University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Molecular phylogeny of Bombina variegata (anura: Bombinatoridae) in the Hellenic area

    No full text
    Η κιτρινομπομπίνα (Bombina variegata) είναι ένα μικρό βατράχι με χαρακτηριστική κίτρινη κοιλιά, το οποίο κατανέμεται σε όλη την περιοχή της κεντρικής και νότιας Ευρώπης. Στην Ελλάδα απαντάται σε όλη την ηπειρωτική χώρα, πλην της Πελοποννήσου. Παραπάτρια της κιτρινομπομίνας κατανέμεται η κοκκινομπομπίνα (Bombina bombina), ο πλησιέστερος συγγενής του είδους και στην κεντρική Ευρώπη παρατηρείται υβριδισμός μεταξύ τους. Η φυλογένεση της κιτρινομπομπίνας έχει μελετηθεί στο παρελθόν με τη χρήση γενετικών δεικτών, αποκαλύπτοντας την εξελικτική της ιστορία στο μεγαλύτερο μέρος της κατανομής της, αλλά η Ελλάδα παραμένει σχετικά υπομελετημένη. Δεν έχει διευκρινιστεί ούτε η πληθυσμιακή δομή της στην Ελλάδα, ούτε τα γεγονότα που ευθύνονται γι’ αυτήν. Η παρούσα μελέτη έχει σκοπό να διαλευκάνει αυτό το κενό, αναλύοντας πολλαπλούς δείκτες από μιτοχονδριακό (Cyt b, 16S, ND4) και πυρηνικό DNA (BDNF, Ncx1), κατασκευάζοντας την πληρέστερη φυλογένεση της Bombina variegata στον ελληνικό χώρο μέχρι σήμερα. Ακόμα, έγιναν αναλύσεις μοριακής χρονολόγησης για να συσχετιστεί αυτή η δομή με συγκεκριμένα παρελθοντικά γεγονότα. Οι αναλύσεις αποκάλυψαν μια μικρή, αλλά σαφή γενετική διαφοροποίηση στον ελληνικό χώρο, με 3 καλά υποστηριζόμενους κλάδους (βόρεια ηπειρωτική Ελλάδα, νότια ηπειρωτική Ελλάδα, περιοχή Έβρου). Οι διαχωρισμοί αυτών των κλάδων χρονολογήθηκαν εντός του Πλειστοκαίνου, αναδεικνύοντας το ρόλο των κύκλων παγετωδών - μεσοπαγετωδών περιόδων στην ιστορία του είδους. Σε συνδυασμό με την σημερινή κατανομή αυτών των κλάδων, η χρονολόγηση δείχνει την παρουσία τριών καταφυγίων στον ελληνικό χώρο, ενός στην Πίνδο, ενός στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα και ενός στη Ροδόπη, συμφωνώντας με το πρότυπο “καταφύγια μέσα σε καταφύγια”. Ακόμα, βρέθηκαν αρκετές θέσεις συμπατρίας βόρειου - νότιου κλάδου και ενδείξεις πρόσφατης γονιδιακής ροής μεταξύ τους, σε συμφωνία με το σενάριο δευτερογενούς επαφής μετά από μακροχρόνια απομόνωση σε διαφορετικά καταφύγια.The yellow fire - bellied toad (Bombina variegata) is a small frog with a characteristic yellow belly, distributed in the entire area of south and central Europe. Inside Greece, it is found in the entire continental area, minus Peloponnese. Its closest living relative, Bombina bombina is distributed parapartically of B. variegata, and in central Europe hybridization between them is observed. The phylogeny of B. variegata has been studied in the past with the use of molecular markers, revealing its evolutionary history at most of its range, but Greece remains relatively understudied. Neither B. variegata’s population structure nor the events responsible for it are well - known. This current study aims to shed light in these questions, analyzing multiple markers from mitochondrial (Cyt b, 16S, ND4) and nuclear DNA (BDNF, Ncx1), constructing the most complete approach to the phylogeny of B. variegata in the Hellenic area to date. In addition, molecular dating analyses were done, to correlate the species’ population structure with specific past events. Phylogenetic analyses revealed a small but clear genetic differentiation inside the hellenic area, with 3 well supported clades (north continental Greece, south continental Greece, Evros area). Those clades’ splits were dated inside the Pleistocene, realising the role of glacial - interglacial period cycles in the species’ history. Combined with the clades’ concurrent distributions, the dating of those divergences points towards the existence of three refugia in the Hellenic area, one in the Pindos mountain range, one in southern continental Greece and one in Rhodope, in agreement with the “refugia within refugia” model. Furthermore, many areas of sympatry between the southern and northern clades were found, as well as evidence of recent gene flow between them, in agreement with the scenario of secondary contact after long term isolation in different glacial refugia

    Ortakia a traditional form of cooperative in Crete

    No full text
    Η παρούσα εργασία εξετάζει την ορτακιά, μια παραδοσιακή μορφή συνεταιρισμού στην Κρήτη, εστιάζοντας στη λειτουργία, τις ηθικές αρχές και το δίκαιο της συνεργασίας που τη διέπουν. Μέσα από ανάλυση της κοινωνικής και οικονομικής λειτουργίας της ορτακιάς και τη συλλογή άτυπων συνεντεύξεων, η μελέτη διερευνά την εξέλιξή της στο πέρασμα του χρόνου από την παραδοσιακή μορφή της έως τη δυνατότητα αξιοποίησής της στη σύγχρονη εποχή. Η έρευνα επικεντρώνεται στη διατήρηση των αξιών της αλληλεγγύης, της αμοιβαίας υποστήριξης και της συνεργασίας, εξετάζοντας πώς αυτές μπορούν να εφαρμοστούν στις σημερινές κοινωνικές και οικονομικές δομές.This study examines ‘ ortakia’, a traditional form of cooperative in Crete, focusing on its operation, ethical principles and the law of cooperation that govern it. Through an analysis of the social and economic function of the ortakia and the collection of informal interviews, the study explores its evolution from its traditional form of cooperation to its potential for exploitation in the modern era. The study focuses on the preservation of the values of solidarity, mutual support and cooperation, examining how these can be applied to contemporary social and economic structures

