11894 research outputs found
Sort by
Democracy and educational inequalities in the School Communities of Special Education
Διαχρονικά η εκπαίδευση αποτελεί βασικό πυλώνα κοινωνικής και προσωπικής αναζήτησης, καταξίωσης και ισότιμης πρόσβασης ευκαιριών. Η λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος κάθε κοινωνίας εξαρτάται από τις δομές και τις ανισότητες που υπάρχουν σε αυτές τις κοινωνίες με αποτέλεσμα οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις να εμφανίζονται και να αναπαράγονται μέσα στη σχολική μονάδα και στη σχολική τάξη.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, όπου είναι δεδομένη η διαφορετικότητα και οι διαφορετικές ανάγκες είτε μαθησιακές είτε κοινωνικές, η ανάγκη για ισότιμη πρόσβαση, συμμετοχή και επιτυχία κρίνεται απαραίτητη.
Μέσα από την καταγραφή και ανάλυση των αντιλήψεων και εμπειριών των εκπαιδευτικών που εργάζονται σε σχολικές μονάδες της ειδικής αγωγής (ΕΕΕΕΚ), επιδιώκεται να αναδειχθούν:
• Οι μορφές και οι διαστάσεις των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων ,
• Οι στάσεις και οι πρακτικές των εκπαιδευτικών,
• Οι σχέσεις συνεργασίας εντός του σχολείου μεταξύ διοίκησης, και όλων των εμπλεκόμενων στη σχολική μονάδα.(εκπαιδευτικού προσωπικού, ειδικού εκπαιδευτικού και ειδικού βοηθητικού προσωπικού)
• Να αναδειχθούν οι δράσεις και πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται ή προτείνονται για την ενίσχυση της ισότητας και της δικαιοσύνης στην εκπαιδευτική διαδικασία και συνολικά την ενίσχυση της προσπάθειας για άρση ή άμβλυνση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων
Η μελέτη αυτή ευελπιστεί να συμβάλει στη συζήτηση για ένα δικαιότερο και συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό πλαίσιο λαμβάνοντας πληροφορίες από τους ανθρώπους που βιώνουν καθημερινά την εκπαιδευτική αυτή διαδικασία μέσα στο ειδικό εκπαιδευτικό πλαίσιο.Throughout history, education has constituted a fundamental pillar of social and personal development, achievement, and equal access to opportunities. The functioning of every educational system depends on the structures and inequalities existing within society, resulting in social, economic, and cultural disparities that manifest and are reproduced within the school unit and the classroom.
In the context of special education, where diversity and different needs—either learning or social—are inherent, the need for equal access, participation, and success becomes imperative.
Through the recording and analysis of the perceptions and experiences of teachers working in special education schools (ΕΕΕΕΚ), this study aims to highlight:
• The forms and dimensions of educational and social inequalities,
• The attitudes and practices of teachers,
• The collaborative relationships within the school between administration and all members involved in the educational process (teaching staff, special education staff, and support staff),
• The actions and initiatives undertaken or proposed to promote equality and justice in education and, more broadly, to strengthen efforts to eliminate or reduce educational and social inequalities.
This study aspires to contribute to the ongoing discussion regarding a fairer and more inclusive educational framework by drawing insights from those who experience the educational process daily within the special education context
Effect of dexmedetomidine on the incidence of delirium and postoperative cognitive dysfunction in patients undergoing orthopedic surgery under regional
Η γήρανση του κεντρικού νευρικού συστήματος συνοδεύεται από εκφυλιστικές αλλαγές που
επηρεάζουν τη γνωστική λειτουργία και αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης νοητικών
διαταραχών όπως το παραλήρημα και η άνοια. Το παραλήρημα, το παραλήρημα αφύπνισης
και η μετεγχειρητική νοητική δυσλειτουργία είναι διακριτές περιεγχειρητικές διαταραχές με
αλληλεπικαλυπτόμενο παθοφυσιολογικό υπόβαθρο που αθροιστικά επηρεάζουν την
προσοχή, την επίγνωση του περιβάλλοντος και τις λοιπές νοητικές διεργασίες του ασθενούς
με σημαντικές κλινικές και ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις. Επιπλέον αρκετές μελέτες
πιθανολογούν την ύπαρξη μίας αμφίδρομης σχέσης των παραπάνω καταστάσεων με την
περιεγχειρητική ποιότητα του ύπνου. Στον γηριατρικό πληθυσμό, οι περιεγχειρητικοί
παράγοντες, όπως το βιολογικό στρες της ίδιας της χειρουργικής επέμβασης, ο πόνος, η
καταστολή και οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης αυτών των
καταστάσεων.
Η δεξμεδετομιδίνη, ένας εκλεκτικός άλφα-2 αδρενεργικός αγωνιστής, με κατασταλτικές
ιδιότητες εξετάζεται ως μια φαρμακευτική προσέγγιση για τη μείωση του μετεγχειρητικού
παραληρήματος. Ο μηχανισμός δράσης της επηρεάζει τη νοραδρενεργική οδό, προκαλώντας
καταστολή με μοτίβο που προσομοιάζει τον φυσικό ύπνο και μειώνοντας τη συστηματική
αντίδραση στο στρες. Επιπλέον, διαθέτει αναλγητικές ιδιότητες που συμβάλλουν στη μείωση
του διεγχειρητικού και μετεγχειρητικού πόνου, μειώνοντας την ανάγκη για χρήση οπιοειδών,
τα οποία έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο παραληρήματος.
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει την επίδραση της δεξμεδετομιδίνης στην
εμφάνιση μετεγχειρητικού παραληρήματος και μετεγχειρητικής νοητικής δυσλειτουργίας σε
ασθενείς που υποβάλλονται σε ορθοπεδικές επεμβάσεις υπό περιοχική αναισθησία.
Διερευνώνται επίσης η επίδραση της φαρμακευτικής αυτής παρέμβασης στη μετεγχειρητική
ποιότητα ύπνου και στην εμφάνιση χρόνιου πόνου, λαμβάνοντας υπόψιν τους παράγοντες
κινδύνου για την ανάπτυξη μετεγχειρητικού παραληρήματος, οι οποίοι περιλαμβάνουν τη
διάρκεια της επέμβασης, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων, καθώς και την
ύπαρξη συν-νοσηροτήτων και την χρήση φαρμακευτικών ουσιών με αντιχολινεργική δράση.
