11894 research outputs found
Sort by
Design, implementation and evaluation of a comprehensive intervention in supplementary school distance education using ICT on positive and negative numbers (rational numbers) in grade 7
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την υλοποίηση και την αποτίμηση ενός ολοκληρωμένου διαδραστικού εκπαιδευτικού υλικού (ΕΥ), στο πλαίσιο μιας παρέμβασης συμπληρωματικής σχολικής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (ΕξΑΕ), με αντικείμενο τη διδασκαλία των θετικών και αρνητικών (ρητών) αριθμών σε μαθητές και μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου. Το ΕΥ αποτελεί τον βασικό πυρήνα της παρέμβασης και σχεδιάστηκε με στόχο να υποστηρίξει τη μαθησιακή διαδικασία αξιοποιώντας τις αρχές της ΕξΑΕ, τις δυνατότητες των ΤΠΕ, καθώς και τις παιδαγωγικές απαιτήσεις του γνωστικού αντικειμένου. Παράλληλα, διερευνάται η εφαρμογή της μεθοδολογίας της συμπληρωματικής ΕξΑΕ στο πλαίσιο της μαθηματικής εκπαίδευσης και ειδικότερα στο συγκεκριμένο θεματικό πεδίο. Το ΕΥ αναπτύχθηκε με βάση τη Γνωστική Θεωρία της Πολυμεσικής Μάθησης του Mayer και το Μοντέλο Σχεδιασμού Εκπαιδευτικού Υλικού των West και Λιοναράκη, ενώ ενσωματώθηκαν σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις και μοντέλα για τη διδασκαλία των ρητών αριθμών. Η υλοποίησή του πραγματοποιήθηκε με τη χρήση του εργαλείου H5P και φιλοξενήθηκε στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του Εργαστηρίου Ε.ΔΙ.Β.Ε.Α. του Πανεπιστημίου Κρήτης. Η αποτίμηση της παρέμβασης βασίστηκε σε δύο επιμέρους ερευνητικές διαδικασίες: την αξιολόγηση του ΕΥ από ειδικούς της ΕξΑΕ και την εφαρμογή του από μαθητές και μαθήτριες της Α΄ Γυμνασίου. Χρησιμοποιήθηκαν ερωτηματολόγια ανοιχτού τύπου για τους ειδικούς και προ- και μετα- ερωτηματολόγια, συμπληρωμένα μέσω δομημένων συνεντεύξεων, για τους μαθητές και τις μαθήτριες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το ΕΥ εφαρμόζει αποτελεσματικά τις αρχές της ΕξΑΕ και της πολυμεσικής μάθησης, και συμβάλλει θετικά στην κατανόηση των βασικών εννοιών και πράξεων των ρητών αριθμών. Οι μαθητές και οι μαθήτριες το αξιολόγησαν ως εύχρηστο, κατανοητό και ελκυστικό, ενώ η στάση τους απέναντι στη μάθηση μέσω ΕξΑΕ ήταν θετική.This master's thesis addresses the design, development, implementation, and evaluation of a comprehensive interactive educational material (EM), within the framework of a supplementary school distance education (DE) intervention, focusing on the teaching of positive and negative (rational) numbers to first-grade lower secondary school (Gymnasium) students. The EM constitutes the core of the intervention and was designed to support the learning process by leveraging the principles of DE, the potential of ICT, and the pedagogical demands of the specific subject matter. At the same time, the study explores the application of the supplementary DE methodology in the context of mathematics education and, more specifically, within this particular thematic field. The educational material was developed based on Mayer’s Cognitive Theory of Multimedia Learning and the Instructional Design Model proposed by West and Lionarakis, while integrating modern teaching approaches and models for the instruction of rational numbers. Its implementation was carried out using the H5P digital tool and it was hosted on the e-learning platform of the E.DI.V.E.A. Laboratory at the University of Crete. The evaluation of the intervention was based on two distinct research processes: the assessment of the EM by DE experts and its application by first-grade lower secondary students. Open-ended questionnaires were used for the experts, while pre- and post-questionnaires, conducted through structured interviews, were used for the students. The results indicated that the EM effectively applies the principles of DE and multimedia learning, and contributes positively to students’ understanding of key concepts and operations involving rational numbers. Students evaluated the material as user-friendly, comprehensible, and engaging, and their attitude toward learning through DE was generally positive
Σχεδιασμός, υλοποίηση και αποτίμηση ολοκληρωμένης παρέμβασης συμπληρωματικής σχολικής ΕΞΑΕ για τη διδασκαλία της Γερμανικής ως ξένη γλώσσας μέσω της αξιοποίησης της ψηφιακής αφήγησης και εφαρμογών επαυξημένης πραγματικότητας & gamification
Η παρούσα ερευνητική εργασία επικεντρώθηκε στον σχεδιασμό, την υλοποίηση και την αξιολόγηση μιας ολοκληρωμένης παρέμβασης συμπληρωματικής σχολικής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (ΕξΑΕ), με στόχο τον εμπλουτισμό της διδασκαλίας των Γερμανικών ως ξένης γλώσσας σε μαθητές Γυμνασίου, μέσω διαδραστικού εκπαιδευτικού υλικού με επίκεντρο την ψηφιακή αφήγηση και εφαρμογής επαυξημένης πραγματικότητας. Ειδικότερα, η παρέμβαση αφορούσε τη χρήση ψηφιακής αφήγησης στη διδασκαλία των Γερμανικών ως ξένης γλώσσας και την καλλιέργεια διαπολιτισμικής συνείδησης και βασίστηκε σε πρωτότυπο υλικό, προϊόν έρευνας και παιδαγωγικού σχεδιασμού, σύμφωνα με τις αρχές της ΕξΑΕ. Για την ανάπτυξή του αξιοποιήθηκαν τα εργαλεία h5p και Chamilo, ενώ ενσωματώθηκε χωρο-ευαίσθητο παιχνίδι επαυξημένης πραγματικότητας μέσω της εφαρμογής Actionbound. Η αποτίμηση του υλικού πραγματοποιήθηκε μέσω ποιοτικής έρευνας, με σκόπιμη δειγματοληψία και χρήση ανοικτών ερωτηματολογίων, σε δύο επίπεδα: από ειδικούς του πεδίου και από μαθητές Γυμνασίου που συμμετείχαν στην παρέμβαση. Η ανάλυση των δεδομένων βασίστηκε στη μέθοδο ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το εκπαιδευτικό υλικό ήταν διαδραστικό, εύχρηστο και ευχάριστο, ανταποκρινόμενο στις