University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Γονιδιωματική μελέτη του κωπήποδου Caligus minimus, ενός εξωπαράσιτου με σοβαρές επιπτώσεις στην ιχθυοκαλλιέργεια του λαβρακιού

    No full text
    H ιχθυοκαλλιέργεια αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις λόγω της έξαρσης κωπήποδων, ιδιαιτέρως από θαλάσσιες ψείρες των γενών Lepeophtheirus και Caligus, που απειλούν την υγεία των ιχθύων και προκαλούν σοβαρές οικονομικές απώλειες, ενώ η μετάδοσή τους σε φυσικούς πληθυσμούς είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα μελετημένο στον σολωμό του Ατλαντικού. Κατά την τελευταία δεκαετία, στην Ελλάδα σταδιακά εντείνονται τα περιστατικά προσβολής του λαβρακιού (Dicentrarchus labrax) από το είδος Caligus minimus εγείροντας την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης. Πρόσφατα, η ανάπτυξη εμβολίου για την καταπολέμηση του Caligus rogercresseyi στον σολομό διευκολύνει παρόμοιες προσπάθειες εναντίον του Caligus minimus. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η κατασκευή και η μελέτη του γονιδιώματος του παρασίτου μέσω αλληλούχισης με τεχνολογίες νέας γενιάς. Τα δείγματα συλλέχθηκαν από άτομα λαβρακιού, από μονάδα στη Λέρο. Η εξαγωγή του ολικού DNA και RNA διεξάχθηκε για θηλυκά και συνδυασμό αρσενικών-θηλυκών ατόμων, αντίστοιχα. Η αλληλούχιση του DNA πραγματοποιήθηκε με την τεχνολογία Oxford Nanopore στη συσκευή MinION στο ΕΛΚΕΘΕ, και του RNA με την τεχνολογία Illumina NovaSeq X Plus Series. Με το εργαλείο Flye κατασκευάστηκε ένα γονιδίωμα 370 Mb με 12.000 τμήματα, Ν50 1,6 Mb και L50 63 τμήματα, υποδεικνύοντας την παρουσία μεγάλων θραυσμάτων. Μετά την αφαίρεση των επιμολύνσεων που εντοπίστηκαν με το BlobToolKit, το τελικό γονιδίωμα αναφοράς είχε μέγεθος 314 Mb με 1.631 τμήματα, ενώ το N50 ισούται πλέον με 1,9 Mb, και το L50 με 47 τμήματα. Το BUSCO έδειξε 94,4% πληρότητα στο τελικό γονιδίωμα. Με το BRAKER3 προσδιορίστηκαν συνολικά 31.343 γονίδια, ενώ 30.490 πρωτεΐνες χαρακτηρίστηκαν λειτουργικά. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε φυλογενετικός χαρακτηρισμός του είδους και στοίχιση των πρωτεϊνών του με πρωτεΐνες συγγενικών ειδών με αντιοξειδωτική, αντιγονική και λοιμογονική δράση. Η ανάλυση του γονιδιώματος του Caligus minimus διευκολύνει τον εντοπισμό λοιμογονικών παραγόντων για την κατανόηση των μηχανισμών αλληλεπίδρασης του παρασίτου με τον ξενιστή. Άλλες εφαρμογές θα μπορούσαν να είναι η παραγωγή εμβολίου και η έγκυρη διάγνωση ανοχής σε φαρμακευτικές ουσίες μέσω του εντοπισμού πιθανόν αντιγόνων και αντιοξειδωτικών ενζύμων. Μακροπρόθεσμα, αυτά τα ευρήματα θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη στρατηγικών βιώσιμου ελέγχου του παρασίτου στην ιχθυοκαλλιέργεια.For over four decades, the aquaculture sector had faced serious challenges from infestations by copepod parasites, especially the sea lice of the genera Lepeophtheirus and Caligus. These parasites threaten farmed fish health and welfare, cause economic losses, and spread to wild populations, well documented to Atlantic salmon. In Greece, Caligus minimus infestations in European sea bass (Dicentrarchus labrax) have increased, emphasizing the need for targeted research. The development of a recombinant vaccine against Caligus rogercresseyi for salmonids paves the way for similar efforts for C. minimus. In this context, we aimed to develop a reference genome for C. minimus using long-read DNA sequencing and transcriptome analysis. Specimens of C. minimus were collected from the mouth cavity of the European sea bass farmed in Leros, Greece. Genomic DNA from females and total RNA from pooled male and female samples were extracted at HCMR. Oxford Nanopore MinION technology was used for genomic sequencing at HCMR, whereas the transcriptome short-read sequencing was outsourced (Illumina NovaSeq X Plus Series). The Flye assembler produced a 370 Mb assembly comprising 12,000 contigs, with N50 of 1.6 Mb, and an L50 of 63 contigs, indicating substantial contig sizes. After removing contaminants identified by BlobTooKit, the refined reference genome consists of 1,631 contigs with a total length of 314 Mb, whereas the N50 was equal to 1.9 Mb, and L50 to 47 contigs. BUSCO assessment showed 94.4% completeness of the final assembly. BRAKER3, predicted 31,343 genes and 30,490 proteins functionally annotated. Caligus minimus was phylogenetically characterized, and proteins were aligned with related species’ proteins involved in antioxidant response, antigenicity and virulence. Hence, the genome analysis of C. minimus will provide valuable insight into the identification of key virulence proteins, enhancing our understanding of pathogenic mechanisms during parasitic outbreaks. Additionally, initial steps have been taken for the identification and selection of putative antigenic proteins that may serve as vaccine candidates as well as of enzymes associated with drug resistance. In the long run, these findings contribute to effective control strategies against parasitic infestations in aquaculture

    Α study of the phenolic and metabolite profile of olive fruits from Crete during maturation by high resolution liquid and solid-state NMR spectroscopy