Διενεργήθηκε μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη σε ασθενείς άνω των 65 ετών που
υποβλήθηκαν σε ολική αρθροπλαστική γόνατος ή ισχίου υπό περιοχική αναισθησία. Οι
ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες σε αναλογία 1:1, η ομάδα μελέτης που έλαβε
δεξμεδετομιδίνη και η ομάδα ελέγχου που έλαβε προποφόλη ως κατασταλτικό παράγοντα
στοχεύοντας σε ισοδύναμα επίπεδα καταστολής. Η αξιολόγηση της επίπτωσης του
παραληρήματος αφύπνισης και του μετεγχειρητικού παραληρήματος έγινε με την χρήση των
ειδικών επικυρωμένων κλιμάκων Riker Sedation-Agitation και Confusion Assessment Method
αντίστοιχα. Για την σφαιρική αξιολόγηση της γνωστικής λειτουργίας χρησιμοποιήθηκε η
δέσμη ψυχομετρικών δοκιμασιών της ISPOCD. Η ποιότητα ύπνου αξιολογήθηκε με τον
αυτοαναφερόμενο δείκτη ποιότητας ύπνου του Pittsburgh, ενώ με το εργαλείο PainDetect
εντοπίσθηκαν οι ασθενείς που εμφάνισαν χρόνιο πόνο. Η αξιολόγηση των παραπάνω
παραμέτρων διενεργήθηκε 3 φορές : πριν την επέμβαση, 48 ώρες μετεγχειρητικά και 3 μήνες
μετεγχειρητικά. Συνολικά εντάχθηκαν στην μελέτη 80 ασθενείς (41 στην ομάδα της δεξμεδετομιδίνης και 39
στην ομάδα ελέγχου) που ολοκλήρωσαν και τις 3 φάσεις της αξιολόγησης. Τα αποτελέσματα
έδειξαν ότι η χορήγηση δεξμεδετομιδίνης συσχετίστηκε με σημαντική μείωση της επίπτωσης
του μετεγχειρητικού παραληρήματος (4,8% έναντι 38,4%, p=0,001) και του παραληρήματος
αφύπνισης (2,4% έναντι 38,4%, p<0,001). Αντίστοιχα μειωμένη βρέθηκε και η επίπτωση της
πρώιμης μετεγχειρητικής νοητικής δυσλειτουργίας τις πρώτες 48 ώρες μετεγχειρητικά (2,4%
έναντι 56,4%, p<0,001). Επιπλέον οι ασθενείς στην ομάδα της δεξμεδετομιδίνης ανέφεραν
βελτίωση της ποιότητας του ύπνου τους στην άμεση μετεγχειρητική περίοδο (4,4 ± 0,7 έναντι
13,4 ± 0,8, p<0,001 ) με χαμηλότερη βαθμολογία PSQI και χαμηλότερη βαθμολογία στο
εργαλείο PainDetect στους 3 μήνες (2,4 ± 0,9 έναντι 5,3 ± 0,9, p=0,023, αντίστοιχα).Το
επίπεδο καταστολής που επιτεύχθηκε διεγχειρητικά δεν διέφερε μεταξύ των δύο
παραγόντων (3,9 ± 0,4 έναντι 3,9 ± 0,3, p=0,450) σύμφωνα με την κλίμακα Ramsay. Τα
επεισόδια διεγχειρητικής βραδυκαρδίας και τα επεισόδια αιμοδυναμικής αστάθειας ήταν
συχνότερα στην ομάδα δεξμεδετομιδίνης ενώ ένας μόνο ασθενής παρουσίασε απόφραξη
του αεραγωγού (2,4% έναντι 30,8%,p=0,002) στην ομάδα της δεξμεδετομιδίνης.
Συμπερασματικά, η χρήση της δεξμεδετομιδίνης ως κατασταλτικού παράγοντα
διεγχειρητικά, είχε ως αποτέλεσμα την ελάττωση της επίπτωσης του μετεγχειρητικού
παραληρήματος, του παραληρήματος αφύπνισης και της πρώιμης μετεγχειρητικής νοητικής
δυσλειτουργίας, ενώ βελτίωσε την αυτοαναφερόμενη ποιότητα του μετεγχειρητικού ύπνου
και ελάττωσε τις βαθμολογίες χρόνιου πόνου σε ασθενείς που υποβάλλονται σε
αρθροπλαστικές ισχίου και γόνατος με περιοχική αναισθησία και αναλγησία. Αναδεικνύεται
έτσι ως ένας πολλά υποσχόμενος παράγοντας με πιθανά οφέλη στην έκβαση των ασθενών
και στη μείωση του κόστους νοσηλείας. Ωστόσο, περαιτέρω έρευνα απαιτείται για τη
γενίκευση των αποτελεσμάτων σε άλλες κατηγορίες χειρουργικών ασθενών.Aging of the central nervous system is accompanied by degenerative changes that affect
cognitive function and increase the risk of developing mental disorders such as delirium and
dementia. Delirium, emergence delirium, and postoperative cognitive dysfunction are distinct
perioperative disorders with overlapping pathophysiological backgrounds that cumulatively
affect the patient's attention, environmental awareness, and other cognitive processes, with
significant clinical and psychosocial consequences. Furthermore, several studies suggest the
existence of a bidirectional relationship between the above conditions and perioperative
sleep quality. In the geriatric population, perioperative factors such as the biological stress of
the surgery itself, pain, sedation, and electrolyte disturbances increase the risk of developing
these conditions.
Dexmedetomidine, a selective alpha-2 adrenergic agonist with sedative properties, is being
investigated as a pharmacological approach to reduce postoperative delirium. Its mechanism
of action affects the noradrenergic pathway, inducing sedation with a pattern that resembles
natural sleep and reducing the systemic stress response. Additionally, it possesses analgesic
properties that contribute to the reduction of intraoperative and postoperative pain, reducing
the need for opioid use, which has been linked to an increased risk of delirium.
This doctoral thesis examines the effect of dexmedetomidine on the occurrence of
postoperative delirium and postoperative cognitive dysfunction in patients undergoing
orthopedic surgery under regional anesthesia. It also investigates the effect of this
pharmacological intervention on postoperative sleep quality and the development of chronic
pain, taking into account risk factors for the development of postoperative delirium, which
include the duration of surgery, social characteristics of the participants, as well as the
presence of co-morbidities and the use of anticholinergic drugs.
A randomized clinical trial was conducted in patients over 65 years of age undergoing total
knee or hip arthroplasty under regional anesthesia. Patients were divided into two groups in
a 1:1 ratio, the study group receiving dexmedetomidine and the control group receiving
propofol as a sedative agent, targeting equivalent levels of sedation. The assessment of the
incidence of emergence delirium and postoperative delirium was done using validated scales,
Riker Sedation-Agitation and Confusion Assessment Method, respectively. The ISPOCD
psychometric test battery was used for the global assessment of cognitive function. Sleep
quality was assessed with the self-reported Pittsburgh Sleep Quality Index, while the
PainDetect tool was used to identify patients who developed chronic pain. The evaluation of
the above parameters was conducted 3 times: before surgery, 48 hours postoperatively, and
3 months postoperatively.
