University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Τιθασεύοντας την ετερογένεια και την μεροληψία σε γράφους γνώσης για την αντιστοίχηση οντοτήτων

    No full text
    Η αντιστοίχιση οντοτήτων, επίσης γνωστή ως ανάλυση οντοτήτων, στοχεύει στον προσδιορισμό ζευγαριών περιγραφών από διαφορετικούς γράφους γνώσης που αναφέρονται στην ίδια πραγματική οντότητα. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη μόχλευση των τεχνικών εκμάθησης αναπαράστασης με στόχο την εύρεση ζευγών οντοτήτων που ταιριάζουν. Η ιδέα είναι να μάθουμε μια συνεχή αναπαράσταση γράφων σε έναν διανυσματικό χώρο χαμηλών διαστάσεων που διατηρεί την ομοιότητα των οντοτήτων (κόμβων) με βάση τις δομικές και τις πληροφορίες γνωρισμάτων στους δύο γράφους. Στη συνέχεια, η εύρεση των οντοτήτων που ταιριάζουν επιλύεται ως ένα πρόβλημα αντιστοίχισης που βασίζεται στην ομοιότητα των παραγόμενων διανυσματικών αναπαραστάσεων των οντοτήτων από διαφορετικές αρχιτεκτονικές νευρωνικών δικτύων. Σε αυτή τη διατριβή δείχνουμε ότι τόσο η δομική ετερογένεια (από την άποψη ανόμοιων και φτωχών γειτονιών) όσο και ετερογένεια ως προς το περιεχόμενο (από την άποψη ανόμοιων χαρακτηριστικών και ονομάτων) των οντοτήτων επηρεάζουν καθοριστικά την αποτελεσματικότητα των μεθόδων αντιστοίχισης που βασίζονται σε διανυσματικές αναπαραστάσεις γράφων, ειδικά όταν αυτοί οι γράφοι εμφανίζουν σε διαφορετικούς βαθμούς και τις δύο μορφές ετερογένειας. Πρέπει να τονιστεί ότι η δομική ποικιλομορφία μπορεί επίσης να οδηγήσει σε άδικες αποφάσεις αντιστοίχισης λόγω ελλιπών γεγονότων ή σχέσεων μεταξύ των οντοτήτων που ανήκουν σε ευαίσθητους πληθυσμούς. Από όσο γνωρίζουμε δεν υπάρχουν προηγούμενες μελέτες που αναλύουν πως η δομική ετερογένεια και η ετερογένεια ως προς το περιεχόμενο δύο γράφων επηρεάζουν την απόδοση και την προκατάληψη των αντιστοιχίσεων. Πιο συγκεκριμένα, προτείνουμε ένα υβριδικό σύστημα που ονομάζεται HybEA το οποίο εκμεταλλεύεται τόσο τις σχέσεις οντοτήτων όσο και γεγονότων. Το μοντέλου γεγονότων του HybEA είναι ικανό να σταθμίσει τη συμβολή κάθε ιδιότητας στην πρόβλεψη οντοτήτων που ταιριάζουν χρησιμοποιώντας ένα νέο μοντέλο που βασίζεται στην προσοχή το οποίο βασίζεται σε Transformers και σε ενσωματώσεις τιμών χαρακτηριστικών του Sentence-BERT [95]. Στη συνέχεια, μπορούν να δημιουργηθούν πολλά υβρίδια συνδέοντας διαφορετικά δομικά μοντέλα που εκμεταλλεύονται τις σχέσεις που συνδέουν γειτονικές οντότητες σε γράφους γνώσης σε επίπεδο τριπλετών (π.χ. Knowformer [71]) ή γράφων (π.χ. RREA [82]). Καθώς κάθε μοντέλο συστατικού προβλέπει τις δικές του αντιστοιχίσεις οντοτήτων, προτείνουμε ένα νέο ημι-εποπτευόμενο πλαίσιο, όπου σε κάθε επανάληψη, ορισμένα ζεύγη αντιστοίχισης υψηλής εμπιστοσύνης που ανιχνεύονται από κάθε μοντέλο προστίθενται στο σετ εκπαίδευσης που χρησιμοποιείται για την επακόλουθη συνεκπαίδευση και των δύο μοντέλων. Διαισθητικά, το ένα μοντέλο μπορεί να αντισταθμίσει τις χαμένες αντιστοιχίσεις του άλλου, οδηγώντας σε υψηλή προσαρμοστικότητα του HybEA σε διαφορετικούς τύπους και επίπεδα ετερογένειας που παρουσιάζουν οι γράφοι γνώσης σε πραγματικές εφαρμογές. Το HybEA ξεπερνά προηγμένα συστήματα ευθυγράμμισης οντοτήτων, επιτυγχάνοντας μια μέση σχετική βελτίωση της τάξεως του 16% στο Hits@1, με βελτίωση που κυμαίνεται από 3.6% έως 40% σε 5 μονογλωσσικά σύνολα δεδομένων, με κάποια από αυτά να μπορούν πλέον να θεωρηθούν ως επιλυμένα. Επίσης, δείχνουμε ότι το HybEA ξεπερνά τις προηγμένες μεθόδους σε 3 πολυγλωσσικά σύνολα δεδομένων, καθώς και σε 2 σύνολα δεδομένων που απορρίπτουν την μη ρεαλιστική, αλλά ευρέως υιοθετημένη, υπόθεση της αντιστοίχισης ένα προς ένα. Συνολικά, το HybEA ξεπερνά όλες τις (11) μεθόδους αναφοράς σε όλα τα (3) μέτρα και σε όλα τα (10) σύνολα δεδομένων που αξιολογήθηκαν, με στατιστικά σημαντική διαφορά. Για την αξιολόγηση της επίδρασης της δομικής μεροληψίας συστημάτων αντιστοίχισης οντοτήτων, προτείνουμε έναν αλγόριθμο δειγματοληψίας που βασίζεται στην εξερεύνηση, με το όνομα SUSIE, που λαμβάνει δείγματα διαφορετικών γειτονιών των οντοτήτων στην βάση της συνδεσιμότητα των δύο γράφων. Δείχνουμε πειραματικά ότι το HybEA είναι το πιο στιβαρή μέθοδος, παρουσιάζοντας υψηλή ανοχή σε δομικές παραλλαγές (π.χ. το H@1 πέφτει μόνο 8.79% στην πιο ακραία περίπτωση). Στην βάση των προηγούμενων συνεισφορών αναπτύξαμε ένα ολοκληρωμένο σύστημα που επιτρέπει τον πειραματισμό, τόσο με την προσαρμογή των αντιστοιχίσεων σε διαφορετικές πτυχές ετερογένειας που εμφανίζουν πραγματικοί γράφοι γνώσεων όσο και με την αμεροληψία των αντιστοιχίσεων που σχετίζεται με τους διαφορετικούς βαθμούς συνδεσιμότητας των δύο γράφων. Το σύστημα ενσωματώνει το HybEA όσο και τη SUSIE με διαφορετικές μεθόδους διανυσματικής αναπαράστασης γράφων ενώ χρησιμοποιούνται μετρικές στατιστικής αμεροληψίας με τις προστατευόμενες ομάδες να ορίζονται στην βάση των δομικών χαρακτηριστικών των υπο αντιστοίχιση γράφων.Entity alignment (EA), also known as entity resolution (ER), aims to identify pairs of descriptions from different Knowledge Graphs (KGs) that refer to the same real-world entity. In recent years, there has been increasing interest in leveraging representation learning techniques in order to find matching pairs of entities. The idea is to learn a continuous representation of KGs in a low-dimensional vector space that preserves the similarity of entities (nodes) based on the structural and factual information of their descriptions in the two KGs. Then, EA is solved as a similarity-based matching problem of the entity embeddings produced by various Neural Network architectures. In this thesis we show that both structural heterogeneity (in terms of dissimilar and poor neighborhoods) and factual heterogeneity (in terms of dissimilar literal values, names) of entities severely impact the effectiveness embedding-based methods for EA, especially when the two KGs exhibit simultaneously both forms of heterogeneity at different degrees. It should be stressed that structural diversity may additionally lead to unfair matching decisions due to missing facts or relations of entities belonging to sensitive populations. To our knowledge, no previous work has studied how the factual and structural heterogeneity of KGs affects both EA performance and fairness. More precisely, we propose a hybrid system called HybEA that exploits both the entity relations and facts. The HybEA factual component is capable of weighting the contribution of each property in the prediction of matching entities using a new attention-based model based on Transformers and contextualized attribute value embeddings of Sentence- BERT [95]. Then, several hybrids can be formed by plugging different structural models that exploit the relations connecting neighbor entities in KGs at the level of triples (e.g., Knowformer [71]) or graphs (e.g., RREA [82]). As each component model predicts its own entity alignments, we propose a new semi-supervised framework, where at every iteration, some high-confidence matching pairs detected by each model are added to the training set used for the subsequent co-training of both models. Intuitively, one component model can compensate for lost matches of the other, leading to a high adaptability of HybEA to different types and levels of heterogeneity exhibited by KGs in real applications. HybEA outperforms the state-of-the-art EA systems, achieving a 16% average relative improvement of Hits@1, ranging from 3.6% up to 40% in 5 monolingual datasets, with some datasets that can now be considered as solved. We also show that HybEA outperforms state-of-the-art methods in 3 multi-lingual datasets, as well as on 2 datasets that drop the unrealistic, yet widely adopted, one-to-one assumption. Overall, HybEA outperforms all (11) baseline methods in all (3) measures and in all (10) datasets evaluated, with a statistically significant difference. To assess the robustness of EA systems to structural bias in KGs, we propose an explorationbased sampling algorithm, named SUSIE, which samples subgraphs of varying structural settings based on the connectivity of KGs. We experimentally show that HybEA is the most robust method, exhibiting high tolerance in structural variations (e.g., H@1 drops only 8.79% in the most extreme case). On the basis of our previous contributions, we have developed a fairness-aware end-to-end system that allows experimentation, both on the adaptability of the entity alignments to different aspects of heterogeneity and their robustness to bias related to different connectivity measures of the two KGs. The system incorporates both HybEA and SUSIE, while statistical fairness measures are used, with the protected groups being defined on the basis of the structural characteristics of the two aligned KGs

