11894 research outputs found
Sort by
Ο ρόλος της διασποράς ταχυτήτων στη σχέση Kennicutt-Schmidt
Context. The Kennicutt–Schmidt (KS) relation, which relates the surface densities of star formation rate (ΣSFR) and (molecular) gas (Σmol), is one of the most fundamental empirical laws of star formation. Despite its apparent simplicity, it exhibits substantial scatter, suggesting the influence of additional physical parameters beyond gas surface density.
Aims. We investigate whether molecular gas velocity dispersion (∆v) acts as a hidden parameter in the resolved KS relation in nearby galaxies.
Methods. We use spatially resolved measurements of ΣSFR, Σmol, and ∆v from the ALMaQUEST, EDGE–CALIFA, and PHANGS–ALMA surveys, as well as for the single galaxy of M51. We identify two groups of galaxies based on the direction of the ∆v gradient with respect to the best-fitted KS line on the ΣSFR−Σmol plane: one where the ∆v gradient is completely aligned with the KS line (group A), and one where it has a component perpendicular to the line (group B). For each group, we fit the KS relation and examine the dependence of the residuals (Res) of the fit on ∆v.
Results. In group B, we find a weak, but statistically significant correlation between Res and ∆v, which is consistent across all surveys.
Conclusions. These results suggest that the velocity dispersion acts as a secondary parameter in the KS relation, with higher ∆v
corresponding to lower ΣSFR, at fixed Σmol. This implies that velocity dispersion, however it arises, may modulate star formation efficiency and contribute to the observed scatter in the KS relation.Context. The Kennicutt–Schmidt (KS) relation, which relates the surface densities of star formation rate (ΣSFR) and (molecular) gas (Σmol), is one of the most fundamental empirical laws of star formation. Despite its apparent simplicity, it exhibits substantial scatter, suggesting the influence of additional physical parameters beyond gas surface density.
Aims. We investigate whether molecular gas velocity dispersion (∆v) acts as a hidden parameter in the resolved KS relation in nearby galaxies.
Methods. We use spatially resolved measurements of ΣSFR, Σmol, and ∆v from the ALMaQUEST, EDGE–CALIFA, and PHANGS–ALMA surveys, as well as for the single galaxy of M51. We identify two groups of galaxies based on the direction of the ∆v gradient with respect to the best-fitted KS line on the ΣSFR−Σmol plane: one where the ∆v gradient is completely aligned with the KS line (group A), and one where it has a component perpendicular to the line (group B). For each group, we fit the KS relation and examine the dependence of the residuals (Res) of the fit on ∆v.
Results. In group B, we find a weak, but statistically significant correlation between Res and ∆v, which is consistent across all surveys.
Conclusions. These results suggest that the velocity dispersion acts as a secondary parameter in the KS relation, with higher ∆v
corresponding to lower ΣSFR, at fixed Σmol. This implies that velocity dispersion, however it arises, may modulate star formation efficiency and contribute to the observed scatter in the KS relation
Όταν οι ιοί μετακινούνται
Η ανίχνευση selective sweeps σε ιικούς πληθυσμούς είναι απαραίτητη για την
κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι ιοί προσαρμόζονται κατά τη διάρκεια
επιδημιών. Ωστόσο, οι περισσότερες μέθοδοι ανίχνευσης sweep βασίζονται
στην ύπαρξη παμμιξίας και πληθυσμών σταθερού μεγέθους που βρίσκονται
σε ισορροπία, συνθήκες που παραβιάζονται συχνά σε ένα επιδημικό περιβάλ-
λον. Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία παρουσιάζει το MobiVirus, έναν στο-
χαστικό προσομοιωτή χρονικής εξέλιξης που μοντελοποιεί τον τρόπο με τον
οποίο οι αερομεταφερόμενοι ιοί εξαπλώνονται σε έναν χωρικά κατανεμημένο
πληθυσμό ξενιστών. Το μοντέλο επιτρέπει μια πιο ρεαλιστική προσομοίωση
της εξέλιξης του ιικού γονιδιώματος υπό συνθήκες φυσικής επιλογής, ενσω-
ματώνοντας χαρακτηριστικά όπως η κίνηση των ξενιστών, η μεταβλητότητα
στη μεταδοτικότητας των ιών και της ανάρρωσης των ξενιστών, ο γονιδιακός
ανασυνδυασμός και η μετάλλαξη. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον προσομοιωτή,
αξιολογήθηκε η απόδοση διαφόρων εργαλείων ανίχνευσης sweep, όπως τα
SweeD, OmegaPlus, Tajima’s D και site frequency spectrum, σε ένα εύρος επι-
δημιολογικών σεναρίων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, ακόμη και υπό έντονη
φυσική επιλογή των στελεχών που έφεραν ευεργετικές μεταλλάξεις, οι μέθο-
δοι αυτές δεν κατάφεραν να παραγάγουν σαφή σήματα ανίχνευσης selective
sweeps, ιδίως σε σενάρια υψηλής μεταδοτικότητας και χαμηλού ανασυνδυα-
σμού. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν ότι οι κλασικές μέθοδοι ανίχνευσης
sweeps ενδέχεται να μην αποδίδουν ικανοποιητικά όταν εφαρμόζονται σε ι-
ικές επιδημίες. Η εργασία τονίζει τη σημασία των βιολογικά ρεαλιστικών
προσομοιώσεων για τη συγκριτική αξιολόγηση τέτοιων εργαλείων και ανα-
δεικνύει την ανάγκη ανάπτυξης νέων μεθόδων, ειδικά σχεδιασμένων για ιικές
επιδημίες. Το MobiVirus προσφέρει μια ευέλικτη πλατφόρμα για τη μελέτη
της εξέλιξης των ιών και θέτει τα θεμέλια για τη βελτίωση της ανίχνευσης
selective sweeps σε μελλοντικές έρευνες.Detecting selective sweeps in viral populations is essential for understanding
how viruses adapt during epidemics. However, most methods for identifying
sweeps assume constant-size panmictic populations and equilibrium conditions,
which are frequently violated during a viral epidemic. This Master thesis
presents MobiVirus, a stochastic forward-in-time simulator that models how
airborne viruses spread across a spatially distributed host population. The
model enables a more realistic simulation of viral genome evolution under
selection by including features like host movement, variable infection and
recovery dynamics, recombination, and mutation. With this simulator, the
performance of several sweep detection tools, like SweeD, OmegaPlus, Tajima’s
D, and site frequency spectrum statistics, was evaluated across a range of
epidemiological scenarios. The results showed that even under strong selection
of the beneficial strains, these methods were unable to produce clear signals
of selective sweeps, especially in high-transmission and low-recombination
scenarios. These findings highlight that classical sweep detection methods
may not perform well when applied to viral epidemics. This work emphasizes
the importance of biologically realistic simulations for benchmarking such
tools and underlines the need for new methods specifically designed for viral
epidemics. MobiVirus offers a flexible platform for exploring viral evolution
and provides a foundation for improving selective sweep detection in future
research
Design, Implementation and Evaluation of Interactive Educational Material of a comprehensive intervention using the distance education method for adults on the topic of place definitions for level A2 in the context of teaching Greek as a second/foreign language