A total of 80 patients (41 in the dexmedetomidine group and 39 in the control group) who
completed all 3 phases of the evaluation were included in the study. The results showed that
the administration of dexmedetomidine was associated with a significant reduction in the
incidence of postoperative delirium (4.8% vs. 38.4%, p=0.001) and emergence delirium (2.4%
vs. 38.4%, p<0.001). Similarly, the incidence of early postoperative cognitive dysfunction in
the first 48 hours postoperatively was reduced (2.4% vs. 56.4%, p<0.001). Furthermore,
patients in the dexmedetomidine group reported improvement in their sleep quality in the immediate postoperative period (4.4 ± 0.7 vs. 13.4 ± 0.8, p<0.001) with a lower PSQI score
and a lower score on the PainDetect tool at 3 months (2.4 ± 0.9 vs. 5.3 ± 0.9, p=0.023,
respectively). The level of sedation achieved intraoperatively did not differ between the two
agents (3.9 ± 0.4 vs. 3.9 ± 0.3, p=0.450) according to the Ramsay scale. Episodes of
intraoperative bradycardia and hemodynamic instability were more frequent in the
dexmedetomidine group, while only one patient developed airway obstruction (2.4% vs.
30.8%, p=0.002) in the dexmedetomidine group.
In conclusion, the use of dexmedetomidine as a sedative agent intraoperatively resulted in a
reduction in the incidence of postoperative delirium, emergence delirium, and early
postoperative cognitive dysfunction, while improving self-reported postoperative sleep
quality and reducing chronic pain scores in patients undergoing hip and knee arthroplasty with
regional anesthesia and analgesia. It is thus emerging as a promising agent with potential
benefits in patient outcomes and in reducing the cost of hospitalization. However, further
research is needed to be able to generalize findings to other types of surgical patients
Medical Tourism in Greece and abroad – ethical and economic aspect
Δημόσια Υγεία-Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας-Υπηρεσίες Υγείας
Ιατρική Σχολή–Πανεπιστήμιο Κρήτης
1
Περίληψη μεταπτυχιακής εργασίας
Τίτλος εργασίας: Ο Ιατρικός τουρισμός στην Ελλάδα και σε χώρες του
εξωτερικού – ηθικές και οικονομικές πλευρές: Μία συστηματική ανασκόπηση
της ανάπτυξης του τουρισμού υπηρεσιών υγείας.
Του: Αποστόλου Μπόκα
Υπό την επίβλεψη των: 1. Συμβουλάκη Εμμανουήλ,
2. Τσουκαλά Γρηγορίου
Ημερομηνία: Ιούνιος 2025
Εισαγωγή: Ο ιατρικός τουρισμός ανά την υφήλιο αποτελεί ένα ολοένα και
αυξανόμενο φαινόμενο, με προσοδοφόρο κύκλο εργασιών και βελτίωση της
ποιότητας παροχής υγείας. Η εδραιωμένη επισκεψιμότητα σε χώρες του
εξωτερικού για αναζήτηση υπηρεσιών υγείας εγείρει ερωτήματα ηθικής και
οικονομικής φύσης για τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος.
Σκοπός: Κύριος σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση του
θεωρητικού και πρακτικού πλαισίου σχετικά με τον ιατρικό τουρισμό και η
ανάδειξη κενών στη γνώση ως ευκαιρία για έρευνα και προοπτική ανάπτυξης.
Μεθοδολογία: Για την πραγματοποίηση της παραπάνω έρευνας
αναζητήθηκαν δημοσιευμένες μελέτες μέσω της μηχανής αναζήτησης PubMed
στη βάση δεδομένων MEDLINE με συγκεκριμένους όρους αναζήτησης, από το
2014 μέχρι το 2024. Οι ενημερωμένες κατευθυντήριες γραμμές του PRISMA
2022 αποτέλεσαν οδηγό για την σύνθεση της μελέτης. Συμπεριλήφθηκαν
μελέτες που πληρούσαν συγκεκριμένα κριτήρια επιλεξιμότητας.
Αποτελέσματα: Ανακτήθηκαν 46 άρθρα και μελέτες από τη βάση δεδομένων.
Με ανάλυση του τίτλου, της περίληψης και της ημερομηνίας δημοσίευσης
αφαιρέθηκαν 9 ως μη σχετικά με το ερώτημα. Παρέμειναν 35 μελέτες προς
περαιτέρω ανάλυση, ενώ ευρέθησαν και συμπεριλήφθηκαν για τους σκοπούς
της εργασίας 5 επιπρόσθετες βιβλιογραφικές πηγές. 4 μελέτες ευρέθησαν στις
βιβλιογραφικές αναφορές των μελετών και συμπεριλήφθηκαν. Από τις μελέτες
προκύπτει πως ο ιατρικός τουρισμός απασχολεί τους ερευνητές στο εξωτερικό και πολλοί ερευνητές κάνουν προτάσεις ή διαπιστώσεις για την κατάσταση του
ιατρικού τουρισμού στη χώρα τους. Προκύπτει παρολαυτά έλλειψη
αξιοσημείωτης βιβλιογραφίας αναφορικά με τον ιατρικό τουρισμό στην Ελλάδα.
Το θέμα δεν έχει μελετηθεί εκτενώς εντός της χώρας, ως συνάρτηση της
έλλειψης θεσμοθετημένης πρακτικής του σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.Introduction: Medical tourism is a growing phenomenon worldwide, generating
lucrative business and improving the quality of healthcare provision. The
established flow of healthcare services abroad raises ethical and economic
questions about the sustainability of the venture.
Aim: The main purpose of this study is the exploration of the theoretical and
practical framework and the highlighting of gaps in knowledge as an opportunity
for research and development prospects.
Method: To carry out the above research, published studies were searched
through the PubMed search engine in the MEDLINE database with specific
search terms, from 2014 to 2024. The updated PRISMA 2022 guidelines served
as a guide for the study composition. Studies that met specific eligibility criteria
were included.
Results: Forty-six articles and studies were retrieved from the database. By
analyzing the title, abstract and publication date, nine were removed as not
relevant to the question. Thirty-five studies remained for further analysis, while
five bibliographic sources were found and included for the purposes of the work.
Four studies were found in the bibliographic references of the studies and were
included. The studies show that medical tourism is a topic of research abroad
and that many researchers make suggestions or observations regarding the
state of medical tourism in their countries. However, there is a notable poverty
of literature on the subject of medical tourism in Greece. The issue has not been
studied extensively within the country, as a result of the lack of institutionalized
practice at the economic and political level
Objective evaluation of discomfort glare in anterior eye diseases
Σκοπός: Η χρήση ενός φορητού ηλεκτροµυογραφικού συστήµατος για την αντικειµενική αξιολόγηση της δυσφορίας θάµβους, µέσω της καταγραφής της δραστηριότητας των µιµικών µυών σε ασθενείς µε κερατόκωνο.