    The historical development of music therapy in health services

    No full text
    Η ιστορία της Μουσικοθεραπείας ταξιδεύει τον ερευνητή από την αρχαία Ελλάδα, στους Ιθαγενείς της Αμερικής, στην αρχαία Αίγυπτο, στην Κίνα και στην Ινδία. Μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαδρομή που αποδεικνύει τις κοινές ανθρώπινες καταβολές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Κοινές ανησυχίες και κοινές πρακτικές, όπως είναι η αντιμετώπιση της ασθένειας με τη μουσική, συνθέτουν την παγκόσμια Ιστορία του ανθρώπου. Στη Ρώμη ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων παραθέτει μερικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις περιπτώσεις των εξαρθρώσεων και ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρων παραθέτει μία για τον πόνο στα πόδια. Στο Βυζάντιο στα νοσοκομεία του Σουλτανάτου του Ρουμ είχε επινοηθεί και χρησιμοποιούνταν ένα θαυμαστό για τις ιδιότητές του όργανο, το anghalyun, το οποίο έμοιαζε με έγχορδο. Το μουσικό αυτό όργανο χρησιμοποιείται ως θεραπευτικό μέσο με τους ασθενείς να υποβάλλονται στο άκουσμά του δύο φορές την εβδομάδα για όσο χρόνο το απαιτούσε η σοβαρότητα της ασθένειας από την οποία έπασχαν. Στο Μαρόκο και στη βόρεια Αφρική τελούνταν συχνά μαγικο-θρησκευτικές θεραπευτικές τελετές από μουσουλμανικές αδελφότητες, και υπήρχε μάλιστα και μια κοινότητα εξορκιστών, οι οποίες χρησιμοποιούν τη μουσική για να πετύχουν διαφορετικούς κάθε φορά στόχους. Ο Άραβας Hunain ibn Ishaq, Χουνάιν ιμπν Ισαάκ θα παραδώσει ένα φιλοσοφικό έργο με τίτλο Book of the Aphorisms of the Philosophers, μέσα στο οποίο περιγράφονται οι ηθικές και θεραπευτικές επιδράσεις της μουσικής στον άνθρωπο. Στον Μεσαίωνα κυριαρχεί η Χορευτική Μανία-Dancing Mania ή αλλιώς γνωστή ως χορός του Αγίου Βίτου. Αυτός ο αρνητικός τρόπος πραγμάτωσης της Μουσικοθεραπείας περιλάμβανε μεγάλες ομάδες ανθρώπων, μερικές φορές ακόμα και χιλιάδες, να χορεύουν ανεξέλεγκτα για πολλές ώρες μέχρι την τελική τους κατάρρευση. Μουσικοί συνόδευαν τους χορευτές εντείνοντας ακόμα περισσότερο την πρακτική αυτή του ασυγκράτητου χορού που έφτανε στα όρια της αγριότητας. Τον 17ο αιώνα ο Kircher θα δώσει μία από τις πιο ολοκληρωμένες περιγραφές της μουσικής στην ιατρική. Στο έργο του Phonurgia Nova θέτει τα θεμέλια για ένα νέο θεραπευτικό μουσικό ύφος που ονομάζεται στα γερμανικά Iatromusik. Η Iatromusik φαίνεται συνδυάζει τις έννοιες της musica mundana και της musica humana. Τα διασωθέντα χειρόγραφα της Iatromusik δείχνουν μια ποικιλία μελωδικών θεμάτων πάνω στα οποία ο μουσικός έπρεπε να αυτοσχεδιάζει, επιλέγοντας διαφορετικούς ρυθμούς, ταχύτητα, δυναμικές ή διάρκεια για να ταιριάζει η μουσική που παραγόταν με τις συγκεκριμένες ασθένειες που αντιμετώπιζε κάθε φορά. Ο ταραντισμός πρωτοεμφανίστηκε στη Νότια Ιταλία και περιγράφει μια λαϊκή θεραπευτική τελετουργία κατά την οποία μέσα από τη μουσική και τον χορό επέρχεται η ίαση από το δάγκωμα της αράχνης, κυρίως της αράχνης ταραντούλας. Ο ταραντισμός, ωστόσο, θα παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα ταξιδέψει γεωγραφικά έως και την Ισπανία και χρονικά έως τις μέρες μας αποδεικνύοντας την ισχυρή ανθρώπινη πεποίθηση ότι η μουσική δεν είναι μόνο τρόπος ψυχαγωγίας, αλλά και ίασης. Στη σύγχρονη εποχή η Μουσικοθεραπεία αναγνωρίζεται ως μία μη επεμβατική παρέμβαση, καθώς η μουσική χρησιμοποιείται ως ένα εργαλείο που δημιουργεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον θεραπείας και εκτελείται από πιστοποιημένους Μουσικοθεραπευτές. Έχουν γραφτεί διατριβές, έχουν γίνει μελέτες και έχουν αναγνωριστεί και καταγραφεί τα θετικά αποτελέσματα της Μουσικοθεραπείας ως εναλλακτικός τρόπος ίασης. Η μουσική μειώνει τα επίπεδα του άγχους, την αρτηριακή πίεση, τα αρνητικά συναισθήματα, τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Αυξάνει, από την άλλη, τα παρηγορητικά οφέλη σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην προεγχειρητική νοσηλευτική και στον οξύ μετεγχειρικό πόνο. Διευκολύνει τη μη λεκτική επικοινωνία και τη συναισθηματική έκφραση και ενδυναμώνει τους ανθρώπους με αναπηρίες. Η Μουσικοθεραπεία ωφελεί τους ανθρώπους με σχιζοφρένεια ή σχιζοφρενικές διαταραχές. Η ρυθμική συμπαράσταση (rhythmic entrainment) έχει θεαματικά αποτελέσματα στους ασθενείς με εγκεφαλικό επεισόδιο, νόσο του Πάρκινσον, εγκεφαλική παράλυση ή τραυματική εγκεφαλική βλάβη. Η Μουσικοθεραπεία προωθεί την αποκατάσταση διαταραχών της ομιλίας και κινητικών δυσλειτουργιών των άκρων μετά από εγκεφαλική βλάβη, ακόμα και όταν ο ασθενής βρίσκεται σε αφασία. Η Μουσικοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει υποστηρικτική θεραπεία σε περιόδους κρίσης, όπως την περίοδο του COVID 19, αλλά και να ενδυναμώσει ευάλωτες ομάδες, όπως τους LGBTQ νέους. Η Μουσικοθεραπεία μπορεί να μειώσει το κόστος της θεραπείας, καθώς έχει τη δυνατότητα να ελαττώσει την ανάγκη για φάρμακα και τις επικείμενες παρενέργειές τους. Η ιστορία της Μουσικοθεραπείας έχει τις απαρχές της στις πρώτες εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και μέσα από την ίδια την πολιτισμική και κοινωνική και επιστημονική πρόοδο έχει καταφέρει να αναχθεί σε μία πολύ σημαντική παράμετρο θεραπείας. Απομένει στις μελλοντικές έρευνες να ανακαλύψουν τη δυναμική της που μένει κρυφή και να εκμεταλλευτούν τις μεθόδους που προσφέρει προς όφελος της ίδιας της ανθρωπότητας.The history of Music Therapy takes the researcher from Ancient Greece to the Indigenous peoples of America, to Ancient Egypt, China, and India. An extremely interesting journey that proves the common human origins across all the lengths and widths of the Earth. Common concerns and common practices, such as the treatment of illness with music, make up the global history of humanity. In Rome, Marcus Porcius Cato cites some that can be used in cases of dislocations, and Marcus Terentius Varro cites one for foot pain. In Byzantium, in the hospitals of the Sultanate of Rum, a marvelous instrument for its properties, the anghalyun, was invented and used, which resembled a stringed instrument. This musical instrument was used as a therapeutic tool, with patients being subjected to its sound twice a week for as long as the severity of the illness they suffered from required. In Morocco and North Africa, magical-religious therapeutic rituals were often held by Muslim brotherhoods, and there was even a community of exorcists, who used music to achieve different goals each time. The Arab Hunain ibn Ishaq will deliver a philosophical work titled Book of the Aphorisms of the Philosophers, in which the moral and therapeutic effects of music on humans are described. In the Middle Ages, Dancing Mania, also known as the St. Vitus Dance, dominated. This negative way of practicing Music Therapy involved large groups of people, sometimes even thousands, dancing uncontrollably for many hours until their final collapse. Musicians accompanied the dancers, intensifying this practice of uncontrollable dancing, which reached the limits of savagery. In the 17th century, Kircher would give one of the most complete descriptions of music in medicine. In his work Phonurgia Nova, he lays the foundation for a new therapeutic musical style called Iatromusik in German. Iatromusik seems to combine the concepts of musica mundana and musica humana. The surviving manuscripts of Iatromusik show a variety of melodic themes on which the musician had to improvise, choosing different rhythms, speeds, dynamics, or durations to match the music produced with the specific diseases being faced each time. Tarantism first appeared in Southern Italy and describes a folk therapeutic ritual in which healing from the bite of a spider, mainly the tarantula, occurs through music and dance. However, tarantism would remain for a long time, geographically traveling as far as Spain and chronologically extending to the present day, proving the strong human belief that music is not only a form of entertainment but also healing. In the modern era, Music Therapy is recognized as a non-invasive intervention, as music is used as a tool that creates a favorable healing environment and is carried out by certified Music Therapists. Theses have been written, studies have been conducted, and the positive results of Music Therapy have been recognized and recorded as an alternative way of healing. Music reduces levels of stress, blood pressure, negative emotions, and depressive symptoms. On the other hand, it increases comforting benefits in many cases, such as in pre-surgical nursing and acute post-surgical pain. It facilitates non-verbal communication and emotional expression and strengthens people with disabilities. Music Therapy benefits people with schizophrenia or schizophrenic disorders. Rhythmic entrainment has spectacular results in patients with stroke, Parkinson’s disease, cerebral palsy, or traumatic brain injury. Music Therapy promotes the rehabilitation of speech disorders and motor dysfunctions of the limbs after brain injury, even when the patient is in aphasia. Music therapy can serve as a supportive treatment during times of crisis, such as the COVID-19 pandemic, and can also empower vulnerable groups, such as LGBTQ youth. Music Therapy can reduce treatment costs, as it has the potential to reduce the need for medications and their impending side effects. The history of Music Therapy has its origins in the earliest manifestations of human civilization, and through cultural, social, and scientific progress, it has managed to evolve into a very important parameter of therapy. It remains for future research to uncover its hidden dynamic and to utilize the methods it offers for the benefit of humanity itself