    No full text
    Η φασματοσκοπία μαγνητικού πυρηνικού συντονισμού (NMR) υγρής και στερεάς κατάστασης (HR-MAS-NMR) αποτελεί μια ανερχόμενη και πολλά υποσχόμενη αναλυτική τεχνική ιδιαίτερα, στην επιστήμη των τροφίμων καθώς, αποτελεί θεμέλιο και αρκετά χρήσιμο εργαλείο για την γρήγορη ανίχνευση και ποσοτικοποίηση των χημικών συστατικών τους. Μέσω αυτού, καθίσταται εφικτή η εύρεση νέων εφαρμογών μεθόδων για τον ποιοτικό έλεγχο και την ασφάλεια των τροφίμων. Ο καρπός της ελιάς, κατατάσσεται στην κατηγορία των τροφίμων καθώς χρησιμοποιείται ευρέως λόγω της γεύσης του και των πολλών οφελών του, προς την ανθρώπινη υγεία. Στο εμπόριο, υπάρχει ακόμη και σε μορφή διαφόρων φαρμακευτικών παρασκευασμάτων που χρησιμοποιούνται ως αντιγηραντικά, αντιφλεγμονώδη και για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι ιδιότητες της ελιάς, οφείλονται κυρίως στην παρουσία μονοακόρεστων λιπαρών οξέων, λιγνανών και διαφόρων φαινολικών ενώσεων όπως είναι η ελευρωπαϊνη και το λιγκστροσίδιο. Στην παρούσα διπλωματική εργασία πραγματοποιείται μια προσπάθεια ποιοτικής ανίχνευσης, ποσοτικοποίησης και σύγκρισης των φαινολικών ενώσεων και μεταβολιτών που ανιχνεύονται στα δείγματα ελιάς διαφορετικού σταδίου ωρίμανσης , ποικιλίας και περιοχής. Για την πραγμάτωση του στόχου αυτού, γίνεται χρήση της αναλυτικής μεθόδου της φασματοσκοπίας μαγνητικού πυρηνικού συντονισμού 1Η HR-MAS NMR απευθείας στον καρπό της ελιάς και με φασματοσκοπία 1Η NMR υψηλής διακριτικής ικανότητας σε εκχυλίσματα αυτών με διαφορετικούς διαλύτες. Συγκεκριμένα, έγινε χρήση των τριών διαλυτών διαφορετικής πολικότητας όπως, το CDCl3, MeOD και D2O. Κάθε διαλύτης, χρησιμοποιήθηκε για στοχευμένη ανίχνευση βιοδραστικών συστατικών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ποικιλία της ελιάς, η γεωγραφική προέλευση, ο τρόπος καλλιέργειας, το στάδιο ωρίμανσης και η ηλικία του ελαιόδεντρου επηρεάζουν σημαντικά την περιεκτικότητα των καρπών σε φαινολικές ενώσεις και μεταβολίτες. Η ποσοτική και ποιοτική ανάλυση ανέδειξε διαφοροποιήσεις μεταξύ ποικιλιών, με την Κορωνέικη να είναι πλούσια σε Ελευρωπαΐνη, τη Χονδρολιά σε Κορνοσίδιο και την Τσουνάτη σε Βερμπασκοσίδιο. Παράλληλα, η γεωγραφική θέση φάνηκε να επηρεάζει τη μεταβολομική σύσταση του καρπού. Επιπλέον, η ωρίμανση του καρπού συσχετίστηκε με μεταβολές στη σύσταση φαινολικών ενώσεων, όπως η μείωση της Ελευρωπαΐνης και η αύξηση του Λιγκστροσιδίου αγλυκόνο. Τέλος, η χρήση διαφορετικών διαλυτών (CDCl3, MeOD, D2O) ανέδειξε τη σημασία της επιλογής εκχυλιστικού μέσου για τη στοχευμένη ανίχνευση βιοδραστικών συστατικών.High-resolution nuclear magnetic resonance spectroscopy (NMR), both in liquid-state and high-resolution magic-angle spinning (HR-MAS NMR) for semi-solid samples, is an emerging and highly promising analytical technique, particularly in food science. It serves as a fundamental and valuable tool for the rapid detection and quantification of chemical components in food products. Through this method, new applications and approaches can be developed for quality control and food safety assessment. Olives are classified as food products due to their widespread consumption, distinctive flavor, and numerous health benefits. They are also available in various pharmaceutical formulations with anti-aging, anti-inflammatory, and immune-boosting properties. The beneficial effects of olives are primarily attributed to the presence of monounsaturated fatty acids, lignans, and various phenolic compounds, such as oleuropein and ligstroside. This thesis focuses on the qualitative detection, quantification, and comparison of phenolic compounds and metabolites in olive samples from different maturation stages, varieties, and geographical regions. To achieve this objective, 1H HR-MAS NMR was applied directly to olive fruits, while high-resolution 1H NMR spectroscopy was used on extracts prepared with different solvents. Specifically, three solvents with different polarities CDCl3, MeOD, and D2O were utilized, each targeting the selective extraction of bioactive components. The results demonstrated that olive variety, geographical origin, cultivation method, ripening stage, and tree age significantly influence the phenolic and metabolic composition of olives. Quantitative and qualitative analysis revealed notable differences between varieties, with the Koroneiki variety being rich in oleuropein, the Hondrolia variety containing high levels of Cornoside, and the Tsounati variety being abundant in Verbascoside. Additionally, geographical factors were found to impact metabolic composition. The ripening process was also associated with changes in phenolic compounds, such as the reduction of oleuropein and the increase in ligstroside aglycone. Finally, the use of different solvents (CDCl3, MeOD, D2O) highlighted the importance of selecting an appropriate extraction medium for the targeted detection of bioactive compounds

    Public cord bank

    No full text
    Το Ομφαλοπλακουντιακό Αίμα (ΟπΑ) αποτελεί πηγή αρχέγονων αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων και προγονικών κυττάρων, που συμβάλλει στην αντιμετώπιση ευρέως φάσματος αιματολογικών και μεταβολικών νοσημάτων, η οποία μάλιστα έχει σε κάποιες παραμέτρους πλεονεκτήματα, σε σχέση με το μυελό των οστών. Ο ρόλος των Δημόσιων Τραπεζών συνίσταται στη συλλογή, επεξεργασία, κρυοκατάψυξη και συντήρηση μονάδων ΟπΑ, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για οποιοδήποτε συμβατό, ως προς τα αντιγόνα ιστοσυμβατότητας (human leucocyte antigens, HLA), ασθενή που χρήζει μεταμόσχευσης. Παράγοντα διασφάλισης της οικονομικής βιωσιμότητας των Δημοσίων Τραπεζών Ομφαλικών Βλαστοκυττάρων, μπορεί να αποτελέσει η δραστηριοποίησή τους στην έρευνα, υπό την ειδικότερη μορφή της χρήσης των υπολοίπων των μονάδων ΟπΑ που δωρίζονται για θεραπευτικό σκοπό. Η χρήση υπολοίπων του ΟπΑ για ερευνητικό σκοπό είναι δυνατή, θεμελιούμενη το πρώτον, στη διάταξη του άρθρου 16, του Συντάγματος, στο άρθρο 21 παρ. 3 Συντ. (κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία), αλλά και σε διατάξεις νόμων (ν. 2619/1998, ν. 3418/2005 και ν. 3984/2011) . Ωστόσο, σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής και Τεχνοηθικής, ανακύπτουν μείζονα ηθικά ζητήματα που αφορούν τη συλλογή, την ασφαλή αποθήκευση και τη χρήση του βιολογικού υλικού, τη διαχείριση των πληροφοριών που προκύπτουν από την επεξεργασία του και τη συναφή ανάπτυξη δραστηριοτήτων οικονομικής υφής, εν όψει της αρχής της μη εμπορευματοποίησης του ανθρώπινου σώματος . Σύμφωνα με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, που διέπει την αφαίρεση οργάνων και ιστών, τη διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας και την ίδρυση και λειτουργία των Δημόσιων Τραπεζών, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η χρήση των υπολοίπων του ΟπΑ για ερευνητικό σκοπό, υπό τις εξής επιγραμματικά παρατιθέμενες προϋποθέσεις: α) της μη προσβολής του πυρήνα των συνταγματικών κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του δότη και συγκεκριμένα του δικαιώματος προστασίας των προσωπικών δεδομένων, της ιδιωτικής ζωής, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, υπό τις ειδικότερες εκφάνσεις αυτού, ήτοι της αυτονομίας και του αυτοκαθορισμού, της προστασίας της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας, β) της προηγούμενης ύπαρξης ενημερωμένης συναίνεσης/συγκατάθεσης του δότη και γ) της ανωνυμοποίησης των γενετικών δεδομένων και των δεδομένων που αφορούν την υγεία του δότη. Αναφορικά με τη δυνατότητα οικονομικού οφέλους μέσω διεξαγωγής έρευνας, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου που διέπει την ελληνική έννομη τάξη, οι Δημόσιες Τράπεζες, δύνανται να αποκομίζουν οικονομικό όφελος από τη χρησιμοποίηση των υπολοίπων ΟπΑ στην έρευνα, υπό τον όρο ότι, με τον τρόπο αυτό θα διασφαλίζεται αποκλειστικά και μόνο η βιωσιμότητα των τραπεζών. Με άλλα λόγια, η αποκόμιση οικονομικού οφέλους από τις Δημόσιες Τράπεζες, προερχόμενη από τη χρήση των υπολοίπων ΟπΑ για ερευνητικό σκοπό, θα πρέπει να κατατείνει και να σχετίζεται μόνο με την λήψη των απαραίτητων οικονομικών πόρων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα διασφαλίζουν τη συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία τους και την κοινωνική αλληλεγγύη.The Umbilical Cord Blood is a source of primordial hematopoietic stem cells and progenitor cells, which contributes to the treatment of a wide range of hematological and metabolic diseases, which in fact has advantages in some parameters, in relation to the bone marrow. The role of Public UCB Banks is to collect, process, freeze and preserve UCB units to be used for any human leucocyte antigens (HLA) compatible patient in need of transplantation. The activity of Public Banks in research, in the more specific form of the use of the rest, of the units of UCB donated for therapeutic purposes, for research purposes, can be a factor to ensure the financial viability of the Public UCB Banks. The use of UCB balances for research purposes is possible, based, firstly, on the provisions of article 16 of the Constitution, in article 21 par. 3 (social right to health), but also in provisions of laws (2619/1998, L. 3418/2005, 3984/2011). However, according to the National Bioethics and Technoethics Committee, major ethical issues arise regarding the collection, safe storage and use of biological material, the management of information resulting from its processing and the related development of economic activities, in view of the principle of non-commercialization of the human body. According to the existing legal framework that governs the removal of organs and tissues, the conduct of scientific research and the establishment and operation of the Public Banks, it is concluded that it is permissible to use the remains of the UCB for research purposes, under the following conditions listed schematically: a) the non-infringement of the core of the donor's constitutional rights, namely the right to the protection of personal data, private life, the free development of the personality, in its most special aspects, i.e. autonomy and self-determination, the protection of human value and dignity, b) the previous existence of informed consent/consent of the donor and c) the anonymization of the genetic data and the data concerning the health of the donor. With reference to the possibility of financial benefit through the conduct of research, it should be accepted that, within the framework of the existing legislative framework governing the Greek legal order, the Public Banks, may obtain a financial benefit from the use of the remaining UCB in the investigation, provided that, in this way, the viability of the banks will be ensured exclusively. In other words, the obtaining of financial benefit from the Public Banks, deriving from the use of the remaining UCB for research purposes, should increase and be related only to the receipt of the necessary financial resources, which in turn will ensure their continuous and uninterrupted operation and social solidarity

