11894 research outputs found
Sort by
Η Μεταναστευτική-Προσφυγική κρίση ως ασύμμετρη απειλή στη Διαχείριση Ανθρωπίνων Πόρων σε Διεθνές Επίπεδο /
Η μετανάστευση αποτελεί ένα διαχρονικό φαινόμενο που έχει διαμορφώσει τον κόσμο όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Από την αρχαιότητα έως τις σύγχρονες εποχές, οι μεταναστευτικές ροές έχουν επηρεάσει την ανάπτυξη των κοινωνιών, την πολιτική γεωγραφία, την οικονομία και τον πολιτισμό (Bali, 2023). Η μετανάστευση μπορεί να προκαλέσει διάφορες απειλές και προκλήσεις στις κοινωνίες υποδοχής, ιδιαίτερα όταν η ροή μεταναστών είναι μεγάλη και δύσκολη να διαχειριστεί. Οι απειλές αυτές μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής: (Betts, 2013).
Ο μεγάλος αριθμός μεταναστών και προσφύγων, ενώ απαιτεί αλληλεγγύη και ανταπόκριση, ταυτόχρονα απειλεί τις χώρες που τους φιλοξενούν. Σε οικονομικό επίπεδο, η αυξανόμενη ανεργία, ιδίως μεταξύ των ανειδίκευτων εργαζομένων, και η πίεση στο σύστημα υγείας αποτελούν μείζονα προβλήματα. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι κοινωνικές αναταραχές, ο εξτρεμισμός και οι πολιτιστικές συγκρούσεις, ενώ η έξαρση της εγκληματικότητας και η απειλή εισαγωγής τρομοκρατών δημιουργούν προβλήματα ασφάλειας. Επιπλέον, η πολιτική πολυπλοκότητα και η ριζοσπαστικοποίηση των μεταναστών, λόγω των κακών συνθηκών διαβίωσης, δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Ως εκ τούτου, το πρόβλημα της μετανάστευσης είναι μια αναπόφευκτη απειλή, που απαιτεί μια ευρεία προσέγγιση για την επίλυση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί ενέργειες που προωθούν την κοινωνική και την οικονομική ένταξη αλλά και την ασφάλεια, διασφαλίζοντας παράλληλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των μεταναστών και των προσφύγων (Castles et al., 2014)
Women and politics : the presence of women in the Hellenic Parliament from 2000 to 2019
Η παρουσία των γυναικών στο ελληνικό κοινοβούλιο, τα χαρακτηριστικά και η δυναμική της, κατά τις βουλευτικές περιόδους 2000-2019, είναι το αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Η έμφυλη ανισότητα στο επίπεδο της πολιτικής αντιπροσώπευσης αποτελεί ζήτημα με μείζονες πολιτικές διαστάσεις και επιπτώσεις και καθορίζει την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας. Αποτελεί έτσι αντικείμενο συνεχούς επιστημονικού προβληματισμού και έρευνας, με στόχο να αποκρυπτογραφηθούν οι παράγοντες που (ανα)παράγουν την έμφυλη ανισότητα και την υπο-εκπροσώπηση των γυναικών σε θέσεις θεσμικής πολιτικής ευθύνης.The presence of women in the Greek Parliament, its characteristics and dynamics during the parliamentary periods from 2000 to 2019, is the subject of this study. Gender inequality in the field of political representation constitutes an issue with major political dimensions and consequences, fundamentally shaping the very quality of democracy. As such, it remains a topic of ongoing scholarly inquiry and research, aiming to decipher the factors that (re)produce gender inequality and the underrepresentation of women in positions of institutional political responsibility
The contribution of interpersonal relationships between school leadership and primary education teachers to the effective functioning of the school
Η παρούσα εργασία διερευνά τον ρόλο των διαπροσωπικών σχέσεων και της ηγεσίας στην αποτελεσματική λειτουργία της σχολικής μονάδας, με έμφαση στη συμβολή τους στη διαμόρφωση θετικού σχολικού κλίματος και τη μείωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Μέσα από ανάλυση βιβλιογραφικών πηγών και ερευνητικών δεδομένων, αναδεικνύεται ότι οι σχέσεις μεταξύ διευθυντών και εκπαιδευτικών που βασίζονται στην εμπιστοσύνη, τον σεβασμό και την ενσυναίσθηση ενισχύουν τη συνεργασία και τη συνοχή της σχολικής κοινότητας. Η συναισθηματική νοημοσύνη των διευθυντών και η ηγετική προσέγγιση που υιοθετούν αποτελούν κρίσιμους παράγοντες: η συμμετοχική και υποστηρικτική ηγεσία προάγει τη συλλογικότητα και τη θετική επικοινωνία, ενώ η αυταρχική στάση μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις και δυσαρέσκεια. Επισημαίνονται, επίσης, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι διευθυντές στην καθημερινή τους πρακτική, όπως ο αυξημένος διοικητικός φόρτος και η πίεση από πολλαπλούς φορείς. Τέλος, επιβεβαιώνεται ότι η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων επηρεάζει έμμεσα αλλά καθοριστικά τους μαθητές, συμβάλλοντας στη συναισθηματική τους ευημερία και στη μαθησιακή τους πρόοδο.This study explores the role of interpersonal relationships and leadership in the effective functioning of school units, emphasizing their contribution to fostering a positive school climate and reducing educational inequalities. Through the analysis of literature and research data, it is highlighted that relationships between principals and teachers, when based on trust, respect, and empathy, strengthen collaboration and the cohesion of the school community. Principals’ emotional intelligence and the leadership approach they adopt are identified as key factors: participative and supportive leadership promotes collective responsibility and positive communication, whereas authoritarian leadership can lead to conflict and dissatisfaction. The study also underscores the challenges principals face in their daily practice, such as increased administrative workload and pressure from various stakeholders. Finally, it confirms that the quality of interpersonal relationships indirectly but significantly affects students, contributing to their emotional well-being and academic progress
Representations of God in infants and the influence of the socio-economic and cultural background of their families : a sociological approach
The effectiveness of Educational Robotics in developing socio-emotional skills and peer relationships in children with ASD in the inclusive Kindergarten
Στη σύγχρονη σχολική πραγματικότητα ολοένα και περισσότερο συναντάμε
μαθητές/τριες με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, όπως άτομα με Διαταραχή Αυτιστικού
Φάσματος (ΔΑΦ), η συμπερίληψη των οποίων απαιτεί την εφαρμογή σύγχρονων και
αποτελεσματικών μεθόδων διδασκαλίας και μάθησης. Οι νέες τεχνολογίες και κυρίως
η εκπαιδευτική ρομποτική αποτελούν ένα παιδαγωγικό μέσο που συμβάλλει στη
δημιουργία προβλέψιμων και ελκυστικών εκπαιδευτικών περιβαλλόντων και
προσφέρει νέες ευκαιρίες ένταξης. Η παρούσα έρευνα είχε ως στόχο να αξιολογήσει
την επίδραση της εκπαιδευτικής ρομποτικής στην καλλιέργεια των κοινωνικών και
συναισθηματικών δεξιοτήτων των παιδιών με ΔΑΦ προσχολικής ηλικίας και την
ανάπτυξη σχέσεων με τα τυπικά αναπτυσσόμενα συνομήλικα τους άτομα. Για τον
σκοπό αυτό, διεξήχθη μια ποσοτική μελέτη που βασίζεται σε μια οιωνεί πειραματική
μεθοδολογία και έναν σχεδιασμό αρχικής και τελικής μέτρησης. Το δείγμα
περιλάμβανε δυο τάξεις Νηπιαγωγείου γενικής αγωγής με 38 μαθητές/τριες, στις
οποίες φοιτούσαν και 2 μαθητές/τριες με ΔΑΦ. Η μία τάξη αποτέλεσε την πειραματική
ομάδα, όπου οι συμμετέχοντες/χουσες έλαβαν ένα πρόγραμμα παρέμβασης για την
καλλιέργεια των κοινωνικοσυναισθηματικών δεξιοτήτων με τη χρήση της
εκπαιδευτικής ρομποτικής και η άλλη τάξη την ομάδα ελέγχου, με τους/τις
συμμετέχοντες/χουσες να λαμβάνουν το ίδιο πρόγραμμα παρέμβασης καλλιέργειας
δεξιοτήτων αλλά χωρίς την αξιοποίηση της εκπαιδευτικής ρομποτικής. Η ερμηνεία
των αποτελεσμάτων ανάδειξε την αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής ρομποτικής
σε σχέση με την αυτιστική διαταραχή και συγκεκριμένα φάνηκε ότι συνέβαλε στην
ενίσχυση των κοινωνικοσυναισθηματικών δεξιοτήτων του παιδιού με ΔΑΦ και στις
σχέσεις του με τα συνομήλικα του άτομα.In today's school reality we increasingly encounter students with special educational
needs, such as people with Autism Spectrum Disorder (ASD), whose inclusion requires
the application of modern and effective teaching and learning methods. New
technologies, in particular educational robotics, are a pedagogical tool that contributes