    Research of parental attitudes and opinions regarding the vaccination coverage of their children during Primary Education

    No full text
    Εισαγωγή: Ο παιδικός εμβολιασμός αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της δημόσιας υγείας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην πρόληψη και τον έλεγχο των λοιμωδών νοσημάτων, με αποτέλεσμα τη μείωση της νοσηρότητας και της θνητότητας σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρά τα επιστημονικά τεκμηριωμένα οφέλη του, η αμφισβήτηση της ασφάλειας και της αναγκαιότητάς του παραμένει επίκαιρη, με ολοένα αυξανόμενο αριθμό γονέων να εκφράζουν επιφυλακτικότητα ή να καθυστερούν τον εμβολιασμό των παιδιών τους. Η εμβολιαστική διστακτικότητα συνιστά πολυπαραγοντικό φαινόμενο, επηρεαζόμενο από παράγοντες όπως τις προσωπικές πεποιθήσεις, το κοινωνικό περιβάλλον, και την ποιότητα της πληροφόρησης που λαμβάνουν οι γονείς. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να διερευνήσει τις στάσεις και τις πεποιθήσεις των γονέων απέναντι στον παιδικό εμβολιασμό στο πλαίσιο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Μεθοδολογία: Πρόκειται για μία συγχρονική μελέτη παρατήρησης (cross-sectional study), διεξήχθη τον Δεκέμβριο του 2024 σε τρία δημοτικά σχολεία του Δήμου Χερσονήσου, με τη συμμετοχή 126 γονέων. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω σταθμισμένου ερωτηματολογίου, το οποίο περιλάμβανε δύο βασικές κλίμακες: την Κλίμακα Πεποιθήσεων και Στάσεων για τον Εμβολιασμό και την Κλίμακα Εμπιστοσύνης για την Ενημέρωση σε Θέματα Εμβολίων. Για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS v.25.0., ενώ εφαρμόστηκαν μοντέλα πολλαπλής λογιστικής παλινδρόμησης, προκειμένου να διερευνηθούν οι παράγοντες που σχετίζονται με τις στάσεις και πεποιθήσεις των γονέων αναφορικά με τον εμβολιασμό των παιδιών τους. Αποτελέσματα: Το δείγμα της μελέτης απαρτίστηκε από 126 γονείς, με την πλειονότητα να είναι μητέρες (87,3%). Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 41,7 έτη. Όσον αφορά το μορφωτικό επίπεδο, το 66,7% των μητέρων και το 42,9% των πατέρων διέθεταν ανώτερη/ανώτατη εκπαίδευση, ενώ σημαντικό ποσοστό των πατέρων (45,2%) διέθετε δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η πλειονότητα των οικογενειών ήταν τετραμελείς (61,8%). Η μέση τιμή στην υποκλίμακα «Θετική Γνώμη» των γονέων για τον εμβολιασμό των παιδιών τους διαμορφώθηκε στο 7,78/10, αντικατοπτρίζοντας το υψηλό επίπεδο αποδοχής. Συγκεκριμένα, το 68,3% των γονέων κατατάσσεται στην κατηγορία «Θετικής Γνώμης», ενώ αντίθετα, μόλις το 11,9% εμφάνισε «Άκριτα Θετική Γνώμη», η οποία παρουσίασε αισθητά χαμηλότερη μέση τιμή (3,30/10), (p < 0,001). Η Κλίμακα «Εμπιστοσύνη στη Σωστή Ενημέρωση» ανέδειξε μέτρια επίπεδα εμπιστοσύνης των γονέων απέναντι στις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης για τον εμβολιασμό, με μέση βαθμολογία 49,9/100. Η συγκεκριμένη κλίμακα συσχετίστηκε θετικά τόσο με τη Θετική Γνώμη (rho = 0,335, p < 0,001) όσο και με την Άκριτα Θετική Γνώμη (rho = 0,399, p < 0,001), ενώ επηρέασε σημαντικά την πιθανότητα έκφρασης άκριτης αποδοχής (OR = 1,11, p = 0,005). Οι πατέρες παρουσίασαν μειωμένη πιθανότητα υιοθέτησης ισχυρά θετικής στάσης συγκριτικά με τις μητέρες (OR = 0,25, p = 0,049), ενώ η υψηλότερη εκπαίδευση του πατέρα βρέθηκε να ενισχύει την πιθανότητα αυτής της στάσης (OR = 1,75, p = 0,016). Συμπεράσματα: Η έρευνα καταδεικνύει την ανάγκη για ενίσχυση της επιστημονικά τεκμηριωμένης πληροφόρησης και της προσβασιμότητας, ώστε να καλλιεργηθεί εμπιστοσύνη και να βελτιωθεί η εμβολιαστική κάλυψη. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη για περαιτέρω έρευνα σε ευρύτερους και διαφοροποιημένους πληθυσμούς, με στόχο την πιο ολοκληρωμένη κατανόηση του φαινομένου και τη διαμόρφωση αποτελεσματικών πολιτικών πρόληψης.Introduction: Childhood vaccination remains a fundamental pillar of public health, playing a critical role in the prevention and control of infectious diseases by markedly reducing global morbidity and mortality rates. Despite the well-established scientific evidence supporting its benefits, questions regarding the safety and necessity of vaccines persist. An increasing number of parents are expressing hesitancy or postponing their children’s vaccinations. This phenomenon of vaccine hesitancy is complex and multifaceted, shaped by personal beliefs, social influences, and the reliability of information accessible to parents. Aim: This study investigates parental attitudes and beliefs concerning childhood vaccination within the setting of Primary Education. Methods: The present study constitutes a cross-sectional observational design, conducted in December 2024, the research involved 126 parents from three primary schools in the Municipality of Chersonissos. Data collection was conducted through a validated questionnaire comprising two principal scales: the Beliefs and Attitudes Toward Vaccination Scale and the Trust in Vaccine Information Scale. The SPSS v.25.0 statistical package was employed for data analysis. Finally, multiple logistic regression models were applied. Results: The study sample consisted of 126 parents, the majority of whom were mothers (87.3%). The average age of the participants was 41.7 years. Regarding educational attainment, 66.7% of mothers and 42.9% of fathers held tertiary-level qualifications, while a significant proportion of fathers (45.2%) had completed secondary education. Most families were four-member households (61.8%). Parents’ mean score οn the «Positive Opinion» subscale regarding childhood vaccination was 7.78/10, reflecting a high level of acceptance. Specifically, 68.3% of parents were classified within the «Positive Opinion» category, whereas only 11.9% demonstrated an «Uncritically Positive Opinion», which had a significantly lower mean score (3.30/10), (p < 0.001). The «Trust in Accurate Information» scale revealed moderate levels of parental trust in available sources of vaccination information, with an average score of 49.9%. This specific scale exhibited a positive correlation with both Positive Opinion (rho = 0.335, p < 0.001) and Uncritical Positive Opinion (rho = 0.399, p < 0.001). Additionally, trust significantly increased the likelihood of expressing uncritical acceptance (OR = 1.11, p = 0.005). Fathers demonstrated a reduced probability of adopting a strongly positive stance compared to mothers (OR = 0.25, p = 0.049). Conversely, higher paternal education level strengthened this probability (OR = 1.75, p = 0.016). Conclusions: These results underscore the importance of enhancing access to reliable, evidence-based information and improving service accessibility to build trust and achieve higher vaccination coverage. The study also highlights the need for further research involving larger and more diverse populations, to deepen our understanding of vaccine hesitancy and to inform the development of effective preventive health policies