Η διπλωματική εργασία πραγματεύεται το σχεδιασμό πρωτότυπου εκπαιδευτικού διαδραστικού υλικού με τη μέθοδο της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης με θέμα τους προσδιορισμούς του τόπου στη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας. Υλοποιήθηκε σε δύο στάδια, το προπαρασκευαστικό και το ερευνητικό. Στο προπαρασκευαστικό στάδιο αφού μελετήθηκε ελληνική και διεθνής βιβλιογραφία, σχεδιάστηκε και δημιουργήθηκε εκπαιδευτικό υλικό που φιλοξενείται στη διαδικτυακή πλατφόρμα του ΕΔΙΒΕΑ. Το υλικό διαθέτει εισαγωγική ενότητα με οπτικοακουστικό υλικό που λειτουργεί ως οδηγός μελέτης και διαιρείται σε τέσσερις κυρίως διδακτικές ενότητες, οι τρεις από τις οποίες παρουσιάζουν διαφορετικές μορφές των προσδιορισμών τόπου στη νέα ελληνική γλώσσα και η τέταρτη παρουσιάζει εφαρμογές των τοπικών προσδιορισμών στην καθημερινή ζωή. Στο πρώτο μέρος του ερευνητικού σταδίου, το υλικό αυτό μελετήθηκε και αξιολογήθηκε από ειδικούς της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης μέσα από ειδικά διαμορφωμένα ερωτηματολόγια ανοιχτού τύπου. Το δεύτερο μέρος του ερευνητικού σταδίου περιελάμβανε εκπαιδευτική παρέμβαση για ενήλικες εκπαιδευόμενους στην ελληνική ως ξένη γλώσσα. Στη συνέχεια, οι ίδιοι οι εκπαιδευόμενοι, που συμμετείχαν στην παρέμβαση, αποτίμησαν το εκπαιδευτικό υλικό μέσα από τη διαδικασία της ημιδομημένης συνέντευξης. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την έρευνα φανερώνουν καθολική αποδοχή του εκπαιδευτικού υλικού και θετική αξιολόγηση από τους ειδικούς της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης έχοντας ως κυρίαρχο κριτήριο τις Αρχές της Εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και της Πολυμεσικής μάθησης. Τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την έρευνα σε εκπαιδευόμενους που συμμετείχαν στην εκπαιδευτική παρέμβαση αναδεικνύουν θετική, ως επί το πλείστον, στάση απέναντι στο εκπαιδευτικό υλικό εξαιτίας της πληρότητας, της σαφήνειας και της πρωτοτυπίας του. Οι αρνητικές κρίσεις τεκμηριώνονται από τις διαφορετικές εκπαιδευτικές ανάγκες του κάθε εκπαιδευόμενου. Οι εκπαιδευόμενοι, ωστόσο, προτείνουν τη μετάφραση των εκφωνήσεων στην αγγλική γλώσσα και τον εμπλουτισμό του υλικού με ακόμη περισσότερες εικόνες και πιο σύγχρονα γραφικά.The thesis deals with the design of original interactive educational material using distance learning methods, focusing on place determinations in teaching Greek Language as a second/foreign language. It was implemented in two stages, preparatory and research. In the preparatory stage, after studying Greek and international literature, educational material was designed and created, which is hosted on the EDIBEA online platform. The material includes an introductory section with audiovisual content serving as a study guide and is divided into four main teaching sections, three of which present different forms of place determiners in modern Greek, and the fourth presents applications of these place determiners in everyday life. In the first phase of the research stage, this material was studied and evaluated by distance learning experts using specially designed open-ended questionnaires. In the second phase of the research stage, the material was used as an educational intervention for adult learners of Greek as a foreign language. Subsequently, the learners who participated in the intervention evaluated the educational material through a semi-structured interview process. The results of the research reveal universal acceptance of the educational material and positive evaluation by distance learning experts, with the principles of distance learning and multimedia learning as the dominant criterion. The conclusions drawn from the survey of learners who participated in the educational intervention reveal a mostly positive attitude towards the educational material due to its completeness, clarity and originality. Negative feedback is justified by the different educational needs of each learner. However, the learners suggest translating the audio recordings into English and enriching the material with even more images and more modern graphics
Sex reversal and feminization of 2+ year old sea bream (Sparus aurata) after 17β-estradiol implant treatment
Η τσιπούρα (Sparus aurata) αποτελεί ένα από τα κυριότερα είδη
υδατοκαλλιέργειας στη Μεσόγειο με κύρια παραγωγό χώρα την Ελλάδα. Το είδος
παρουσιάζει πρώτανδρο ερμαφροδιτισμό, με περίπου 15-80% των αρσενικών ατόμων
να μετατρέπεται σε θηλυκά μετά τα 2 έτη ζωής, αφού πρώτα αναπαραχθούν σαν
αρσενικά. Έτσι, δεν είναι γνωστό εάν ένα άτομο 2+ ετών θα αναπαραχθεί σαν αρσενικό
ή θηλυκό στην επόμενη αναπαραγωγική περίοδο (3 ετών). Για την επιβεβαίωση του
φύλου των γεννητόρων που επιλέγονται να συμμετάσχουν σε προγράμματα γενετικής
επιλογής είναι απαραίτητη η ανάπτυξη μιας μεθόδου επαγωγής 100% θηλυκοποίησης σε
τσιπούρες. Χρησιμοποιήθηκε βραχυπρόθεσμη θεραπεία τριών μηνιαίων χορηγήσεων με
εμφυτεύματα ελεγχόμενης απελευθέρωσης 17β-οιστραδιόλης (Ε2) αρχικά σε τσιπούρες
1+ έτους, σε 5 ομάδες (n=18), μάρτυρας και τέσσερις δόσεις Ε2 (1, 2, 3 και 6 mg kg-1 )
για τον προσδιορισμό της βέλτιστης θεραπείας. Η θεραπεία με 1 mg kg-1 Ε2 παρείχε το
μεγαλύτερο ποσοστό θηλυκοποίησης (88%) και το μικρότερο ποσοστό θνησιμότητας
(6%) και ήταν η μόνη για την οποία ολοκληρώθηκε η τρίμηνη θεραπεία Ε2. Σε
αντιδιαστολή, οι υπόλοιπες ομάδες θεραπείας (2, 3 και 6 mg kg-1 ) είχαν χαμηλότερα
ποσοστά θηλυκοποίησης (55%, 57% και 0% αντίστοιχα) ενώ δεν ολοκλήρωσαν την
τρίμηνη θεραπεία λόγω εμφάνισης υψηλών ποσοστών θνησιμοτήτων (42%, 61% και
56% αντίστοιχα). Η πλειονότητα των αρσενικών που προέκυψαν ήταν σπερμιάζοντα
ενώ τα θηλυκά είχαν ανώριμες ωοθήκες. Το πείραμα επαναλήφθηκε σε τσιπούρες
ηλικίας 2+ ετών σε 3 ομάδες (n=40), μάρτυρας και δύο δόσεις Ε2 (0,5 και 1 mg kg-1 ), με
σκοπό την μείωση της θνησιμότητας. Η χορήγηση της θεραπείας δεν βρέθηκε να επιδρά
σημαντικά στην αύξηση του σωματικού βάρους. Θνησιμότητες παρατηρήθηκαν μόνο
στην ομάδα θεραπείας Ε2 1mg kg-1 και τα άτομα είχαν μεγαλύτερη τιμή του
ηπατοσωματικού δείκτη (HSI) σε σύγκριση με τα άτομα που υποβλήθηκαν σε θεραπεία
Ε2 και επιβίωσαν και το μάρτυρα. Η χορήγηση εμφυτευμάτων Ε2 επέφερε
θηλυκοποίηση στο 100 και 95% των πληθυσμών της ομάδας με θεραπεία με 0,5 mg kg-1 E2 και στο 100 και 89% των πληθυσμών της ομάδας με θεραπεία 1 mg kg-1 E2, ενώ
αντιθέτως, τα ποσοστά θηλυκοποίησης στις ομάδες του μάρτυρα ήταν 20 και 25%. Η
πλειονότητα των θηλυκών ατόμων χαρακτηρίστηκε από γονάδες με ωοκύτταρα που
είχαν εισέλθει στο στάδιο της λεκιθογένεσης. Τα θηλυκά άτομα από τις δύο θεραπείες
Ε2 και την ομάδα του μάρτυρα παρήγαγαν καθημερινά αυγά κατά την διάρκεια τις
αναπαραγωγικής περιόδου που εξετάστηκε. Οι υψηλότερες τιμές της μέσης ημερήσιας
σχετικής γονιμότητας καταγράφηκαν τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο και οι
χαμηλότερες τον Μάρτιο, με το αναπαραγωγικό απόθεμα του μάρτυρα να παρουσιάζει
σημαντικά υψηλότερες τιμές από τις υπόλοιπες ομάδες ωοτοκίας που έλαβαν θεραπεία
με Ε2. Αντίθετα, το μέσο ημερήσιο ποσοστό γονιμοποίησης παρουσίασε την αντίθετη
τάση, με τις χαμηλότερες τιμές να εμφανίζονται τον Δεκέμβριο και τις υψηλότερες τον
Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, χωρίς καμία διαφορά μεταξύ των ομάδων ωοτοκίας.