    Transfer learning of pretrained chemical language models for compound property prediction

    No full text
    The purpose of this project is to develop and train deep learning models to predict a particular compound property. Specifically, the target property is the IC50 value of 15-lipoxygenase-1 inhibitors. Main challenges are data scarcity and the complexity of chemical structures. In order to address these challenges, deep pretrained chemical language models are employed using two main transfer learning approaches. The first approach involves extracting representations of chemical compounds and subsequently using them as features to train conventional machine learning models. The second approach involves fine-tuning the pretrained models on the provided data to directly predict the target. Both approaches demonstrate promising results, which will be presented along with the methods used to achieve them. Finally, the most promising methods will be evaluated on benchmark datasets that represent important properties for pharmaceutical research

    Brain imaging findings, intracranial pressure indices and outcome in children with traumatic and non-traumatic brain injury

    No full text
    Εισαγωγή H Τραυματική Εγκεφαλική Βλάβη (Traumatic Brain Injury: TBI) αναφέρεται στη βλάβη που προκαλείται από μια εξωτερική δύναμη, όπως ένα αμβλύ χτύπημα στο κεφάλι ή ένα διατιτραίνον τραύμα. Η TBI σχετίζεται συνήθως με ατυχήματα στο σπίτι, πτώσεις, τραυματισμό κατά την άθληση, επιθέσεις, ατυχήματα με αυτοκίνητα και σε μικρά παιδιά με κακοποίηση. Η μη τραυματική εγκεφαλική βλάβη (Non-TBI) περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων που οδηγούν σε εγκεφαλική βλάβη χωρίς να ασκείται εξωτερική βία. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν εγκεφαλικό επεισόδιο, ανοξία (λόγω έλλειψης οξυγόνου), λοιμώξεις (όπως μηνιγγίτιδα ή εγκεφαλίτιδα), φλεγμονώδεις καταστάσεις (όπως πολλαπλή σκλήρυνση, ADEM κλπ), όγκο εγκεφάλου, νευροεκφυλιστικές ασθένειες και μεταβολικές διαταραχές. Για την απεικόνιση και αξιολόγηση των ανωτέρων εγκεφαλικών βλαβών αρχικά χρησιμοποιείται η Αξονική Τομογραφία (Computed Tomography: CT) εγκεφάλου. Παράλληλα για παιδιά με κλινικά συμπτώματα που παραμένουν ανεξήγητα, ή χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, μετά την αρχική απεικόνιση με CT, χρησιμοποιείται η μαγνητική τομογραφία (Magnetic Resonance Imaging: MRI) εγκεφάλου. Για τον προσδιορισμό της πρόγνωσης, τη διαστρωμάτωση κινδύνου και τη διαχείριση ασθενών με εγκεφαλικές κακώσεις έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες απεικονιστικές κλίμακες βαρύτητας οι οποίες αξιοποιούν ευρήματα από μεθόδους νευροαπεικόνισης, κυρίως από την αξονική τομογραφία (CT) και τη μαγνητική τομογραφία (MRI). Οι πιο κοινές κλίμακες που χρησιμοποιούνται είναι η Κλίμακα Marshall (Marshall CT Score) και το Rotterdam CT score, το οποίο αποτελεί μία επέκταση της κλίμακας Marshall. Η κλίμακα Marshall είναι μία από τις πρώτες κλίμακες που αναπτύχθηκαν για την ποσοτικοποίηση των τραυματικών εγκεφαλικών βλαβών (TBI) μέσω CT, και αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα αξιόπιστο προγνωστικό εργαλείο. Σκοπός Σκοπός της μελέτης είναι να αναθεωρηθεί η κλίμακα βαρύτητας των απεικονιστικών αλλοιώσεων κατά Marshall ώστε να μελετηθεί η χρησιμότητα μιας τροποποιημένης κλίμακας (Modified Marshall Score) ξεχωριστά για την CT και την MRI σε παιδιά με ΤΒΙ και Non-TBI και να υπολογιστεί η χρήση της ως εργαλείο πρόγνωσης. Επιμέρους στόχος είναι να συσχετιστούν αυτές οι τροποποιημένες κλίμακες βαρύτητας των απεικονιστικών αλλοιώσεων CT και MRI με καθιερωμένους δείκτες παρακολούθησης της εγκεφαλικής λειτουργίας όπως η ενδοκράνια πίεση (Intracranial Pressure:ICP), η Κλίμακα Γλασκόβης (Glasgow Coma Scale:GCS) και η Κλίμακα Λειτουργικής Κατάστασης (Functional Status Scale:FSS) . Μεθοδολογία Πρόκειται για μία μονοκεντρική αναδρομική μελέτη στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλοι οι ασθενείς ηλικίας 2 μηνών έως 18 ετών που νοσηλεύτηκαν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) Παίδων του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου (ΠαΓΝΗ) από τον Ιανουάριο 2014 έως και το Νοέμβριο 2024, λόγω τραυματικής ή μη τραυματικής εγκεφαλικής βλάβης. Ανάλογα με το κριτήριο νοσηλείας, οι ασθενείς χωρίστηκαν σε 2 ομάδες: 1) ασθενείς με τραυματική εγκεφαλική βλάβη (TBI), 2) ασθενείς με μη τραυματική εγκεφαλική βλάβη (Non-TBI). Για κάθε παιδί καταγράφηκαν: 1) δημογραφικά στοιχεία (φύλο, ηλικία, ιθαγένεια) 2) κλινικά δεδομένα (τελική διάγνωση εξόδου, συννοσηρότητα, έκβαση, ημέρες νοσηλείας, διάρκεια μηχανικού αερισμού, επιπλοκές) 3) θεραπεία (αντιβιοτικά, ινότροπα, βαρβιτουρικά, αποιδηματική αγωγή, χειρουργείο για τοποθέτηση βαλβίδας, χειρουργείο για μέτρηση ενδοκράνιας πίεσης, αναλγησία, αποσυμπιεστική κρανιεκτομή) 4) εργαστηριακά δεδομένα 5) κλινικές παράμετροι εκτίμησης - παρακολούθησης της εγκεφαλικής λειτουργίας (κλίμακα Γλασκόβης: GCS, ενδοκράνια πίεση: ICP, πίεση αιματικής διήθησης εγκεφάλου: CPP, PELOD 2 score, Functional Status Scale: FSS) 6) μέθοδοι νευροαπεικόνισης και ο αριθμός απεικονιστικών εξετάσεων ανά ασθενή. Χρησιμοποιήθηκαν κλίμακες βαθμονόμησης των νευροαπεικονιστικών ευρημάτων χωριστά για την CT (Modified Marshall CT Score) και για την MRI (Modified Marshall MRI Score), οι οποίες δημιουργήθηκαν μετά από τροποποίηση και εμπλουτισμό της κλίμακας Marhsall CT score, με σκοπό να είναι εφικτή η βαθμονόμηση ευρημάτων σε παιδιά τόσο με τραυματική όσο και με μη τραυματική εγκεφαλική βλάβη. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων έγινε σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 στ. ι ΓΚΠΔ και το αντίστοιχο άρθρο 30 ν. 4624/2019. Η στατιστική ανάλυση των δεδομένων έγινε με το πακέτο στατιστικών εφαρμογών SPSS 29.0 . Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας τέθηκε ως p<0.05. Αποτελέσματα Η μελέτη ανέδειξε τη σημασία των Modified Marshall CT και MRI score ως προγνωστικών δεικτών θνητότητας και λειτουργικής κατάστασης σε παιδιατρικούς ασθενείς με τραυματική (TBI) και μη τραυματική εγκεφαλική βλάβη (Νon-TBI). Το Μodified Marshall CT score της πρώτης αξονικής τομογραφίας σύμφωνα με την μελέτη αποτελεί προγνωστικό δείκτη θνητότητας με όριο βαθμολόγησης &ge;2.5 (Youden’s index 0.618) και το Μodified Marshall MRI score με όριο &ge;5.5 (Youden’s index 0.785). Το Modified Marshall CT score συσχετίστηκε θετικά με την ενδοκράνια πίεση (ICP), αρνητικά με την GCS στους ασθενείς με TBI και με τη βαρύτητα της κλινικής κατάστασης (Pelod-2 score) στους ασθενείς με Νon-TBI. Αντίθετα, το Modified Marshall MRI score δεν συσχετίστηκε με δείκτες όπως η ICP ή το GCS. Eπίσης και οι δύο κλίμακες συσχετίστηκαν με τη διάρκεια του μηχανικού αερισμού. Όσον αφορά τη συσχέτιση του Modified Marshall CT score με τη λειτουργική κατάσταση (FSS), το σκορ αποδείχθηκε ανεξάρτητος παράγοντας συσχέτισης κατά την έξοδο από τη ΜΕΘ, τόσο στους ασθενείς με TBI όσο και στους Νon-TBI. Παρότι το Modified Marshall MRI score δεν συσχετίστηκε άμεσα με την FSS, παρατηρήθηκε παράλληλη αυξητική τάση. Συμπεράσματα Η χρήση CT ή MRI σε περιπτώσεις κλινικής επιδείνωσης ή αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης κατά τη νοσηλεία παιδιών στη ΜΕΘ με