αρχές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και ενισχύοντας τη μαθησιακή εμπειρία των συμμετεχόντων.This research study focused on the design, implementation, and evaluation of a comprehensive intervention in the context of supplementary school-based distance education (DE), aiming to enrich the teaching of German as a foreign language to lower secondary school students through interactive educational material centered on digital storytelling and augmented reality applications. Specifically, the intervention explored the use of digital storytelling in German language instruction and the development of intercultural awareness. The material was original, research-based, and pedagogically designed in accordance with DE principles. The tools h5p and Chamilo were utilized for its development, while a location-based augmented reality game was integrated via the Actionbound application as a self-assessment activity. The evaluation of the material was conducted through qualitative research, using purposive sampling and open-ended questionnaires, at two levels: by experts in the field and by secondary school students who participated in the intervention. Data analysis was based on the method of qualitative content analysis. The findings indicated that the educational material was interactive, user-friendly, and engaging, aligned with the principles of distance education and enhancing the learning experience of the participants
Electronic structure and adsorption of DMSO on the CsPbBr3 surface usingdensity functional theory
All-inorganic CsPbBr3 perovskites exhibit outstanding optical properties and strong po-
tential for optoelectronic applications, but often suffer from instability caused by surface
defects formed during growth. Dimethyl sulfoxide (DMSO), a widely used processing sol-
vent, may interact with undercoordinated Pb sites and help passivate these defects. In this
work, using density functional theory, we investigate DMSO adsorption on CsPbBr3(001)
surfaces with and without Br vacancies. In addition, the crystalline phase of DMSO was
investigated independently to verify its electronic structure, since its ability to crystallize
near room temperature could be valuable for applications. The calculated values show
crystalline DMSO as a wide-gap molecular insulator (band gap ≈ 4.1 eV), confirming its
transparency. Adsorption simulations showed that, on both surfaces, DMSO binds to Pb
through its oxygen lone pair. While the adsorption energies are modest (ads ≈ −0.62 eV),
the interaction is energetically favorable, forming Pb–O bonds without disturbing the lat-
tice. These results show that DMSO interacts favorably with surface Pb sites and can help
protect the materials as the film form
Επίδραση αλατότητας στον σχηματισμό RXRα και RXRα–Nurr1 συμπλόκων: πρωτόκολλα έκφρασης, καθαρισμού και ανάλυση SEC-MALS
Οι Πυρηνικοί Υποδοχείς (ΠΥ) στον άνθρωπο είναι μια μεγάλη ομάδα μεταγραφικών
παραγόντων που παίρνουν μέρος σε ένα μεγάλο σύνολο φυσιολογικών λειτουργιών.
Έχουν κοινά δομικά χαρακτηριστικά και λειτουργών ως μονομερή ή διμερή με σκοπό
την ρύθμιση της μεταγραφής γονιδίων μαζί με πρωτεΐνες «συμπαράγωντες». Η Nurr1
είναι ένας ΠΥ που σχετίζεται με την προστασία των ντοπαμινεργικών νευρώνων και
με το σύνδρομο Πάρκινσον. Η RXRa αποτελεί έναν ΠΥ που σχηματίζει ετεροδιμερή
με άλλους πυρηνικούς υποδοχείς όπως η Nurr1, και με αυτόν τον τρόπο ρυθμίζει τη
μεταγραφή. Στην παρούσα έρευνα χρησιμοποιούμε SEC-MALS, μια in vitro
βιοφυσική μέθοδο που μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τα ολιγομερή των
προαναφερθέντων πρωτεϊνών, αλλά και το πως αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους σε
διαφορετικές διαβαθμίσεις άλατος στο διάλυμα. Για πρώτη φορά εντοπίζουμε μια πολύ
γρήγορη ισορροπία μεταξύ του μονομερούς και του διμερούς της RXRa η οποία
επηρεάζεται από το αλάτι. Τελικώς καταφέρνουμε να απομονώσουμε το ετεροδιμερές
που σχηματίζεται μεταξύ των Nurr1 με την RXRa, σε συνθήκες χαμηλού άλατος.Human Nuclear Receptors (NR) constitute a large group of transcription factors that
take part in a variety of different physiological functions. They have common structural
organization and they usually operate as monomers or dimers, and along with co-
regulators they control transcription of various genes. Nurr1 is a neuroprotective
nuclear receptor associated with Parkinson disease thus having pharmacological
interest. RXRa is another nuclear receptor that operates forming heterodimers with
other NRs such as Nurr1 to regulate transcription. Here we employ SEC-MALS, an in
vitro biophysical method that helps us reveal the oligomeric profiles of these proteins
and the way they interact with each other in different ionic conditions. We show for the
first time the existence of a very fast equilibrium between the monomer and the dimer
state in RXRa that is salt biased. Finally we exhibit that the heterodimer of Nurr1 and
RXRa is formed in low ionic strength conditions
Impact of light pollution on coastal benthic ecosystems
Το φως αποτελεί σημαντικό ερέθισμα για μία πληθώρα μοριακών, φυσιολογικών
και συμπεριφορικών διεργασιών, καθώς οι οργανισμοί έχουν εξελιχθεί κάτω από
φυσικούς κύκλους φωτός. Το τεχνητό φως κατά τη διάρκεια της νύχτας αποτελεί ένα
ευρέως διαδεδομένο χαρακτηριστικό του νυχτερινού περιβάλλοντος, το οποίο μπορεί
να μεταβάλλει τα παράκτια οικοσυστήματα. Στόχος της παρούσας διδακτορικής
διατριβής ήταν η διερεύνηση των επιπτώσεων του τεχνητού φωτός τη νύχτα στα
παράκτια οικοσυστήματα σε τρία επίπεδα βιολογικής οργάνωσης: βιοκοινότητας,
μεταβολισμού και φυσιολογίας.