    The "Center" in the post-junta early period (1974-1981): The case of the "Union of Democratic Center" (EDIK)

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία επιδιώκει την αρχική χαρτογράφηση του πολιτικού χώρου του Κέντρου κατά την περίοδο της πρώιμης Μεταπολίτευσης (1974-1981), μέσω της μελέτης των δύο κυρίαρχων κομματικών σχηματισμών του: της Ένωσης Κέντρου-Νέες Δυνάμεις και της μετεξέλιξής της, της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου (ΕΔΗΚ). Ο χώρος του Κέντρου, στις υπό εξέταση μορφές του, αποτέλεσε έναν σημαντικό πυλώνα του ελληνικού μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος, έως την εκλογική του εξασθένιση και εν τέλει εξαφάνιση ως αυτοτελής πολιτικός χώρος το 1981. Η ανάλυση των κομματικών αυτών σχηματισμών πραγματοποιείται υπό το πρίσμα της ιστορικής εξέλιξης, με στόχο την αποτύπωση των βασικών πολιτικών γεγονότων, των προγραμματικών τους θέσεων και του πολιτικού τους προσωπικού. Η εργασία επιχειρεί να αναλύσει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της συγκρότησης, λειτουργίας και εξέλιξης των εν λόγω κομματικών σχηματισμών, αξιοποιώντας τόσο πρωτογενές όσο και δευτερογενές ερευνητικό υλικό. Μέσω αυτής της προσέγγισης, επιδιώκεται μία πρώτη συστηματική ερευνητική αποτύπωσης του πολιτικού αυτού χώρου. Κύριος στόχος της μελέτης είναι η εξέταση των συγκεκριμένων κομματικών σχηματισμών, με σκοπό τη συμβολή στην ευρύτερη έρευνα της περιόδου της Μεταπολίτευσης, της ελληνικής πολιτικής σκηνής, του κομματικού συστήματος και του πολιτικού χώρου του Κέντρου στην Ελλάδα.This thesis aims to provide an initial mapping of the political landscape of the Centre during the early period of the Metapolitefsi (1974-1981) through the study of its two dominant party formations: the Centre Union-New Forces and its subsequent transformation into the Union of Democratic Centre (EDIK). The Centre, in its examined forms, constituted a significant pillar of the Greek post-dictatorship party system until its electoral decline and eventual disappearance as an autonomous political entity in 1981. The analysis of these party formations is conducted through the lens of historical development, with the objective of documenting key political events, policy positions, and political personnel. The study seeks to examine the fundamental characteristics of the establishment, function, and evolution of these parties by utilizing both primary and secondary research material. Through this approach, the research aspires to offer a systematic and comprehensive initial exploration of this political space.The primary goal of this study is to investigate these specific party formations to contribute to the broader research on the Metapolitefsi period, Greek politics, the party system, and the political space of the Centre in Greece

    Phylogeny of the genus Apodemus (Kaup, 1829) in the Greek region

    Get PDF
    Το γένος Apodemus (Kaup, 1829) αποτελείται από μικρά τρωκτικά, ανήκει στην οικογένεια Muridae και αριθμεί είκοσι είδη που εξαπλώνονται σε όλη την περιοχή της Παλαιαρκτικής. Χωρίζονται σε τρία υπογένη, το Apodemus, που περιλαμβάνει κυρίως ασιατικά είδη, το Sylvaemus, με είδη που έχουν ευρεία κατανομή στην Ευρασία και το Karstomys που εξαπλώνεται στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια. Στην Ελλάδα εντοπίζονται τα είδη A. agrarius, A. flavicollis, A. sylvaticus, A. witherbyi, A. epimelas και A. mystacinus. Η παρούσα εργασία στοχεύει στη διερεύνηση των φυλογενετικών σχέσεων του γένους στον ελληνικό χώρο, χρησιμοποιώντας έξι γενετικούς δείκτες, δύο μιτοχονδριακούς (cyt b και 16S) και τρεις πυρηνικούς (IRBP, GHR και BDNF). Βάσει κάποιων φυλογενετικών και χρονοφυλογενετικών αναλύσεων προκύπτει ότι το γένος είναι μονοφυλετικό. Δημιουργούνται 3 κύριοι κλάδοι, σύμφωνα με τα υπογένη που έχουν αναγνωριστεί, με το υπογένος Apodemus να διαφοροποιείται πρώτο και τα Sylvaemus και Karstomys να είναι πιο συγγενικά μεταξύ τους. Επιπροσθέτως, κάθε είδος δημιουργεί έναν ξεχωριστό κλάδο, γεγονός που συμφωνεί με την υπάρχουσα ταξινόμηση. Εντός των Sylvaemus οι σχέσεις των ειδών επιλύονται, με το A. witherbyi να διαχωρίζεται πρώτο και τα A. flavicollis και A. sylvaticus να είναι αδερφά τάξα. Το μόνο είδος που εμφανίζει ενδοειδική δομή είναι το A. flavicollis, όπου δημιουργούνται δυο καλά υποστηριζόμενοι κλάδοι, ένας με τα άτομα από την ηπειρωτική χώρα και ένας με το δείγμα από τη Λέσβο. Η διαφοροποίηση των ειδών φαίνεται να λαμβάνει χώρα κατά το Μειόκαινο και το Πλειόκαινο. Κατά την παρούσα μελέτη καταγράφηκαν για πρώτη φορά άτομα του είδους A. witherbyi στην περιοχή του Έβρου και στα νησιά Αστυπάλαια, Χίος και Νάξος, καθώς και άτομο το είδους A. agrarius στην περιοχή της Θεσπρωτίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μοριακές μελέτες δεν συμφωνούν με τις μορφολογικές κλείδες όσον αφορά τα είδη A. flavicollis και A. sylvaticus, γεγονός που υποδεικνύει την ανάγκη αναθεώρησης των κλειδών.The genus Apodemus (Kaup, 1829) consists of small rodents belonging to the family Muridae and includes twenty species distributed across the Palearctic region. These species are classified into three subgenera: Apodemus, which primarily includes Asian species; Sylvaemus, comprising species with a broad distribution across Eurasia; and Karstomys, found in the Middle East and the Balkans. In Greece, the species A. agrarius, A. flavicollis, A. sylvaticus, A. witherbyi, A. epimelas, and A. mystacinus have been recorded. This study aims to investigate the phylogenetic relationships of the genus in the Greek region using six genetic markers: two mitochondrial (cyt b and 16S) and three nuclear (IRBP, GHR, and BDNF). Based on phylogenetic and chronophylogenetic analyses, the genus appears to be monophyletic. Three main clades are identified, corresponding to the recognized subgenera, with Apodemus diverging first, while Sylvaemus and Karstomys are more closely related to each other. Additionally, each species forms a distinct clade, supporting the current taxonomic classification. Within Sylvaemus, species relationships are well resolved, with A. witherbyi diverging first, while A. flavicollis and A. sylvaticus are sister taxa. The only species displaying intraspecific structure is A. flavicollis, forming two well-supported clades: one grouping individuals from the mainland and another containing the Lesvos sample. The divergence of species appears to have occurred during the Miocene and Pliocene. During this study, individuals of A. witherbyi were recorded for the first time in the Evros region and on the islands of Astypalaia, Chios, and Naxos, as well as an individual of A. agrarius in the Thesprotia region. Notably, molecular analyses do not align with morphological identification keys for A. flavicollis and A. sylvaticus, suggesting the need for a revision of the identification keys