εγκεφαλική βλάβη, παρέχει νέες, συχνά κλινικά σημαντικές πληροφορίες που μπορεί να οδηγήσουν σε τροποποίηση της διάγνωσης ή της θεραπείας. Η τροποποιημένη κλίμακα βαρύτητας CT που αναπτύχθηκε στη μελέτη, συσχετίστηκε με τη βαρύτητα της νόσου, την αυξημένη διάρκεια μηχανικού αερισμού, τις παθολογικές τιμές ICP και CPP, καθώς και τη μειωμένη λειτουργική κατάσταση (FSS) κατά την έξοδο των παιδιατρικών ασθενών από τη ΜΕΘ. Η τροποποιημένη κλίμακα βαρύτητας MRI που αναπτύχθηκε, αν και δεν παρουσίασε άμεση συσχέτιση με την ICP, την GCS ή την FSS, οι αυξητικές τάσεις του σκορ της σε μεγαλύτερες τιμές αυτών των δεικτών υπογραμμίζουν την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της προγνωστικής του αξίας στα παιδιά. Παρόλο που απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους μέσω τυχαιοποιημένων πολυκεντρικών μελετών, οι κλίμακες αυτές έχουν τη δυνατότητα να αποτελέσουν καινοτόμα εργαλεία για την κλινική παρέμβαση και την πρόβλεψη της έκβασης των ασθενών.Background Traumatic Brain Injury (TBI) refers to damage caused by an external force, such as a blunt head trauma or a penetrating injury. TBI is commonly associated with household accidents, falls, sports injuries, assaults, car accidents, and, in small children, abuse. Non-traumatic brain injury (Non-TBI) encompasses a wide range of conditions leading to brain damage without prior insult by an external force. These may include stroke, anoxia (due to lack of oxygen), infections (such as meningitis or encephalitis), inflammation (including ADEM, Multiple sclerosis among others), brain tumors, neurodegenerative diseases, and metabolic disorders. Computed Tomography (CT) of the brain is typically the first diagnostic imaging test for imaging and evaluation of brain injuries. Children with clinical symptoms that remain unexplained or require further investigation afterwards, following initial CT imaging, undergo Magnetic Resonance Imaging (MRI) of the brain. Various imaging severity scales have been utilised to determine prognosis, risk stratification, and manage patients with brain injuries, leveraging findings from neuroimaging methods, primarily computed tomography (CT) and magnetic resonance imaging (MRI). The most commonly used scales are the Marshall CT Score and the Rotterdam CT Score, the latter being an extension of the Marshall scale. The Marshall scale is one of the earliest tools developed to quantify traumatic brain injuries (TBI) through CT and remains a reliable prognostic tool to this day. Objective The aim of the study is to revise the severity scale of imaging abnormalities according to the Marshall classification to investigate the utility of a Modified Marshall Score separately for CT and MRI in children with TBI and Non-TBI and to evaluate its use as a prognostic tool. A secondary aim is to correlate these modified severity scales of CT and MRI imaging abnormalities with established indicators of brain function monitoring, such as intracranial pressure (ICP), the Glasgow Coma Scale (GCS), and the Functional Status Scale (FSS). Methods This is a single-center retrospective study that includes all patients aged 2 months to 18 years who were hospitalized in the Pediatric Intensive Care Unit (PICU) of the University General Hospital of Heraklion (PaGNI) from January 2014 to November 2024 due to traumatic or non-traumatic brain injury. Based on the admission criteria, patients were divided into two groups: 1) Those with traumatic brain injury (TBI) and 2) Those with non-traumatic brain injury (Non-TBI). For each child, the following data were recorded: 1) Demographic data (gender, age, nationality) 2) Clinical data (final discharge diagnosis, comorbidities, outcome, length of hospital stay, duration of mechanical ventilation, complications) 3) Treatment details (antibiotics, inotropes, barbiturates, anti-edema therapy, surgery for valve placement, surgery for intracranial pressure monitoring, analgesia, decompressive craniectomy) 4)Laboratory findings 5)Clinical parameters for assessing and monitoring brain function (Glasgow Coma Scale [GCS], intracranial pressure [ICP], cerebral perfusion pressure [CPP], PELOD-2 score, Functional Status Scale [FSS]) 6) Neuroimaging methods and the number of imaging examinations per patient. Grading scales for neuroimaging findings were applied separately for CT (Modified Marshall CT Score) and MRI (Modified Marshall MRI Score). These scales were developed through modification and enrichment of the Marshall CT score to enable the grading of findings in children with both traumatic and non-traumatic brain injuries. The processing of personal data was conducted in accordance with Article 9(2)(i) of the GDPR and the corresponding Article 30 of Law 4624/2019. Statistical analysis of the data was performed using the SPSS 28.0 statistical software package. The level of statistical significance was set at p < 0.05. Results The study highlighted the significance of the Modified Marshall CT and MRI scores as prognostic indicators of mortality and functional status in pediatric patients with traumatic (TBI) and non-traumatic brain injury (Non-TBI). According to the study, the Modified Marshall CT score of the first computed tomography scan serves as a prognostic indicator of mortality with a cutoff score of &ge;2.5 (Youden’s index 0.618), while the Modified Marshall MRI score has a cutoff of &ge;5.5 (Youden’s index 0.785). The Modified Marshall CT score was positively correlated with intracranial pressure (ICP) and negatively with GCS in TBI patients and with the severity of the clinical condition (PELOD-2 score) in Non-TBI patients. In contrast, the Modified Marshall MRI score showed no correlation with indicators such as ICP or GCS. Both scores, however, were correlated with the duration of mechanical ventilation. Regarding the association of the Modified Marshall CT score with functional status (FSS), the score was shown to be an independent factor associated with functional outcomes at PICU discharge in both TBI and Non-TBI patients. Although the Modified Marshall MRI score was not directly correlated with FSS, a parallel upward trend was observed. Conclusion The use of CT or MRI in cases of clinical deterioration or increased intracranial pressure during the hospitalization of children in the ICU with brain injury provides new, often clinically significant information that may lead to modifications in diagnosis or treatment. The modified CT severity scale developed in this study was associated with disease severity, increased duration of mechanical ventilation, abnormal ICP and CPP values, as well as reduced functional status (FSS) upon discharge of pediatric patients from the ICU. The modified MRI severity scale, although it did not show a direct correlation with ICP, GCS, or FSS, exhibited increasing score trends in higher values of these parameters, highlighting the need for further investigation of its prognostic value in children. Although additional evaluation of their reliability through randomized multicenter studies is required, these scales have the potential to serve as innovative tools for clinical intervention and outcome prediction in pediatric patients