to the creation of predictable and engaging educational environments and offers new
opportunities for inclusion. The present study aimed to evaluate the impact of
educational robotics on the cultivation of social and emotional skills of preschool
children with ASD and the development of relationships with typically developing
peers. To this end, a quantitative study based on sound experimental methodology and
an initial and final measurement design was conducted. The sample comprised two
general education kindergarten classes with 38 students, including 2 students with
ASD. One class was the experimental group, where the participants received an
intervention program to cultivate social-emotional skills using educational robotics, and
the other class was the control group, with the participants receiving the same skill
cultivation intervention program but without the use of educational robotics.
Interpretation of the results shed light on the effectiveness of educational robotics in
relation to autistic disorder and specifically appeared to have a positive impact on
enhancing the social-emotional skills of the child with ASD and on his/her relationships
with peers
Primary school teachers' perceptions of the role of Information and Communication Technologies (ICT) in Environmental Education (EE) in Primary Education
Η παρούσα εργασία διερευνά τις απόψεις των δασκάλων σχετικά με τη χρήση των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας (ΤΠΕ) στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση στο δημοτικό σχολείο. Ο στόχος της μελέτης είναι να εξετάσει τις ευκαιρίες και τις δυσκολίες που ενδέχεται να προκύψουν από την εφαρμογή των ΤΠΕ στη διδασκαλία της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, καθώς και να αξιολογήσει τις αντιλήψεις των δασκάλων για την αποτελεσματικότητα των τεχνολογικών εργαλείων στη μαθησιακή διαδικασία.
Η έρευνα ακολούθησε ποσοτική προσέγγιση, χρησιμοποιώντας ένα δομημένο ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου για τη συλλογή δεδομένων, τα οποία αναλύθηκαν με περιγραφική και επαγωγική στατιστική. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί γενικά αντιλαμβάνονται θετικά τις ΤΠΕ και τις θεωρούν χρήσιμες για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης των μαθητών. Ωστόσο, αναδείχθηκαν προκλήσεις όπως η ανάγκη για επιμόρφωση των δασκάλων και η έλλειψη επαρκών υποδομών σε ορισμένα σχολεία. Εν τούτοις, οι συμμετέχοντες φαίνονται πρόθυμοι να αξιοποιήσουν τις ΤΠΕ, εφόσον τους παρέχονται οι κατάλληλες υποστηρίξεις και πόροι.
Η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιτυχής ενσωμάτωση των ΤΠΕ στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση εξαρτάται από τη σωστή προσέγγιση και την κατάλληλη υποστήριξη των δασκάλων. Η κατάλληλη ενσωμάτωση των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική πράξη δύναται να ενισχύσει τη μαθησιακή διαδικασία και να συμβάλει στην ανάπτυξη περιβαλλοντικής ευαισθησίας στους μαθητές.This study explores the perceptions of primary school teachers regarding the use of Information and Communication Technologies (ICT) in Environmental Education in elementary schools. The aim of the research is to examine the opportunities and challenges that may arise from the application of ICT in environmental education teaching, as well as to evaluate teachers' perceptions of the effectiveness of technological tools in the learning process.
The research followed a quantitative approach, using a structured closed-ended questionnaire to collect data, which were analyzed using descriptive statistics. The results show that teachers generally have a positive perception of ICT and consider them beneficial for enhancing students' environmental awareness. However, challenges such as the need for teacher training and the lack of sufficient infrastructure in some schools were identified. Nevertheless, the participants appear willing to integrate ICT into their teaching, provided they are given the necessary support and resources.