Μέθοδος: Πενήντα πέντε (55) οφθαλµοί από τριάντα έναν (31) ασθενείς και είκοσι τέσσερις (24) µάρτυρες (controls) συµµετείχαν σε αυτήν τη µελέτη ασθενών - µαρτύρων. Η ηλεκτρική δραστηριότητα των µιµικών µυών καταγράφηκε ύστερα από έκθεση σε τρεις διαφορετικές φωτεινότητες (500, 3000 και 6000 lux) µε τη βοήθεια ενός φορητού ηλεκτροµυογραφικού συστήµατος. Η τιµή της δυσφορίας θάµβους προσδιορίστηκε ως δείκτης εκείνος που αντιστοιχεί στο λόγο του σήµατος (καταγραφή ηλεκτροµυογραφικής δραστηριότητας κατά την έκθεση στο ερέθισµα) προς τον θόρυβο (καταγραφή ηλεκτροµυικής δραστηριότητας στο σκοτάδι) για την έκθεση σε κάθε φωτεινό ερέθισµα. Στη συνέχεια, όλοι οι συµµετέχοντες βαθµολόγησαν την ένταση της όχλησης που ένιωσαν κατά την έκθεση σε κάθε φωτεινό ερέθισµα σε µια κλίµακα από το 1 έως το 9, την κλίµακα de Boer, όπου το 1 αντιστοιχεί στη µέγιστη όχληση και το 9 στην ελάχιστη. Επιπλέον υπολογίστηκαν οι εκτροπές και τα κερατοµετρικά µε βάση την τοπογραφία κερατοειδούς, το µέγεθος της κόρης και η γωνία κάπα µε πρόθεση να ελεγχθούν πιθανές συσχετίσεις.
Αποτελέσµατα: Η µέση τιµή του δείκτη δυσφορίας θάµβους για την οµάδα των ασθενών ήταν 1.66 ± 1.5 στα 500 lux, 2.71 ± 1.68 στα 3000 lux και 3.16 ± 1.92 στα 6000 lux ενώ οι αντίστοιχες τιµές για την οµάδα των µαρτύρων ήταν 1.4 ± 0.4 στα 500 lux, 1.9 ± 0.86 στα 3000 lux και 2.13 ± 0.9 στα 6000 lux. Η διαφορά ήταν στατιστικά σηµαντική στο επίπεδο του 0.05 µεταξύ των δυο οµάδων µόνο στην έκθεση σε φωτεινότητα 6000 lux. Η συσχέτιση, µε τον υπολογισµό του συντελεστή του Spearman, µεταξύ των αντικειµενικών µετρήσεων και των υποκειµενικών τιµών στην κλίµακα de Boer ήταν σηµαντική σε όλες τις φωτεινότητες. Αντιθέτως δεν προέκυψε στατιστικά σηµαντική συσχέτιση µεταξύ των ηλεκτροµυογραφικών καταγραφών και των κερατοµετρικών, του µεγέθους της κόρης ή της γωνίας κάπα. Δύο εκτροπές υψηλής τάξης, το trefoil και το coma φαίνεται να εµφανίζουν σηµαντική συσχέτιση µε τις εκτιµώµενες τιµές του δείκτη δυσφορίας θάµβους.
Συµπεράσµατα: Οι ασθενείς µε κερατοειδικά νοσήµατα, φαίνεται να αντιµετωπίζουν υψηλότερα επίπεδα όχλησης όταν εκτίθενται σε µία πηγή φωτός, όπως προκύπτει από την καταγραφή αντικειµενικών µετρήσεων ηλεκτροµυογραφήµατος, γεγονός που µπορεί να επηρεάσει δυσµενώς την ποιότητα της όρασης τους.Purpose: To use a portable electromyographic system for objective evaluation of discomfort glare in patients with keratoconus.
Methods: 55 eyes of 31 patients and 24 controls were enrolled in this retrospective case-control study. The electrical activity of the mimic muscles was recorded at three different luminances (500, 3000, and 6000 lx) using a portable electromyographic (EMG) system. A discomfort glare value was obtained as the signal/noise ratio for each recording. All the patients were asked to grade their discomfort after exposure to each luminance using the subjective de Boer scale. Corneal topography-based wavefront analysis, pupil size, and angle kappa were calculated to identify possible significant correlations.
Results: Mean values of discomfort glare for the patients’ group were 1.7±1.5 at 500 lx, 2.7±1.7 at 3000 lx, and 3.2±1.9 at 6000 lx; for the control group 1.4±0.4 at 500 lux, 1.9± 0.9 at 3000 lux and 2.1±0,9 at 6000 lx. There was a statistically significant difference at the level of 0.05 between the two groups at the 6000-lx illuminance level. There was a significant Spearman’s correlation at all luminances between the objective electromyographic recording and the subjective grading of the discomfort feeling. There were no statistically significant correlations between electromyographic responses and keratometric values, pupil size, or kappa angle. Trefoil and coma were significantly correlated with discomfort glare-estimated electromyographic values.
Conclusions: Patients with keratoconus experience higher levels of discomfort when exposed to a glare source, as measured objectively with electromyographic recordings, which may affect their quality of visio
A esthetics and cosmetics aws beauty in ancient Greece and their importance in public healthn
Εισαγωγή. Η αισθητική από την αρχαιότητα επηρεάζει στενά τον πολιτισμό, ιδιαίτερα στον τομέα της υγείας. Η παρούσα μελέτη διερευνά πώς η αισθητική με την έννοια του κάλλους και της κοσμητικής, αλλά και τις πρακτικές που η χρήση της διαμόρφωσε και βελτίωσαν τη δημόσια υγεία στην Αρχαία Ελλάδα. Η αισθητική στην Αρχαία Ελλάδα σύμφωνα με τον Αριστοτέλη δεν περιοριζόταν σε μια μονοδιάστατη ωφέλιμιστική πρακτική. Σύμφωνα με τον μεγάλο φιλόσοφο, οι τέχνες μπορούσαν να αξιολογηθούν με βάση την πειστικότητα, τη συνοχή και τη λογική των θεμάτων τους, καθώς και με ηθικά κριτήρια. Η σύνδεση αυτή της αισθητικής με την αρετή και την ευγένεια υποδηλώνει τη σημασία της για την δημόσια υγεία. Η διερεύνηση της υπόθεσης ότι η αισθητική στην Αρχαία Ελλάδα πέρα από την έννοια της ομορφιάς επηρέασε σημαντικά τις αντιλήψεις για την υγειά και την ασθένεια, οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι η ροπή του πληθυσμού προς το κάλλος, εφόσον αυτό συνδέεται με την αισθητική και την κοσμητική, μπορεί να βελτιώσει τη συνολική εικόνα της δημόσιας υγείας μέσω της ψυχικής, πνευματικής και σωματικής ακεραιότητας του πληθυσμού.