Στο επίπεδο βιοκοινότητας, μελετήθηκαν οι επιπτώσεις του τεχνητού φωτός στη
ταξινομική και τροφική σύνθεση και ποικιλότητα των βενθικών και υπερβενθικών
συνευρέσεων σε τρεις διαφορετικούς τύπους υποστρωμάτων (σκληρό, μαλακό και
φανερογάμων). Επιπρόσθετα, διερευνήθηκε η αλληλεπίδραση του τεχνητού φωτός με
τη σεληνιακή φάση. Για το σκοπό αυτό, κατασκευάστηκαν φωτοπαγίδες με φώτα LED
και παγίδες χωρίς φως, οι οποίες τοποθετήθηκαν στα τρία διαφορετικά υποστρώματα
κατά τη δύση του ηλίου και συλλέγονταν την επόμενη ημέρα κατά την ανατολή. Οι
δειγματοληψίες πραγματοποιήθηκαν σε τρεις διαφορετικές σεληνιακές φάσεις οι
οποίες αντιστοιχούσαν στη νέα σελήνη, στο τέταρτο σελήνης και στην πανσέληνο. Τα
αποτελέσματα έδειξαν ότι το τεχνητό φως τη νύχτα μπορεί να επηρεάσει την
ταξινομική σύνθεση των βενθικών και υπερβενθικών κοινοτήτων διαφορετικών
ενδιαιτημάτων και, ενδεχομένως, τη λειτουργικότητα των παράκτιων οικοσυστημάτων
μέσω των διαφοροποιήσεων στην τροφική σύνθεση αυτών των κοινοτήτων.
Επιπρόσθετα, η σεληνιακή φάση αλλά και η αλληλεπίδρασή της με τον τεχνητό
φωτισμό φάνηκε να επηρεάζει μόνο τις κοινότητες σε σκληρά και μαλακά
υποστρώματα.
Στο επίπεδο μεταβολισμού των παράκτιων οικοσυστημάτων, διερευνήθηκαν οι
επιπτώσεις του τεχνητού φωτός τη νύχτα στον ρυθμό αναπνοής των παράκτιων
βενθικών κοινοτήτων σε διαφορετικούς τύπους υποστρωμάτων (σκληρό και μαλακό
υπόστρωμα) και σε διαφορετικές σεληνιακές φάσεις. Για το σκοπό αυτό,
τοποθετήθηκαν βενθικοί θάλαμοι με φώτα LED και βενθικοί θάλαμοι χωρίς φως στα
δύο υποστρώματα, από τα οποία συλλέχθηκαν δείγματα νερού σε τρείς σεληνιακές
φάσεις (νέα σελήνη, τέταρτο σελήνης και πανσέληνος). Η μέθοδος Winkler
χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρηση του διαλυμένου οξυγόνου πριν τη δύση και κατά την
ανατολή του ηλίου, προκειμένου να υπολογιστεί ο ρυθμός αναπνοής. Τα αποτελέσματα
έδειξαν ότι μόνο ο ρυθμός αναπνοής της κοινότητας του σκληρού υποστρώματος
επηρεάστηκε από το νυχτερινό φωτισμό και τη σεληνιακή φάση, χωρίς να
παρατηρείται αλληλεπίδραση μεταξύ τους.
Στο επίπεδο της φυσιολογίας, μελετήθηκαν οι επιπτώσεις του τεχνητού φωτισμού
στη νυχτερινή έκκριση μελατονίνης και των δύο πρόδρομων βιοσυνθετικών ορμονών
της, της σεροτονίνης και της τρυπταμίνης, στον πολύχαιτο H. carunculata. Για το
σκοπό αυτό, τα επίπεδα της μελατονίνης, σεροτονίνης και τρυπταμίνης μετρήθηκαν
κάθε τρεις ώρες για 24 ώρες στα κεφάλια των πολυχαίτων που διατηρήθηκαν είτε σε
συνεχή φωτισμό είτε σε φυσιολογική φωτοπερίοδο 12 ωρών φωτός και 12 ωρών
σκοταδιού. Η συγκέντρωση της μελατονίνης προσδιορίστηκε μέσω ανοσοενζυμικής
ανάλυσης, ενώ η σεροτονίνη και η τρυπταμίνη αναλύθηκαν με υγρή χρωματογραφία-
φασματομετρία μαζών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο τεχνητός φωτισμός τη νύχτα
μπορεί να επηρεάσει τα πρότυπα έκκρισης της μελατονίνης μέσα από την μετατόπιση
του προτύπου έκκρισης υπό συνθήκες συνεχούς φωτισμού, παρόλο που η σεροτονίνη
και η τρυπταμίνη, ως δύο από τους βιοσυνθετικούς της προδρόμους, δεν
επηρεάστηκαν.