    Studying the relationship of viruses-viroids in co-infection of Νicotiana benthamiana plants

    No full text
    Ένα από τα φαινόμενα που συναντάται ως επί το πλείστων στην φύση, είναι αυτό των συνεπιμολύνσεων, είτε πρόκειται για συνεπιμόλυνση ανάμεσα σε διαφορετικά παθογόνα, είτε ανάμεσα σε παθογόνα του ίδιου είδους. Ένα πολυμελετημένο τέτοιο φαινόμενο, είναι αυτό των συνεπιμολύνσεων σε φυτά από δύο ή και περισσότερους ιούς. Οι ιοί αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα παθογόνα των φυτών παγκοσμίως, οδηγώντας σε απώλειες και τεράστιες οικονομικές ζημίες. Έχει δειχθεί, πως ανάμεσα σε δύο ιούς μπορούν να αναπτυχθούν διαφόρων ειδών αλληλεπιδράσεις όπως συνεργικές, ανταγωνιστικές αλλά και ουδέτερες. Υπάρχουν περιπτώσεις ιών που ο ένας φαίνεται να βοηθά τον πολλαπλασιασμό του άλλου όταν αυτοί βρίσκονται μαζί στον ίδιο ξενιστή, υπάρχει όμως και το αντίθετο φαινόμενο. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές φαίνεται να ορίζονται από διάφορους παράγοντες όπως είναι το είδος των παθογόνων, τα στελέχη των ιών, το είδος του ξενιστή, αλλά ακόμη και εξωτερικοί παράγοντες όπως αβιοτικές καταπονήσεις. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε αυτό το είδος των αλληλεπιδράσεων φαίνεται να παίζουν και οι καταστολείς της σίγησης των ιών. Παθογόνα που προκαλούν σημαντικές απώλειες παγκοσμίως, πέραν των φυτικών ιών, είναι τα ιοειδή τα οποία μπήκαν στο προσκήνιο των φυτικών παθογόνων πριν από περίπου 50 χρόνια και έκτοτε αποτελούν ένα ιδιαίτερα σημαντικό πεδίο ερευνάς, με πολλά ακόμα ανοιχτά ερωτήματα. Λίγες είναι οι αναφορές για συνεπιμολύνσεις φυτών από ιό και ιοειδές. Οι περισσότερες περιστρέφονται γύρω από την σχέση φυτού και ενός μοναδικού παθογόνου. Στην φύση, όμως, αλλά και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τα ιοειδή εντοπίζονται μαζί με ιούς, στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Για αυτόν τον σκοπό, και θέλοντας να επεκτείνουμε την κατανόηση των αλληλεπιδράσεων φυτού και περισσότερων του ενός, παθογόνων, επιλέχθηκε να γίνει ένας προσδιορισμός των επιπέδων των δύο αυτών παθογόνων σε συνθήκες συνεπιμόλυνσης σε φυτά Nicotiana bethamiana (N. benthamiana). Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκαν δύο ιοί, ο CMV και ο TBSV σε συνεπιμόλυνση με ένα από τα παρακάτω ιοειδή: το PSTVd, το CEVd, και το HSVd. Επιλέχτηκε να γίνει μελέτη σε δύο διαφορετικές συνθήκες. Στην πρώτη συνθήκη μολύναμε πρώτα με τον ιό και εν συνεχεία με το ιοειδές και στην δεύτερη, το αντίστροφο. Αυτό που θέλαμε να εξετάσουμε και στις δύο περιπτώσεις είναι τα επίπεδα των παθογόνων και το πώς και εάν αυτά επηρεάζονται από την σειρά με την οποία εισήχθησαν τα παθογόνα στον ξενιστή, αλλά και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους, εντός του ξενιστή.In nature, as well as in rural areas, co-infections between two or more viruses are a common and well-studied phenomenon. Viruses are established as one of the most important plant pathogens worldwide leading to crop losses and huge economic damage. Research has shown that two viruses can develop either synergistic, antagonistic or even neutral relationships when found in the same host. There are cases of viruses that promote the replication of another, when two or more, are found in the same host. These kinds of interactions are affected by several factors such as the kind of pathogens that infect the host, the strains of the pathogen, as well as abiotic stress, with viral silencing suppressors being key players as well. Another pathogen that causes important economic losses, are viroids, which were introduced a little over 50 years ago and since then have been a field of extensive study. There are not many cases in which the co-infection of hosts with a virus and a viroid have been studied. Hence, it became apparent, that the relationship of these two pathogens must be researched. In this study, we used two viruses, CMV and TBSV and viroid PSTVd. Additionally, further co-infections with the viroids CEVd and HSVd, were conducted with CMV. For each virus, we opted for two types of conditions. On the first one, we infected N. benthamiana plants, initially with a virus and then a few days later, with the viroid. On the second, we conducted the opposite. What we wanted to examine was if and how the levels of accumulation of these pathogens, were influenced by the order in which they were inoculated in the host, as well as to study the interaction between them