Μεθοδολογία. Για την εκπόνηση της μελέτης χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της βιβλιογραφικής ανασκόπησης. Παρά τις προκλήσεις που παρουσιάστηκαν, δεδομένου ότι οι αναφορές πάνω στο κεντρικό φαινόμενο της έρευνας είναι περιορισμένες, η μεθοδολογία αποτέλεσε πολύτιμο εργαλείο έρευνας, καθώς αξιοποιήθηκαν υπάρχουσες βιβλιογραφίες και έμμεσες αναφορές, διευρύνοντας έτσι το ερευνητικό πεδίο, οι οποίες απέφεραν τελικώς μια ολοκληρωμένη εικόνα για τη σχέση υγείας και αισθητικής στην Αρχαία Ελλάδα.
Αποτελέσματα. Η εργασία αναφέρεται στην ιστορική εξέλιξη της χρήσης καλλυντικών και την έννοια της ομορφιάς από την προϊστορική εποχή έως την αρχαία Ελλάδα, αναδεικνύοντας τη διαχρονική σημασία του καλλωπισμού και τη σύνδεσή του με κοινωνικές, θρησκευτικές, υγειονομικές και φιλοσοφικές πτυχές. Ξεκινώντας από την «Ανώτερη Παλαιολιθική εποχή», η χρήση της ώχρας σε τοιχογραφίες, ταφές και διακόσμηση υπογραμμίζει την πρώιμη σημασία του χρώματος και του καλλωπισμού, συνδέοντάς τα με τη ζωή, το θάνατο και την κοινωνική συνοχή.
Στη «Μινωική και Μυκηναϊκή εποχή», τα αρχαιολογικά ευρήματα από παλάτια και νεκροταφεία μαρτυρούν την ευρεία χρήση καλλωπιστικών αντικειμένων και εργαλείων, αναδεικνύοντας την επιμέλεια στην εμφάνιση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η χρήση αρωμάτων, αλοιφών και ελαίων ήταν διαδεδομένη, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο, για υγειονομικούς, μαγικούς και θρησκευτικούς λόγους. Η χρήση ψιμυθίων ήταν επίσης συχνή, τόσο για φαρμακευτικούς σκοπούς, όσο και για λόγους κάλλους. Η απεικόνιση της περίφημης "Παριζιάνας" στην Κνωσσό με έντονα βαμμένα χείλη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας του καλλωπισμού. Στην «προκλασική Ελλάδα» και την Ανατολική Μεσόγειο, η χρήση αρωμάτων και καλλυντικών ήταν ιδιαίτερα έντονη. Χρησιμοποιούνταν ουσίες όπως μόλυβδος, γάλα, μέλι, άλατα, αρωματικές ρητίνες και ούρα, παρά τους κινδύνους που εγκυμονούσε η παρατεταμένη χρήση ορισμένων. Στην «Κλασική Ελλάδα», η γιορτή των Καλλυντηρίων στην Αθήνα, αφιερωμένη στην Αθηνά, επιβεβαιώνει τη σημασία των καλλυντικών. Ο Όμηρος αναφέρει την αιγυπτιακή επίδραση στη φαρμακολογία μέσω της Ελένης της Τροίας, ενώ ευρήματα στην Πύλο υποδηλώνουν τη χρήση καλλυντικών από γυναίκες όλων των τάξεων. Η λέξη «κοσμητική» είναι ελληνική. Η δερματοστιξία (τατουάζ) χρησιμοποιούνταν για διακόσμηση και θρησκευτικούς λόγους. Η ελληνική φιλοσοφία θεμελίωσε την αντίληψη ότι η ομορφιά (κάλλος) και η ηθική αρετή συνδέονται άρρηκτα, προωθώντας την αναζήτηση μιας ισορροπημένης ζωής. Αυτή η αντίληψη αντικατοπτρίζεται στην τέχνη, όπως στους κούρους, όπου η αρμονική απεικόνιση της μορφής υπογραμμίζει τη σχέση εξωτερικής εμφάνισης και εσωτερικής αρετής. Ενώ η ανδρική γύμνια ήταν αποδεκτή, η γυναικεία περιοριζόταν, αν και στην ελληνιστική περίοδο απεικονιζόταν με μεγαλύτερη ελευθερία. Η ομορφιά δεν περιορίζεται στην τέχνη, αλλά υπάρχει και στη φύση. Η σύγχρονη τέχνη μπορεί να μην την επικαλείται απαραίτητα, αλλά η υποκειμενική εμπειρία του θεατή την καθιστά μοναδική. Η παρουσία του κάλλους σε ένα έργο τέχνης συμβάλλει σε μια θετική προσέγγιση. Μάλιστα, ο Απόλλωνας, θεός της Μουσικής και της Καλλιτεχνίας, ήταν και θεός της Υγείας, γεγονός που αντανακλά την αρμονία στην ιατρική ως ευρύτερη έννοια του "Κάλλους" και της "Αισθητικής".
Συμπεράσματα. Η εργασία συνδέει την έννοια της «υγείας» στην αρχαία Ελλάδα με την «Αρμονία» και την ομοιόσταση του σώματος. Ένα υγιές σύνολο αντικατοπτρίζει και τη σημασία που επιφέρει η κοσμητική και το κάλος στη δημόσια υγεία. Η έννοια της ομορφιάς, ως εικόνα του υγιούς ανθρώπου, μεταβάλλεται με την εποχή και επηρεάζει την εικόνα της ιατρικής του υπόστασης.Introduction. Aesthetics since antiquity have closely influenced culture, particularly in the field of health. This study explores how aesthetics in the sense of beauty and cosmetics, as well as the practices that shaped and improved public health in Ancient Greece. Aesthetics in Ancient Greece according to Aristotle was not limited to a one-dimensional utilitarian practice. According to the great philosopher, the arts could be evaluated based on the persuasiveness, coherence and rationality of their themes as well as on ethical criteria. This connection of aesthetics with virtue and nobility indicates its importance for public health. The investigation of the hypothesis that aesthetics in Ancient Greece, beyond the concept of beauty, significantly influenced perceptions of health and illness leads to the result that the population's tendency towards beauty, as it is linked to aesthetics and cosmetics, can improve the overall picture of public health through the mental, spiritual and physical integrity of the population.
Methodology. The method of bibliographic review was used to prepare the study. Despite the challenges presented given that the references on the central phenomenon of the research are limited, the methodology was a valuable research tool as existing bibliographies and indirect references were utilized, thus expanding the research field and which ultimately yielded a comprehensive picture of the relationship between health and aesthetics in Ancient Greece.