    Αξιολόγηση της επίδρασης των νανοσωματιδίων Οξειδίου του Σιδήρου στη βιολογική λειτουργία των ενδοθηλιακών κυττάρων HMEC-1

    Get PDF
    Τα ενδοθηλιακά κύτταρα σχηματίζουν την εσωτερική επίστρωση των αιμοφόρων αγγείων και έχουν κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της φυσιολογικής λειτουργίας των οργάνων, ρυθμίζοντας την ομοιόσταση, ελέγχοντας τη ροή του αίματος και μεσολαβώντας στις ανοσολογικές αποκρίσεις. Τα νανοσωματίδια έχουν προσελκύσει σημαντικό ενδιαφέρον σε διάφορους τομείς λόγω των φυσικοχημικών τους ιδιοτήτων. Τα νανοσωματίδια οξειδίου του σιδήρου (FeNPs) εμφανίζουν εξαιρετική βιοσυμβατότητα και μαγνητικές ιδιότητες. Λόγω της δυνατότητας για τροποποίηση αλλά και της ικανότητάς τους να διαπερνούν φράγματα, όπως τις κυτταρικές μεμβράνες, τα νανοσωματίδια είναι ιδανικά για εφαρμογή σε συστήματα στοχευμένη χορήγηση φαρμάκων. Παρά τις σημαντικές εφαρμογές τους, τα νανοσωματίδια σιδήρου, μπορεί να παρουσιάσουν σημαντικά μειονεκτήματα, καθώς μπορούν να διαταράξουν βασικές κυτταρικές διεργασίες, να προκαλέσουν οξειδωτικό στρες, απόπτωση και φλεγμονή και να συμβάλουν στην ανάπτυξη παθολογικών καταστάσεων, όπως νευροεκφυλιστικών νοσημάτων. Τα ενδοθηλιακά κύτταρα είναι από τα πρώτα κύτταρα που έρχονται σε επαφή με τα νανοσωματίδια που εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Επομένως, η κατανόηση της αλληλεπίδρασης των νανοσωματιδίων με τα ενδοθηλιακά κύτταρα είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της ασφάλειας τους, τη βελτιστοποίηση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητάς τους και τη μείωση των παρενεργειών, ώστε να αναπτυχθούν ασφαλείς και αποτελεσματικές θεραπείες. Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο την αξιολόγηση της επίδρασης των νανοσωματιδίων σιδήρου στις βιολογικές λειτουργίες των ανθρώπινων μικροαγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων (HMEC- 1) και την εκτίμηση της βιοσυμβατότητάς τους. Τα κύτταρα καλλιεργήθηκαν και υποβλήθηκαν σε διάφορα πειράματα που αφορούσαν τη βιωσιμότητα, τον πολλαπλασιασμό και κυτταρικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της φλεγμονώδους απόκρισης, της αυτοφαγίας και της φερροπτώσεως. Τα πειράματα κυτταρικού πολλαπλασιασμού έδειξαν ότι, ακόμα και σε υψηλές συγκεντρώσεις, τα FeNPs δεν επηρέασαν σημαντικά τη βιωσιμότητα των HMEC-1, υποδηλώνοντας καλή βιοσυμβατότητα σε φυσιολογικές συνθήκες, ενώ τα πειράματα πρόσληψης νανοσωματιδίων επιβεβαίωσαν ότι τα FeNPs απορροφώνται από τα κύτταρα με δοσο-εξαρτώμενο τρόπο. Για τη μίμηση ενός περιβάλλοντος παθολογικής κατάστασης στα HMEC-1 κύτταρα, επιλέχθηκε ο λιποπολυσακχαρίτης (LPS) για την “ενεργοποίηση” των ενδοθηλιακών κυττάρων, αφού αλληλεπιδρά με τους υποδοχείς TLR4, επάγοντας τη φλεγμονώδη απόκριση των κυττάρων. Η επιτυχής δημιουργία ενός ενεργοποιημένου ενδοθηλιακού μοντέλου επιβεβαιώθηκε μέσω της ανάλυσης western blot, όπου παρατηρήθηκε αυξημένη έκφραση της πρωτεΐνης NF-κΒ. Επιπλέον, τα FeNPs δεν προκάλεσαν αύξηση της έκφρασης του ICAM-1, ενός βασικού μορίου προσκόλλησης που εμπλέκεται στη φλεγμονή, ούτε επέτειναν την αναμενόμενη αύξηση της έκφρασής του υπό συνθήκες ενεργοποιημένου ενδοθηλίου. Αυτό υποδηλώνει ότι τα FeNPs δεν επηρεάζουν τη φυσιολογική φλεγμονώδη απόκριση των κυττάρων, υποστηρίζοντας περαιτέρω τη βιοσυμβατότητά τους. Ωστόσο, τα νανοσωματίδια είχαν σημαντική επίδραση στην αυτοφαγία, όπου η αύξηση των επιπέδων mRNA της πρωτεΐνης p62 υποδηλώνει αλλαγές στη ροή της αυτοφαγίας. Παράλληλα, τα FeNPs οδήγησαν σε αυξημένη φωσφορυλίωση της caveolin-1 (p- Cav1), πρωτεΐνης κρίσιμης για τη ρύθμιση της φερροπτώσεως. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι τα FeNPs ενδέχεται να επηρεάζουν τις αποκρίσεις οξειδωτικού στρες στα ενδοθηλιακά κύτταρα. Όσον αφορά τη δυνητική χρήση των FeNPs ως φορείς χορήγησης φαρμάκων, η μελέτη της αλληλεπίδρασής τους με την Ινδομεθακίνη, ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο (NSAID), έδειξε ότι τα FeNPs δεν επηρεάζουν τη βιωσιμότητα των ενδοθηλιακών κυττάρων. Συνοψίζοντας, τα FeNPs είναι γενικά ασφαλή για χρήση σε ενδοθηλιακά κύτταρα και μπορεί να φανούν χρήσιμα ως φορείς φαρμάκων. Ωστόσο, οι επιπτώσεις τους στο οξειδωτικό στρες πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω, προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της αλληλεπίδρασής τους με τα κύτταρα.Endothelial cells (ECs) form the lining of blood vessels and have a crucial role in maintaining physiological organ function by regulating homeostasis, controlling blood flow and mediating immune responses. Nanoparticles (NPs) have gained significant attention in various fields due to their unique physicochemical properties. Iron oxide nanoparticles (IONPs/FeNPs) exhibit great biocompatibility and magnetic properties. Their ability to be functionalized and cross biological barriers makes them ideal candidates for targeted drug delivery. Despite their promising applications, FeNPs can present significant challenges, as they can disrupt fundamental cellular processes, lead to oxidative stress, apoptosis, and inflammation, and contribute to various pathologies, including neurodegenerative diseases. ECs are among the first to encounter nanoparticles introduced into the bloodstream Thus, understanding FeNPs interaction with endothelial cells, is essential to understand their safety profiles, optimize their therapeutic efficacy, and minimize side effects to develop safe, efficient nanoparticle-based therapies. This study aimed to evaluate the effect of iron oxide nanoparticles on the biological functions of human microvascular endothelial cells (HMEC-1) and assess their biocompatibility. The cells were cultured and subjected to various experiments regarding their viability, proliferation, and cellular functions, including inflammatory response, autophagy, and ferroptosis. Proliferation assays revealed that even at high concentrations, FeNPs did not significantly affect HMEC-1 cell viability, indicating their good biocompatibility under physiological conditions, while uptake experiments confirmed that FeNPs were internalized dose-dependently. In order to imitate a pathological environment in HMEC-1 cells, Lipopolysaccharide (LPS) was chosen to induce endothelial activation, by interacting with TLR4 receptors and inducing an inflammatory response. The successful establishment of an activated endothelium was confirmed through the monitoring of nuclear factor κΒ (NF-κΒ) protein expression via western blotting. Furthermore, FeNPs did not induce an upregulation of ICAM-1, a key adhesion molecule involved in inflammation, nor further affect the anticipated upregulation in an LPS-activated state. This indicates that FeNPs do not impact the cells’ physiological inflammatory response, further supporting their biocompatibility. However, the nanoparticles had a notable effect on autophagy, where an increase in p62 mRNA levels, suggested an effect on autophagic flux. Additionally, FeNPs resulted in the upregulation of phosphorylated caveolin-1 (p-Cav1), which is critical in regulating ferroptosis. These results indicate that FeNPs may influence oxidative stress responses in endothelial cells. On their potential application as drug delivery agents, investigation of FeNP interactions with Indomethacin, a widely used nonsteroidal anti-inflammatory drug (NSAID), revealed no significant effects on endothelial cell viability. In summary, FeNPs are generally safe for use on endothelial cells and promising as drug delivery agents. Nevertheless, their implications on oxidative stress should be investigated in more detail to determine an in-depth understanding of their interaction with cells