    Artificial Intelligence, ethical and social challenges

    No full text
    Η ΤΝ επηρεάζει όλο και περισσότερο τις ζωές μας. Η πρόοδος της ΤΝ ευνοεί αδιαμφισβήτητα την ευζωία της ανθρωπότητας, καθώς τα οφέλη της χρήσης της επηρεάζουν τους πολίτες, τις επιχειρήσεις αλλά και τις κυβερνήσεις. Κάποια από τα πολυπρισματικά πλεονεκτήματα ανάπτυξης της ΤΝ εκτοξεύουν σε νέα ύψη την παγκόσμια οικονομία μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, συμβάλλουν στην απόλαυση μιας ποιοτικότερης και υγιέστερης ζωής ενώ ταυτόχρονα μειώνουν το φορτίο του μόχθου. Κάποια πιο συγκεκριμένα παραδείγματα είναι η καλύτερη υγειονομική περίθαλψη, οι ασφαλέστερες μεταφορές, η διευκόλυνση της πρόσβασης στην εκπαίδευση, η ασφάλεια των χώρων εργασίας η ανάπτυξη μιας νέας γενιάς προϊόντων και υπηρεσιών και η εξοικονόμηση ενέργειας. Η χρήση της ΤΝ στις δημόσιες υπηρεσίες μπορεί να εξασφαλίσει μείωση κόστους, καλύτερη διαχείριση ενέργειας και αποβλήτων. Επίσης η ΤΝ μπορεί να ενισχύσει τη δημοκρατία μέσω της πρόληψης της παραπληροφόρησης και των κυβερνοεπιθέσεων, της διασφάλισης της πρόσβασης σε ποιοτική ενημέρωση και την εξασφάλιση διαφάνειας. Στο πεδίο απονομής ποινικής δικαιοσύνης έχουμε παραδείγματα όπως την εκτίμηση κινδύνων και την πρόβλεψη τρομοκρατικών επιθέσεων. Σε ό,τι αναφερθήκαμε παραπάνω, μπορούμε να εντοπίσουμε και μια πηγή δυστυχίας. Η εξάπλωση της ΤΝ αλλά κι η αυτονόμησή της ενέχει δυνητικούς κινδύνους. Η απόδοση ευθυνών μπορεί να αποδειχθεί προβληματική. Επίσης η κακή χρήση της ΤΝ μπορεί να είναι απειλή για τη δημοκρατία και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Είναι λοιπόν επιτακτική η ανάγκη μιας νέας ηθικής που θα πρέπει να υπολογίσει την παγκόσμια συνθήκη της ανθρώπινης ζωής όχι μόνο στο παρόν αλλά και στο μέλλον. Το χάσμα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στην δυνατότητά μας να προβλέψουμε και την δύναμη μας να πράξουμε δημιουργεί ένα πρωτοφανές ηθικό πρόβλημα. Αντικείμενο αυτής της μεταπτυχιακής διατριβής είναι η μελέτη και η ανάπτυξη της ΤΝ και οι ηθικές και κοινωνικές προκλήσεις που προκύπτουν από την πολυπλοκότητα και την εξελισσόμενη φύση της ΤΝ. Αρχικά θα αναλυθεί τι ορίζουμε σαν ΤΝ και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της αλλά και βασικές έννοιες όπως η έννοια των αλγορίθμων, η μηχανική μάθηση, οι ορθολογικοί πράκτορες και πώς αυτοί αλληλοεπιδρούν με το περιβάλλον αλλά και θα υπογραμμιστεί η σημασία των τεχνητών νευρωνικών δικτύων, η διάκριση μεταξύ της αδύναμης ΤΝ και της ισχυρής ΤΝ αλλά και η πολυπλοκότητα της επίτευξης της Γενικής ΤΝ και της Τεχνητής Υπερνοημοσύνης, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με τη φύση της συνείδησης. Θα ασχοληθούμε με τη μηχανική Cyborg αλλά και με την έννοια του Metaverse. Επιπρόσθετα αναφέρεται η έννοια των προσομοιώσεων, η φύση των εικονικών κόσμων, γίνονται παραπομπές σε φιλοσοφικά νοητικά πειράματα και εξετάζονται οι επιπτώσεις και τα φιλοσοφικά ερωτήματα που προκύπτουν. Οι ηθικές προκλήσεις που σχετίζονται με την ΤΝ έχουν οδηγήσει στη διατύπωση κατευθυντήριων αρχών που στοχεύουν στη διασφάλιση υπεύθυνης ανάπτυξης και χρήσης της ΤΝ. Θα μελετηθούν εξέχοντα πλαίσια όπως οι νόμοι του Asimov, οι αρχές της ΤΝ Asilomar, το GDPR και η AI ACT, η Λευκή Βίβλος όπως επίσης και η πρωτοβουλία AI4People. Η προσέγγισή μας, υπογραμμίζει τα πιεστικά ηθικά και κοινωνικά ζητήματα που αξίζουν την πλήρη και αμέριστη προσοχή μας, τον κρίσιμο ρόλο της ηθικής στην τεχνολογική πρόοδο και το καθήκον να διαμορφωθεί ένα ηθικό πλαίσιο που θα μπορεί να αντιμετωπίζει και να επιλύει τις πρωτοφανείς επιπλοκές που προκύπτουν. Προς αυτή την κατεύθυνση στο τέλος εξετάζεται το ηθικό πλαίσιο που διατυπώθηκε από τους Amartya Sen και Martha Nussbaum το οποίο επικεντρώνεται στην προσέγγιση των ικανοτήτων, η οποία υπογραμμίζει την αναγκαιότητα των βασικών ελευθεριών για την εξέλιξη του ατόμου μέσα στην κοινωνία. Η προσέγγιση στοχεύει στην ενδυνάμωση της κοινωνίας, ενισχύοντας το κοινωνικό καλό και διασφαλίζοντας τη συμμετοχή της κοινότητας σε πρωτοβουλίες σχετικές με την ΤΝ

    The connection between behavioral problems and spelling difficulties in students with and without learning disabilities in grades 1-3 of elementary school