Τέλος, δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων ωοτοκίας όσον αφορά
στην εμβρυική επιβίωση στις 24 ώρες, εκκόλαψη και επιβίωση νυμφών την 5η ημέρα
μετά την συλλογή με την τελευταία να είναι σημαντικά χαμηλότερη από τις άλλες δύο
παραμέτρους ανάπτυξης εμβρύων. Από τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης
συμπεραίνεται ότι είναι εφικτή η δημιουργία 100% θηλυκών πληθυσμών τσιπούρας
ηλικίας 3 ετών που μπορούν να ωριμάσουν και να παράγουν καλής ποιότητας αυγά για
προγράμματα γενετικής βελτίωσης με προτεινόμενη θεραπεία την τρίμηνη χορήγηση
εμφυτευμάτων Ε2 δόσης 0,5 mg kg-1.The gilthead seabream (Sparus aurata) is one of the most prominent aquaculture
species in the Mediterranean with Greece being the main producer country. The species
exhibits protandrous hermaphroditism, with approximately 15-80% of males reverting to
females after 2 years of life, having first reproduced as males. It is therefore not known
whether a 2+ year old individual will reproduce as male or female in the next breeding
season (3 years old). In order to confirm the sex of the selected breeders to participate in
selective breeding programs, it is necessary to develop a method to induce 100%
feminization in sea bream. A short-term treatment of three monthly administrations of
controlled-release implants loaded with 17β-oestradiol (E2) was initially applied to 1+
year old gilthead seabream in 5 groups (n=18), control and four doses of E2 (1, 2, 3 and
6 mg kg-1 ) to determine the optimal treatment dose. The 1 mg kg-1 E2 treated group had
the highest feminization (88%) and the lowest mortality rates (6%) and was the only
group that completed the three monthly implantations. In contrast, the E2 treated groups
2, 3 and 6 mg kg-1 had lower feminization rates (55%, 57% and 0% respectively) and the
treatment was interrupted due to increased mortality rates (42%, 61% and 56%
respectively). Almost all males produced were spermiating while females had immature
ovaries. The experiment was repeated in 2+ year old seabreams in 3 groups (n=40),
control and two doses of E2 (0,5 and 1 mg kg-1 ), in order to reduce mortality. The
administration of the treatment was not found to have a negative effect on body weight
gain. Mortalities were observed only in the 1mg kg-1 E2 treatment group and mortalities
exhibited an increase in hepatosomatic index (HSI) compared to E2 treated fish that
survived the therapy and the control group. Administration of E2 implants induced
feminization in 100 and 95% of the replicated populations treated with 0.5 mg E2, while
females of the replicated populations treated with 1 mg E2 reached 100 and 89%. The
corresponding values in the replicated Control groups were 20 and 25%. The majority
of females were characterized by gonads with oocytes that had entered the stage of
vitellogenesis. Females from both control and E2 treated groups produced eggs on a
daily basis during the reproductive season examined. The highest values of mean daily
relative relative fecundity were recorded in December and January and the lowest
values in March, with the control broodstock exhibiting significantly higher values than
both of the E2-treated broodstocks. Conversely, mean fertilization success displayed the
opposite trend, with the lowest values occurring in December and the highest ones in
February and March, without any difference among E2 treated groups. Finally, there
were no significant differences among E2 treatment in 1-day embryo survival, hatching
success or 5-day larval survival, with the latter being significantly lower than the other
two embryo development parameters. The results of the present study demonstrate the
feasibility of establishing 100% female populations of 3year-old gilthead seabream
capable of maturing and producing high-quality eggs for selective breeding programs.
This can be achieved through the proposed treatment of three monthly implantation of
E2 at a dosage of 0.5 mg kg-1
Διερεύνηση των μοριακών μηχανισμών που προκαλούν ανθεκτικότητα σε εντομοκτόνα σε έντομα υγειονομικής σημασίας
Κατά προσέγγιση, το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει υπό το ρίσκο μιας ή
περισσότερων νόσων που μεταδίδονται από αρθρόποδα, οι οποίες παρουσιάζονται
ενδημικές κυρίως στις τροπικές και υποτροπικές ζώνες. Η ελονοσία και η
λεϊσμανίαση, που μεταδίδονται από τα κουνούπια του γένους Anopheles και τις
σκνίπες, αντίστοιχα, αποτελούν τις σημαντικότερες παρασιτικές νόσους, υπεύθυνες
για πάνω από μισό εκατομμύριο θανάτους ετησίως. Ο έλεγχος του εντόμου-φορέα
με τη χρήση εντομοκτόνων έχει αποτελέσει θεμέλιο στην προσπάθεια εξάλειψης των
ασθενειών αυτών, εδώ και αρκετές δεκαετίες. Παρόλα αυτά, η χρήση ενός
περιορισμένου αριθμού εντομοκτόνων με μικρό εύρος στους τρόπους/ στόχους
δράσης, με σκοπό την καταπολέμηση εντόμων υγειονομικής αλλά και αγροτικής
σημασίας, έχει οδηγήσει την ανάπτυξη και εξάπλωση ανθεκτικότητας. Η διερεύνηση
της μοριακής βάσης των ανθεκτικών αυτών φαινοτύπων (π.χ. ανθεκτικότητα στόχου,
μεταβολική ανθεκτικότητα, κ.λπ.) είναι απαραίτητη για την επιτήρηση και επίλυση
του προβλήματος. Στην παρούσα διδακτορική διατριβή, επικεντρώθηκα: (α) στην
επιτήρηση της ανθεκτικότητας σε εντομοκτόνα σε πληθυσμούς σκνιπών από περιοχές
που δεν έχουν ερευνηθεί έως τώρα, και στην ανάπτυξη ειδικών εργαλείων για τέτοιες
διαδικασίες στις σκνίπες, και (β) στον βιοχημικό και λειτουργικό χαρακτηρισμό της
καρβοξυλεστεράσης COEAE6G, που έχει συσχετιστεί με ανθεκτικότητα σε
εντομοκτόνα, στον κύριο φορέα ελονοσίας στην Αφρική, το κουνούπι Anopheles
coluzzii.
Η ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα είναι ιδιαίτερα υπο-μελετημένη στις σκνίπες. Εδώ,
αξιολογήθηκε η ανταπόκριση στα πυρεθροειδή εντομοκτόνα, με τη χρήση
βιοδοκιμών και μοριακών διαγνωστικών, σε συλλογές σκνιπών από (ημι)αγροτικές
περιοχές της Ιταλίας, της Ελλάδας, της Τουρκίας, του Ιράν και της Κένυας. Κοινοί
δείκτες ανθεκτικότητας στόχου στα πυρεθροειδή, δηλαδή οι kdr μεταλλαγές στο
γονίδιο που κωδικοποιεί για το κανάλι νατρίου, εντοπίστηκαν σε υψηλές συχνότητες
στην Τουρκία, σε χαμηλότερες συχνότητες αλλά για πρώτη φορά στην Ελλάδα και το
Ιράν, ενώ ήταν απούσες απ’ τους πληθυσμούς της Ιταλίας. Επιπρόσθετα, πληθυσμοί
μεικτών ειδών από την Ελλάδα και την Κένυα έδειξαν ευαισθησία στο πυρεθροειδές
δελταμεθρίνη, σε βιοδοκιμές τύπου CDC, χρησιμοποιώντας ωστόσο τις διαγνωστικές
σταθερές των κουνουπιών. Περί αυτού, και των δυσκολιών που εμφανίζονται επί του
παρόντος στην εφαρμογή, ερμηνεία και σύγκριση τέτοιων ευρημάτων βιοδοκιμών,
γίνεται εκτενής συζήτηση και σχολιασμός. Επίσης, σχεδιάστηκε ένα νέο πρωτόκολλο
βιοδικών για ατομική έκθεση δειγμάτων σκνιπών, το οποίο προτείνεται να
εφασμοστεί σε περιοχές με μεικτή σύνθεση ειδών, προκειμένου να αποκαλύπτονται
οι διαφορετικές αποκρίσεις τους στα εντομοκτόνα. Πράγματι, χρησιμοποιώντας το
συγκεκριμένο πρωτόκολλο σε πληθυσμούς πεδίου, αποκαλύπτονται στατιστικά
σημαντικές διαφορές απόκρισης μεταξύ ειδών του γένους Phlebotomus. Τέλος,
συνέβαλα μερικώς στην παραγωγή πληροφοριών σχετικών με το γονιδίωμα 11
διαφορετικών ειδών σκνίπας, με σκοπό την κατανόηση της προσαρμογής τους σε
εντομοκτόνα/ξενοβιοτικές ουσίες, και στην μελλοντική ταυτοποίηση υποψήφιων
γονιδίων σχετιζόμενων με ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα.