    You and your pet: who visits the doctor more often? Pet owners’

    No full text
    Εισαγωγή: Στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες, η συνύπαρξη ανθρώπων και ζώων συντροφιάς αποτελεί ένα φαινόμενο με αυξανόμενη συχνότητα και κοινωνική σημασία. Η σχέση αυτή δεν περιορίζεται σε πρακτικό ή διακοσμητικό ρόλο, αλλά διαμορφώνεται ως βαθύς συναισθηματικός δεσμός, ο οποίος επηρεάζει σημαντικά τη ζωή, την ευημερία και την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση των ιδιοκτητών κατοικίδιων. Η διεθνής βιβλιογραφία τεκμηριώνει ότι τα κατοικίδια μπορούν να βελτιώσουν δείκτες σωματικής και ψυχικής υγείας, να μειώσουν το άγχος και την κατάθλιψη, καθώς και να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή. Ωστόσο, αυτή η συναισθηματική σύνδεση δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε συνάρτηση με την υιοθέτηση προληπτικών πρακτικών υγείας, τόσο για τα ζώα όσο και για τους ανθρώπους, ειδικά στον ελληνικό χώρο. Παράλληλα, τα ζητήματα που σχετίζονται με τις ζωοανθρωπονόσους – λοιμώξεις που μεταδίδονται μεταξύ ανθρώπων και ζώων – καθίστανται ολοένα και πιο κρίσιμα για τη δημόσια υγεία. Η αύξηση των κοινών χώρων διαβίωσης και η απουσία ενιαίας πληροφόρησης καθιστούν την πρόληψη και την ενημέρωση ζωτικής σημασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η διεπιστημονική προσέγγιση One Health, που προτείνει τη συνεξέταση της ανθρώπινης, ζωικής και περιβαλλοντικής υγείας, προσφέρει ένα κατάλληλο θεωρητικό εργαλείο για την κατανόηση της σύνδεσης μεταξύ πρόληψης και φροντίδας. Η παρούσα μελέτη είχε ως κύριο στόχο να διερευνήσει τη σχέση των ιδιοκτητών κατοικίδιων ζώων με την προληπτική φροντίδα της υγείας, τόσο των ζώων τους όσο και τη δική τους, στο πλαίσιο της Ενιαίας Υγείας. Ειδικότερα, επιδίωξε να αποτυπώσει τις πρακτικές πρόληψης και τη συχνότητα προληπτικών επισκέψεων σε κτηνίατρο και ιατρό, να εντοπίσει ομοιότητες ή διαφοροποιήσεις στη φροντίδα ζώου και ανθρώπου και να διερευνήσει πώς παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και το είδος κατοικίδιου επηρεάζουν αυτές τις στάσεις. Παράλληλα, εξετάστηκε το επίπεδο γνώσης για τις ζωοανθρωπονόσους, οι πηγές ενημέρωσης, καθώς και ο ρόλος της συναισθηματικής σύνδεσης με το κατοικίδιο ως πιθανός ρυθμιστικός παράγοντας των προληπτικών συμπεριφορών. Μεθοδολογία: Για την πληρέστερη κατανόηση του φαινομένου, υιοθετήθηκε μικτή ερευνητική προσέγγιση. Η ποσοτική φάση της μελέτης περιλάμβανε τη συμπλήρωση δομημένου ερωτηματολογίου από 208 ιδιοκτήτες κατοικίδιων ζώων, (μέσω Google Forms και δια ζώσης). Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με το στατιστικό πακέτο SPSS και εφαρμόστηκαν μη παραμετρικά τεστ (Spearman, Fisher's Exact Test, Mann–Whitney U και Kruskal–Wallis, ανάλογα με τον τύπο και το επίπεδο των δεδομένων), καθώς οι μεταβλητές παρουσίαζαν μη κανονική κατανομή. Οι αναλύσεις εστίασαν σε συσχετίσεις μεταξύ κοινωνικο-δημογραφικών χαρακτηριστικών, στάσεων πρόληψης και επιπέδου γνώσης για τις ζωοανθρωπονόσους. Η ποιοτική φάση βασίστηκε στη διεξαγωγή τεσσάρων (4) ημι-δομημένων συνεντεύξεων, με στόχο τη σε βάθος κατανόηση εμπειριών, στάσεων και συναισθηματικών δεσμών με τα ζώα. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με θεματικούς άξονες, οι οποίοι αναπτύχθηκαν επαγωγικά μέσα από το ίδιο το υλικό. Η συλλογή δεδομένων διακόπηκε όταν διαπιστώθηκε ότι είχε επιτευχθεί κορεσμός, καθώς δεν προέκυπταν νέα νοήματα ή θεματικές. Αποτελέσματα: Το 80.3% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι θεωρεί τη φροντίδα του κατοικίδιου εξίσου σημαντική με την προσωπική του υγεία, ωστόσο καταγράφηκε ασυμμετρία στην εφαρμογή προληπτικών πρακτικών. Το 42.8% δήλωσε ότι επισκέπτεται συχνότερα τον κτηνίατρο, έναντι μόλις 16.3% που επισκέπτεται συχνότερα τον γιατρό. Η ανάλυση έδειξε ότι οι επισκέψεις στον κτηνίατρο ήταν συστηματικές και ενταγμένες σε καθιερωμένη ρουτίνα, ενώ οι επισκέψεις στον προσωπικό ιατρό ήταν σποραδικές και κυρίως σε περίπτωση ανάγκης. Η ηλικία (p=0.001) και η εκπαίδευση (p=0.022) βρέθηκαν να σχετίζονται θετικά με την ανθρώπινη προληπτική φροντίδα, χωρίς αντίστοιχη συσχέτιση στη φροντίδα του ζώου. Αντίθετα, το είδος κατοικίδιου (σκύλος έναντι γάτας) συσχετίστηκε με μεγαλύτερη συχνότητα επισκέψεων στον κτηνίατρο (p=0.004). Οι συμμετέχοντες εντόπισαν ως βασικά εμπόδια στην πρόληψη το οικονομικό κόστος και την έλλειψη χρόνου, τόσο για την προσωπική τους υγεία όσο και για τη φροντίδα του ζώου τους. Οι αφηγήσεις ανέδειξαν την ύπαρξη συναισθηματικών κινήτρων (ευθύνη, τύψεις, φόβος απώλειας) αλλά και πρακτικών δυσκολιών, ιδίως στη μεταφορά ή στο άγχος των ζώων κατά την επίσκεψη στον κτηνίατρο. Αναφορικά με τις ζωοανθρωπονόσους, το 67.8% δήλωσε ότι γνωρίζει τον όρο, ενώ οι κύριες πηγές πληροφόρησης ήταν οι κτηνίατροι (51.4%) και το διαδίκτυο/τηλεόραση (33.7%). Η ανησυχία για μετάδοση ασθενειών κρίθηκε μέτρια (Μ.Ο=4.89/10) και συσχετίστηκε θετικά μόνο με τις επισκέψεις σε γιατρό, όχι όμως με την κτηνιατρική φροντίδα. Η ηλικία αναδείχθηκε ως στατιστικά σημαντικός παράγοντας γνώσης (p=0.020), ενώ η εκπαίδευση εμφάνισε οριακή συσχέτιση (p=0.048). Παρά την αναγνώριση της σύνδεσης ανθρώπινης και ζωικής υγείας, ο όρος One Health δεν ήταν ευρέως γνωστός. Η συναισθηματική αξία των ζώων αξιολογήθηκε πολύ υψηλά (Μ.Ο=9.48/10), με τις γυναίκες να αποδίδουν στατιστικά μεγαλύτερη συναισθηματική σημασία στα κατοικίδιά τους (p=0.002). Ωστόσο, αυτή η σύνδεση δεν σχετιζόταν στατιστικά με τη συχνότητα εφαρμογής προληπτικών πρακτικών. Συζήτηση: Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο δεσμός με το κατοικίδιο επηρεάζει τη στάση απέναντι στην υγειονομική φροντίδα, χωρίς όμως να εγγυάται συστηματική πρόληψη. Ενώ οι ιδιοκτήτες φαίνεται να δείχνουν μεγαλύτερη τυπικότητα στη φροντίδα των ζώων σε σύγκριση με τη δική τους υγεία, αυτή η φροντίδα δεν απορρέει αποκλειστικά από συναισθηματικούς λόγους, αλλά συχνά συνδέεται με την ηθική ευθύνη και την αντιληπτή εξάρτηση του ζώου από τον άνθρωπο. Η έλλειψη ολοκληρωμένης ενημέρωσης και η απουσία θεσμικής υποστήριξης ενισχύουν την αποσπασματικότητα στις προληπτικές πρακτικές, τόσο για τον άνθρωπο όσο και για το ζώο. Η εργασία τονίζει την ανάγκη για θεσμική ενσωμάτωση της προσέγγισης One Health στις πολιτικές δημόσιας υγείας, την ενίσχυση της διεπιστημονικής συνεργασίας μεταξύ ιατρών και κτηνιάτρων, και την ανάπτυξη εκπαιδευτικών παρεμβάσεων που ενισχύουν τη συνειδητοποίηση της διασύνδεσης ανθρώπινης και ζωικής υγείας. Η μελέτη αποτελεί σημαντική συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία, ενισχύοντας τον διάλογο γύρω από τον ρόλο των ζώων στη δημόσια υγεία και προτείνοντας τη μετάβαση σε μια πιο συνεκτική, ολιστική και βιώσιμη αντίληψη υγειονομικής φροντίδαςIntroduction: In contemporary urban societies, the coexistence of humans and companion animals has become increasingly prevalent and socially significant. This relationship transcends practical or decorative purposes, evolving into a profound emotional bond that substantially influences the lives, well-being, and psychosocial states of pet owners. International literature documents that companion animals can enhance physical and mental health indicators, alleviate stress and depression, and strengthen social cohesion. However, this emotional connection has not been sufficiently explored in relation to the adoption of preventive health practices for both animals and humans, particularly within the Greek context. Concurrently, issues related to zoonoses—diseases transmitted between humans and animals—are becoming increasingly critical for public health. The rise in shared living spaces and the lack of unified information underscore the vital importance of timely prevention and education. In this framework, the interdisciplinary One Health approach, which advocates for the integrated consideration of human, animal, and environmental health, offers an appropriate theoretical tool for understanding the interconnected nature of these care practices. The primary aim of this study was to investigate the relationship between pet owners and preventive health care for both their animals and themselves, within the One Health framework. Specifically, the research sought to document preventive practices and the frequency of routine visits to veterinarians and physicians, identify similarities or differences in the care provided to animals versus personal care, and examine how factors such as gender, age, educational level, and type of pet influence these attitudes and behaviors. Additionally, the study explored participants' level of awareness regarding zoonoses, their attitudes toward the importance of prevention and information dissemination, with particular emphasis on the emotional bond with their pets as a potential regulatory factor in behavior. Methodology: To achieve a comprehensive understanding of the phenomenon, a mixed-methods research approach was adopted. The quantitative phase involved the completion of a structured questionnaire by 208 pet owners (via Google Forms and in-person). Statistical analysis was conducted using SPSS, employing non-parametric tests (Spearman, Fisher's Exact Test, Mann–Whitney U, and Kruskal–Wallis) due to the non-normal distribution of variables. Analyses focused on correlations between socio-demographic characteristics, preventive attitudes, and levels of knowledge about zoonoses. The qualitative phase comprised four semi-structured interviews aimed at an in-depth exploration of pet owners' experiences, attitudes, and emotional bonds with their animals. Analysis was conducted using thematic axes, developed inductively from the data. Data collection ceased upon reaching saturation, as no new themes or insights emerged. Results: A significant majority (80.3%) of participants considered pet care equally important as personal health care; however, an asymmetry was observed in the implementation of preventive practices: 42.8% reported more frequent visits to the veterinarian, compared to only 16.3% who visited their physician more regularly. Veterinary visits were typically systematic and integrated into established routines, whereas medical visits were sporadic and primarily need-based. Age (p=0.001) and education level (p=0.022) were positively associated with human preventive care, with no corresponding association observed in animal care. Conversely, the type of pet (dog versus cat) was linked to a higher frequency of veterinary visits (p=0.004). Participants identified financial cost and lack of time as primary barriers to preventive care for both themselves and their pets. Narratives revealed emotional motivations (responsibility, guilt, fear of loss) alongside practical challenges, particularly concerning transportation and pet anxiety during veterinary visits. Regarding zoonoses, 67.8% of participants were familiar with the term, with veterinarians (51.4%) and internet/television (33.7%) cited as primary information sources. Concern about disease transmission was moderate (mean score = 4.89/10) and positively correlated only with medical visits, not veterinary care. Age emerged as a statistically significant factor in knowledge levels (p=0.020), while education showed a marginal association (p=0.048). Notably, although participants acknowledged the interconnection between human and animal health, the term "One Health" was not widely recognized. The emotional value attributed to pets was exceptionally high (mean score = 9.48/10), with women assigning significantly greater emotional importance to their pets (p=0.002). However, this emotional bond did not statistically correlate with the frequency of preventive practices. Discussion: The study concludes that while the bond with pets influences attitudes toward health care, it does not necessarily ensure systematic preventive behavior. Owners appear more consistent in caring for their animals than for themselves, a tendency often rooted in perceived moral responsibility and the animal's dependence on humans, rather than purely emotional reasons. The lack of comprehensive information and institutional support exacerbates the fragmented nature of preventive practices for both humans and animals. The study underscores the need for institutional integration of the One Health approach into public health policies, the enhancement of interdisciplinary collaboration between physicians and veterinarians, and the development of educational interventions that raise awareness of the inteanimal health. This research contributes significantly to the Greek literature, fostering dialogue on the role of animals in public health and advocating for a more cohesive, holistic, and sustainable approach to health care.rconnectedness of human an