Results. The paper refers to the historical evolution of the use of cosmetics and the concept of beauty from prehistoric times to ancient Greece, highlighting the timeless importance of beautification and its connection with social, religious, sanitary and philosophical aspects. Starting from the “Upper Paleolithic era”, the use of ochre in wall paintings, burials and decoration underlines the early importance of color and beautification, linking them with life, death and social cohesion. In the “Minoan and Mycenaean era”, archaeological finds from palaces and cemeteries testify to the widespread use of cosmetic objects and tools, highlighting the care in appearance in all social strata. The use of perfumes, ointments and oils was widespread, especially in Egypt, for sanitary, magical and religious reasons. The use of rusks was also common, both for medicinal purposes and for beauty. The depiction of the famous "Parisian" at Knossos with brightly painted lips is a typical example of the importance of beautification. In "pre-classical Greece" and the Eastern Mediterranean, the use of perfumes and cosmetics was particularly intense. Substances such as lead, milk, honey, salts, aromatic resins and urine were used, despite the dangers posed by the prolonged use of some. In "Classical Greece", the festival of the Cosmetics in Athens, dedicated to Athena, confirms the importance of cosmetics. Homer mentions the Egyptian influence on pharmacology through Helen of Troy. Finds at Pylos indicate the use of cosmetics by women of all classes. The word "cosmetic" is Greek. Tattooing was used for decoration and religious reasons. Greek philosophy established the notion that beauty (kallos) and moral virtue are inextricably linked, promoting the search for a balanced life. This notion is reflected in art, such as in the kouroi, where the harmonious depiction of the form highlights the relationship between external appearance and internal virtue. While male nudity was acceptable, female nudity was restricted, although in the Hellenistic period it was depicted with greater freedom. Beauty is not limited to art, but also exists in nature. Modern art may not necessarily invoke it, but the subjective experience of the viewer makes it unique. The presence of beauty in a work of art contributes to a positive approach. Apollo, god of Music and Artistry, was also the god of Health, reflecting harmony in medicine as a broader concept of "Beauty" and "Aesthetics".
Conclusions. The work connects the concept of "health" in ancient Greece with "Harmony" and the homeostasis of the body. A healthy whole also reflects the importance that cosmetics and beauty bring to public health. The concept of beauty, as an image of a healthy person, changes with time and affects the image of his medical status
Impact of Loneliness on Obesity and Cardiovascular Health.
Η παρούσα μελέτη εστιάζει στη διερεύνηση της σύνδεσης μεταξύ μοναξιάς και καρδιαγγειακών νοσημάτων, τα οποία αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως. Η σύνδεση αυτή δεν έχει ερευνηθεί αρκετά. Από την υπάρχουσα βιβλιογραφία φαίνεται ότι η επιδείνωση των φαινομένων της μοναξιάς και/ή της κοινωνικής απομόνωσης συνδέονται ανεξάρτητα με κίνδυνο θνησιμότητας, όπως αυτός από σωματική αδράνεια και παχυσαρκία, αλλά και από καρδιαγγειακά νοσήματα. Σε ορισμένες έρευνες δεν έχει βρεθεί συγκεκριμένη σχέση, ενώ σε άλλες έχουν βρεθεί συσχετίσεις με χαμηλό επίπεδο σωματικής δραστηριότητας και υπερβολικό βάρος.
Σκοπός της μελέτης είναι να διεξαχθεί συστηματική ανασκόπηση για τη σχέση μεταξύ μοναξιάς και καρδιαγγειακών προβλημάτων, μέσω της κατανόησης του ρόλου της παχυσαρκίας σ’ αυτή τη συσχέτιση.
Η ερευνητική ερώτηση αφορά στη σχέση μεταξύ της μοναξιάς και της πρόκλησης καρδιαγγειακών προβλημάτων στην ομάδα των ανθρώπων που είναι παχύσαρκοι. Η μοναξιά που νοιώθουν άνθρωποι που είναι παχύσαρκοι, οδηγεί σε πρόβλημα στο καρδιαγγειακό τους σύστημα;
Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε στο PubMed, σε μελέτες των τελευταίων 5 ετών, μόνο με τη συμμετοχή ενηλίκων στα δείγματα. Εντοπίστηκαν 35 μελέτες και η διαλογή έγινε σύμφωνα με ένα διάγραμμα ροής PRISMA. Συμπεριλήφθηκαν 20 μελέτες.
Ένα σημαντικό εύρημα δύο μελετών, είναι ότι η μοναξιά μπορεί να προκαλέσει χρόνιες αντιδράσεις στο στρες, ενεργοποιώντας τον άξονα HPA και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Η συνακόλουθη αύξηση των επιπέδων κορτιζόλης συμβάλλει μεταξύ άλλων στην κεντρική συσσώρευση λίπους, η οποία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της παχυσαρκίας. Πέντε μελέτες αναφέρουν ότι αργότερα, η συστηματική φλεγμονή και η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, οδηγούν σε ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου.
Μια έρευνα διαφοροποιήθηκε και το εύρημά της είναι ότι να μεν η μοναξιά σχετίζεται με δυσμενή για την υγεία συμπεριφορά και υψηλότερο ΔΜΣ, αλλά τα στοιχεία δεν οδηγούν σε οριστικό συμπέρασμα.
Όλες οι μελέτες συμφωνούν ότι η αντιμετώπιση της μοναξιάς τόσο ατομικά, όσο και σε επίπεδο κοινότητας, θα μπορούσε να μετριάσει την παχυσαρκία και τις συνέπειές της στο καρδιαγγειακό σύστημα. Χρειάζεται συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες, προγράμματα που πρέπει να τηρούνται και στρατηγικές για τη βελτίωση των συστημάτων κοινωνικής υποστήριξης.This study focuses on investigating the association between loneliness and cardiovascular disease, which is the leading cause of death worldwide. This association has not been sufficiently investigated in the existing literature.
From the existing literature it appears that the worsening of loneliness and/or social isolation are independently associated with mortality risk, such as that from physical inactivity and obesity, but also from cardiovascular disease.
Some studies have not found a specific relationship between loneliness and certain behaviors, while others have found associations with low levels of physical activity and overweight.
The aim of the study is to conduct a systematic review of the relationship between loneliness and cardiovascular health problems, through understanding the role of obesity in this association.
The research question concerns the relationship between loneliness and the occurrence of cardiovascular problems in the group of people who are obese. Does loneliness in obese people lead to cardiovascular problems?
A PubMed search was performed for studies from the last 5 years, with only adults in the sample. Thirty-five studies were identified and screened according to a PRISMA flow chart. 20 studies were included.
An important finding of two studies is that loneliness can cause chronic stress responses, activating the HPA axis and the sympathetic nervous system. The resulting increase in cortisol levels contributes, among other things, to the central fat accumulation, which is a characteristic feature of obesity. Five studies report that later, systemic inflammation and endothelial dysfunction lead to the development of cardiovascular disease.
One study differed and found that while loneliness is associated with unhealthy behavior and higher BMI, the evidence is inconclusive.