Όσον αφορά στα κουνούπια του γένους Anopheles, τεχνολογίες υψηλής απόδοσης
έχουν συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση των μοριακών μηχανισμών
ανθεκτικότητας σε εντομοκτόνα, μέχρι στιγμής. Εδώ, ερευνάται μια περίπτωση
μεταβολικής ανθεκτικότητας σε μια σειρά εντομοκτόνων διαφορετικών ομάδων,
λόγω υπερέκφρασης του ενζύμου COEAE6G, μιας εστεράσης με προβλεπόμενο υπο-
κυτταρικό εντοπισμό στα μιτοχόνδρια. Το γονίδιο Coeae6g έχει βρεθεί
υπερεκφρασμένο σε Αφρικανικούς πληθυσμούς κουνουπιών Anopheles, ανθεκτικούς
σε οργανοφωσφορικά και καρβαμιδικά εντομοκτόνα, και έχει επιπλέον συσχετιστεί
με ανθεκτικότητα, λόγω αυξημένου αριθμού αντιγράφων γονιδίου, στο pirimiphos
methyl, πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενο σε υπολειμματικούς ψεκασμούς για τον
έλεγχο της ελονοσίας. Τα ευρήματα μας από προσεγγίσεις in vitro και in vivo
επικυρώνουν τους συσχετισμούς με δεδομένα πεδίου. Αρχικά, έκφραση του γονιδίου
Coeae6g στην κυτταρική σειρά Sf9 έδειξε, ότι η ενεργότητα του ενζύμου αναστέλλεται
παρουσία ενεργών oxon αναλόγων οργανοφωσφορικών εντομοκτόνων,
συμπεριλαμβανομένου του pirimiphos methyl oxon, καθώς και καρβαμιδικών
εντομοκτόνων και του πυρεθροειδούς περμεθρίνη. Aναλύσεις μεταβολισμού με τις
μεθόδους HPLC-UV και HPLC-MS/MS υποδεικνύουν ωστόσο, ότι το ένζυμο δεν έχει
δυνατότητα υδρόλυσης των παραπάνω εντομοκτόνων, άρα ως πιθανότερος τρόπος
δράσης εμφανίζεται η «δέσμευση» εντομοκτόνου (sequestration) απ’ τον τελικό του
στόχο. Επιπρόσθετα, δημιουργήθηκε μια διαγονιδιακή σειρά An. gambiae που να
υπερ-εκφράζει συστηματικά, σε όλους τους ιστούς το γονίδιο Coeae6g, υπό τον
έλεγχο του συστήματος GAL4/UAS, η οποία είχε ανθεκτικό φαινότυπο, κυρίως στο
pirimiphos methyl, αλλά και στο malathion, το bendiocarb, το propoxur και την
περμεθρίνη, σε συμφωνία με τα in vitro ευρήματά μας. Τέλος, το γονίδιο Coeae6g
εκφράζεται ενδογενώς σε πολλαπλούς ιστούς του ενήλικου κουνουπιού, ενώ
εξακριβώθηκε πως η πρωτεΐνη τοποθετείται υπο-κυτταρικά στο κυτταρόπλασμα, και
όχι στα μιτοχόνδρια.Approximately 80% of world’s population lives at risk of one or more arthropod-borne
diseases, thriving primarily in the tropics and sub-tropics around the globe. Malaria
and leishmaniasis, transmitted by Anopheles mosquitoes and phlebotomine sand flies,
respectively, are major parasitic-causative diseases responsible for more than half a
million deaths in an annual basis. Insecticide-based vector control has been the
cornerstone of these diseases’ mitigation efforts. However, the prolonged use of a
small repertoire of mode of actions for both public health and agricultural purposes,
has led to the development of insecticide resistance (IR), jeopardising to date’s vector
control achievements. Unravelling the molecular basis of IR phenotypes (e.g. target-
site resistance, metabolic detoxification, etc) is necessary to monitor and tackle the
problem. In the present PhD thesis, I elaborated on: (I) monitoring IR in phlebotomine
sand fly vectors’ population from regions poorly surveyed thus far, and attempting to
generate tools for IR monitoring specifically in sand flies; and (II) biochemically and
functionally characterising carboxyl-esterase COEAE6G, associated with IR in the major
malaria vector Anopheles coluzzii.
IR is significantly under-studied in sand fly vectors. Here, the response to pyrethroids
was assessed using bioassays and/or molecular diagnostics in collections from (semi-
)rural areas of Italy, Greece, Turkey, Iran and Kenya. Common pyrethroid target-site
resistance markers, i.e. kdr mutations in the voltage-gated sodium channel gene, were
detected extensively in Turkey, and for the first time in Greece and Iran, while no
mutations were present in populations from Italy. Added to that, mixed species
populations from Greece and Kenya, subjected to CDC bioassays, displayed
susceptibility to deltamethrin, using though the mosquito discriminating conditions;
certain difficulties in performing sand fly bioassays in the present time, and
interpreting/comparing the generated results are extensively discussed in this chapter.
Moreover, a novel individual bioassay protocol was developed, proposed to operate in
regions with mixed species structure, and by using it, distinct responses to
deltamethrin were exhibited by different sand fly species. Last but not least, I partially
contributed to an effort to generate genomic resources for eleven phlebotomine sand
fly species, aiming to gain insights into their adaptations to insecticides/xenobiotics,
and extract potential insecticide resistance candidate genes.
In Anopheles mosquitoes, high-throughput methodologies have greatly elevated our
knowledge on the molecular mechanisms driving IR, so far. Here, a case of metabolic
resistance to insecticides of several classes mediated by over-expression of COEAE6G,
a putative mitochondrial esterase, of An. coluzzii is investigated. Coeae6g has been
found up-regulated in organophosphate and carbamate resistant Anopheles
populations in the region of Africa, and has been associated specifically with copy
number variation-induced resistance to pirimiphos methyl, a very promising
carbamate insecticide recently introduced in malaria control interventions. Our
findings derived from in vitro and in vivo tools functionally validate these associations.
Firstly, by expressing Coeae6g in the Sf9 insect cell line using the baculovirus system,
it was shown that the enzyme’s activity is inhibited by organophosphate oxon analogs,
including pirimiphos methyl oxon, for which the highest affinity was denoted, as well
as carbamate compounds and the pyrethroid permethrin. Metabolism assays
indicated though that COEAE6G is high likely to act via sequestration, and lack the
ability to hydrolyse these insecticides. Furthermore, a transgenic An. gambiae line
over-expressing constitutively Coeae6g under the control of GAL4/UAS system was
created and displayed a multi-resistant phenotype against primarily pirimiphos
methyl, followed by malathion, bendiocarb, propoxur and permethrin, in accordance
with the in vitro data. It was lastly shown, that Coeae6g is endogenously expressed in
multiple adult tissues, and that the enzyme is localised in the cytoplasm, and not in
the mitochondria
Educational policy for migrants and refugees since the outbreak of the refugee crisis : the case of Crete
Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις εκπαιδευτικές πολιτικές για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, με έμφαση στην περιφέρεια Κρήτης, ιδιαίτερα μετά την έναρξη της προσφυγικής κρίσης το 2015. Εστιάζει στον ρόλο της εκπαίδευσης ως μηχανισμού κοινωνικής ένταξης, με εστίαση στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η ανάλυση βασίζεται σε δευτερογενείς πηγές δεδομένων, όπως επίσημες εκθέσεις και επιστημονικές μελέτες, καθώς και σε διαθέσιμα δεδομένα από εθνικούς και διεθνείς φορείς, για την αξιολόγηση της εφαρμογής και των προκλήσεων των εκπαιδευτικών πολιτικών, με έμφαση στην περιφέρεια Κρήτης. Η έρευνα αναδεικνύει τη σημασία της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης για την προώθηση μιας πιο συμπεριληπτικής και δημοκρατικής κοινωνίας. Τονίζει τον ρόλο των τάξεων υποδοχής και των προσαρμοσμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων στην κάλυψη των γλωσσικών και πολιτισμικών αναγκών των παιδιών μεταναστευτικής και προσφυγικής προέλευσης. Παρά τις προσπάθειες αυτές, η μελέτη εντοπίζει διαρκή προβλήματα, όπως η έλλειψη πόρων και η υποστελέχωση, που δυσχεραίνουν την αποτελεσματικότητα των πολιτικών ένταξης. Ένα βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι το γλωσσικό εμπόδιο, καθώς πολλά παιδιά δεν διαθέτουν επαρκείς γνώσεις της ελληνικής γλώσσας για να συμμετάσχουν πλήρως στην εκπαιδευτική διαδικασία. Επιπλέον, η μελέτη αποκαλύπτει υψηλά ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου από τα παιδιά μεταναστών ή προσφύγων, λόγω οικονομικών πιέσεων, έλλειψης υποστηρικτικών δομών και δυσκολιών προσαρμογής στο εκπαιδευτικό σύστημα. Τέλος, η μελέτη προτείνει στοχευμένες πολιτικές που περιλαμβάνουν την κατάρτιση των εκπαιδευτικών σε διαπολιτισμικές δεξιότητες και την παροχή ψυχολογικής και οικονομικής υποστήριξης στους μαθητές και τις οικογένειές τους. Συμπερασματικά, η μελέτη υπογραμμίζει ότι η εκπαίδευση αποτελεί κρίσιμη συνισταμένη για κοινωνική αλλαγή και ένταξη. Προτείνει μια ολιστική προσέγγιση που συνδυάζει εκπαιδευτικές παρεμβάσεις με ευρύτερες κοινωνικές πολιτικές, για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων και την υποστήριξη της επιτυχούς ένταξης των μεταναστών και των προσφύγων.This study examines educational policies for refugees and migrants, with a focus on the region of Crete, particularly after the onset of the refugee crisis in 2015. It highlights the role of education as a mechanism for social integration, concentrating on primary and secondary education. The analysis is based on secondary data sources, such as official reports and academic studies, as well as available data from national and international organizations, to evaluate the implementation and challenges of educational policies, with emphasis on the region of Crete. The study underscores the importance of intercultural education in promoting a more inclusive and democratic society. It emphasizes the role of reception classes and tailored educational programs in addressing the linguistic and cultural needs of children from migrant and refugee backgrounds. Despite these efforts, the study identifies persistent challenges, such as resource shortages and understaffing, which hinder the effectiveness of social integration policies. A key issue highlighted is the language barrier, as several children lack sufficient knowledge of the Greek language to fully participate in the educational process. Furthermore, the study reveals high dropout rates among migrant and refugee children due to financial pressures, lack of supportive structures, and difficulties in adapting to the educational system. Lastly, the study proposes targeted policies that include training teachers in intercultural skills and providing psychological and financial support to students and their families. In conclusion, the study emphasizes that education is a critical component of social change and integration. It advocates for a holistic approach that combines educational interventions with broader social policies to address inequalities and support the successful integration of migrants and refugees into the host society
Πολυκεντρική προοπτική μελέτη σύγκρισης εργαλείων εκτίμησης χειρουργικού κινδύνου σε επείγουσες λαπαροτομές στην Ελλάδα
Εισαγωγή: Ο όρος Επείγουσα Λαπαροτομή (ΕΛ) περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος επεμβάσεων που απαιτούν άμεση χειρουργική διερεύνηση της περιτοναϊκής κοιλότητας και σχετίζεται με σημαντική νοσηρότητα και θνητότητα. Υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την διαστρωμάτωση κινδύνου για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών, καθώς η πρόβλεψη του περιεγχειρητικού κινδύνου βελτιστοποιεί την από κοινού λήψη αποφάσεων και τον σχεδιασμό της σωστής επεμβατικής ή μη επεμβατικής στρατηγικής, ενώ έχει δειχθεί ότι σχετίζεται με βελτίωση των εκβάσεων των ασθενών. Στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν διαθέσιμες αναφορές για την έκβαση ασθενών που υποβάλλονται σε ΕΛ, και είναι ακόμα ασαφές, ποια προγνωστικά μοντέλα είναι κατάλληλα για την πρόβλεψη της θνητότητας ή της μείζονος νοσηρότητας στην Επέιγουσα Γενική Χειρουργική (ΕΓΧ). Ο σκοπός της διατριβής αυτής είναι να παρέχει μια εικόνα της έκβασης των ασθενών που υποβάλλονται σε επεμβάσεις ΕΓΧ στην Ελλάδα, να αξιολογήσει την επίδοση των υπαρχόντων μοντέλων πρόβλεψης της μετεγχειρητικής θνητότητας και να αναπτύξει ένα νέο προγνωστικό μοντέλο κατάλληλο για τον Ελληνικό πληθυσμό.
Μέθοδοι: Η διατριβή αυτή βασίστηκε στην πολυκεντρική συνεργασία 11 κέντρων σε Ελλάδα και Κύπρο, υπό την επίβλεψη του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου στην Ελλάδα. Τα κριτήρια εισαγωγής και αποκλεισμού ορίστηκαν όπως και στο National Emergency Laparotomy Audit (NELA) του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ). Μετά την προοπτική συλλογή δεδομένων που έλαβε χώρα μεταξύ Ιανουαρίου 2020 και Μαΐου 2021, η πρώτη μελέτη εστίασε στις μετεγχειρητικές εκβάσεις ασθενών που υποβλήθηκαν σε ΕΛ και παράγοντες κινδύνου για θνητότητα στις 30 ημέρες αναγνωρίστηκαν με ανάλυση λογιστικής παλινδρόμησης mixed-effects. Τα μετεγχειρητικά «μονοπάτια» των Ελλήνων ασθενών αναλύθηκαν και συγκρίθηκαν με τους αντίστοιχους ασθενείς στο ΗΒ. Η δεύτερη μελέτη που πραγματοποιήθηκε ήταν μια συγκριτική εξωτερική επικύρωση τεσσάρων προγνωστικών μοντέλων για θνητότητα στις 30 ημέρες μετά από ΕΛ, συγκεκριμένα το μοντέλο National Emergency Laparotomy Audit (NELA), το μοντέλο American College of Surgeons National Surgical Quality Improvement Program (ACS-NSQIP) Surgical Risk Calculator, το μοντέλο Portsmouth Physiological and Operative Severity Score for the Enumeration of Mortality and Morbidity (P-POSSUM), και το Predictive Optimal Trees in Emergency Surgery Risk (POTTER). Μέτρα συνολικής επίδοσης, διακριτικής ικανότητας, βαθμονόμησης και κλινικής χρησιμότητας χρησιμοποιήθηκαν για την σύγκριση των μοντέλων. Τέλος, η τρίτη μελέτη περιλάμβανε την δημιουργία και εσωτερική επικύρωση ενός προγνωστικού μοντέλου για πρόβλεψη σοβαρών επιπλοκών μετά από επεμβάσεις ΕΓΧ με βάση την ταξινόμηση Clavien-Dindo.
Αποτελέσματα: 633 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε ΕΛ συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση, ενώ οι πιο συχνές διαγνώσεις αφορούσαν απόφραξη πεπτικού (39%), διάτρηση (36%) και ισχαιμία (15%). Η θνητότητα στις 30 ημέρες ήταν 16.3% (95% CI, 13.5–19.4%). Η ηλικία, το American Society of Anesthesiologists (ASA) status, το λειτουργικό status, ο ασκίτης, η σήψη/σηπτικό σοκ και ο διαβήτης ήταν ανεξάρτητοι παράγοντες σχετιζόμενοι με θνητότητα. Μια σημαντικά υψηλότερη μετεγχειρητική θνητότητα παρατηρήθηκε στους Έλληνες ασθενείς σε σύγκριση με εκείνους της NELA (16.3% vs 8.7%), παρά το παρόμοιο ποσοστό ασθενών υψηλού κινδύνου, ενώ ανώτερα επίπεδα φροντίδας δεν χρησιμοποιήθηκαν επαρκώς στην μετεγχειρητική φάση (εισαγωγή σε ΜΕΘ: 15.8% vs 56.8%). Η συγκριτική εξωτερική επικύρωση προγνωστικών μοντέλων για θνητότητα στις 30 ημέρες ανέδειξε ότι όλα τα μοντέλα είχαν επαρκή διακριτική ικανότητα, παρ’όλα αυτά το μοντέλο ACS-NSQIP, ειδικά όταν συνδυάστηκε με την υποκειμενική εκτίμηση του χειρουργού, ήταν ανώτερο όσον αφορά την βαθμονόμηση (Hosmer-Lemeshow test, p = 0.742), είχε υψηλότερο καθαρό όφελος σε μεγαλύτερο εύρος κατωφλιών κινδύνου, ιδιότητες που διατηρήθηκαν έπειτα από επαναβαθμονόμηση των μοντέλων. Το μοντέλο ACS-NSQIP και η τροποποιημένη με βάση την εκτίμηση των χειρουργών εκδοχή του είχαν ελάχιστη ετερογένεια ανάμεσα στα διαφορετικά κέντρα της μελέτης και αναμένεται να έχουν την καλύτερη επίδοση σε νέα κέντρα. Τέλος το μοντέλο SEAL (SErious complications After Laparotomy) δημιουργήθηκε με 6 μεταβλητές: το σκορ ASA, την παρουσία σήψης/σηπτικού σοκ, το λειτουργικό status, τον ασκίτη, την προεγχειρητική τιμή της ουρίας και της αλβουμίνης. Το μοντέλο παρουσίασε καλή επίδοση για πρόβλεψη σοβαρών μετεγχειρητικών επιπλοκών έπειρα από εσωτερική επικύρωση, με καλή συνολική επίδοση (scaled Brier score: 25.1%, 95% CI 24.1–26.1%), διακριτική ικανότητα (διορθωμένο c-statistic: 0.80, 95% CI 0.79–0.81) και βαθμονόμηση (διορθωμένο calibration slope: 1.01, 95% CI 0.99–1.03). Το μοντέλο SEAL είχε καλύτερη επίδοση σε σχέση με το ACS-NSQIP, το οποίο έπειτα από επαναβαθμονόμηση χρησιμοποίηθηκε ως μέτρο σύγκρισης.