    HoloPaper: τεχνολογίες διάχυτης νοημοσύνης και εκτεταμένης πραγματικότητας για την υποστήριξη της επιστημονικής έρευνας

    No full text
    Σήμερα, η γνώση παράγεται και διαμοιράζεται με πρωτοφανή ταχύτητα, προωθώντας την καινοτομία σε διάφορους τομείς. Στην ακαδημαϊκή κοινότητα, αυτή η ταχεία ανάπτυξη αντικατοπτρίζεται στον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό επιστημονικών δημοσιεύσεων, γεγονός που καθιστά χρονοβόρα και δύσκολη την ενημέρωση των ερευνητών (π.χ., επιστήμονες, ακαδημαϊκοί, φοιτητές) και τον εμπλουτισμό της υφιστάμενης γνώσης τους. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές στην προσπάθεια τους να εντοπίσουν νέες ευκαιρίες και να εμπνευστούν για μελλοντικές μελέτες, χρειάζεται να διεξάγουν εκτενείς βιβλιογραφικές ανασκοπήσεις, οι οποίες απαιτούν τη συλλογή και οργάνωση εργασιών για τον εντοπισμό μοτίβων, μια διαδικασία που μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα κουραστική. Οι προκλήσεις αυτές δεν αφορούν μόνο τον ακαδημαϊκό χώρο, αλλά και άλλους επαγγελματικούς κλάδους, όπου οι συμμετέχοντες καλούνται να διαχειριστούν μεγάλους όγκους δεδομένων κατά τη διεξαγωγή διαφόρων δραστηριοτήτων, όπως επιχειρηματικές μελέτες, νομικές αναζητήσεις, επιμορφωτικές διαδικασίες, κ.α. Ως επί το πλείστον, τα ακαδημαϊκά άρθρα συνήθως μελετώνται είτε σε μορφή ψηφιακών εγγράφων PDF ή ως εκτυπωμένα έντυπα, όπου και οι δυο μορφές παρουσιάζουν περιορισμένη αλληλεπίδραση και μειωμένη πρόσβαση σε συμπληρωματικό υλικό. Πλέον υπάρχουν διάφορα ψηφιακά εργαλεία ικανά να εμπλουτίζουν το κείμενο ενός εγγράφου PDF με την χρήση τεχνολογιών Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence - AI) παρέχοντας περιλήψεις και απαντήσεις σε ερωτήματα για την ενίσχυση της κατανόησης, ωστόσο οι πληροφορίες παρουσιάζονται αποκλειστικά μέσα από οθόνες. Αυτό αποτελεί και ένα σημαντικότατο μειονέκτημα καθώς δεν εξυπηρετεί πολλούς ερευνητές που προτιμούν τα έντυπα μέσα για βαθύτερη κατανόηση και πιο συγκροτημένη μελέτη. Η Εκτεταμένη Πραγματικότητα (Extended Reality - XR) προσφέρει δυνατότητες γεφύρωσης αυτού του χάσματος συνδυάζοντας το φυσικό και το ψηφιακό περιβάλλον. Ωστόσο, ορισμένες εκφάνσεις της παρουσιάζουν προβλήματα ευχρηστίας, όπως η χρήση φορητών συσκευών (tablet, smartphone) που περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων των χεριών, ενώ οι φορετές συσκευές κεφαλής (Head Mounted Displays - HMDs) μπορεί να προκαλέσουν ναυτία και δυσφορία λόγω του βάρους και του όγκου τους. Αντίθετα, η προοπτική των συστημάτων που χρησιμοποιούν τεχνολογίες ψηφιακών προβολών για τη βελτίωση της ανάγνωσης επιστημονικών άρθρων παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητη. Επιπρόσθετα των παραπάνω, υπάρχει απουσία τεχνολογικών εργαλείων που μπορούν να υποβοηθούν αποτελεσματικά τους χρήστες στην καταγραφή, οργάνωση και διαχείριση σημειώσεων και παρατηρήσεων κατά τη διάρκεια μιας βιβλιογραφικής ανασκόπησης. Η παρούσα εργασία διερευνά πώς οι τεχνολογίες XR και Διάχυτης Νοημοσύνης (Ambient Intelligence - AmI), μπορούν να μετασχηματίσουν τις ερευνητικές πρακτικές, ειδικά μέσω συστημάτων προβολής, ενισχύοντας την κατανόηση, μειώνοντας το γνωστικό φορτίο και βελτιώνοντας την οργάνωση πολύπλοκου υλικού. Συγκεκριμένα, η εργασία παρουσιάζει το σχεδιασμό και την ανάπτυξη του συστήματος HoloPaper, ενός καινοτόμου βοηθού έρευνας που εκτελείται στην πλατφόρμα AugmenTable, όπου ο ενσωματωμένος προβολέας προβάλλει ψηφιακό περιεχόμενο τόσο πάνω σε έντυπα έγγραφα, όσο και στην διαδραστική επιφάνεια αφής του. ΄Ετσι, δημιουργείται ένα διαδραστικό περιβάλλον που επιτρέπει στους αναγνώστες να βλέπουν και να μετακινούν ψηφιακά στοιχεία, αναδιατάσσοντας τη χωρική δομή των πληροφοριών στον χώρο εργασίας τους για καλύτερη οργάνωση και διαχείριση. Το σύστημα HoloPaper επιτρέπει την οργάνωση της εργασίας σε θεματικές περιοχές και επιτρέπει το «ανέβασμα» σε αυτές άρθρων σε μορφή PDF. Το σύστημα, συνδυάζοντας τεχνολογίες επεξεργασίας εγγράφων και Τεχνητής Νοημοσύνης, εντοπίζει με ακρίβεια τα δομικά στοιχεία του κειμένου αλλά και τις θέσεις του πάνω στις φυσικές σελίδες, επιτυγχάνοντας την προβολή σχετικών ψηφιακών πληροφοριών κοντά στα αντίστοιχα σημεία του κειμένου. Επιπλέον, με βάση το περιεχόμενο του εγγράφου παράγει αυτόματα χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το θέμα που αυτό πραγματεύεται, συμπεριλαμβανομένων της περίληψης, του προβλήματος, των εφαρμοσμένων μεθοδολογιών, των ευρημάτων της εκάστοτε έρευνας, κ.