    Γενικευμένα πολύεδρα μεταθέσεων

    No full text
    Η παρούσα εργασία αποτελείται από τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος (Κεφάλαιο 1), παρουσιάζεται μια συνοπτική εισαγωγή στην έννοια των κυρτών πολυτόπων, συνοδευόμενη από βασικούς ορισμούς. Ει- δικότερα, δίνονται οι δύο ισοδύναμοι ορισμοί ενός κυρτού πολυτόπου, ακολουθούμενοι από μια ισο- δυναμία μεταξύ των αναπαραστάσεων των πολύτοπων, καθώς και χαρακτηριστικά παραδείγματα ευρέως γνωστών πολυτόπων. Το δεύτερο μέρος (Κεφάλαιο 2) επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, το permutahedron. Ακολουθεί η μελέτη των generalized permutahedra υπό το πρίσμα των weak Minkowski summands, εξετάζοντας τις γεωμετρικές τους ιδιότητες και τη σημασία τους στον τομέα της συνδυαστικής. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των Minkowski linear functionals και την εφαρμογή τους στα generalized permutahedra. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος (Κεφάλαιο 3), εξετάζεται ένα παράδειγμα που σχετίζεται με τα generalized permutahedra. Πιο συγκεκριμενα, αναλύεται η οικογένεια των associahedra μέσω δύο διαφορετικών προσεγγίσεων Αρχικά, περιγράφεται πλήρως το associahedron ως secondary polytope και στη συνέχεια ως generalized permutahedron, καταλήγοντας ότι οι δύο αυτές προσεγγίσεις είναι συνδυαστικά ισοδύναμες. Η εργασία ολοκληρώνεται με τον υπολογισμό των faces του associahedron με χρήση επίπεδων δυαδικών δέντρων.This thesis consists of three parts. In the first part (Chapter 1), a brief introduction to the concept of convex polytopes is presented, accompanied by basic definitions. In particular, two equivalent definitions of a convex polytope are given, followed by an equivalence between polytope representations, as well as characteristic examples of widely known polytopes. The second part (Chapter 2) focuses on a specific example, the permutahedron. This is followed by a study of generalized permutahedra in the light of weak Minkowski summands, examining their geometric properties and their importance in the field of combinatorics. The chapter concludes with a presentation of Minkowski linear functionals and their application to generalized permutahedra. In the third and final part (Chapter 3), an example related to generalized permutahedra is considered. More specifically, the family of associahedra is analyzed through two different approaches First, the associahedron is fully described as a secondary polytope and then as a generalized permutahedron, concluding that these two approaches are combinatorially equivalent. The thesis concludes by computing the faces of the associahedron using planar binary trees

    The value of cyclins and cyclin depended Kinase inhibitors as prognostic biomarkers in cutaneous melanoma