Συμπεράσματα: Οι ΕΛ στην Ελλάδα σχετίζονται με σημαντική θνητότητα, που εξηγείται μερικώς από διαφορές στα μετεγχειρητικά «μονοπάτια» των ασθενών, με ανησυχητικά χαμηλή αξιοποίηση υψηλότερων επιπέδων φροντίδας. Η επίδοση του ACS-NSQIP όσον αφορά την θνητότητα στις 30 ημέρες είναι υποσχόμενη και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο επιλογής για διαστρωμάτωση κινδύνου των Ελλήνων ασθενών που υποβάλλονται σε επεμβάσεις ΕΓΧ. Τέλος, το νέο μοντέλο SEAL μπορεί να προβλέψει τον κίνδυνο ανάπτυξης σοβαρών επιπλοκών μετά από ΕΛ, όντας ένα νέο διαθέσιμο εργαλείο για την ποσοτικοποίηση του περιεγχειρητικού ρίσκου στα ελληνικά νοσοκομεία. Περαιτέρω διερεύνηση για ανάπτυξη νέων προγνωστικών σκορ, καθώς και αναθάθμιση και προσαρμογή επικυρωμένων μοντέλων απαιτούνται για την σωστή αξιολόγηση του κινδύνου, που οδηγεί τελικά σε βελτιωμένες εκβάσεις των ασθενών.Introduction: Emergency Laparotomy (EL) encompasses a broad range of procedures that warrant urgent abdominal exploration and is associated with substantial morbidity and mortality. Interest in risk stratification for this patient population is rising, as prediction of perioperative risk optimizes shared decision-making and planning of the proper operative or non-operative strategy and has been shown to be associated with improved patient outcomes. In Greece, reports of the outcomes of patients undergoing EL are missing, and it is still unclear, which prognostic models might be suitable for prediction of mortality or major morbidity following emergency general surgery (EGS). The aim of this dissertation is to provide insight into the outcomes of patients undergoing EGS in Greece, to identify the best performing model for prediction of postoperative mortality and to develop a new prognostic model suited for the Greek population.
Methods: The dissertation was conducted based on a prospective multicenter collaboration of 11 centers in Greece and Cyprus, under the coordination of the University Hospital of Heraklion in Greece. Patient inclusion and exclusion criteria were in accordance with the National Emergency Laparotomy Audit (NELA). Following data collection between January 2020 and May 2021, the postoperative outcomes of patients undergoing EL were reported and risk factors for 30-day mortality were identified through a mixed-effects logistic regression analysis. Postoperative pathways of the Greek patients were analyzed and compared with their respective counterparts in the UK. Subsequently, a comparative external validation of four prognostic models for 30-day mortality following EL, namely the National Emergency Laparotomy Audit (NELA) model, the American College of Surgeons National Surgical Quality Improvement Program (ACS-NSQIP) Surgical Risk Calculator (SRC), the Portsmouth Physiological and Operative Severity Score for the Enumeration of Mortality and Morbidity (P-POSSUM), and the Predictive Optimal Trees in Emergency Surgery Risk tool (POTTER) was carried out. Measures of overall performance, discrimination, calibration and clinical utility were used to compare the models. Finally, a novel prognostic model for prediction of serious complications after EGS based on the Clavien-Dindo classification, was developed and underwent internal validation.
Results: 633 EL patients were included in the analysis, most commonly undergoing surgery for gastrointestinal obstruction (39%), perforation (36%) and ischemia (15%). The 30-day mortality rate was 16.3% (95% CI, 13.5–19.4%). Age, American Society of Anesthesiologists (ASA) status, preoperative functional status, ascites, sepsis/septic shock and diabetes were independent factors associated with mortality. A significantly higher postoperative mortality was noted in the Greek cohort in comparison with the NELA cohort (16.3% vs 8.7%), despite a similar proportion of high-risk patients, while higher levels of postoperative care were underutilized (ICU admission rate: 15.8% vs 56.8%). The comparative external validation of prognostic models for 30-day mortality showed that all models had adequate discriminative performance, however the ACS-NSQIP model, especially when combined with the subjective surgeon’s assessment, was superior in terms of calibration (Hosmer-Lemeshow test, p = 0.742), had higher net benefit across a wider range of thresholds, properties that were retained following recalibration of the models’ intercept and slope. The ACS-NSQIP model and its surgeon-adjusted version showed minimal between-hospital heterogeneity and is expected to perform better in new centers. Lastly, the SErious complications After Laparotomy (SEAL) model was developed. This included 6 predictors, namely ASA score, presence of sepsis/septic shock, dependent functional status, ascites, blood urea nitrogen and serum albumin. The model displayed good performance for prediction of serious postoperative complications following internal validation, with favorable overall fit (scaled Brier score: 25.1%, 95% CI 24.1–26.1%), discriminative ability (optimism-corrected c-statistic: 0.80, 95% CI 0.79–0.81) and calibration (optimism-corrected calibration slope: 1.01, 95% CI 0.99–1.03). The SEAL model outperformed the ACS-NSQIP model, which was used as a benchmark in this study following its recalibration.
Conclusions: EL in Greece is associated with significant postoperative mortality, partially explainable by differences in postoperative pathways, with concerning underutilization of higher levels of care. The ACS-NSQIP SRC’s performance for 30-day mortality was promising and could potentially be implemented as the tool of choice for risk stratification of Greek patients undergoing EGS. Finally, the novel SEAL model could predict the risk of developing serious complications following EL, serving as a new tool available for quantification of perioperative risk in Greek hospitals. Further exploration of new prognostic tools and updating of validated models is mandatory for proper prognostication, which translates to better patient outcomes
Impact of covid-19 pandemic on epidemiology of respiratory infections requiring hospitalization in a pediatric clinic
Εισαγωγή
Οι οξείες λοιμώξεις του ανώτερου ή κατώτερου αναπνευστικού συστήματος αποτελούν τις
συχνότερες αιτίες προσέλευσης, αλλά και εισαγωγής παιδιών στο νοσοκομείο και είναι
ζωτικής σημασίας η έγκαιρη αναγνώριση και εκτίμηση των συμπτωμάτων μιας
αναπνευστικής λοίμωξης ώστε να είναι ταχύτερη η ανάρρωση και λιγότερες οι επιπτώσεις.
Οι συχνότερες λοιμώξεις αναπνευστικού που προσβάλλουν τα παιδιά είναι ιογενούς
αιτιολογίας. Μετά την έξαρση της πανδημίας COVID-19, αυξήθηκε η ευαισθητοποίηση του
κοινού για την πρόληψη και τον έλεγχο των λοιμώξεων και έτσι εφαρμόστηκαν επείγοντα
μέτρα πρόληψης και ελέγχου στην προσπάθεια να διακοπεί η μετάδοση του ιού. Την
υπόθεση της επίδρασης της πανδημίας COVID-19 στην επιδημιολογία των αναπνευστικών
λοιμώξεων παιδιατρικών ασθενών φιλοδοξεί να εξετάσει η παρούσα έρευνα στη χώρα μας,
καταγράφοντας τη διακύμανση της επίπτωσής τους σε νοσηλευόμενα παιδιά στην
Παιδιατρική κλινική του ΒΓΝΗ.
Σκοπός
Ο κύριος σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η συσχέτιση και η επίδραση της πανδημίας
Covid-19 στην επιδημιολογία των αναπνευστικών λοιμώξεων σε νοσηλευόμενα παιδιά.