The study concludes that the successful integration of ICT in Environmental Education depends on a strategic approach and proper teacher support. When implemented correctly, ICT can enhance the educational process and contribute to developing environmental awareness in students
The experiential-emotional world of individuals with acquired motor disabilities in contemporary society : Case studies based on phenomenological and biographical-narrative methodology
Στη σύγχρονη εποχή οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της αποτελεσματικότητας, των πολλαπλών
ικανοτήτων και της επίδοσης κυριαρχούν όλο και περισσότερο σε σύμπνοια με την επικράτηση του
βιοϊατρικής προσέγγισης/ερμηνείας συμπεριφορών και τρόπων ζωής μαζί με την πρόκριση του
αξιώματος της ατομικής ευθύνης. Τι συμβαίνει στα σύγχρονα ενσώματα υποκείμενα που δεν
μπορούν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες απαιτήσεις της πραγματικότητας και των ραγδαίων
μετασχηματισμών (ψηφιακών, εργασιακών, πολιτικοοικονομικών, διαπροσωπικών); Πως
κατασκευάζεται και βιώνεται ο συναισθηματικός κόσμος όσων παρεκκλίνουν από την κανονικότητα;
Η παρούσα έρευνα (διπλωματική εργασία) επιχειρεί να διερευνήσει τις ψυχοκοινωνικές εκφάνσεις
της αναπηρίας τοποθετώντας στο επίκεντρο της μελέτης τις προσωπικές ιστορίες ατόμων με
κινητικές αναπηρίες. Υπό το πρίσμα των κριτικών σπουδών για την αναπηρία, το παρόν εγχείρημα
έχει ως στόχο να φωτίσει το πολύπλευρο σύστημα αλληλεπιδράσεων μεταξύ κινητικών
δυσλειτουργιών, ατομικών αποκρίσεων σε αυτές και του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος μέσα
από την καθημερινότητα και τον πλουραλισμό των βιωμάτων κινητικά ανάπηρων ατόμων,
προκειμένου να συμβάλλει στον αγώνα για ισότητα και αξιοπρέπεια, χειραφέτηση και δικαιοσύνη
όσων αποκλείονται και ετικετοποιούνται. Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από τέσσερα ενήλικα
υποκείμενα (δύο άντρες και δύο γυναίκες) με επίκτητη κινητική αναπηρία. Η διαδικασία της
συλλογής και της ανάλυσης δεδομένων βασίζεται στη φαινομενολογική-αφηγηματική μεθοδολογία
που συνιστούν βασικές προσεγγίσεις της ποιοτικής έρευνας. Στην έρευνα γίνεται χρήση
βιογραφικών-αφηγηματικών συνεντεύξεων και ιχνογραφικών, μεταφορικών έργων. Η συλλογή
ερευνητικών δεδομένων πραγματοποιήθηκε το χειμερινό εξάμηνο του 2025. Στην όλη διαδικασία
της έρευνας, η ερευνήτρια έχει φροντίσει και δεσμεύεται να τηρήσει πλήρη εμπιστευτικότητα για
όλες τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν από τα υποκείμενα της συγκεκριμένης έρευνας, έτσι ώστε
αυτές να μην μπορούν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση τους εκτός και αν τα ίδια το επιθυμούν.