    No full text
    Το ενδιαφέρον της παρούσας εργασίας επικεντρώθηκε στη διερεύνηση της πιθανής σχέσης της ορθογραφίας και των προβλημάτων συμπεριφοράς. Στόχος της έρευνας ήταν να εξεταστεί η σύνδεση των δυσκολιών στον γραπτό λόγο, ιδιαίτερα στην ορθογραφία, με τις δυσκολίες συμπεριφοράς σε μαθητές των τάξεων Α’, Β’ και Γ’ Δημοτικού σε σχολεία του νομού Χανίων. Ειδικότερα, μελετήθηκε κατά πόσο η απόδοση στην ορθογραφία επηρεάζει τα προβλήματα εσωτερίκευσης, εξωτερίκευσης και τη ΔΕΠΥ. Παράλληλα, εξετάστηκε αν η κατηγορία φοίτησης του μαθητή (τυπικό τμήμα ή τμήμα ένταξης) επηρεάζει 1) την επίδοση στην ορθογραφία του, 2) τα συνολικά προβλήματα συμπεριφοράς, 3) τα διαπροσωπικά προβλήματα, 4) τα προβλήματα εξωτερίκευσης και 5) τη ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής ή/ και Υπερκινητικότητα). Η έρευνα έλαβε χώρα τον Μάιο του 2024 λίγο πριν τη λήξη του σχολικού έτους 2023-2024, με τη συμμετοχή 59 μαθητών από τις τάξεις Α’, Β’ και Γ’ Δημοτικού, οι οποίοι φοιτούσαν σε δημοτικά σχολεία των Χανίων. Η μεθοδολογία της έρευνας ήταν ποσοτική. Χρησιμοποιήθηκε, ένα σταθμισμένο εργαλείο αξιολόγησης για την μέτρηση της επίδοσης στην ορθογραφία, καθώς και ένα τροποποιημένο ερωτηματολόγιο 27 ερωτήσεων κλειστού τύπου για την αξιολόγησης της συμπεριφοράς των μαθητών. Το ερωτηματολόγιο συμπληρώθηκε από τους εκπαιδευτικούς των αντίστοιχων τάξεων. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με το λογισμικό SPSS 21. Τα αποτελέσματα από την μελέτη έδειξαν πως οι επιδόσεις στην ορθογραφία δεν επηρεάζουν τα προβλήματα συμπεριφοράς στο σύνολο τους, αλλά σχετίζονται με τα προβλήματα εσωτερίκευσης. Ακόμα, διαπιστώθηκε ότι η κατηγορία που ανήκει ο μαθητής (τυπικό τμήμα ή τμήμα ένταξης) επηρεάζει την ορθογραφία, αλλά όχι τα προβλήματα συμπεριφοράς στο σύνολο τους. Ωστόσο, βρέθηκε πως η κατηγορία που ανήκει ο μαθητής επηρεάζει τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ.The present study focused on investigating the possible relationship between spelling and behavioral problems. The aim of the research was to examine the connection between written language difficulties, particularly in spelling, and behavioral problems in students of the first, second, and third grades of primary schools in Chania. Specifically, the study explored whether spelling performance influences internalizing problems, externalizing problems, and ADHD. Additionally, it examined whether the type of class the student attends (mainstream class or special education class) affects: 1)Their spelling performance, 2)Overall behavioral problems, 3)Interpersonal problems, 4) Externalizing problems, and 5) ADHD (Attention Deficit Hyperactivity Disorder).The research was conducted in May 2024, shortly before the end of the 2023–2024 school year, with the participation of 59 students from the first, second, and third grades of primary schools in Chania. The methodology of the study was quantitative. A standardized assessment tool was used to measure spelling performance, along with a modified questionnaire consisting of 27 closed-ended questions to evaluate the students' behavior. The questionnaire was completed by the teachers of the respective classes. Data analysis was conducted using SPSS 21. The results of the study showed that spelling performance does not affect overall behavioral problems but is related to internalizing problems. Furthermore, it was found that the type of class the student attends (mainstream class or special education class) affects spelling performance but not overall behavioral problems. However, it was observed that the type of class influences ADHD symptoms

    Σχεδιασμός, υλοποίηση και αποτίμηση ολοκληρωμένης παρέμβασης συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης σε μαθητές Στ΄ Δημοτικού για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

    No full text
    Η παρούσα Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία είχε ως σκοπό την δημιουργία διαδραστικού εξ αποστάσεως εκπαιδευτικού υλικού για μαθητές Στ΄ τάξης για τη διδασκαλία της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση του εκπαιδευτικού υλικού έγινε με βάση τις αρχές της πολυμεσικής μάθησης και τις αρχές της Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης. Το υλικό αυτό δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας το λογισμικό H5P, ένα εργαλείο ανοικτού κώδικα. Στη συνέχεια, το μάθημα ενσωματώθηκε στην πλατφόρμα Chamilo, η οποία είναι ένα σύστημα διαχείρισης μάθησης. Το εκπαιδευτικό υλικό αξιολογήθηκε από τελειόφοιτους μεταπτυχιακούς φοιτητές ως ειδικούς του συγκεκριμένου πεδίου και από δεκατρείς μαθητές Στ΄ τάξης δημοτικού σχολείου. Χρησιμοποιήθηκε σκόπιμη δειγματοληψία και τα ερωτηματολόγια περιείχαν ανοιχτού τύπου ερωτήσεων. Η επεξεργασία των δεδομένων που συλλέχθηκαν έγινε με ποιοτική ανάλυση περιεχομένου. Από τα αποτελέσματα που προέκυψαν το συνολικό εκπαιδευτικό υλικό φαίνεται ότι είναι σύμφωνο με τις αρχές της πολυμεσικής μάθησης καθώς και τις αρχές τις Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης.The present Master's Thesis aimed to create interactive distance learning educational material for 6th-grade students, focusing on teaching about World Poetry Day. The design and implementation of the educational material were based on the principles of multimedia learning and the principles of Distance Education. The material was developed using H5P software, an open-source tool. Subsequently, the course was integrated into the Chamilo platform, which is a learning management system. The educational material was evaluated by graduate students as experts in the field and by thirteen 6th-grade elementary school students. Purposeful sampling was employed, and the questionnaires included open-ended questions. The collected data were processed through qualitative content analysis. The results indicated that the overall educational material aligns with the principles of multimedia learning as well as the principles of Distance Education

    Correlation of nurses' workload with missed nursing care in a medical and surgical private clinic