Δευτερεύοντες στόχοι της μελέτης είναι η συγκριτική διαχρονική επίπτωση των παιδιατρικών
αναπνευστικών λοιμώξεων, ιογενών ή βακτηριακών, σε σχέση με τις περιόδους έξαρσης και
ύφεσης των κρουσμάτων του ιού Sars-Cov-2 και η συσχέτιση της έκβασης μεταξύ των
λοιμώξεων αυτών και μεταξύ των 3 επιδημιολογικών περιόδων της μελέτης.
Μεθοδολογία
Πρόκειται για αναδρομική μονοκεντρική μελέτη παρατήρησης ασθενών, ηλικίας 1 μηνός έως
16 ετών, που εισήχθησαν με επιβεβαιωμένη λοίμωξη αναπνευστικού συστήματος στη
Παιδιατρική κλινική του ΒΓΝΗ. Η περίοδος καταγραφής της μελέτης περιέλαβε 3 χρονικές
περιόδους, το διάστημα πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά την άρση των μέτρων πρόληψης
κατά του COVID-19. Τα δεδομένα επεξεργάστηκαν ποιοτικά και ποσοτικά. Η στατιστική
ανάλυση των δεδομένων έγινε με το πακέτο στατιστικών εφαρμογών SPSS 30.0 και το
επίπεδο σημαντικότητας θα τεθεί ως α=0.05. Αποτελέσματα
Κατά το χρονικό διάστημα της μελέτης , νοσηλεύτηκαν 689 ασθενείς, από τους οποίους 254
πληρούσαν το κριτήριο εισαγωγής για τη μελέτη μας. Από αυτούς το 55.9% ήταν αγόρια,
12.7% είχαν κάποια συννοσηρότητα και 16.2% λάμβανε κάποιου είδους χρόνια
φαρμακευτική αγωγή. Το 80% των ασθενών πήρε εξιτήριο για το σπίτι τις περιόδους πριν και
μετά την πανδημία ενώ την περίοδο κατά την διάρκεια της πανδημίας το 61.5% των ασθενών
(με λοίμωξη Covid-19) μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο. Την περίοδο
πριν την πανδημία η λοίμωξη που επικρατούσε ήταν η βρογχιολίτιδα, την περίοδο της
πανδημίας κυριάρχησε η λοίμωξη Covid-19 και μειώθηκαν όλες οι άλλες και την τρίτη
περίοδο συνεχίστηκε η λοίμωξη Covid-19 και επανεμφανίστηκε η βρογχιολίτιδα, η γρίπη και
η πνευμονία (p<0.001). Όσoν αφορά τις θεραπευτικές προσεγγίσεις, κυρίαρχη χρήση είχε το
Hood (47.6%) και η μάσκα Venturi (23.8%) σε όλες τις περιόδους, ενώ το HFNC
χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα μετά την πανδημία (p<0.001). Κορτιζόνη χορηγήθηκε στο 1/3
περίπου των ασθενών όλες τις περιόδους της μελέτης, αντιϊική αγωγή χορηγήθηκε στο 7.1%
των ασθενών και αντιβίωση χορηγήθηκε σε σταθερά ποσοστό 70% των ασθενών και στις 3
περιόδους της μελέτης. Ακτινογραφία θώρακα έγινε στο 57.7% των ασθενών. Βακτηριακή
λοίμωξη ανιχνεύτηκε στο 6,7%, ιδιαίτερα την πρώτη και τρίτη περίοδο της μελέτης. Όσoν
αφορά τις ιογενείς λοιμώξεις αναπνευστικού, ο ιός SARS-CoV-2 ανιχνεύτηκε στο 47.9% των
ασθενών (δεύτερη και τρίτη περίοδος), οι ιοί influenzae A, B στο 8.7% (πρώτη και τρίτη
περίοδος) και ο RSV στο 91.3% των ασθενών της πρώτης περιόδου και 34.4% των ασθενών
της τρίτης περιόδου. Σε ανάλυση ROC, ισχυρή προβλεπτική ικανότητα συνταγογράφησης
αντιβίωσης σε ασθενείς με αναπνευστική λοίμωξη είχαν η συνυπάρχουσα λοίμωξη ωτίτιδας
ή ουρολοίμωξης (p=0.001), η μικρή ηλικία του ασθενούς (βρέφη) (p=0.024), και ο αυξημένος
αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (p=0.042).
Συμπεράσματα
Η πανδημία Covid-19 επηρέασε σημαντικά την επιδημιολόγια των αναπνευστικών
λοιμώξεων στα παιδιά που νοσηλεύτηκαν στην Παιδιατρική κλινική του ΒΓΝΗ,
διαταράσσοντας το εποχικό μοτίβο των συνηθισμένων αναπνευστικών λοιμώξεων, αφού την
περίοδο της πανδημίας επικράτησε κυρίως η λοίμωξη Covid-19. Η αιφνίδια αύξηση του ιού
SARS-CoV-2 την περίοδο της πανδημίας συνδυάστηκε με αναλογική τάση μείωσης των
λοιμώξεων γρίπης και RSV την ίδια περίοδο και αυξητικής τάσης μετά την περίοδο της
πανδημίας, μαζί με παράλληλη ανάδειξη άλλων λοιμώξεων.Background
Acute respiratory infections, both upper and lower, are among the leading causes of hospital
admissions for children. Early recognition and assessment of respiratory infection symptoms
are crucial for promoting faster recovery and reducing the impact of these conditions. The
majority of respiratory infections in children are of viral origin. Since the onset of the COVID-
19 pandemic, public awareness regarding infection prevention and control has grown
significantly, and emergency measures have been implemented to prevent virus transmission.
This study aims to explore the impact of the COVID-19 pandemic on the epidemiology of
respiratory infections in pediatric patients in our country, focusing on the changes in the
incidence of these infections among hospitalized children at the Pediatric Clinic of Venizeleio
General Hospital, Heraklion, Crete (VGHH).
Objective
The primary aim of this study is to examine the relationship between the COVID-19 pandemic
and the epidemiology of respiratory infections in hospitalized children. Secondary objectives
include analyzing the longitudinal incidence of pediatric respiratory infections (viral or
bacterial) concerning periods of COVID-19 case surges and remissions, as well as comparing
outcomes among them and across these three distinct epidemiological phases.
Methods
This is a retrospective, single-centre, observational study involving patients aged 1 month to
16 years who were admitted with confirmed respiratory tract infections to the Pediatric Clinic
of VGHH. The study covered three time periods: before, during, and after the implementation
of COVID-19 prevention measures. Data were analyzed both qualitatively and quantitatively.
Statistical analysis was performed using the SPSS 30.0 software, with a significance level set
at α=0.05.
Results
During the study period, 689 patients were hospitalized, of whom 254 met the inclusion
criteria for our study. Among these, 55.9% were boys, 12.7% had comorbidities, and 16.2%
were on chronic medication. While 80% of patients were discharged home in the prepandemic
and post-pandemic periods, 61.5% of patients with COVID-19 during the pandemic
were transferred to the University General Hospital. Before the pandemic, bronchiolitis was the predominant infection; during the pandemic, COVID-19 dominated while other infections
declined. In the post-pandemic period, COVID-19 persisted, but bronchiolitis, influenza, and
pneumonia reemerged (p<0.001).
Regarding therapeutic approaches, the Hood (47.6%) and Venturi mask (23.8%) were widely
used across all periods, with HFNC being more common post-pandemic (p<0.001). Cortisone
was administered to roughly one-third of patients consistently, antiviral treatments to 7.1%,
and antibiotics to 70% throughout the study. Chest X-rays were performed in 57.7% of
patients, and bacterial infections were detected in 6.7%, particularly in the first and third
periods. SARS-CoV-2 was detected in 47.9% of patients during the second and third periods,
influenza A and B in 8.7% during the first and third periods, and RSV in 91.3% of patients during
the first period and 34.4% during the third period.
ROC analysis indicated strong predictive factors for antibiotic prescription in respiratory
infections, including concomitant otitis or urinary tract infections (p=0.001), younger age
(infants) (p=0.024), and increased white blood cell count (p=0.042).