Επιπλέον, τα ευρήματα της έρευνας ανέδειξαν την ποικιλομορφία των υποκειμενικών
διαδρομών αποδοχής, προσαρμογής και ταυτότητας. Οι συμμετέχοντες παρουσίασαν στάδια πένθους
και αναδόμησης ταυτότητας, ενώ τονίστηκε η σημασία της οικογένειας, της φιλίας και του ευρύτερου
κοινωνικού-θεσμικού περιβάλλοντος στη διαχείριση της νέας πραγματικότητας. Ιδιαίτερη έμφαση
δόθηκε στην εμπειρία της εργασίας, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στο ζήτημα του βιοπορισμού,
αλλά λειτουργεί ως πεδίο κοινωνικοποίησης, αναγνώρισης και ενδυνάμωσης· ταυτόχρονα, όμως,
αποτελεί και χώρο έντονων εμπειριών διακρίσεων, αποκλεισμού και στιγματισμού. Οι αφηγήσεις
φώτισαν την αναπηρία ως κοινωνικά διαμεσολαβημένη εμπειρία, όπου οι ψυχο-συναισθηματικές
προεκτάσεις της, καθώς και σχετιζόμενες με την αναπηρία έννοιες όπως η ικανότητα, η αυτονομία,
η ανεξαρτησία, η αξιοπρέπεια κ.α. επαναπροσδιορίζονται μέσα από το πρίσμα της καθημερινής ζωής.The experiential-emotional world of individuals with acquired mobility disabilities in modern
society: Case studies based on phenomenological and biographical-narrative methodology
In modern times, neoliberal policies of efficiency, multiple competencies, and performance are
increasingly dominant, in alignment with the prevalence of biomedical approaches/interpretations of
behaviors and lifestyles, along with the emphasis on the axiom of individual responsibility. What
happens to contemporary embodied subjects who cannot meet the increasing demands of reality and
the rapid transformations (digital, occupational, political-economic, interpersonal)? How is the
emotional world constructed and experienced by those who deviate from the norm?
This research (thesis) aims to investigate the psychosocial dimensions of disability by focusing
on the personal stories of individuals with mobility disabilities. From the perspective of critical
disability studies, this project seeks to shed light on the multifaceted system of interactions between
mobility impairments, individual responses to them, and the socio-political environment through the
everyday lives and diversity of experiences of people with mobility disabilities. The goal is to
contribute to the struggle for equality and dignity, empowerment, and justice for those who are
excluded and labeled.
The research sample consists of four adult participants (two men and two women) with acquired
mobility disabilities. The process of data collection and analysis is based on phenomenologicalnarrative
methodology, which are core approaches in qualitative research. The study utilizes
biographical-narrative interviews as well as graphic and metaphorical representations. Data collection
was conducted during the winter semester of 2025. Throughout the research process, the researcher
has ensured and is committed to maintaining full confidentiality of all information obtained from the
participants, so that they cannot be identified unless they themselves wish to be.
Moreover, the findings of the research highlighted the diversity of subjective pathways of
acceptance, adaptation, and identity. Participants went through stages of grief and identity
reconstruction, while the significance of family, friendship, and the broader social-institutional
environment was emphasized in managing the new reality. Particular emphasis was placed on the
experience of work, which is not limited to the issue of livelihood but functions as a space of
socialization, recognition, and empowerment; at the same time, however, it also constitutes a site
of intense experiences of discrimination, exclusion, and stigmatization. The narratives shed light
on disability as a socially mediated experience, where its psycho-emotional dimensions, as well as
related concepts such as ability, autonomy, independence, dignity, and others, are redefined
through the lens of everyday life
Εξάρτηση οπτοακουστικού σήματος ως συνάρτηση της θερμοκρασίας σε προσoμοιώματα και in vivo
Τα τελευταία χρόνια, πέρα από την ανάπτυξη οπτοακουστικών τεχνικών αποκλειστικά για
απεικονιστικούς σκοπούς, παρατηρείται ενδιαφέρον για τη δημιουργία φορητών και χαμηλού
κόστους οπτοακουστικών συσκευών. Οι συσκευές αυτές στοχεύουν όχι μόνο στην
απεικόνιση, αλλά και στην καταγραφή βιοδεικτών και φυσιολογικών διεργασιών σε
πραγματικό χρόνο, αξιοποιώντας την υψηλή ευαισθησία των οπτοακουστικών αισθητήρων
όσον αφορά την καταγραφή παραμέτρων όπως ο κορεσμός του οξυγόνου ή τη
παρακολούθηση αιμοδυναμικών μεταβολών. Η τάση αυτή συνδέεται με την ανάγκη για πιο
προσβάσιμα και οικονομικά εργαλεία που μπορούν να βρουν εφαρμογές σε κλινικά και
καθημερινά περιβάλλοντα παρακολούθησης υγείας.