    No full text
    Το μελάνωμα του δέρματος είναι κακόηθες νεόπλασμα, το οποίο εξορμάται από τα κύτταρα που είναι υπεύθυνα για τη παραγωγή μελανίνης (μελανινοκύτταρα) και θεωρείται το αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που οδηγούν σε κρίσιμες μεταβολές σε κυτταρικά μονοπάτια, τα οποία ελέγχουν τις λειτουργίες του πολλαπλασιασμού και της απόπτωσης. Η επίπτωση του μελανώματος του δέρματος στο γενικό πληθυσμό παγκοσμίως αυξάνεται κατά 3% κάθε χρόνο, καθιστώντας το ως τη 17η πιο συχνή κακοήθεια με 330.000 νέα περιστατικά το χρόνο και την 22η πιο θανατηφόρα νεοπλασία με έναν ετήσιο αριθμό θανάτων ο οποίος προσεγγίζει τις 60.000. Παρά τη πρόοδο της τεχνολογίας στους τομείς της μοριακής βιολογίας, της βιοτεχνολογίας και της γενετικής μηχανικής, το μελάνωμα παραμένει απρόβλεπτο ως προς τη βιολογική του συμπεριφορά και μελέτες ευρείας κλίμακας έχουν δείξει, ότι οι κλινικο-παθαλογοανατομικοί προγνωστικοί παράμετροι που χρησιμοποιούνται σήμερα για την εκτίμηση του κινδύνου υποτροπής και θανάτου, αδυνατούν να προβλέψουν ικανοποιητικά τυχόν παρέκκλιση στην αναμενόμενη πορεία των ασθενών, και κατ’ επέκταση, να αντικατοπτρίσουν με ακρίβεια στο σύνολο των περιστατικών τη παρατηρούμενη στη κλινική πράξη έκβαση. Επιπλέον, σε ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών δεν χορηγείται συμπληρωματική συστηματική θεραπεία, λόγω της δυσμενούς ή άγνωστης σχέσης μεταξύ κινδύνου-οφέλους, οπότε, υπάρχει κατά την αρχική διάγνωση μεγάλη ανάγκη ανίχνευσης της ομάδας ασθενών με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής προκειμένου να υποβληθεί σε μετεγχειρητική αγωγή. Μέσω μιας αρτιότερης κατηγοριοποίησης των περιστατικών, θα ήταν εφικτή η επίτευξη εξατομικευμένης θεραπευτικής αντιμετώπισης, με όφελος τόσο από τη χορήγηση συμπληρωματικής θεραπείας στους ασθενείς υψηλού κινδύνου για υποτροπή όσο και από την αποφυγή μη απαραίτητων ιατρικών παρεμβάσεων στους ασθενείς χαμηλού κινδύνου για τους οποίους η συστηματική παρακολούθηση θα αναδεικνυόταν ως ο ενδεδειγμένος τρόπος διαχείρισης. Μια τέτοια διαδικασία πιθανά να οδηγούσε, τελικά, και σε μείωση του ετήσιου κόστους υγειονομικής περίθαλψης. Είναι εμφανής η ανάγκη ανεύρεσης αξιόπιστων βιοδεικτών για τη πρόγνωση στο μελάνωμα δέρματος και η έρευνα επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στα βιολογικά μόρια που διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην ρύθμιση του κυτταρικού κύκλου των μελανινοκυττάρων. Προς αυτή τη κατεύθυνση, ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν διττός. Πρώτος στόχος ήταν ο προσδιορισμός της έκφρασης των κυκλινών D1 και E, και των αναστολέων των κυκλινο-εξαρτώμενων κινασών p16, p21 και p27 σε πρωτοπαθή διηθητικά μελανώματα δέρματος και η αναζήτηση πιθανής συσχέτισης με κλινικο-παθολογοανατομικές μεταβλητές. Δεύτερη επιδίωξη ήταν η ανίχνευση της επίδρασης αυτών των πρωτεϊνών στην κλινική πορεία των ασθενών και ο καθορισμός της αξίας τους ως υποψήφιων προγνωστικών βιοδεικτών. Βασική προϋπόθεση για την εκπλήρωση των στόχων της μελέτης ήταν η εκπόνηση και η εφαρμογή ενός οργανωμένου ερευνητικού πρωτοκόλλου. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάπτυξη βάσης πληροφοριών, για τη καταχώρηση δεδομένων στο σύνολο των περιστατικών μελανώματος της Κλινικής Χειρουργικής Ογκολογίας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, αποτέλεσε το αρχικό και καθοριστικό βήμα. Η υλοποίηση αυτής της συνθήκης έδωσε τη δυνατότητα εφαρμογής αυστηρών κριτηρίων επιλογής για το καθορισμό της ομάδας ασθενών, στην οποία θα ελάμβανε χώρα η μελέτη των αναφερόμενων πρωτεϊνών. Πιο συγκεκριμένα, συμπεριλήφθηκαν ασθενείς χωρίς απομακρυσμένες μεταστάσεις από τον κλινικο-απεικονιστικό έλεγχο κατά την αρχική διάγνωση, με τουλάχιστον πέντε έτη παρακολούθησης και με ιστολογική έκθεση ενδεικτική της ύπαρξης κακόηθειας από το Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομίας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου. Επίσης, περιστατικά στα οποία η διαγνωστική βιοψία δεν είχε πραγματοποιηθεί στη Κλινική της Χειρουργικής Ογκολογίας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου αποκλείστηκαν από την έρευνα. Με αυτό τον τρόπο καθορίστηκε το δείγμα της μελέτης, το οποίο περιελάμβανε 59 άτομα. Η εγκυρότητα της μελέτης διασφαλίστηκε τόσο με την εφαρμογή των διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών στη διάγνωση, αντιμετώπιση και παρακολούθηση των περιστατικών όσο και με τη συνεχή ενημέρωση των στοιχείων της βάσης δεδομένων. Σε υλικό του πρωτοπαθούς όγκου των επιλεγμένων ασθενών πραγματοποιήθηκε στο Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομίας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου ανοσοϊστοχημικός έλεγχος για το ποιοτικό και ποσοτικό προσδιορισμό της παρουσίας των πρωτεϊνών με βάση το ποσοστό της θετικής χρώσης των κυττάρων. Στις περιπτώσεις της κυκλίνης D1 και των αναστολέων των κυκλινο-εξαρτώμενων κινασών p21 και p27 μόνο η χρώση των πυρήνων των κυττάρων αξιολογήθηκε ως θετική έκφραση. Απεναντίας, στις πρωτεΐνες κυκλίνη E και p16, η πυρηνική και η κυτταροπλασματική σήμανση εκτιμήθηκαν χωριστά. Η ορθότητα της πειραματικής διαδικασίας διασφαλίστηκε με την υιοθέτηση ορίων θετικότητας για κάθε πρωτεΐνη, όπως αυτά ορίζονται από την ενδογενή παρουσία των μορίων σε μη καρκινικούς ιστούς. Η στατιστική ανάλυση που ακολούθησε αποκάλυψε σημαντική συσχέτιση μεταξύ του αυξημένου βάθους διήθησης κατά Breslow και της χαμηλής έκφρασης του αναστολέα p16 (p=0,004 για το κυτταρόπλασμα και p=0,001 για το πυρήνα), ενώ και η παρουσία εξέλκωσης συνδέθηκε στενά με τα χαμηλά επίπεδα της πρωτείνης στο πυρήνα (p=0,035). Επιπλέον, η χαμηλή έκφραση του αναστολέα p16 σχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο λεμφαδενικής μετάστασης (p=0,001 για το πυρήνα), μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από το μελάνωμα (p=0,046 για το κυτταρόπλασμα και p=0,025 για το πυρήνα), μειωμένο διάστημα ελεύθερο νόσου (p=0,011 για το κυτταρόπλασμα και p=0,002 για το πυρήνα) και μικρότερη συνολική επιβίωση των ασθενών (p=0,012 για το κυτταρόπλασμα και p=0,002 για το πυρήνα). Αντιθέτως, η αυξημένη έκφραση της κυκλίνης Ε στο πυρήνα συσχετίστηκε με αυξημένο πάχος κατά Breslow (p=0,017), αυξημένη πιθανότητα ύπαρξης διηθημένων λεμφαδένων (p=0,004) και υψηλό κίνδυνο θανάτου από το μελάνωμα (p=0,001). Επιπροσθέτως, τα υψηλά πυρηνικά επίπεδα της πρωτεΐνης συνδέθηκαν στενά τόσο με μικρότερη επιβίωση ελεύθερη νόσου (p<0,001) όσο και με μειωμένη συνολική επιβίωση των ασθενών (<0,001). Μάλιστα, η σύνδεση αυτών των δυο χρονικών μεταβλητών με τη έκφραση της πρωτεΐνης ήταν εξίσου ισχυρή, αν όχι ισχυρότερη, με την αντίστοιχη που υπάρχει με το πάχος κατά Breslow, ο οποίος είναι ο πιο γνωστός και αξιόπιστος προγνωστικός δείκτης στο κλινικά εντοπισμένο μελάνωμα δέρματος. Η διενέργεια επιπρόσθετων μελετών ευρείας κλίμακας είναι απαραίτητη, τόσο για την επιβεβαίωση της ακριβούς προγνωστικής αξίας της κυκλίνης Ε και του p16 όσο και για τη διερεύνηση της σχέσης αυτών των πρωτεϊνών στις υποομάδες του υπάρχοντος σύστημα σταδιοποίησης, προκειμένου να επιτευχθεί μελλοντικά αρτιότερη κατηγοριοποίηση των ασθενών, ορθότερη επιλογή των περιστατικών προς συμπληρωματική συστηματική θεραπεία, μείωση του κόστους υγειονομικής περίθαλψης και ενδεχομένως ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών.The increasing incidence of cutaneous melanoma (CM) worldwide, combined with the observed higher mortality risk compared with other skin cancers, render the accurate diagnosis, prognosis and treatment of this malignancy of outmost importance. A variety of genetic and environmental factors have been incriminated for the malignant transformation of melanocytes, but, despite the novel advances in molecular analysis, genomics and cancer biology technologies, we are far away from completely elucidating the molecular mechanisms, responsible for inhibition of apoptosis and tumor suppressor inactivation, which lead to pathogenesis and progression of CM. As a consequence, CM still remains an unpredictable disease, and the accuracy of the traditional melanoma staging system appears not sufficient in predicting patients’ individual risk of disease recurrence and mortality. More precisely, patients suffering from locoregional melanoma of the same stage may present a totally different disease course and suboptimal adjuvant treatment may be offered. Thus, it is extremely important to develop additional prognostic tools in order to achieve optimal stratification of patients into risk subgroups and for earlier identification of individuals at high risk for recurrence. Through that process, personalized treatment of patients with CM could be offered, resulting in improved outcomes by treating more effectively high risk patients, providing less unnecessary adjuvant treatments in low risk patients and, hence, potentially diminishing healthcare costs. Cyclins and cyclin-dependent kinase inhibitors, which are key players in the cell cycle regulation, have attracted great interest in the field of melanomagenesis. Herein, it is important to examine their expression and prognostic value. The goals of this study were to investigate the expression of Cyclin D1, Cyclin E, p16, p21 and p27 in primary invasive CM, to assess their correlation with clinicopathological variables and to evaluate their potential role as prognostic biomarkers. The expression of proteins was assessed using immunohistochemistry in the primary tumors of 59 consecutive patients diagnosed with locoregional CM after diagnostic excisional biopsy and when indicated sentinel node biopsy or lymph node dissection. The population of the study was selected using certain criteria from a newly constructed database containing all melanoma patients treated in the Department of Surgical Oncology of the University Hospital of Heraklion from 2000 up to date. Patients with distant metastases at diagnosis, those with a follow-up period of less than five years and those referred with a diagnostic biopsy performed elsewhere were not included in the study. Subsequently, wide local excision, sentinel lymph node biopsy and/or regional lymph node dissection and adjuvant treatment were applied according to the international guidelines. The immunostaining of sections was analyzed using a semiquantitative process based on proportion of tumor cells showing unequivocal positive reaction. In the cases of Cyclin D1, p21 and p27 only nuclear staining was reported. To the contrary, nuclear and cytoplasmic staining was graded separately for p16 and Cyclin E. The reproducibility of the process was guaranteed by defining clear cut-off criteria for each marker based on the endogenous expression of proteins in non-tumoral cells. The analysis of our data revealed positive association between the concentration of Cyclin E in nucleus and tumor thickness (p=0.017). An opposite pattern of interaction was found for p16. The level of nuclear p16 expression was inversely proportional with Breslow thickness (p=0.001) and ulceration (p=0.035), whereas low expression of p16 in the cytoplasm was only associated with thicker melanoma (p=0.004). Beyond the relationship with certain clinicopathological variables, the high expression of Cyclin E in nucleus and the loss of p16 in cytoplasm and nucleus were associated with shorter overall survival (p<0.001, p=0.012 and p=0.002, respectively). Similarly, shorter relapse free survival was significantly related to absence of p16 from cytoplasm and nucleus (p=0.011 and p=0.002, respectively), and elevated expression of Cyclin E in nucleus (p<0.001). Interestingly, Cyclin E proved to be a prognostic factor for survival parameters, as strong as Breslow thickness, which is known as the strongest prognostic factor in clinically localized CM. Larger studies should confirm the definite prognostic value of p16 and Cyclin E in CM and assess whether indeed Cyclin E might be a prognostic biomarker even stronger than Breslow thickness. Moreover, subgroup analysis in larger cohorts should assess the prognostic value of p16 and Cyclin E in various invasive depths and nodal stages, allowing for more optimal risk stratification than the current TNM system, and subsequently for optimal adjuvant treatment. Beyond assessing the prognostic roles of these cell cycle regulators individually, these biomarkers that identify more aggressive disease may also be useful as targets for precision medicine in the future