α., ενώ παράλληλα δημιουργεί σύντομες περιλήψεις και ζεύγη ερωτοαπαντήσεων για κάθε κεφάλαιο, επιτρέποντας στους χρήστες να κατανοούν γρήγορα τις βασικές ιδέες χωρίς να χρειάζεται να διαβάσουν λεπτομερώς το πλήρες άρθρο. Επιπλέον, το σύστημα προσφέρει λεπτομερείς πληροφορίες για τις παραπομπές του κειμένου, όπως περιλήψεις, βιβλιογραφικά στοιχεία και σχετικά αποσπάσματα από τα αναφερόμενα άρθρα, δίνοντας άμεσα συμπληρωματικά δεδομένα χωρίς να διακόπτεται η ροή εργασίας. Μία από τις κύριες καινοτομίες του είναι η δυνατότητα του χρήστη να πατάει πάνω στις αναφορές σε εικόνες που υπάρχουν στο κείμενο της σελίδας που μελετά, και να εμφανίζεται η εικόνα κοντά στην αναφορά της, ακόμα και αν αυτή βρίσκεται σε διαφορετική σελίδα και δεν είναι ορατή τη στιγμή που διαβάζει ο χρήστης. Για να αποφευχθεί η «ακαταστασία» στα φυσικά έγγραφα από χειρόγραφες σημειώσεις, το HoloPaper προσφέρει την δυνατότητα ψηφιακού σχολιασμού. Το σύστημα περιλαμβάνει τρεις τύπους σχολίων: Σελιδοδείκτες, Σημειώσεις και Ετικέτες. Οι χρήστες μπορούν να επιλέγουν κείμενο απευθείας από τις φυσικές σελίδες, να το βλέπουν ψηφιακά και εν συνεχεία να προσθέτουν σε αυτό ένα εικονικό σελιδοδείκτη, εφόσον θεωρείται σημαντικό για τη μελέτη του αναγνώστη, τοποθετώντας έναν οπτικό δείκτη κοντά στην αρχή του επιλεγμένου κειμένου -προσομοιώνοντας το αποτέλεσμα της υπογράμμισης από έναν μαρκαδόρο - για γρήγορη αναφορά. Οι χρήστες μπορούν να προσθέσουν προσωπικά σχόλια (Σημειώσεις) είτε σε σελιδοδείκτες ή απευθείας στο έγγραφο, και να αναθέσουν λέξεις κλειδιά (Ετικέτες) σε σελιδοδείκτες, σημειώσεις και συνολικά σε όλο το έγγραφο, για να κατηγοριοποιήσουν πληροφορίες και να συνδέσουν σχετικές έννοιες από πολλαπλές πηγές, διευκολύνοντας έτσι την αναγνώριση μοτίβων. Ακόμα, οι χρήστες μπορούν να προσπελάσουν καθολικές λίστες σελιδοδεικτών, σημειώσεων και ετικετών για την ανασκόπηση όλων των σχολιασμών ανά έγγραφο, να φιλτράρουν και να δουν πληροφορίες που συνδέονται με συγκεκριμένες ετικέτες σε διάφορα έγγραφα μέσα στον φάκελο και να κατηγοριοποιούν τα άρθρα ως «Εγκεκριμένα», «Απορριφθέντα», «Μη Ταξινομημένα» ή να τα επισημαίνουν ως «Αγαπημένα» για να εστιάζουν στις «σημαντικές» μελέτες και να διευκολύνουν τη διαδικασία της έρευνας. Επιπλέον, ο ενσωματωμένος διαλογικός πράκτορας (Chatbot) που υποστηρίζεται από τεχνολογίες AI βελτιώνει περαιτέρω τη χρηστικότητα, επιτρέποντας στους χρήστες να κάνουν γενικές ερωτήσεις ή να ζητούν διευκρινίσεις για συγκεκριμένα σημεία του εγγράφου. Συμπερασματικά, η εργασία αυτή παρουσιάζει πώς η ενσωμάτωση των τεχνολογιών XR και AmI μπορεί να βελτιώσει τη διαδικασία έρευνας, τόσο σε ακαδημαϊκό επίπεδο όσο και ευρύτερα, παρέχοντας εμβυθιστικές και εξατομικευμένες εμπειρίες μάθησης. Το HoloPaper συνδυάζει τον παραδοσιακό τρόπο ανάγνωσης σε έντυπο χαρτί με ψηφιακό εμπλουτισμό αυτού, επιτρέποντας στους αναγνώστες να κατανοούν καλύτερα μεγάλους όγκους υλικού. Η χρήση τεχνολογιών Διάχυτης Νοημοσύνης από το σύστημα ενισχύει την αλληλεπίδραση, επιτρέποντας στους αναγνώστες να εξερευνούν το περιεχόμενο με πιο διαισθητικό τρόπο. Επιπλέον, οι αξιολογήσεις από ειδικούς στην Αλληλεπίδραση Ανθρώπου-Υπολογιστή (HCI) επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα του συστήματος και τον θετικό του αντίκτυπο στα αποτελέσματα κατανόησης, υποδεικνύοντας το δυναμικό του για ευρύτερη εφαρμογή σε διάφορους τομείς. Ωστόσο, το σύστημα έχει ορισμένους περιορισμούς όπως για παράδειγμα ότι απαιτεί τα αρχεία PDF να είναι σε συγκεκριμένη μορφή συμβατή με ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τη χρήση του με άλλα είδη εγγράφων. Τέλος, το σύστημα HoloPaper δύναται να επεκταθεί μελλοντικά με επιπλέον δυνατότητες οι οποίες θα εστιάζουν στην περαιτέρω βελτίωση της εμπειρίας χρήστη μέσω κοινότυπων αλληλεπιδράσεων και καλύτερης αξιοποίησης των λειτουργιών του. Επίσης, προβλέπεται η ανάπτυξη μιας επέκτασης του HoloPaper Project Manager για προγράμματα φυλλομετρητών (web browsers), η οποία θα επιτρέπει στους χρήστες να προσθέτουν αρχεία PDF απευθείας από αυτά, χωρίς να χρειάζεται πρώτα να τα κατεβάσουν και μετά να τα ανεβάσουν χειροκίνητα, διευκολύνοντας έτσι την καλύτερη ανάλυση και οργάνωση των εγγράφων.Nowadays, knowledge is being generated and shared at an unprecedented pace, driving innovation across various fields. In academia, this rapid growth is reflected in the increasing number of scientific publications, making it time-consuming and difficult for researchers (scientists, scholars, students, etc.) to stay informed. To build on existing knowledge, identify research opportunities, and inspire future studies, they need to conduct literature reviews, which involve collecting and organizing papers in order to identify patterns - a process that can be mentally exhausting and stressful. This challenge also affects other fields, including business, legal studies and education, where professionals need to manage very large volumes of textual data. Digital PDF viewers and printed documents offer a read-only experience, limiting interaction and contextual understanding. Although modern AI-powered PDF readers offer features like summaries and question-and-answer capabilities in order to enhance comprehension, they are still screen-based and lack the tactile presence of physical paper. This is a notable drawback, as many researchers prefer printed materials for in-depth studies. While Extended Reality (XR) presents opportunities to bridge this divide by blending physical and digital media, some implementations pose usability challenges, such as handheld devices limiting hands-free interaction and head-mounted displays causing discomfort. Notably, the potential of