Conclusions
The COVID-19 pandemic significantly altered the epidemiology of respiratory infections in
children hospitalized at the Pediatric Clinic of BGNI, disrupting the seasonal patterns of
common respiratory infections. COVID-19 dominated during the pandemic, leading to a
decline in influenza and RSV infections, which increased again post-pandemic along with other
infections
Views of Principals and PE Teachers on the Internal Evaluation of School Units
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη σημασία της εσωτερικής αξιολόγησης στις σχολικές μονάδες της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, με σκοπό την καταγραφή και ανάλυση των παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότητα του παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου. Η εσωτερική αξιολόγηση εστιάζει στην εκάστοτε σχολική κοινότητα, χρησιμοποιώντας τα ίδια της τα μέλη, μαθητές/τριες, δασκάλους/ες, γονείς, με συλλογική δράση και τεκμηριωμένες αποφάσεις να αξιολογήσουν και έπειτα να διορθώσουν τα μελανά τους σημεία. Πρόκειται για μία συμμετοχική διαδικασία με σκοπό της συνεχή βελτίωση. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση των αντιλήψεων και των προβληματισμών των εκπαιδευτικών αναφορικά με την εσωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, διαδικασία κρίσιμη για τη διασφάλιση της ποιότητας και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, η έρευνα αποσκοπεί να διασαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται τον ρόλο της εσωτερικής αξιολόγησης, να εντοπίσει τους παράγοντες που επιδρούν στην εφαρμογή της, καθώς και να αξιολογήσει τη συνεισφορά της διαδικασίας αυτής στην επαγγελματική τους ανάπτυξη και στη συνολική βελτίωση της σχολικής κοινότητας. Το βασικό εργαλείο συλλογής δεδομένων υπήρξε το ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου, το οποίο δόθηκε σε όλους τους εκπαιδευτικούς μέσω του Google Forms. Η μελέτη της εσωτερικής αξιολόγησης των σχολικών μονάδων είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η διαδικασία αυτή συνδέεται άμεσα με τη διασφάλιση της ποιότητας της εκπαίδευσης, την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και τη βελτίωση της σχολικής κοινότητας. Ειδικότερα, η κατανόηση των αντιλήψεων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση πιο αποτελεσματικών πολιτικών αξιολόγησης, προσαρμοσμένων στις ανάγκες του σχολικού περιβάλλοντος. Επιπλέον, η ερευνητική ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα μπορεί να ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών, των διοικητικών στελεχών και των φορέων εκπαιδευτικής πολιτικής, οδηγώντας σε πιο ουσιαστικές βελτιώσεις στη μαθησιακή διαδικασία και στη συνολική λειτουργία των σχολείων. Διαπιστώθηκε ότι η Εσωτερική Αξιολόγηση, αν και σχεδιάστηκε με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας εκπαίδευσης και τη διασφάλιση διαρκούς επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών, συναντά σημαντικές αντιστάσεις από την εκπαιδευτική κοινότητα. Οι ανησυχίες των εκπαιδευτικών φαίνεται να πηγάζουν κυρίως από την αντίληψη ότι η διαδικασία επιβαρύνει τον φόρτο εργασίας τους, περιορίζει τον χρόνο που μπορούν να αφιερώσουν στους μαθητές, και ενέχει κινδύνους επαγγελματικών και οικονομικών επιπτώσεων.This thesis investigates the significance of internal evaluation in primary education school, aiming to document and analyze the factors affecting the quality of the educational work produced. Internal evaluation focuses on each school community, utilizing its own members—students, teachers, and parents—to collectively assess and then improve weaker areas through collaborative action and well-documented decisions. It is a participatory process designed for continuous improvement. The purpose of this study is to explore teachers' perceptions and concerns regarding the internal evaluation of school units, a critical process for ensuring quality and enhancing the effectiveness of education. Specifically, the research aims to clarify how teachers perceive the role of internal evaluation, identify the factors influencing its implementation, and assess its contribution to their professional development and the overall improvement of the school community. The primary data collection tool was a closed-ended questionnaire distributed to all teachers via Google Forms. The study of internal school evaluation is particularly important, as this process is directly linked to ensuring the quality of education, teachers' professional development, and the improvement of the school community. Understanding teachers' perceptions and the challenges they face can contribute to the development of more effective evaluation policies tailored to the needs of the school environment. Moreover, research on this topic can enhance collaboration among teachers, administrative staff, and educational policy stakeholders, leading to more substantial improvements in the learning process and the overall functioning of schools. The study found that internal evaluation, although designed to improve education quality and ensure teachers' ongoing professional development, faces significant resistance from the educational community. Teachers' concerns appear to stem primarily from the perception that the process increases their workload, limits the time they can devote to students, and poses potential professional and financial risks
Kindergarten teachers' views on the instructional use of digital media for narrative reading texts to children in relation to comprehension
Τα ψηφιακά μέσα αποτελούν πολύτιμα εργαλεία μάθησης, ενισχύοντας την εκπαιδευτική διαδικασία και προσφέροντας στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, διαδραστικές και πολυμεσικές εμπειρίες. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να διερευνήσει τις απόψεις νηπιαγωγών ως προς τη διδακτική αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων για την ανάγνωση αφηγηματικών κειμένων στα παιδιά σε σχέση με την κατανόηση. Στην έρευνα συμμετείχαν 105 νηπιαγωγοί που εργάζονταν σε δημόσια και ιδιωτικά νηπιαγωγεία της Κρήτης, στους οποίους χορηγήθηκε ένα ερωτηματολόγιο με ερωτήσεις τύπου Likert πέντε σημείων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν θετική στάση ως προς τη διδακτική αξιοποίηση ψηφιακών μέσων, συμφωνούν σε πολύ υψηλό βαθμό ότι η αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων σε μαθησιακές δραστηριότητες στο νηπιαγωγείο δημιουργεί πρόσθετα εργαλεία μάθησης, αναπτύσσει τον ψηφιακό γραμματισμό των παιδιών και αυξάνει την εμπλοκή των παιδιών στη μαθησιακή διαδικασία. Έδειξαν, επίσης, ότι οι εκπαιδευτικοί συμφωνούν σε υψηλό βαθμό για την αξιοποίηση του διαδραστικού πίνακα στην ανάγνωση αφηγηματικών κειμένων και ότι η αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων κατά την ανάγνωση αφηγηματικών κειμένων στα παιδιά διευκολύνει την κατανόηση της ιστορίας μέσω διαδραστικών χαρακτηριστικών και οπτικοακουστικών ερεθισμάτων. Επιπλέον, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί συμφωνούν σε πολύ υψηλό βαθμό ότι η αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων κατά την ανάγνωση αφηγηματικών κειμένων ενισχύει την κατανόηση μέσω οπτικοακουστικών ερεθισμάτων που δίνουν ευκαιρίες συζήτησης αλλά και μέσω της ερμηνείας ήχων και εκφράσεων των χαρακτήρων. καθώς και στο ότι η αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων για την ανάγνωση αφηγηματικών κειμένων στα παιδιά, συγκριτικά με τις παραδοσιακές μεθόδους ανάγνωσης, ενισχύει περισσότερο την κατανόηση μέσω των οπτικοακουστικών ερεθισμάτων που δίνουν ευκαιρίες συζήτησης. Τέλος, οι εκπαιδευτικοί συμφωνούν ως προς τη δυνατότητα σχεδιασμού δραστηριοτήτων μετά την ανάγνωση με την αξιοποίηση συγκεκριμένων ψηφιακών εργαλείων καθώς και για την επιδραστικότητα που έχoυν κάποιοι εξωτερικοί παράγοντες στην αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων στην ανάπτυξη της κατανόησης των αφηγηματικών κειμένων.Digital media are valuable learning tools, enhancing the educational process and offering preschool children interactive and multimedia experiences. The purpose of this study was to investigate kindergarten teachers' views on the instructional use of digital media for reading narrative texts to children in relation to comprehension. 105 kindergarten teachers working in public and private kindergartens in Crete participated in the study and were administered a questionnaire with five-point Likert-type questions. The results showed that teachers have positive attitudes towards the didactic use of digital media, they agree to a very high degree that the use of digital media in learning activities in kindergarten creates additional learning tools, develops children's digital literacy and increases children's engagement in the learning process. They also showed that teachers agree to a high degree on the use of the interactive whiteboard in reading narrative texts and that the use of digital media when reading narrative texts to children facilitates story comprehension through interactive features and audiovisual stimuli. Additionally, the results indicated that educators strongly agree that the use of digital media during the reading of narrative texts enhances comprehension through audiovisual stimuli that provide opportunities for discussion, as well as through the interpretation of sounds and characters’ expressions. Furthermore, they agree to a great extent that using digital media for reading narrative texts to children, compared to traditional reading methods, enhances comprehension more effectively through audiovisual stimuli that create opportunities for discussion. Finally, teachers agree on the potential for designing post-reading activities using specific digital tools, as well as on the impact that certain external factors have on the use of digital media in fostering the comprehension of narrative texts