    Διατροφή νηστείας και καρδιαγγειακές παθήσεις

    No full text
    Cardiovascular diseases (CVDs) are the leading cause of mortality worldwide and are largely affected by some modifiable risk factors such as dietary habits, physical inactivity, obesity and conditions like hypertension and dyslipidemia. In recent years, dietary interventions, particularly intermittent fasting (IF), have gained significant attention for their potential effects in cardioprotection. This analysis focuses on fasting protocols' impact on cardiovascular health by evaluating their influence on different CVD risk factors, including lipid profile, blood pressure, insulin sensitivity, body composition and inflammation. Fasting can possibly promote cardiovascular health by improving metabolic regulation and autophagy while reducing oxidative stress. While IF shows promise as a preventive and possibly therapeutic strategy for CVD, limitations exist regarding its safety across special population. Future research should focus on deeply understanding optimal fasting regimens tailored to individual cardiovascular profiles and health goals

    The role of radiotherapy in pancreatic cancer treatment.Literature review

    Get PDF
    Ο καρκίνος του παγκρέατος συνιστά μία ιδιαίτερη οντότητα στην ογκολογία, όντας μία κακοήθεια με αρκετά πτωχή πρόγνωση. Παρότι, η χειρουργική παρέμβαση θεωρείται ως η μόνη οριστική θεραπευτική αντιμετώπιση, αν ληφθούν υπόψη τα υψηλά επίπεδα τόσο τοπικής όσο και συστηματικής υποτροπής και κατά επέκταση το χαμηλό ποσοστό πενταετούς επιβίωσης, γίνεται αντιληπτή η ανάγκη ύπαρξης μίας διεπιστημονικής προσέγγισης της νόσου. Μάλιστα, αν σε αυτό προστεθεί και το μικρό ποσοστό των υποψήφιων ασθενών για χειρουργείο, η χρήση διαφορετικών θεραπευτικών επιλογών, όπως χημειοθεραπεία (ΧΜΘ) και ακτινοθεραπεία (ΑΚΘ), καθίσταται απαραίτητη στη διαχείριση της νόσου. Ο βασικός σκοπός αυτής της εργασίας είναι να αναδείξει τον ακριβή ρόλο της ακτινοθεραπείας στην αντιμετώπιση του αδενοκαρκινώματος παγκρέατος, εστιάζοντας, κατά κύριο λόγο, στο στάδιο της νόσου (πιθανά εγχειρήσιμος ή καρκίνος προχωρημένου σταδίου), τη χρονική στιγμή (προεγχειρητικά, διεγχειρητικά, μετεγχειρητικά) που κρίνεται καταλληλότερη και τον στόχο (ριζική θεραπεία ή ανακουφιστική θεραπεία) από τη χρήση της. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, έχει πραγματοποιηθεί συστηματική ανασκόπηση καθώς και μετανάλυση της τρέχουσας βιβλιογραφίας στη βάση δεδομένων Pub/Med, Google Scholar και σε συγγράματα κλινικής ιατρικής έως και το χρονικό διάστημα του 10/2024. Τα αποτελέσματα της βιβλιογραφικής ανασκόπησης δείχνουν θετικές προοπτικές στη νεοεπικουρική χρήση της, με τα οφέλη στην συνολική επιβίωση, την επιβίωση ελεύθερης νόσου και τα ποσοστά τοπικοπεριοχικού ελέγχου της νόσου να είναι ευνοϊκά, με το όφελος, την ίδια στιγμή από την επικουρική ή και τη διεγχειρητική της χρήση να παρουσιάζεται αμφίβολο. Τέλος, καταλυτικός φαίνεται να είναι ο ρόλος της στα προχωρημένα στάδια παγκρεατικού καρκίνου, κυρίως στην βελτίωση των συμπτωμάτων των ασθενών, μέσω του ανακουφιστικού της ρόλου. Συμπερασματικά, η χρήση της ακτινοθεραπείας στην θεραπεία του παγκρεατικού καρκίνου, σε ορισμένα σημεία της νόσου, κρίνεται πολλά υποσχόμενη, με την περαιτέρω έρευνα, μελλοντικά, να είναι απαραίτητη για την αποσαφήνιση του ακριβούς της ρόλου.Pancreatic cancer represents a distinct entity in oncology, being a malignancy with a rather poor prognosis. Although surgical intervention is considered the only definitive therapeutic approach, given the high rates of both local and systemic recurrence — and consequently the low five-year survival rate — the need for a multidisciplinary approach to the disease becomes apparent. Moreover, when considering the small proportion of patients eligible for surgery, the use of alternative treatment modalities, such as chemotherapy (CT) and radiotherapy (RT), becomes essential in managing the disease. The primary aim of this study is to highlight the specific role of radiotherapy in the treatment of pancreatic adenocarcinoma, focusing mainly on the stage of the disease (potentially resectable or advanced-stage cancer), the most appropriate timing (preoperative, intraoperative, or postoperative), and the intended goal (curative or palliative treatment) of its use. To achieve this aim, a systematic review and meta-analysis of current literature was conducted, using the PubMed and Google Scholar databases, as well as clinical medical textbooks, up until October 2024. The results of the literature review suggest promising prospects for the neoadjuvant use of radiotherapy, with benefits in overall survival, disease-free survival, and local-regional disease control appearing favorable. In contrast, the benefit of adjuvant or intraoperative use appears uncertain. Finally, radiotherapy seems to play a crucial role in advanced stages of pancreatic cancer, mainly by improving patients' symptoms through its palliative effect. In conclusion, the use of radiotherapy in the treatment of pancreatic cancer appears promising at certain stages of the disease. However, further research is necessary in the future to clarify its exact role