Στόχος της παρούσας πτυχιακής εργασίας είναι η μελέτη των μεταβολών του
οπτοακουστικού σήματος συναρτήσει του παράγοντα της θερμοκρασίας. Για το σκοπό αυτό,
χρησιμοποιήσαμε φορητή συσκευή ανίχνευσης οπτοακουστικού σήματος σε συνδυασμό με
ένα ακριβές θερμόμετρο (K-type thermocouple). Το σύστημα που χρησιμοποιείται
χαρακτηρίζεται από καινοτομία, καθώς βασίζεται στην αξιοποίηση οικονομικότερων πηγών
οπτικής διέγερσης τύπου LED έναντι των ακριβότερων οπτικών πηγών Laser. Το
συγκεκριμένο οπτοακουστικό σύστημα είναι φορητό και κατάλληλο τόσο για in vivo, αλλά και
για in vitro πειράματα σε πραγματικό χρόνο.
Το πείραμα υλοποιήθηκε τόσο σε τεχνητά προσομοιώματα ιστών, όσο και in vivo με
μετρήσεις σε δάκτυλα υγειών εθελοντών, μεταβάλλοντας τη θερμοκρασία από ψυχρό σε
θερμό περιβάλλον με φυσικό τρόπο. Στόχος της εργασίας είναι η μελέτη της συσχέτισης του
οπτοακουστικού σήματος με τις μεταβολές της θερμοκρασίας σε προσομοιώματα και in vivo.
Τα αποτελέσματα της μελέτης αναδεικνύουν τη θερμοεξάρτηση του οπτοακουστικού
σήματος και επιβεβαιώνουν τη σημασία της παρακολούθησης των μεταβολών της
θεμροκρασίας σε εφαρμογές οπτοακουστικής απεικόνισης. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της
μελέτης δείχνουν ότι η οπτοακουστική παρακολούθηση των θερμοκρασιακών μεταβολών
παρέχει και πληροφορίες για τη φύση του υλικού που χρησιμοποιείται, μιας και το
οπτοακουστικό σήμα, διαφοροποιείται ανάλογα το υλικό και τις ιδιότητες του.
Η διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ του οπτοακουστικού σήματος και της θερμοκρασίας
έχει ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον. Η μελέτη αυτού του ζητήματος μπορεί να συμβάλλει
καθοριστικά στην ανάπτυξη τεχνικών ακριβούς απεικόνισης και θερμικής παρακολούθησης
βιολογικών ιστών και αποτελεί σημείο κλειδί για κλινικές εφαρμογές όπου απαιτείται ο ακριβής
έλεγχος της θερμοκρασιακής κατανομής εντός ιστού, με μη επεμβατικό τρόπο
Cybersecurity and international conflicts
Η παρούσα διπλωματική εργασία αναλύει τον τρόπο με τον οποίο η κυβερνοασφάλεια και οι εξελίξεις που την αφορούν, επηρεάζουν και διαμορφώνουν τις διεθνείς συγκρούσεις και την γεωπολιτική συνολικά. Εστιάζει στις θεωρητικές προσεγγίσεις της κυβερνοασφάλειας, τον ορισμό και τις έννοιες γύρω από τον κυβερνοχώρο, καθώς και την πολυδιάστατη φύση του, ενώ ασχολείται και με την επίδραση των νέων τεχνολογιών και των μοντέλων διακυβέρνησης του. Εξετάζει την έννοια του Κυβερνοπολέμου και των Κυβερνοεπιθέσεων, τις πολιτικές και νομικές τους διαστάσεις, καθώς και τη στρατηγική χρήση του κυβερνοχώρου στις διεθνείς σχέσεις. Η εργασία παρουσιάζει τις εθνικές στρατηγικές κυβερνοασφάλειας και τις πολιτικές διαχείρισης κρίσεων, με αναλυτική αναφορά στην περίπτωση της Ελλάδας και συγκριτική μελέτη των ΗΠΑ, του Ισραήλ, της Εσθονίας και της Κίνας. Επιπλέον, διερευνά τις γεωπολιτικές στρατηγικές και τον ανταγωνισμό, εστιάζοντας στις ψηφιακές σφαίρες επιρροής, τον τεχνολογικό ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας και τον ρόλο των ψηφιακών υποδομών. Τέλος, μέσα από αναλυτική μελέτη συγκεκριμένων περιπτώσεων (όπως οι επιθέσεις στην Εσθονία το 2007, το Stuxnet, ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή), αναδεικνύεται η πολυπλοκότητα των επιπτώσεων και η ανάγκη για ενίσχυση του διεθνούς νομικού πλαισίου και συνεργασίας για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων ψηφιακών απειλών.This thesis analyzes how cybersecurity and related developments influence and shape international conflicts and geopolitics as a whole. It focuses on theoretical approaches to cybersecurity, the definition and concepts surrounding cyberspace, and its multidimensional nature, while also addressing the impact of new technologies and governance models. It examines the concept of cyberwarfare and cyberattacks, their political and legal dimensions, as well as the strategic use of cyberspace in international relations. The thesis presents national cybersecurity strategies and crisis management policies, with a detailed reference to the case of Greece and a comparative study of the US, Israel, Estonia and China. In addition, it explores geopolitical strategies and competition, focusing on digital spheres of influence, US-China technological competition, and the role of digital infrastructure. Finally, through a detailed study of specific cases (such as the attacks on Estonia in 2007, Stuxnet, the Russia-Ukraine war, and the conflicts in the Middle East), it highlights the complexity of the implications and the need to strengthen the international legal framework and cooperation to address growing digital threats
Ρύθμιση της ανθρώπινης 15-Λυποξιγενάσης-1 σε επίπεδο ενός μορίου
Η ανθρώπινη 15-Λιποξυγενάση-1 είναι ένα ένζυμο που περιεχει μη-αιμικό σίδηρο, το
οποίο εμπλέκεται σε ένα ευρύ φάσμα φυσιολογικών λειτουργιών και παθολογικών
καταστάσεων, όπως η φλεγμονή, η κυτταρική διαφοροποίηση και η εξέλιξη
ασθενειών. Αν και η κλασική λιποϋπεροξειδική της δραστικότητα έχει μελετηθεί
εκτενώς, πολύ λιγότερα είναι γνωστά σχετικά με τις δυναμικές τις διαμορφώσεις και
τη ρύθμισή της. Η παρούσα διατριβή επικεντρώθηκε σε δύο κύριους στόχους:
πρώτον, στην εφαρμογή μιας στρατηγικής για την ανάπτυξη νέων ρυθμιστών με
εκλεκτική στόχευση της και δεύτερον, στον σχεδιασμό και τη μελέτη μεταλλαγμάτων
της ανθρώπινης 15-Λιποξυγενάσης-1 κατάλληλων για την έρευνα δομικών
μεταβολών, ιδίως της πιθανής κίνησης της έλικας α2 και του τομέα N-PLAT, με χρήση
της βιοφυσικης τεχνικής single-molecule Förster Resonance Energy Transfer (smFRET).
Το πρώτο σκέλος της μελέτης αφορούσε την ανάπτυξη ρυθμιστικών μικρών μορίων
από διαφορετικούς χημικούς χώρους, όπως μη-αρωματικά συστήματα, καθώς και
ενώσεις ήδη γνωστές από τη βιβλιογραφία, όπως οι τετραλόνες. Η ανάπτυξη των
ρυθμιστικών μορίων επικεντρώθηκε σε υποκατεστημένους πενταμελείς δακτυλίους.
Για τους αναστολείς μελετήθηκαν παράγωγα α,β-ακόρεστης-γ-λακτάμης (LC), ενώ για
τους ενεργοποιητές μελετήθηκαν παράγωγα βουτενολιδίου (BT) και σκελετοί
κυκλοπεντανόνης (CP). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν μια τάση όπου τα παράγωγα γ-
λακτάμης, τα οποία φέρουν άτομο αζώτου, λειτούργησαν σταθερά ως αναστολείς,
ενώ τα παράγωγα με άτομο οξυγόνου ή άνθρακα στην ίδια θέση, όπως τα
βουτενολίδια και οι κυκλοπεντανόνες, προήγαγαν την ενεργοποίηση του ενζύμου.