Συμπερασματικά, από τα αποτελέσματα της παρούσας διατριβής φάνηκε ότι ο
τεχνητός φωτισμός τη νύχτα μπορεί να επηρεάσει τα παράκτια βενθικά οικοσυστήματα
σε διάφορα επίπεδα της βιολογικής οργάνωσης, όπως τη δομή και τη λειτουργικότητα,
το μεταβολισμό και τη φυσιολογία. Καθώς η σχετική βιβλιογραφία για τις επιπτώσεις
του νυχτερινού φωτισμού στο θαλάσσιο περιβάλλον, και ιδιαίτερα στις παράκτιες
βενθικές κοινότητες, είναι περιορισμένη, η παρούσα μελέτη συνεισφέρει ουσιαστικά
στην κάλυψη ερευνητικών κενών και μπορεί να αποτελέσει βάση για πολιτικές
διατήρησης των παράκτιων οικοσυστημάτων.Light is an important cue for a wide range of molecular, physiological, and
behavioural processes, as organisms have evolved under natural light cycles. Artificial
light at night is a widespread feature of the nocturnal environment that may alter coastal
ecosystems. The aim of this doctoral dissertation was to investigate the effects of
artificial light at night on coastal ecosystems at three levels of biological organisation:
community, metabolism, and physiology.
At the community level, the effects of artificial light on the taxonomic and trophic
composition of benthic and hyperbenthic assemblages were studied across three
different substrates (hard, soft, and seagrass meadows). Additionally, the interaction
between artificial light and the lunar phase was explored. To this end, light traps with
LED lights and unlit traps were deployed on the three substrate types at sunset and
collected at sunrise the following day. Sampling was conducted during three distinct
lunar phases: new moon, quarter moon, and full moon. The results indicated that
artificial light at night can affect the taxonomic composition of benthic and
hyperbenthic communities in different habitats, and consequently, the coastal
ecosystem functioning through observed changes in the trophic composition of these
communities. Moreover, the lunar phase and its interaction with artificial lighting
appeared to influence only the communities in hard and soft substrates.
At the metabolic level, the effects of artificial light at night on the respiration rate
of coastal benthic communities were examined in different substrates (hard and soft
substrates) and under different lunar phases. Benthic chambers equipped with LED
lights and unlit chambers were placed on both substrate types, and water samples were
collected during the new moon, quarter moon, and full moon phases. The Winkler
method was used to measure dissolved oxygen levels before sunset and at sunrise, in
order to calculate the community respiration rate. The results showed that only the
respiration rate of the hard substrate community was affected by artificial night lighting
and lunar phase, with no interaction observed between the two factors.
At the physiological level, the effects of artificial lighting on the nocturnal secretion
of melatonin and two of its biosynthetic precursors, serotonin and tryptamine, were
studied in the polychaete H. carunculata. To this end, melatonin, serotonin, and
tryptamine levels were measured every three hours over a 24-hour period in the heads
of polychaetes exposed either to continuous light or to a normal photoperiod (12 hours
of light and 12 hours of darkness). Melatonin concentrations were determined using an
an enzyme immunoassay, while serotonin and tryptamine were analyzed via liquid
chromatography-tandem mass spectrometry. The results indicated that artificial light at
night can influence melatonin secretion patterns by shifting its secretion pattern under
continuous light conditions, although serotonin and tryptamine, as biosynthetic
precursors, were not affected.
In conclusion, the findings of this dissertation demonstrate that artificial lighting at
night can influence coastal benthic ecosystems at various levels of biological
organization, including community structure and function, metabolism, and
physiology. Given the limited research on the impacts of nocturnal lighting in marine
environments, particularly on coastal benthic communities, this study contributes
significantly to filling existing knowledge gaps and can serve as a foundation for the
development of conservation policies for coastal ecosystem
Educational Leadership and Social Justice of School Principals in International Literature 2014-2024
Η έρευνα η οποία πραγματοποιήθηκε, εστίασε στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ εκπαιδευτικής ηγεσίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, από την βιβλιογραφική επισκόπηση συναφών άρθρων που δημοσιεύτηκαν μεταξύ του 2014 και του 2024. Μέσα από τη μελέτη σε επιστημονικά περιοδικά και βάσεις δεδομένων με στοχευμένες λέξεις κλειδιά εντοπίστηκαν 7 βασικές θεματικές που επαναλαμβάνονται σε άρθρα για την ηγεσία στην εκπαίδευση, με έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη και ένταξη. Ακόμη, σύμφωνα με τα ευρήματα, η πρωτοβάθμια εκπαίδευση διαπιστώθηκε πως είναι η πιο συχνά αναφερόμενη, με αρκετά ένα σημαντικό αριθμό από τα εντοπισθείσες έρευνες να επικεντρώνονται στην ανάγκη εφαρμογής στρατηγικών κοινωνικής δικαιοσύνης από τις πρώτες σχολικές τάξεις. Από την άλλη πλευρά, η δευτεροβάθμια και ιδιαίτερα η ανώτατη εκπαίδευση αναφέρονται λιγότερο συχνά. Η ηγεσία για κοινωνική δικαιοσύνη, όπως διαπιστώθηκε, είναι το πιο συχνά αναφερόμενο είδος ηγεσίας, ενώ λιγότερα άρθρα αναλύουν άλλες μορφές ηγεσίας, όπως η μετασχηματιστική. Όσον αφορά τις μεθοδολογίες οι οποίες υιοθετήθηκαν από τους ερευνητές, οι ποιοτικές προσεγγίσεις είναι οι πιο συχνές, με τη χρήση συνεντεύξεων και μελετών περίπτωσης να κυριαρχεί έναντι της ποσοτικής έρευνας με στατιστική ανάλυση. Η ποσοτική έρευνα και οι μεικτές μέθοδοι χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά. Η βιβλιογραφική ανασκόπηση των άρθρων ανέδειξε μέσα από τα ευρήματα των πηγών τη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, αλλά και την ανάγκη επισταμένης έρευνας στον τομέα μελλοντικά.This research was carried out by adopting a systematic review approach AND focused on investigating the relationship between leadership in schools and social justice, with the aim of reviewing relevant