    Παράγωγα πλαστικών ως πιθανοί καρκινογόνοι παράγοντες

    No full text
    Η χρήση των πλαστικών αυξήθηκε ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες, με σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία. Πρόσφατες μελέτες έχουν συνδέσει την έκθεση στα πλαστικά και τα παράγωγά τους με σοβαρούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, συμπεριλαμβανομένων καρκινογόνων επιδράσεων. Ο καρκίνος είναι μια σύνθετη ασθένεια που χαρακτηρίζεται από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και εξάπλωση μη φυσιολογικών κυττάρων. Σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, η συχνότητα εμφάνισης ορισμένων τύπων καρκίνου έχει αυξηθεί, με περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως η έκθεση σε χημικές ουσίες να διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο. Τα πλαστικά περιέχουν πολλά χημικά πρόσθετα, συμπεριλαμβανομένων ενδοκρινικών διαταρακτών όπως η δισφαινόλη Α (BPA) και οι φθαλικές ενώσεις, οι οποίες έχουν συνδεθεί με ενδοκρινικές διαταραχές και αυξημένο κίνδυνο καρκίνου. Η αλόγιστη χρήση των πλαστικών και η συνεχώς αυξανόμενη βιομηχανική παραγωγή τους έχουν οδηγήσει στην ευρεία διασπορά μικροπλαστικών στο περιβάλλον, με ανησυχητικές επιπτώσεις στην υγεία. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να εξετάσει τη σχέση μεταξύ των πλαστικών και των παραγώγων τους και της ανάπτυξης καρκίνου, εστιάζοντας στους μηχανισμούς τοξικότητας, στις οδούς έκθεσης και στις πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Μέσα από την ανάλυση των υφιστάμενων μελετών, επιδιώκει να αναδείξει τη σημασία του θέματος αυτού στην ογκολογία και την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα και στρατηγικές πρόληψης για τη μείωση των κινδύνων που ελλοχεύουν τα πλαστικά.The use of plastics has increased rapidly in recent decades, with significant environmental and health impacts. Recent studies have linked exposure to plastics and their derivatives to serious risks to human health, including carcinogenic effects. Cancer is a complex disease characterized by the uncontrolled growth and spread of abnormal cells. According to epidemiological studies, the incidence of certain types of cancer has increased and environmental factors such as exposure to chemicals play a critical role. Plastics contain many chemical additives, including endocrine disruptors such as bisphenol A (BPA) and phthalates, which have been linked to endocrine disruption and an increased risk of cancer. The indiscriminate use of plastics and their ever-increasing industrial production have led to the widespread dispersion of microplastics in the environment, with alarming health effects. The aim of this paper is to examine the link between plastics and their derivatives and cancer development, focusing on the mechanisms of toxicity, routes of exposure, and potential long-term effects on the human body. Furthermore, the analysis of existing studies attempts to highlight the importance of this topic in oncology and the need for further research and prevention strategies to reduce the risks posed by plastics

    Ενσωμάτωση του TeraHeap στον G1: βελτιστοποίηση εφαρμογών ευαίσθητων σε χρονικές καθυστερήσεις και εστιασμένων στο Throughput

    No full text
    Η αποθήκευση στην κρυφή μνήμη (Cache) λογισμικού αποτελεί συνηθισμένη πρα- κτική σε εφαρμογές που επεξεργάζονται μεγάλα ποσά δεδομένων, με σκοπό την α- ποφυγή επανυπολογισμών και τη μείωση του χρόνου απόκρισης. Πολλές από αυτές τις εφαρμογές εκτελούνται σε Διαχειριζόμενα Περιβάλλοντα Εκτέλεσης (Managed Runtime Environments), όπως η Εικονική Μηχανή της Java (JVM). Συνεπώς, η α- ποθήκευση μεγάλων κρυφών μνημών στο heap της μνήμης εισάγει σημαντικό κόστος Garbage Collection (GC), καθώς αυτές αποτελούνται συχνά από αντικείμενα με με- γάλο χρόνο ζωής που σαρώνεται συνεχώς. Το TeraHeap είναι ένα σύστημα που διαχωρίζει το heap σε δύο τμήματα, με το ένα να χαρτογραφείται σε μια γρήγορη συσκευή αποθήκευσης. Παρέχει διαφανή αντιγραφή μεταξύ των δύο τμημάτων, άμεση πρόσβαση σε αντικείμενα που βρίσκονται στη συσκευή αποθήκευσης και αποφεύγει τη σάρωση αντικειμένων με μεγάλο χρόνο ζωής, μειώνοντας έτσι το κόστος του GC. Το TeraHeap σχεδιάστηκε αρχικά για τον Parallel Scavenge (PS) collector, ο ο- ποίος στοχεύει στη μεγιστοποίηση του throughput, επιλύοντας τους περιορισμούς αποθήκευσης σε κρυφές μνήμες για Συστήματα Επεξεργασίας Μεγάλων Δεδομένων, όπως το Apache Spark, καθώς και το κόστος σειριοποίησης/αποσειριοποίησης (Seri- alization/Deserialization - S/D) αντικειμένων. Ωστόσο, ο PS επιτρέπει μεγαλύτερες παύσεις, καθιστώντας τον ακατάλληλο για εφαρμογές ευαίσθητες στη χρονική καθυ- στέρηση, όπως οι Μηχανές Αναζήτησης. Το Apache Lucene είναι μια δημοφιλής μηχανή αναζήτησης που χρησιμοποιεί κρυ- φή μνήμη εντός του heap, για την αποθήκευση αποτελεσμάτων ερωτημάτων, ώστε μεταγενέστερα αιτήματα για το ίδιο ερώτημα να εξυπηρετούνται άμεσα από την κρυφή μνήμη, μειώνοντας τη συνολική καθυστέρηση. Ωστόσο, η κρυφή μνήμη περιορίζε- ται από το μέγεθός του heap όταν αποθηκεύεται σε αυτο, καθώς η χρήση μεγάλου μέρους του heap συνεπάγεται συχνές παύσεις για GC, επιβαρύνοντας τη συνολική α- πόδοση. Επιπλέον, η κρυφή μνήμη δεν μπορεί να επεκταθεί πέρα από τη φυσική μνήμη DRAM του συστήματος, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τη χωρητικότητά της. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί εν μέρει με το TeraHeap, ωστόσο η χρήση του συλλέκτη PS εισάγει μεγαλύτερες παύσεις, αυξάνοντας τη μέγιστη καθυστέρηση (Tail Latency) των εφαρμογών. Συνεπώς, το TeraHeap πρέπει να χρησιμοποιείται με έναν collector που να καλύπτει και τους περιορισμούς καθυστέρησης. Σε αυτή την εργασία, ενσωματώνουμε το TeraHeap στον G1, τον προεπιλεγμένο Garbage Collector της Java, ο οποίος έχει σχεδιαστεί τόσο για εφαρμογές ευαίσθητες σε καθυστέρηση όσο και για απαιτητικές σε throughput. Ο G1 είναι ιδανική επιλογή για εφαρμογές με απαιτήσεις χαμηλής καθυστέρησης, καθώς καταφέρνει να συλλέγει το heap με μικρές παύσεις. Με την ενσωμάτωση του TeraHeap σε έναν πιο σύγχρονο collector, στοχεύουμε στην επέκταση του φάσματος των εφαρμογών που μπορούν να το υιοθετήσουν. Η υλοποίησή μας μειώνει τη μέγιστη καθυστέρηση του Lucene έως και 45% και μειώνει αποτελεσματικά το κόστος S/D στο Spark έως και 96%, βελτιώνοντας τη συνολική απόδοση έως και 45%.Software Caching is a common practice in applications that process large amount of data to avoid recomputations and reduce response times. Many of these ap- plications run within Managed Runtime Environments, such as the Java Virtual Machine (JVM). Therefore, hosting large Caches on the heap introduces significant garbage collection overhead, as they often consist of long-lived objects, which are repeatedly scanned. TeraHeap is a system that splits the heap into two partitions, with one partition being mapped to a fast storage device. It provides transparent copying between the two partitions, direct access to objects on the storage de- vice, and avoids scanning long-lived objects, reducing the GC cost. TeraHeap was originally designed for the Parallel Scavenge (PS) collector, a throughput-oriented collector, solving the caching limitation of Big Data Frameworks, such as Apache Spark, as well as the cost of object Serialization/Deserialization (S/D). However, PS allows longer pauses, making it not suitable for latency-sensitive applications like Search Engines. Apache Lucene is a popular Search Engine that utilizes an on-heap cache to store query results, so that subsequent requests for the same query are directly served from the cache, reducing their overall latency. However, the on-heap cache is constrained by the heap size, because occupying a large portion of the heap would result in frequent collections, degrading the overall performance. In addition, the cache cannot expand beyond the system’s DRAM, further limiting its capacity. This issue can be partially solved by TeraHeap, however, using the PS collector will introduce longer pauses, increasing the tail latency of applications. Therefore, TeraHeap should be used with a collector that also addresses latency restrictions. In this thesis, we integrate TeraHeap into G1, the default garbage collector of Java, which is designed for both latency-sensitive and throughput applications. G1 is an ideal choice for applications that require low latency, as it manages to collect the heap with small pauses. By integrating TeraHeap into a more modern collector, we aim to broaden the range of applications that could adopt it. Our implementation reduces the tail latency of Lucene by up to 45% and effectively reduces the S/D overhead of Spark by up to 96%, improving the overall performance up to 45%

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