Επιπλέον, οι γνωστές τετραλόνες, που έχουν μελετηθεί εκτενώς για άλλους
φαρμακολογικούς στόχους, έδειξαν σημαντική ανασταλτική δράση έναντι της 15-
Λιποξυγενάσης-1, ιδίως όταν έφεραν υποκαταστάτες τύπου εν-ινίου. Σχετικά με το
δεύτερο μέρος, μετά την απομάκρυνση δύο κυστεϊνών της επιφάνειας της πρωτεΐνης
(C196 και C209) και την τροποποίηση συγκεκριμένων αμινοξέων, δημιουργήθηκαν
τρία μεταλλάγματα με δυο κυστείνες στην επιφάνεια το καθένα: δύο που αφορούσαν
την έλικα α2 (C291|I187C, C291|L191C) και μία που αφορούσε τον τομέα N-PLAT
(C291|L35C). Τα μεταλλάγματα αυτά εκφράστηκαν, καθαρίστηκαν, επιβεβαιώθηκε η
ενζυμική τους δραστικότητα και επισημάνθηκαν για μελέτη μέσω smFRET. Η ανάλυση
των μεταλλαγμάτων που στόχευαν την έλικα α2 και τον τομέα N-PLAT έδειξε παρόμοια
αποτελέσματα, τα οποία αντιφάσκουν με τις θεωρητικές αποστάσεις που
προβλέπονταν από το ομόλογο μοντέλο. Επιπλέον, η αλλαγή των πειραματικών
συνθηκών δεν είχε αξιοσημείωτη επίδραση στον πληθυσμό κάθε μεταλλάγματος.
Αυτό πιθανώς, υποδηλώνει είτε ότι περισσότερες κυστεΐνες είναι εκτεθειμένες στην
επιφάνεια, από όσες προβλέπει το μοντέλο, είτε ότι η πρωτεΐνη δεν διατηρεί τη
φυσική λειτουργική της διαμόρφωση μέχρι τη στιγμή που παρατηρείται στο
μικροσκόπιο.Human 15-Lipoxygenase-1 (h15-LOX-1) is a non-heme iron enzyme involved in a wide
range of physiological functions and pathological conditions, such as inflammation
resolution, cell differentiation, and disease progression. Although its classical
lipoperoxidation activity has been extensively studied, much less is known about its
conformational dynamics and regulation. This thesis addressed two main goals: first,
to employ a multidisciplinary strategy for the development of novel modulators aimed
at selectively targeting 15-LOX-1 and second, to design and study h15-LOX-1 variants
suitable for investigating conformational changes, particularly the potential movement
of helix α2 and the N-PLAT domain, using single-molecule Förster Resonance Energy
Transfer (smFRET). The first part involved the development of regulatory molecules
from different chemical spaces, such as non-aromatic scaffolds, as well as compounds
already described in the literature, including tetralones. The development of
regulatory molecules focused on substituted of five-membered ring scaffolds. For
inhibitors, α,β-unsaturated-γ-lactam (3-pyrrolin-2-one, LC) derivatives were explored,
while for activators, butenolide (BT) derivatives and cyclopentanone (CP) scaffolds
were investigated. This highlighted a clear trend: γ-lactam derivatives, which feature a
nitrogen atom adjacent to the carbonyl group, consistently acted as inhibitors,
whereas derivatives with an oxygen or carbon atom in the same position, such as
butenolides and cyclopentanones, promoted enzyme activation. In addition, known
tetralones, previously employed for multiple pharmacological targets, demonstrated
significant inhibition of 15-LOX-1, particularly when modified with enyne substituents.
In the second part of thesis, after the removal of two exposed cysteines (C196 and
C209) and the modification of specific amino acids, three double-cysteine variants
were generated: two targeting helix α2 (C291|I187C, C291|L191C) and one targeting
the N-PLAT domain (C291|L35C). These variants were expressed, purified, their
activity was verified, and they were labeled for study by smFRET. The analysis of the
variants targeting helix α2 and the N-PLAT domain showed similar results, which
contradicted the theoretical distances predicted by the homology model.
Furthermore, changing the experimental conditions did not have any noticeable effect
on the population of each variant. This highlights the possibility that more cysteines
are exposed than predicted by the model, or that the protein does not maintain its
native functional conformation by the time it is imaged under the microscope