articles published between 2014 and 2024. Through the study of scientific journals and databases with targeted keywords, 7 main themes were identified that are repeated in articles on leadership in education, with an emphasis on social justice and inclusion. Furthermore, according to the findings, leadership in primary education was found to be the most frequently mentioned, with quite a significant number of those identified focusing on the need to implement social justice strategies from the first school grades. On the other hand, leadership in secondary and especially higher education are mentioned less frequently. Leadership for social justice, as found, is the most frequently mentioned type of leadership, while fewer articles analyze other forms of leadership, such as transformational leadership. Regarding the methodologies that, according to the findings, were adopted by the researchers, qualitative approaches are the most common, with the use of interviews and case studies dominating over quantitative research with statistical analysis. Quantitative research and mixed methods are used less frequently. The systematic review of the articles highlighted the importance of social justice at all levels of education, but also the need for in-depth research in the field in the future
Ο πυρηνικός υποδοχέας SEX-1 στη ρύθμιση του λιπιδικού μεταβολισμού κατά τον νευροεκφυλισμό
Οι υποδοχείς που ενεργοποιούνται από πολλαπλασιαστές υπεροξειδιοσωμάτων
(PPARs) είναι μια υπεροικογένεια πυρηνικών oρμονικών υποδοχέων που ρυθμίζουν
τον ενεργειακό μεταβολισμό, την ευαισθησία στην ινσουλίνη και την υγεία των
νευρώνων. Στον οργανισμό Caenorhabditis elegans ο SEX-1 έχει πρόσφατα
αναγνωριστεί ως πιθανό ορθόλογο του PPARγ των θηλαστικών. Ωστόσο τα
καταρροϊκά σηματοδοτικά μονοπάτια που επηρεάζει, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του
νευροεκφυλισμού, παραμένουν ανεξερεύνητα. Στην παρούσα εργασία, μελετήσαμε
τη σχέση μεταξύ του SEX-1 και των πεπτιδίων τύπου ινσουλίνης (ΙLPs) στην ρύθμιση
της λιπιδικής ομοιόστασης και του νευροεκφυλισμού. Η ανάλυση του
μεταγραφώματος ολόκληρου του γονιδιώματος έδειξε ότι ο SEX-1 ρυθμίζει την
έκφραση αυτών των πεπτιδίων, συμπεριλαμβανομένων των ins-20, ins-7 και ins-22,
τα οποία είχαν αυξημένη έκφραση σε ζώα με μη λειτουργικό sex-1. Επίσης, η
φθορίζουσα μικροσκοπία σε νεαρά και γερασμένα άτομα ανέδειξε την ύπαρξη
διαφορετικών ρόλων μεταξύ των πεπτιδίων σε ένα μοντέλο της νόσου Πάρκινσον
στον C. elegans, που εκφράζει την ανθρώπινη α-συνουκλεΐνη στους
ντοπαμινεργικούς νευρώνες. Συγκεκριμένα, τα γονίδια sex-1 και ins-20 εκφράζονται
αμφότερα σε νευρώνες του κεφαλιού, υποδεικνύοντας ότι πιθανώς δρουν στο ίδιο
σηματοδοτικό μονοπάτι. Πράγματι, ο SEX-1 εμφάνισε νευροπροστατευτική δράση
και ρύθμιση των εντερικών και νευρικών λιπιδικών σταγονιδίων (LDs) μέσω μιας
περίπλοκης αλληλεπίδρασης με το INS-20, αλλά οι επιδράσεις τους φαίνεται να είναι
ανεξάρτητες από την ενεργοποίηση του DAF-16. Επιπλέον, το ΙNS-7 και ο SEX-1
πιθανώς δρουν παράλληλα ή αλληλεπιδραστικά εντός των νευρώνων για να
ρυθμίσουν τη νευροπροστασία και τον λιπιδικό μεταβολισμό. Αντίθετα, το INS-22
φαίνεται να δρα ανεξάρτητα από τον SEX-1, έχοντας έναν προστατευτικό ρόλο έναντι
του νευροεκφυλισμού, που οφείλεται στην α-συνουκλεΐνη, και της συσσώρευσης
των LDs. Αυτά τα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι ο SEX-1 ρυθμίζει τη λιπιδική και
νευρωνική φυσιολογία μέσω επιλεκτικής ρύθμισης των ILPs, τα οποία έχουν
διακριτούς ρόλους. Συνολικά, η εργασία αυτή φανερώνει την ύπαρξη μιας
πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ των πυρηνικών ορμονικών υποδοχέων και των
ILPs, τονίζοντας τη σημαντικότητά τους στη ρύθμιση του λιπιδικού μεταβολισμού, της
σηματοδότησης της ινσουλίνης και του νευροεκφυλισμού.Peroxisome proliferator-activated receptors (PPARs) are a superfamily of nuclear
hormone receptors that regulate energy metabolism, insulin sensitivity and neuronal
health. In Caenorhabditis elegans, SEX-1 has recently been identified as a putative
orthologue of mammalian PPARγ, implicated in neuronal function. However, its
downstream signaling pathways, especially in the context of neurodegeneration,
remain unexplored. Here, we investigated the link between SEX-1 and insulin-like
peptides (ILPs) in modulating lipid homeostasis and neuronal integrity. Genome wide
transcriptomic analysis revealed that SEX-1 modulates the expression of these
peptides, including ins-20, ins-7 and ins-22, which were strongly upregulated in sex-
1(y263) mutants. Furthermore, fluorescence microscopy of young and aged animals
revealed distinct roles among ILPs in a C. elegans model of Parkinson’s disease,
expressing human α-synuclein in dopaminergic neurons. Particularly, sex-1 and ins-20
are co-expressed in head neurons, revealing that they probably act in the same
pathway. Indeed, SEX-1 exhibited neuroprotection and regulation of intestinal and
neuronal lipid droplets (LDs) through a complex rather than a simple interaction with
INS-20, but its effects were independent of DAF-16 activation. Also, INS-7 and SEX-1
likely act in parallel or interactively within neurons to influence neuroprotection and
lipid regulation. In contrast, INS-22 appeared to act independently of SEX-1, exerting
a protective role against α-synuclein–induced neurodegeneration and LD
accumulation. These findings reveal that SEX-1 modulates lipid and neuronal
physiology through selective regulation of ILPs with distinct roles. Together, our study
uncovers a complex interplay between nuclear hormone receptors and ILPs,
underscoring their importance in coordinating lipid metabolism, insulin signaling and
neurodegeneration
Νοητό, Ορατό και Άτοπο : η οµοιότητα ορατού και νοητού στην Πολιτεία του Πλάτωνα
Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της σχέσης ομοιότητας ανάμεσα στα πεδία του ορατού και του νοητού, όπως αναπτύσσεται στα κεντρικά βιβλία της Πολιτείας του Πλάτωνα. Σκοπός μου είναι να αναδείξω τη φιλοσοφική σημασία της συγκεκριμένης σχέσης, και το υψηλό επίπεδο πολυπλοκότητας και συνέπειας που παρουσιάζει τόσο σε φιλοσοφικούς όσο και σε μαθηματικούς όρους.
