομή σταθμών H2 (θαλάσσια
περιοχή εξόδου του αγωγού επεξεργασμένων λυμάτων) και διερευνά τη σύνθεση, τη
δομή και τη λειτουργία της πανίδας των μακροβενθικών πολυχαίτων σε σχέση με
περιβαλλοντικές παραμέτρους τόσο του ιζήματος όσο και της στήλης του νερού.
Τα αποτελέσματα δείχνουν μείωση της ποικιλότητας και της αφθονίας την
δειγματοληπτική περίοδο του 2024 συγκριτικά με τις προηγούμενες, ενώ η κατανομή
των ειδών και της αφθονίας διαφοροποιείται βάσει βάθους, τύπου ιζήματος και άλλων
αβιοτικών παραμέτρων (π.χ. συγκέντρωση χλωροφύλλης α και οργανικού άνθρακα στο
ίζημα). Η έρευνα επικαιροποιεί τα υπάρχοντα δεδομένα και συμβάλλει στην
κατανόηση των μακροπρόθεσμων μεταβολών των βενθικών κοινοτήτων της
Μεσογείου, ενισχύοντας τους στόχους του MAR.B.E.F.E.S. για διατήρηση και
προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας καθώς και βιώσιμη διαχείριση των
βιολογικών πόρων των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, ενώ παράλληλα υποστηρίζει την
ανάπτυξη στρατηγικών διαχείρισης της θαλάσσιας περιοχής του κόλπου του
Ηρακλείου.Biodiversity loss is one of the greatest global challenges, directly impacting
ecosystem functioning and their services. Within the framework of the MAR.B.E.F.E.S.
European project, which explores the connection between marine biodiversity,
ecosystem functioning and ecosystem services, the Hellenic Centre for Marine
Research (HCMR) conducts research in Heraklion Bay. This study, as part of the
project, investigates the spatial and temporal changes of macrobenthic polychaetes
along different depths of the soft-bottom continental shelf (10-200m), comparing data
from summer surveys in 2010, 2015, and 2024. The analysis focuses on transect H2
(marine area around the waste water treatment plant) and examines the composition,
structure, and functioning of macrobenthic polychaetes in relation to environmental
parametres of both the sediment and the water column.
The results indicate a decline in polychaete diversity and abundance in 2024,
compared to previous sampling periods, while species distribution and their abundance
varies according to depth, sediment type, and other abiotic parameters (e.g.
concentration of chlorophyll a and organic carbon in the sediment). This research
updates the already existing data and contributes to understanding the long-term
changes in Mediterranean benthic communities, supporting the objectives of
MAR.B.E.F.E.S. for marine biodiversity conservation and protection as well as
sustainable marine biological resources management, while also assisting in the
development of management strategies for Heraklion Bay
Study of the pathogenicity and antigenic profile of the fish bacterial pathogen Photobacterium damselae subsp. piscicida: in vivo evaluation and comparative genomic analysis
Το Photobacterium damselae subsp. piscicida (Pdp) είναι ένα παθογόνο βακτήριο που προκαλεί φωτοβακτηρίωση (pasteurellosis) στα ψάρια. Η φωτοβακτηρίωση αποτελεί μία από τις πιο διαδεδομένες και σημαντικές ασθένειες στην ιχθυοκαλλιέργεια, δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα και θνησιμότητες. Τα διαθέσιμα εμβόλια, προσφέρουν μη ικανοποιητική προστασία, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται συχνά εξάρσεις της ασθένειας ακόμα και σε εμβολιασμένους πληθυσμούς. Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, μελετήθηκαν πέντε στελέχη του Pdp από τη συλλογή που διαθέτει το εργαστήριο Μικροβιολογίας Υδατοκαλλιεργειών του ΕΛΚΕΘΕ, προκειμένου να αξιολογηθεί η λοιμογονικότητα τους και το αντιγονικό προφίλ τους, καθώς και η διερεύνηση πιθανών αντιγονικών πρωτεϊνών-στόχων για την ανάπτυξη εμβολίου. Εξετάστηκε ακόμη η απόκριση των στελεχών σε αντιβιοτικά καθώς και άλλα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά όπως ο ρυθμός αύξησής τους. Για τον σκοπό αυτό, πραγματοποιήθηκε μόλυνση σε προνύμφες τσιπούρας με τα διαφορετικά στελέχη, σε δυο διαφορετικές θερμοκρασίες, 19°C και 23°C. Παράλληλα έγινε εξαγωγή DNA και πλήρης αλληλούχιση των γονιδιωμάτων τους, ακολουθούμενη από συγκριτική γονιδιωματική και πανγονιδιωματική ανάλυση. Από τη γονιδιωματική ανάλυση, εντοπίστηκαν και μελετήθηκαν λοιμογόνοι παράγοντες, ενώ αξιολογήθηκε και το αντιγονικό προφίλ των στελεχών μέσω αντίστροφης εμβολιολογίας. Στη δοκιμή λοιμογονικότητας, δύο από τα πέντε στελέχη εμφάνισαν μειωμένη λοιμογονικότητα σε σχέση με τα υπόλοιπα. Η γονιδιωματική ανάλυση, αποκάλυψε ότι τα δύο αυτά στελέχη δεν έφεραν το πλασμίδιο που κωδικοποιεί την τοξίνη AIP56, η οποία αποτελεί τον κύριο λοιμογόνο παράγοντα του Pdp. Επιπλέον, εντοπίστηκαν συνολικά 36 καλά συντηρημένες πρωτεΐνες, κάποιες από τις οποίες, με περαιτέρω αξιολόγηση, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως αντιγονικοί στόχοι για την ανάπτυξη ενός νέου εμβολίου.Photobacterium damselae subsp. piscicida is the causative agent of photobacteriosis (also known as pasteurellosis) in fish. Photobacteriosis is one of the most widespread and significant diseases in aquaculture, leading to severe economic losses and high mortality rates. The available vaccines provide limited and short-lived protection, often resulting in disease outbreaks even in vaccinated populations. In this study, five P. damselae subsp. piscicida (Pdp) strains from the Aquaculture Microbiology Lab collection at HCMR were analyzed to assess their virulence. The main objectives were to evaluate their pathogenicity and antigenic profiles and to identify potential antigen targets for vaccine development. Response to antibiotics and growth conditions were also studied. Virulence was examined in sea bream larvae through a challenge test at two temperatures, 19°C and 23°C. Additionally, whole-genome sequencing and comparative pangenome analyses were conducted following DNA extraction. Virulence factors were identified through genomic analysis, while reverse vaccinology was used to evaluate the antigenic profiles of the strains. Response to antibiotics and growth conditions were also studied. In the virulence assay, two of the five strains exhibited lower virulence compared to the others. Comparative genomic analysis revealed that the two less virulent strains lacked the plasmid encoding the AIP56 toxin, the main virulence factor of Pdp. Furthermore, 36 well-conserved proteins were identified, some of which, after further evaluation, could serve as antigenic targets for vaccine development