projection-based systems to enhance scientific paper reading has been largely overlooked. Meanwhile, there is a lack of technological tools that effectively support users in recording, organizing, and managing their notes and observations throughout the research process. This study explores how XR and Ambient Intelligence (AmI), particularly through projection-based systems, can transform research practices by enhancing comprehension, reducing cognitive load, and improving the organization of complex academic material. Specifically, this thesis presents the design and development of HoloPaper, a novel projection-based research assistant built on the AugmenTable platform. The platform’s integrated projector overlays virtual content onto physical papers and the AugmenTable area, creating an interactive interface that allows users to naturally engage with the content through a touch-sensitive surface. Users can also move digital elements, rearranging the spatial structure of information within their workspace for better organization and management. HoloPaper enables researchers to structure their work into project-based thematic units and upload academic papers in PDF format. The system utilizes document layout processing and Artificial Intelligence (AI) to accurately identify the location of key content on physical pages, enabling it to spatially position relevant generated digital information near the corresponding parts of the text. The system produces essential insights from the entire paper - including the summary, research problem, applied methodologies, and findings - while also generating brief overviews and “question-and-answer” sets for each chapter, allowing users to quickly grasp the essential ideas without reading the entire paper in detail. Additionally, it enhances in-line citations by providing contextual information, such as abstract summaries, bibliographic details, and relevant excerpts from cited papers, offering immediate insights without disrupting the workflow. One of its key features is the ability for the user to click on image references within the text on the page they are studying, causing the image to appear near its reference, even if it is located on a different page and not visible at the moment the user is reading. To avoid cluttering physical papers with handwritten notes, HoloPaper offers a digital annotation approach. The system features three types of annotations: Bookmarks, Notes and Tags. With a few taps, users can select text directly from physical pages and view it digitally. Selected text, that is considered important to the reader’s study, can be saved as a bookmark, which places a visual indicator near the original text - mimicking a highlighter - for quick reference. Users can attach personal comments (Notes) to either bookmarks or directly to the document, and use Tags to categorize information and link related concepts across multiple sources, thereby aiding pattern recognition. To maintain a clean display, paper-based lists of bookmarks, notes, and tags are provided for reviewing all annotations. Users can filter and view contextual information tied to specific tags across documents and categorize papers as Accepted, Rejected, Unclassified, or mark them as Favorites to prioritize key studies and facilitate the literature review process. An integrated AI-powered chatbot further enhances usability by allowing users to ask general questions or request explanations about specific document sections. In conclusion, this thesis demonstrates how the integration of XR and AmI technologies can enhance the research process, whether academic or more broadly, by providing immersive and personalized learning experiences. HoloPaper successfully merges traditional paper-based reading with digital augmentation, enabling readers to better comprehend large volumes of academic material. The system’s use of Ambient Intelligence fosters deeper engagement and immersion, allowing readers to interact with printed content more intuitively. Additionally, expert evaluations in Human-Computer Interaction (HCI) confirm the system’s effectiveness and its positive impact on facilitating ease of “acquisition” in reviewing documents/articles. Moreover, there are suggestions for deploying such approaches across other application domains. Nevertheless, the system also exhibits some limitations, such as requiring PDFs to be uploaded in a specific format compatible with academic publications, which may restrict its applicability for other types of documents. There is plenty of scope for future work, with high priority on the anticipated impactful improvements on the user experience, by refining the current interaction protocols, following the expert feedback received during evaluation. Another important area of improvement focuses on the development of a web-based extension for the HoloPaper Project Manager to streamline document analysis by allowing users to add PDFs directly from their browser, eliminating the need for manual uploads