Η βασική μου θέση είναι ότι η γνωσιοθεωρία και η οντολογία του Πλάτωνα στην Πολιτεία δεν περιλαμβάνει το πρόβλημα του διαχωρισμού των δύο κόσμων της επιστήμης και της δόξας —όπως έχει επικρατήσει να θεωρείται ακόμα και ανάμεσα σε αντιτιθέμενες προσεγγίσεις— αλλά τη φιλοσοφική προσπάθεια να συνδέσει τρεις: τον κόσμο του νοητού (επιστήμη), του ορατού (δοξα) και του ατόπου (άγνοια). Στο 5ο βιβλίο οι τρεις αυτοί κόσμοι αρθρώνονται συμμετρικά και σε αντίθεση μεταξύ τους, ενώ με τις τρεις εικόνες του Ήλιου, της Γραμμής και του Σπηλαίου συνδέονται με τον δεσμό της ομοιότητας ως συνεχούς αναλογίας (δηλαδή με γεωμετρική πρόοδο).
Σε αυτήν τη βάση, ο πρώτος μου στόχος είναι να αναγνωρίσω την άγνοια ως τρίτη γνωσιοθεωρητική δύναμη (Smith, 2012) διακριτή από τη δόξα και την επιστήμη (Πολιτεία, βιβλίο 5), και επιπλέον να δείξω ότι αυτό που την καθιστά δύναμη είναι η μίμηση (βιβλία 6 και 10). Όπως αναφέρεται στο 10ο βιβλίο της Πολιτείας, τα έργα της μίμησης είναι προϊόντα άγνοιας, ανήκουν σε ένα τρίτο και κατώτερο οντολογικό επίπεδο, διακριτό τόσο από τα φαινόμενα όσο και από τα όντα, και επομένως αποτελούν ‘μη όντα’ που εσφαλμένα λαμβάνονται ως όντα.
Ο δεύτερος στόχος μου είναι να δείξω ότι με τις τρεις εικόνες του Ήλιου, της Γραμμής και του Σπηλαίου, η ιδιαίτερη δομή της τριμερούς γνωσιοθεωρίας και οντολογίας του Πλάτωνα βασίζεται στη σχέση της ομοιότητας ως συνεχούς αναλογίας (γεωμετρικὴ ἰσότης) και επομένως σε μαθηματικές και αρμονικές σχέσεις, οι οποίες ισχυρίζομαι ότι συνδέονται με τη μετα-μαθηματική (Burnyeat, 2000) ιδέα της δικαιοσύνης. Τέλος με την εικόνα του Σπηλαίου και την νέα υποδιαίρεση που θεωρώ ότι εισάγει ο Πλάτων ανάμεσα σε είδωλα και σκιές προκύπτει η σχέση της συνεχούς αναλογίας με δύο μέσους αναλόγους, δηλαδή η σχέση που θέτει ο Πλάτων ως ‘ἄλυτο δεσμό’ στον Τίμαιο [32b] προκειμένου να συνδέσει τα τέσσερα στοιχεία της φύσης.The present research focuses on the relation of similarity [ὁμοιότης] between the visible [ὁρατόν] and the intelligible [νοητόν] as developed in the central books of Plato’s Republic. My goal is to draw the profound and yet broadly overlooked consequences of the particular relation, and further show its high level of sophistication and consistency both in philosophical and mathematical terms. Given that similarity is explicitly posited by Plato as non-identity [476c], my general view is that it does not only link the ‘Two Worlds’ of the intelligible and the visible, but the ‘three worlds’ of the intelligible, the visible and the absurd [ἄτοπος], as the site of ignorance and not-being, represented by the image of the Cave.
On this basis, the first axis of my analysis is concerned with demonstrating the conceptual symmetry of the three levels. Starting from the epistemology of Republic 5 and the recognition of ignorance as a third cognitive power (following Smith, 2012) distinct from doxa and episteme, I argue further (unlike Smith) that what makes ignorance a power is mimesis. As put in Republic 10, the works of mimesis are products of ignorance and consist a third and lower ontological state distinct from both appearing and being that amounts to not-beings made to be mistaken for beings.
The second axis of my analysis is to show that Plato’s tripartite structure in the three images of the Sun, the Line and the Cave is based on mathematical and harmonic relations, connected to the meta-mathematical (Burnyeat, 2000) idea of justice, and involves similarity as continuous analogy. Most significantly, by the image of the Cave the latter relation takes the form of a continuous analogy with two mean proportionals (i.e. the ‘indissoluble bond’ binding the four elements in the Timaeus 32b).