All studies agree that addressing loneliness both individually and at a community level, could mitigate obesity and its cardiovascular consequences. It requires participation in social activities, adherence to programs, and strategies to improve social support systems
Μοντελοποίηση της δυναμικής απόδοσης των φωτοβολταϊκών χρησιμοποιώντας χρονολογικά δεδομένα
Solar energy is a vital source of clean electricity and accurately predicting the long-
term solar panel efficiency is an important problem. Efficiency varies due to factors
such as weather conditions and system operation. This thesis aims to improve so-
lar panel efficiency forecasting by developing methods for analyzing and predicting
system performance. Our primary focus is on electricity output, but we also con-
sider variables such as temperature fluctuations, sunlight intensity, and the current
operational performance of solar panels.
This study combines classical statistical tools with machine learning methods to
investigate how solar panel efficiency varies over time. The models are validated using
data from operational solar parks in Portugal and Saudi Arabia. The results indicate
that certain modeling approaches effectively capture seasonal variations in efficiency
and improve the accuracy of performance forecasts. Moreover, analyzing discrepancies
between actual and predicted efficiency highlights areas where the models require
refinement, particularly under unforeseen conditions such as abrupt weather changes.
This study will ultimately contribute to better decision-making in long-term en-
ergy balance the electrical grid by enhancing the accuracy of solar energy forecasts.
It has the potential to support energy planners in making more informed choices
regarding solar technology, promoting more stable and environmentally sustainable
energy policies. Future research could focus on developing more complex models and
integrating additional parameters to further improve predictive performance.
Keywords: Solar energy efficiency, solar forecasting, machine learning, photovoltaic
systems, data analysis
Ανάλυση απόδοσης και βελτιστοποιήσεις για αναδυόμενες εφαρμογές σε αρχιτεκτονικές διανυσμάτων RISC-V
Τα σύγχρονα υπολογιστικά συστήματα μεταβαίνουν προς ετερογενείς και εξειδικευμένες αρχιτεκτονικές με στόχο τη μεγιστοποίηση της ενεργειακής αποδοτικότητας
και την εκμετάλλευση παραλληλίας σε επίπεδο δεδομένων. Η διανυσματική επεξεργασία που βασίζεται στο πρότυπο single-instruction, multiple-data, αναδεικνύεται ως
μια σημαντική στρατηγική σε αυτό το πλαίσιο. Για το σκόπο αυτό, η αρχιτεκτονική
RISC-V, που είναι ανοιχτών προδιαγραφών, περιλαμβάνει ευέλικτες και ισχυρές διανυσματικές επέκτασεις και προσφέρει μια υποσχόμενη κατεύθυνση για την ανάπτυξη
αποδοτικών μονάδων διανυσματικής επεξεργασίας.
Ο στόχος αυτής της εργασίας είναι η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που προσφέρουν οι διανυσματικές εντολές RISC-V σε ένα σύνολο απαιτητικών εφαρμογών.
Παρουσιάζουμε μια συστηματική μεθοδολογία για τη βελτιστοποίηση υπαρχόντων εφαρμογών ξεκινώντας απο ενδελεχή ανάλυση με στόχο τον εντοπισμό σημαντικών
τμημάτων του κώδικα που είναι κατάλληλα για παραλληλισμό και χρήση διανυσματικών εντολών. Στη συνέχεια, βελτιστοποιούμε τα σημαντικά τμήματα αξιοποιώντας τις
δυνατότητες του υλικού μέσω της άμεσης χρήσης διανυσματικών εντολών RISC-V. Η
πλατφόρμα αξιολόγησης είναι το δοκιμαστικό τσιπ EPAC 1.5, το οποίο διαθέτει μια
ειδική διανυσματική μονάδα επεξεργασίας (Vector Processing Unit - VPU) η οποία
έχει πολύ μεγάλους καταχωρητές και υποστηρίζει αποδοτική επεξεργασία δεδομένων
για εφαρμογές υπολογιστικής υψηλών επιδόσεων (HPC) και τεχνητής νοημοσύνης
(AI). Τα αποτελέσματά μας επιδεικνύουν σημαντική βελτίωση των επιδόσεων, με τις
διανυσματικά βελτιωμένες εκδόσεις του κώδικα να επιτυγχάνουν έως και 27 φορές
ταχύτερη εκτέλεση σε σχέση με τις αρχικές εκδόσεις.Modern computing systems are shifting towards heterogeneous and specialized
architectures designed to maximize energy efficiency and exploit data-level parallelism. Vector processing is an execution method that follows the paradigm of
single-instruction multiple-data and stands out as an important strategy in this
landscape. To this end, the open-standard RISC-V instruction set architecture includes a flexible and powerful vector extension and offers a promising path forward
for developing efficient vector processing units.
The goal of this thesis is to exploit the performance benefits of RISC-V vector
instructions for a diverse set of challenging workloads. We present a systematic
methodology for optimizing existing benchmark kernels and applications, starting
with in-depth profiling to identify computational hotspots that are amenable to
parallelization and vectorization. Subsequently, we optimize the important code
sections to take advantage of the underlying hardware capabilities by explicitly
using the RISC-V vector intrinsics. The target evaluation platform is the European Processor Accelerator (EPAC 1.5) test chip, which features a unique vector
processing unit (VPU) equipped with very long vector registers and enables efficient data-parallel processing for HPC and AI workloads. Our results demonstrate
significant performance improvements across various benchmark kernels and real
HPC applications, with the vectorized versions of the code achieving speedups of
up-to 27 times compared to the scalar versions of the code
Approaching diversity through "multi-level arts integration activities" for preschool children.
Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σημασία της ενσωμάτωσης των τεχνών στην εκπαίδευση ως μέσο προσέγγισης της διαφορετικότητας στην προσχολική ηλικία. Αξιοποιώντας το θεωρητικό πλαίσιο της διαθεματικής και βιωματικής διδασκαλίας, σχεδιάζεται και εφαρμόζεται ένα νέο μοντέλο δραστηριοτήτων, με συγκεκριμένες προδιαγραφές και στόχο την καλλιέργεια της αποδοχής, της ενσυναίσθησης και της κοινωνικής συνοχής στην προσχολική ηλικία. Το μοντέλο αυτό βασίζεται σε επτά θεματικές ενότητες, καθεμία από τις οποίες εστιάζει σε έναν διαφορετικό τύπο διαφορετικότητας: πολιτισμική, σωματική, γλωσσική, έμφυλη, θρησκευτική, ταξική και φυλετική. Ειδικότερα, ανάλογα με τον εκπαιδευτικό ρόλο που αποδίδεται στην τέχνη, οι δραστηριότητες κατηγοριοποιούνται σε τρεις τύπους: Δραστηριότητες στα πρότυπα διδασκαλίας της τέχνης, όπου η τέχνη αποτελεί το κύριο αντικείμενο μάθησης Δραστηριότητες στα πρότυπα διδασκαλίας μέσω της τέχνης, στις οποίες η τέχνη χρησιμοποιείται ως παιδαγωγικό εργαλείο για την προσέγγιση της έννοιας της διαφορετικότητας Δραστηριότητες στα πρότυπα αισθητικής διδασκαλίας, όπου η τέχνη συνιστά τη βάση για μια πολυεπίπεδη, ερμηνευτική και δημιουργική προσέγγιση του διδασκόμενου θέματος Η εν λόγω κατηγοριοποίηση αξιοποιείται στον σχεδιασμό των επτά θεματικών ενοτήτων της εργασίας, συμβάλλοντας στον εμπλουτισμό της διδακτικής πράξης με καλλιτεχνική πολυτροπικότητα και εκπαιδευτική συμπερίληψη. Το μοντέλο εφαρμόζεται σε εκπαιδευτικό πλαίσιο προσχολικής ηλικίας, με δείγμα 26 νηπίων (3–4 ετών), σε περιβάλλον χωρίς αναπτυξιακές διαγνώσεις. Η έρευνα υιοθετεί την ποιοτική μεθοδολογία περιλαμβάνοντας ανάλυση δραστηριοτήτων και παρατήρηση των αντιδράσεων των παιδιών. Η υλοποίηση των δραστηριοτήτων πραγματοποιούνται διαδοχικά και η καταγραφή των αποτελεσμάτων γίνεται μέσω συμμετοχικής παρατήρησης, ηχογραφήσεων και επιστημονικού ημερολογίου. Η ανάλυση των δεδομένων αποσκοπεί στη διερεύνηση: (α) του βαθμού κατανόησης της έννοιας της διαφορετικότητας από τα παιδιά σε γνωστικό επίπεδο, (β) της ικανότητάς τους για δημιουργική επεξεργασία και μετασχηματισμό στερεοτυπικών αντιλήψεων, και της ανάπτυξης ενσυναίσθησης και κοινωνικών δεξιοτήτων μέσω της εικαστικής και καλλιτεχνικής έκφρασης. Η εφαρμογή και ανάλυση των «δραστηριοτήτων πολυεπίπεδης ενσωμάτωσης των τεχνών» αποσκοπεί στην ανάδειξη βασικών χαρακτηριστικών της διδακτικής πράξης, όταν αυτή σχεδιάζεται και υλοποιείται με γνώμονα την αξιοποίηση της τέχνης ως πολυαισθητηριακού, συμπεριληπτικού και κριτικού εργαλείου προσέγγισης της διαφορετικότητας στην προσχολική εκπαίδευση. Στόχος της έρευνας είναι να εντοπιστούν ποιοτικά στοιχεία που ενισχύουν τη λειτουργικότητα των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων ως μέσο διαμόρφωσης κοινωνικών δεξιοτήτων, ενσυναίσθησης και αποδοχής του «άλλου» από τα παιδιά. Μέσα από τη συστηματική παρατήρηση, την ηχογράφηση και την ποιοτική ανάλυση των εκπαιδευτικών παρεμβάσεων, επιχειρείται να διαπιστωθεί ο βαθμός στον οποίο οι τέχνες, όταν ενσωματώνονται με ολιστικό και δημιουργικό τρόπο, μπορούν να ξεπεράσουν τις τυπικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η παιδαγωγική αξιοποίηση της διαφορετικότητας στο σύγχρονο σχολείο: όπως ο περιορισμός σε γνωσιοκεντρικές προσεγγίσεις, η αναπαραγωγή στερεοτύπων ή η απουσία συναισθηματικής εμπλοκής. Τα ευρήματα της ανάλυσης αναδεικνύουν τη σημασία του βιωματικού, καλλιτεχνικού και πολυτροπικού σχεδιασμού των δραστηριοτήτων, καθώς και την αναγκαιότητα να δημιουργηθούν παιδαγωγικά πλαίσια που δίνουν χώρο στη φαντασία, την έκφραση, τη συνεργασία και τη μετασχηματιστική μάθηση. Η εργασία προτείνει πρακτικές κατευθύνσεις για το πώς μπορεί να ενσωματωθεί αποτελεσματικά η τέχνη στη διδασκαλία εννοιών όπως η πολιτισμική, γλωσσική ή έμφυλη διαφορετικότητα, με σκοπό τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος αποδοχής, συμπερίληψης και κοινωνικής ευαισθησίας ήδη από την προσχολική ηλικία.This paper explores the significance of integrating the arts in education as a strategy for fostering diversity in the preschool setting. Utilizing the theoretical framework of interdisciplinary and experiential teaching, a new model of activities is designed and implemented, with specific specifications and the aim of cultivating acceptance, empathy and social cohesion in early childhood education. The model is predicated on seven thematic units, each of which focuses on a different type of diversity: cultural, physical, linguistic, gender, religious, class and racial. Depending on the educational role attributed to art, activities are categorized into three types: Activities based on teach arts, in which art constitutes the primary object of learning. Activities based on teaching through the arts, in which art is used as a pedagogical tool to approach the concept of diversity. Activities based on aesthetic teaching constitutes a multi-layered, interpretative and creative approach to the subject matter taught, with art forming the basis of this approach This categorization is employed in the design of the seven thematic units of the work, thereby contributing to the enrichment of teaching practice with artistic multimodality and educational inclusion.
The model is applied in a preschool educational setting, with a sample of 26 infants (aged 3-4 years), in an environment without developmental diagnoses. The research adopts a qualitative methodology, including activity analysis and observation of children's reactions. The implementation of the activities is carried out consecutively, and the results are recorded through participant observation, recordings and research diary. The analysis of the data aims to investigate the degree to which children demonstrate an understanding of the concept of diversity is a key consideration, the ability to creatively process and transform stereotypical perceptions is also a key factor, the development of empathy and social skills is facilitated through visual and artistic expression. The objective of the present study is to explore the application and analysis of «multilevel arts integration activities» in early childhood education. The study seeks to highlight key features of the teaching practice when it is designed and implemented with the use of art as a multisensory, inclusive and critical tool for approaching diversity. The objective of the present research is to identify the qualitative elements that enhance the functionality of art activities as a means of forming social skills, empathy and acceptance of the «other» by children. The present study sets out to determine the extent to which arts integration, when performed in a holistic and creative, can overcome the typical difficulties faced by the pedagogical use of diversity in contemporary schools. Such difficulties include, but are not limited to, the limitation to cognitive approaches, the reproduction of stereotypes and the absence of emotional involvement. This determination is arrived at through the systematic observation, recording and qualitative analysis of educational interventions. The findings of the analysis highlight the importance of experiential, artistic and multimodal design of activities, as well as the need to create pedagogical frameworks that give space to imagination, expression, collaboration and transformative learning. The paper proposes practical guidelines on the effective integration of art into the teaching of concepts such as cultural, linguistic or gender diversity, with a view to creating an environment of acceptance, inclusion and social sensitivity from early childhood onwards