    The role of parental control in the use of video games by children aged 10 to 12 and its relationship with the manifestation of aggressive behavior

    No full text
    Οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζονται από μία ταχεία ανάπτυξη στις τεχνολογίες πληροφοριών κι επικοινωνιών. Η χρήση της τεχνολογίας έχει επεκταθεί σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής των ανθρώπων και ιδιαίτερα στα μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Η σημερινή γενιά νέων κι εφήβων είναι εκτεθειμένη σε αυτά τα μέσα σημειώνοντας μία ιδιαίτερη προτίμηση στις διαδραστικές μορφές, όπως τα βιντεοπαιχνίδια, που επιφυλάσσουν τόσο θετικές όσο κι αρνητικές επιπτώσεις, όπως είναι η εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών. Οι γονείς διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανατροφή των παιδιών τους και μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν είναι ο έλεγχος για τη χρήση των βιντεοπαιχνιδιών. Σκοπός της παρούσας έρευνας, λοιπόν, είναι να ελέγξει τη σχέση μεταξύ του γονικού ελέγχου για τη χρήση βιντεοπαιχνιδιών και της εμφάνισης επιθετικής συμπεριφοράς σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας. Αναλυτικότερα, συσχετίστηκαν οι διαστάσεις του γονικού ελέγχου με την επιθετικότητα των παιδιών εντός κι εκτός σπιτιού κι εξετάστηκαν οι επιρροές των δημογραφικών χαρακτηριστικών στις δύο κύριες μεταβλητές της έρευνας. Ακόμη, διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ της χρήσης, των συνηθειών κι επιλογών των παιδιών στα βιντεοπαιχνίδια και της επιθετικότητας εντός κι εκτός σπιτιού. Στην έρευνα συμμετείχαν 154 γονείς παιδιών που φοιτούν στην Ε΄ και ΣΤ΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο αυτό-αναφοράς, άλλοι σε έντυπη κι άλλοι σε ηλεκτρονική μορφή, που απαρτιζόταν από ερωτήσεις για τη συλλογή δημογραφικών δεδομένων, για τις συνήθειες κι επιλογές των παιδιών στα βιντεοπαιχνίδια, τις διαστάσεις του γονικού ελέγχου και την Κλίμακα Επιθετικότητας Παιδιών – Έκδοση Γονέα (Children’s Aggression Scale-Parent Version, CAS-P, Halperin et al., 2002). Τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν ότι από τις έξι διαστάσεις γονικού ελέγχου, υπάρχει μία σημαντική αρνητική συσχέτιση μεταξύ της περιοριστικής διαμεσολάβησης κι επιθετικότητας εντός κι εκτός σπιτιού, της ενεργής διαμεσολάβησης κι επιθετικότητας εκτός σπιτιού και της κοινής χρήσης κι επιθετικότητας εντός σπιτιού. Επιπλέον, αν και η ανάλυση έδειξε ότι η χρήση των βιντεοπαιχνιδιών δε σχετίζεται με την επιθετικότητα, φανερώθηκε μια σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ του βίαιου περιεχομένου των βιντεοπαιχνιδιών και της επιθετικότητας εντός κι εκτός σπιτιού και μεταξύ του ημερήσιου χρόνου αφιέρωσης και της επιθετικότητας εντός σπιτιού. Σχετικά με τις προτιμήσεις των παιδιών στις συσκευές, στο διαδικτυακό παιχνίδι και στις κατηγορίες βιντεοπαιχνιδιών, δεν υπήρξε κάποια σημαντική συσχέτιση με την επιθετικότητα. Διαφυλικές διαφορές μεταξύ των παιδιών εντοπίστηκαν ως προς τη χρήση και τις κατηγορίες των βιντεοπαιχνιδιών, τις συσκευές προτίμησης, το διαδικτυακό παιχνίδι, την ημερήσια χρονική διάρκεια του παιχνιδιού και τις διαστάσεις του γονικού ελέγχου.The past decades have been characterized by rapid developments in information and communication technologies. The use of technology has expanded into all aspects of daily life, particularly in the fields of media and entertainment. Today’s generation of children and adolescents is highly exposed to these media, showing a particular preference for interactive forms such as video games, which can have both positive and negative effects, such us aggressive behaviors. Parents play a crucial role in raising their children, and one of the greatest challenges they face is regulating video game use. Therefore, the purpose of the present study is to examine the relationship between parental control over video game use and the emergence of aggressive behavior in preadolescent children. More specifically, the study explores the correlation between different dimensions of parental control and children’s aggression both at home and outside the home, while also examining the influence of demographic characteristics on the two main research variables. Additionally, the research investigates the relationship between children’s video game use, habits, and preferences and their aggression levels both within and outside the home. The study involved 154 parents of children of the fifth and sixth grade of elementary school. The participants completed a self-report questionnaire, either in printed or electronic form, which included questions to collect demographic data, information on children's video game habits and preferences, dimensions of parental control, and the Children’s Aggression Scale–Parent Version (CAS-P, Halperin et al., 2002).The findings of the study revealed that among the six dimensions of parental control, there was a significant negative correlation between restrictive mediation and aggression both at home and outside the home, between active mediation and aggression outside the home, and between co-playing and aggression at home. Furthermore, although the analysis showed that video game use itself was not related to aggression, a significant positive correlation was found between violent video game content and aggression both at home and outside the home, as well as between daily gaming duration and aggression at home. Regarding children’s preferences for gaming devices, online gaming and video game genres, no significant correlation with aggression was identified. However, gender differences among children were observed in relation to video game use, genre preferences, preferred gaming devices, online gaming, daily gaming duration, and dimensions of parental control