From such a perspective, my overall conclusion is that Plato’s epistemology does not merely involve the problem of separating two worlds, but the philosophical enterprise of connecting three, and that this goal is accomplished by the three images of the Sun, the Line and the Cave
Experimental ecology: anthropogenic effects and mitigation measures
Η θάλασσα παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του κλίματος της Γης, στην εξέλιξη και
διατήρησης της ζωής καθώς και στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού μέσω των
θαλάσσιων μεταφορών, ορυκτών πόρων, αλιείας κτλ. Όμως η ραγδαία αύξηση του ανθρώπινου
πληθυσμού συνεπάγεται και αυξανόμενη ανάγκη για τροφή, πρώτες ύλες και ενέργεια κάτι που
έχει οδηγήσει σε σημαντική ρύπανση του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των ωκεανών.
Λόγω της σημασίας των ωκεανών για τον άνθρωπο και τον πλανήτη είναι απαραίτητη η
αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών πιέσεων για την «διατήρηση και αειφόρο χρήση των
ωκεανών, θαλασσών και θαλάσσιων πόρων», όπως περιγράφεται από τον 14ο Στόχο για την
Αειφόρο Ανάπτυξη, του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. Για την επίτευξη του στόχου αυτού
η έρευνα της θαλάσσιας οικολογίας πρέπει να επικεντρωθεί, μεταξύ άλλων, (1) στην
αποκατάσταση των ενδιαιτημάτων, την κατανόηση των μηχανισμών απόκρισης των
οικοσυστημάτων στις ανθρωπογενείς επιδράσεις, (2) στις επιπτώσεις των αναδυόμενων
ρυπαντών και επίσης (3) στην κατανόηση της λειτουργίας των οικοσυστημάτων, με έμφαση στην
υποστήριξη της διαχείρισης των οικοσυστημάτων και την ενίσχυση της βιωσιμότητας των
δραστηριοτήτων στη θάλασσα. Με βάση τα παραπάνω, στην παρούσα διδακτορική διατριβή
δώσαμε έμφαση σε δύο μορφές ανθρωπογενών επιδράσεων στο θαλάσσιο περιβάλλον, τις
πετρελαιοκηλίδες και την υδατοκαλλιέργεια και ακολουθώντας μια πειραματική προσέγγιση.
Συγκεκριμένα:
• μελετήσαμε τις επιπτώσεις που έχει στο θαλάσσιο μικροβιακό οικοσύστημα μια
μέθοδος αντιμετώπισης μεγάλων πετρελαιοκηλίδων μέσω καύσης του πετρελαίου στη
θάλασσα (in-situ oil burning). Η συγκεκριμένη μέθοδος είναι πολλά υποσχόμενη για την
ταχεία αντιμετώπιση μεγάλων πετρελαιοκηλίδων, όμως, η τοξικότητα των υπολειμμάτων
της καύσης και της παραγόμενης αιθάλης δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά και ειδικά
σε επίπεδο τροφικού πλέγματος κάτι που περιορίζει την εφαρμογή της συγκεκριμένης
μεθόδου σε συστηματική βάση. Για το σκοπό αυτό διεξαγάγαμε ένα πείραμα
μεσοκόσμων στο οποίο τα υπολείμματα της καύσης καθώς και η παραγόμενη αιθάλη
(όπως αυτή εναποτέθηκε μέσω τεχνητής βροχής) παρέμειναν στην επιφάνεια του νερού
των μεσοκόσμων για 26 μέρες, στην διάρκεια των οποίων μελετήσαμε τις μεταβολές στο
μικροβιακό τροφικό πλέγμα που προκαλούνται από τις δύο αυτές πιέσεις.
• εξετάσαμε τις επιδράσεις που έχει στο θαλάσσιο μικροβιακό οικοσύστημα το
αντιβιοτικό φλορφαινικόλη (florfenicol). Τα αντιβιοτικά συνεχίζουν να χορηγούνται
στην υδατοκαλλιέργεια παγκοσμίως και μάλιστα με αυξητικές τάσεις, με το μεγαλύτερο
μέρος αυτών να διαφεύγουν στο φυσικό περιβάλλον. Επιπλέον τα αντιβιοτικά φαίνεται
να έχουν σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στα βακτήρια αλλά και σε οργανισμούς από
όλα τα επίπεδα του τροφικού πλέγματος, όπως έχει βρεθεί μετά από πειράματα
τοξικότητας με καλλιέργειες, όμως οι επιπτώσεις των αντιβιοτικών σε επίπεδο
οικοσυστήματος δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά. Για το σκοπό αυτό, επιλέξαμε να
μελετήσουμε τις επιδράσεις της φλορφαινικόλης, ένα από τα πλέον δημοφιλή
αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται στην υδατοκαλλιέργεια, στο θαλάσσιο μικροβιακό
οικοσύστημα μέσω ενός πειράματος μεσοκόσμων και χρησιμοποιώντας το εμπορικά
διαθέσιμο σκεύασμα AQUAFLOR (Merck Animal Health). Το πείραμα διήρκησε συνολικά
15 ημέρες, με τις πρώτες 5 ημέρες να γίνεται τακτική εφαρμογή του αντιβιοτικού
προσομοιάζοντας την εφαρμογή του στο πραγματικό περιβάλλον. Δείγματα για την
μελέτη του μικροβιακού τροφικού πλέγματος συλλέγονταν καθημερινά καθ΄ όλη τη
διάρκεια του πειράματος προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις της εφαρμογής του
συγκεκριμένου αντιβιοτικού σε επίπεδο οικοσυστήματος.