    No full text
    Εισαγωγή Οι νοσηλευτές διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη φροντίδα των ασθενών, συντονίζοντας και παρέχοντας υπηρεσίες υγείας. Ο νοσηλευτικός φόρτος εργασίας περιλαμβάνει, όχι μόνο τον αριθμό των ασθενών και των δραστηριοτήτων αλλά και την πολυπλοκότητα των αναγκών τους, επηρεάζοντας την φροντίδα των ασθενών. Η παραλειπόμενη νοσηλευτική φροντίδα, που προκύπτει από έλλειψη προσωπικού και υπερβολικό φόρτο, μπορεί να οδηγήσει σε ελλιπή παροχή υπηρεσιών, μειωμένη ικανοποίηση των νοσηλευτών και αυξημένων επιπλοκών στους ασθενείς. Σκοπός Ο σκοπός της μελέτης είναι να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ του φόρτου εργασίας των νοσηλευτών και της παραλειπόμενης νοσηλευτικής φροντίδας στις Παθολογικές και Χειρουργικές κλινικές της Creta Interclinic Ιδιωτικής Κλινικής, Ηρακλείου Κρήτης. Μεθοδολογία Πρόκειται για μια περιγραφική συγχρονική μελέτη, που χρησιμοποιεί σταθμισμένα ερωτηματολόγια για το νοσηλευτικό προσωπικό της ιδιωτικής κλινικής Ηρακλείου Creta Interclinic. Διήρκεσε για έξι μήνες, από τον Ιούνιο έως τον Νοέμβριο του 2024, και συμπεριέλαβε νοσηλευτές που εργάζονταν στις παθολογικές και χειρουργικές πτέρυγες. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν σε κάθε νοσηλευτική βάρδια και αφορούσαν τον αριθμό των ασθενών, τις ευθύνες των νοσηλευτών, την αναλογία νοσηλευτών προς ασθενείς και τα περιστατικά εισαγωγών-εξιτηρίων. Τα ερωτηματολόγια συμπληρώνονταν στο τέλος κάθε βάρδιας με ανώνυμο τρόπο, ώστε να ενισχυθεί η συμμετοχή των νοσηλευτών χωρίς ανησυχίες για αξιολόγηση ή επίπληξη. Οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν προφορικά για τον στόχο της μελέτης. Αποτελέσματα Συνολικά συμπληρώθηκαν 74 ερωτηματολόγια από 16 νοσηλευτές. Οι απαντήσεις αντιστοιχούσαν σε 28 καταγραφές πρωινής βάρδιας, 25 απογευματινής, και 21 νυκτερινής. Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν κάτοχοι πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης ΑΤΕΙ, ΠΕ με εργασιακό χρόνο > 37,5 ωρών ανά βδομάδα. Δεν καταγράφηκαν σημαντικές διαφορές παραλείψεων της νοσηλευτικής φροντίδας μεταξύ διαφορετικών ημερών ή βάρδιας υπηρεσίας, ούτε και μεταξύ των δυο φύλων και των δύο κλινικών. Μεταξύ των παραλήψεων που αφορούν δραστηριότητες της καθημερινής ζωής και καταγράφονται συχνά ή πάντα σε μεγάλο ποσοστό (>3/5) περιλαμβάνονται οι αλλαγές θέσης των ασθενών κάθε 4 ώρες (4.3/5), η κινητοποίηση των ασθενών 3 φορές την ημέρα (3.9/5), και η στοματική υγιεινή (3.9/5). Η πλύση των χεριών του προσωπικού παραλείπεται σε μια αναλογία 2.2/5. Μεταξύ των παραλήψεων που αφορούν δραστηριότητες της τρέχουσας κατάστασης υγείας και θεραπείας του ασθενούς και καταγράφονται συχνά ή πάντα σε μεγάλο ποσοστό περιλαμβάνονται η παρακολούθηση της επίσκεψης των ιατρών (5/5), η παροχή ζεστού γεύματος (4.1/5), και η συχνή επανεκτίμηση της κατάστασης του ασθενούς (3.9/5). Οι λόγοι παραλείψεων της νοσηλευτικής φροντίδας περιλαμβάνουν: α) λόγους επικοινωνίας και ομαδικής εργασίας, β) ανθρώπινους πόρους και γ) υλικούς πόρους. Στους σημαντικότερους λόγους παραλείψεων στη φροντίδα περιλαμβάνονται η ανεπαρκής παράδοση από προηγούμενη βάρδια ή τμήμα και η μη υποστηρικτική συμπεριφορά συναδέλφων (μελών της ομάδας) (3.6/4), η απουσία βοηθών θαλάμων (3.5/4), η ένταση μεταξύ των μελών της ομάδας (3.4/4), ο μεγάλος αριθμός εισαγωγών και εξιτηρίων και η μη εξισορροπημένη κατανομή ασθενών (3.3/4). Όμως και σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους, υψηλό σκορ στα αίτια παραλείψεων στη φροντίδα σημειώνει η έλλειψη προσωπικού, όπως και η προβληματική λειτουργία του εξοπλισμού και των προμηθειών εν ώρα ανάγκης. Όσον αφορά το φόρτο εργασίας των νοσηλευτών, σε όλες τις καταγραφές υψηλά βαθμολογήθηκε η προσπάθεια των νοσηλευτών και χρονική απαίτηση, ενώ σταθερά χαμηλά παρέμειναν η απόδοση και η διανοητική απαίτηση. Με υψηλά σκορ βαθμολογήθηκαν η χρονική απαίτηση και η προσπάθεια σε όλες τις βάρδιες. Χαμηλότερη ήταν η απαίτηση της επίδοσης σε όλες τις βάρδιες. Υψηλότερη ήταν η σωματική απαίτηση της πρωινής βάρδιας σε σύγκριση με την απογευματινή και βραδινή (p<0.001) καθώς και ο συνολικός φόρτος εργασίας της πρωινής βάρδιας (p=0.003). Συμπεράσματα Η μελέτη διαπιστώνει ότι οι παραλείψεις στη νοσηλευτική φροντίδα κυρίως βασικές δραστηριότητες της καθημερινής φροντίδας των ασθενών, όπως η κινητοποίηση, η προσωπική υγιεινή και η τήρηση των κανόνων υγιεινής των χεριών. Αντίθετα, οι παραλείψεις που σχετίζονται με τη θεραπεία και την παρακολούθηση της υγείας είναι λιγότερο συχνές. Βασικοί παράγοντες που συμβάλλουν στις παραλείψεις περιλαμβάνουν δυσλειτουργίες στον εξοπλισμό, προβλήματα επικοινωνίας μεταξύ των νοσηλευτών και άλλων τμημάτων, καθώς και την αίσθηση υποστελέχωσης και δυσαρέσκειας για τις εργασιακές συνθήκες. Αυξημένες απαιτήσεις σωματικής προσπάθειας και χρονικών περιορισμών συμβάλλουν ιδιαίτερα στον αυξημένο φόρτο εργασίας των νοσηλευτών.Background Nurses play a critical role in patient care by coordinating and delivering healthcare services. Their workload extends beyond patient numbers and tasks, encompassing the complexity of patient needs, which directly impacts the quality of care. Missed nursing care, often resulting from staffing shortages and excessive workload, can lead to inadequate service delivery, reduced nurse satisfaction, and increased patient complications. ObjecJve This study aims to examine the relationship between nursing workload and missed nursing care in the Medical and Surgical Departments of Creta Interclinic Private Clinic in Heraklion, Crete. Methods This descriptive cross-sectional study utilized standardized questionnaires for nursing staff at Creta Interclinic. Conducted over six months (June–November 2024), it included nurses working in medical and surgical wards. Data were collected for each nursing shift, covering patient numbers, nurse responsibilities, nurse-to-patient ratios, and admission-discharge cases. Questionnaires were completed anonymously at the end of each shift to encourage participation without concerns about evaluation or reprimand. All participants were verbally informed about the study’s purpose. Results A total of 74 questionnaires were completed by 16 nurses, corresponding to 28 morning, 25 afternoon, and 21 night shift recordings. All participants held higher education degrees and worked more than 37.5 hours per week. There were no significant differences in missed nursing care across different shifts, days, genders, or departments. Frequently missed basic care activities (>3/5 on a scale) included patient repositioning every four hours (4.3/5), patient mobilization three times daily (3.9/5), and oral hygiene (3.9/5). Hand hygiene compliance among staff was lower (2.2/5). Commonly missed patient health monitoring and treatment-related activities included attending physician rounds (5/5), providing warm meals (4.1/5), and frequent patient reassessment (3.9/5). Key factors contributing to missed care included communication and teamwork issues, such as inadequate shift handovers and lack of supportive behavior from colleagues (3.6/4). Human resources shortages, including the absence of ward assistants (3.5/4) and high patient admission/discharge rates (3.3/4). Material resource constraints, such as staffing shortages and malfunctioning equipment during critical moments. Regarding workload, nurses consistently reported high effort and ome demands across all shis, while performance and cogniove demand remained low. Morning shis had the highest physical workload compared to aernoon and night shis (p<0.001) and the overall highest workload burden (p=0.003). Conclusion The study highlights that missed nursing care primarily involves fundamental daily patient care activities, such as mobilization, personal hygiene, and hand hygiene compliance. In contrast, omissions related to treatment and health monitoring were less frequent. Key contributors to missed care include equipment malfunctions, communication breakdowns, understaffing, and dissatisfaction with working conditions. Increased physical effort and time constraints significantly contribute to the heavy nursing workload

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