• δοκιμάσαμε να καλλιεργήσουμε φυτοπλαγκτόν μέσα σε μια μονάδα
υδατοκαλλιεργειών με μια οικονομικά και περιβαλλοντικά βιώσιμη μεθοδολογία.
Γνωρίζουμε ότι διαλυμένα θρεπτικά διαφεύγουν από τα κλουβιά των υδατοκαλλιεργειών
και εν συνεχεία απορροφώνται από το φυτοπλαγκτόν της στήλης του νερού και
μεταφέρονται μέσω θήρευσης στα ανώτερα επίπεδα του τροφικού πλέγματος.
Παράλληλα η βιομάζα του φυτοπλαγκτού έχει σημαντικές εμπορικές εφαρμογές ενώ η
παγκόσμια ζήτησή της προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Αυτή τη
στιγμή ένας από τους βασικότερους περιοριστικούς παράγοντες για την περεταίρω
εμπορική αξιοποίηση της βιομάζας του φυτοπλαγκτού είναι το αυξημένο κόστος
παραγωγής. Συνδυάζοντας τα παραπάνω, σχεδιάσαμε και κατασκευάσαμε πλωτούς
βιοαντιδραστήρες χαμηλού κόστος για καλλιέργεια φυτοπλαγκτού μέσα στη θάλασσα
μειώνοντας παράλληλα το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των μονάδων
υδατοκαλλιεργειών μέσω της απομάκρυνσης των διαφευγόντων θρεπτικών και της
δέσμευσης του CO2. Οι βιοαντιδραστήρες αυτοί ποντίστηκαν δοκιμαστικά σε μια μονάδα
υδατοκαλλιεργειών σε ολιγοτροφικό περιβάλλον (Ρόδος) και σε μία μονάδα σε ελαφρώς
μεσοτροφικό περιβάλλον (Μαλεσίνα). Ως εμβόλιο χρησιμοποιήθηκε η φυσική κοινότητα
του πλαγκτού της κάθε περιοχής με απομάκρυνση των θηρευτών. Κατά την διάρκεια των
πειραμάτων αυτών μελετήθηκε η ανάπτυξη της φυτοπλαγκτονικής βιομάζας μέσα στους
βιοαντιδραστήρες ενώ προσδιορίστηκαν και οι βασικές ομάδες και γένη που φαίνεται να
έχουν το καλύτερο δυναμικό για μελλοντική καλλιέργεια και εμπορική αξιοποίηση.The sea plays a significant role in regulating the Earth's climate, in the evolution and
preservation of life, as well as in the historical development of human civilization through
maritime transport, mineral resources, fishing, etc. However, the rapid increase in the human
population entails an increasing need for food, raw materials, and energy, which has led to
significant environmental pollution, including the oceans. Due to the importance of the
oceans for humanity and the planet, it is essential to address environmental pressures for the
"conservation and sustainable use of oceans, seas, and marine resources," as described by
the 14th Sustainable Development Goal of the United Nations. To achieve this goal, marine
ecology research must focus, among other things, on (1) habitat restoration, understanding
the mechanisms of ecosystem responses to anthropogenic impacts, (2) the effects of
emerging pollutants, and (3) understanding ecosystem functioning, with an emphasis on
supporting ecosystem management and enhancing the sustainability of marine activities.
Based on the above, in this doctoral dissertation, we emphasized two forms of anthropogenic
impacts on the marine environment, oil spills, and aquaculture, following an experimental
approach.
Specifically:
• We studied the effects of a method for the mitigation of major oil spills, through in-situ
oil burning, on the marine microbial ecosystem. This method is promising for the rapid
response to large oil spills; however, the toxicity of the combustion residues and the
produced soot has not been systematically studied, especially at the food web level, which
limits the systematic application of this method. For this purpose, we conducted a
mesocosm experiment in which the combustion residues and the produced soot (as
deposited through artificial rain) remained on the surface of the mesocosm water for 26
days, during which we studied the changes in the microbial food web caused by these two
pressures.
• We examined the effects of the antibiotic florfenicol on the marine microbial ecosystem.
Antibiotics continue to be administered in aquaculture worldwide, with increasing trends,
with most of them escaping into the natural environment. Additionally, antibiotics seem
to have significant impacts not only on bacteria but also on organisms from all levels of
the food web, as found in toxicity experiments with cultures; however, the ecosystem-
level effects of antibiotics have not been systematically studied. For this purpose, we
chose to study the effects of florfenicol, one of the most popular antibiotics used in
aquaculture, on the marine microbial ecosystem through a mesocosm experiment using
the commercially available formulation AQUAFLOR (Merck Animal Health). The
experiment lasted a total of 15 days, with the first 5 days involving regular application of
the antibiotic simulating its application in the real environment. Samples for the study of
the microbial food web were collected daily throughout the experiment to assess the
ecosystem-level impacts of the application of this antibiotic.
• We attempted to cultivate phytoplankton within an aquaculture unit using an
economically and environmentally sustainable methodology. We know that dissolved
nutrients escape from aquaculture cages and are subsequently absorbed by the
phytoplankton in the water column and transferred through predation to higher levels of
the food web. At the same time, phytoplankton biomass has significant commercial
applications, and its global demand is expected to increase significantly in the coming
years. Currently, one of the main limiting factors for the further commercial exploitation
of phytoplankton biomass is the high production cost. Combining the above, we designed
and constructed low-cost floating bioreactors for cultivating phytoplankton in the sea,
simultaneously reducing the environmental footprint of aquaculture units by removing
escaping nutrients and sequestering CO2. These bioreactors were tested in an aquaculture
unit in an oligotrophic environment (Rhodes) and in a unit in a slightly mesotrophic
environment (Malesina). The natural plankton community of each area was used as
inoculum, with the removal of predators. During these experiments, the growth of
phytoplankton biomass within the bioreactors was studied, and the main groups and
genera that seem to have the best potential for future cultivation and commercial
exploitation were identified