    New technologies in food production : The case of in vitro meat and bioethical issues

    No full text
    Η τεχνολογία του in vitro κρέατος, αποτελεί μια καινοτόμα τεχνική παραγωγής κρέατος, καθώς δεν απαιτείται ο βασανισμός και η σφαγή ενός ζώου αλλά η ανώδυνη συλλογή ενός μικρού αριθμού κυττάρων ή ιστών του. Τα κύρια αίτια ανάπτυξης της αφορούν από τη μία πλευρά τα καίρια προβλήματα θρέψης του ολοένα αυξανόμενου πληθυσμού και τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο που έχει η εντατική κτηνοτροφία. Από την άλλη, σχετίζονται με την έντονη κοινωνική ευαισθησία για την αποτρόπαια μεταχείριση των ζώων εκτροφής και τις πρακτικές των βιομηχανιών κρέατος. Οι προοπτικές και οι δυνητικοί κίνδυνοι από την εφαρμογή της αποτελούν ήδη αντικείμενο έντονου προβληματισμού από πλήθος εμπλεκόμενων μελών, όπως είναι η επιστημονική κοινότητα, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες και πολιτικοί φορείς. Τα επίμαχα ζητήματα της τεχνολογίας αυτής, τα οποία παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τα Γενετικά Τροποποιημένα Τρόφιμα (ΓΤΤ), αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους και διαμορφώνουν ένα δυναμικό πλέγμα σχέσεων τόσο μεταξύ των εξεταζόμενων ζητημάτων όσο και μεταξύ των διαφόρων εμπλεκόμενων μελών. Κατά την πολιτική ανάλυση του in vitro κρέατος, εξετάζονται οι θέσεις της ΕΕ, των ΗΠΑ και της Σιγκαπούρης, με τις δύο τελευταίες να έχουν εγκρίνει ήδη την κυκλοφορία αυτού του καινοτόμου κρέατος. Στην παρούσα μελέτη προτείνεται η αναθεώρηση των σύγχρονων μοντέλων διακυβέρνησης, δίνοντας βαρύτητα στην ανάγκη λήψης μέτρων πρόληψης, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, και της βιοηθικής αξιολόγησης του in vitro κρέατος, εξαιτίας των αβέβαιων συνέπειων στην υγεία. Αναλυτικότερα, το καλλιεργημένο κρέας εκ πρώτης όψεως αποτελεί μια ηθική επιλογή διατροφής, τόσο για τον ωφελιμισμό όσο και για την καντιανή ηθική, καθώς υποστηρίζεται ότι συμβάλλει στην ευζωία των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος. Ωστόσο, κρίνεται ως ηθικά απορριπτέα η πρόωρη είσοδος του στην αγορά, λόγω των άγνωστων επιπτώσεων στην ανθρώπινη και στη δημόσια υγεία, σύμφωνα με την αρχή της μη βλάβης. Ιδιαίτερα, συστήνεται η υιοθέτηση μιας καντιανής ηθικής της ευθύνης σε συνδυασμό με την αρχή της προφύλαξης, για την αποφυγή του καλλιεργημένου κρέατος λόγω του υψηλού ρίσκου κινδύνου. Συγκεκριμένα, προτείνεται η ανάληψη τόσο ατομικής όσο και συλλογικής ευθύνης για τον αυτοπεριορισμό της ανθρώπινης δράσης και τη λήψη μέτρων μέριμνας υπέρ των ζώων και της φύσης, και όχι η εσπευσμένη αποδοχή και κυκλοφορία του in vitro κρέατος στην αγορά.In vitro meat technology is an innovative meat production technique, as it does not require the torture and slaughter of an animal but the painless collection of a small number of cells or tissues. The main reasons for its development are, on the one hand, the key problems of feeding the growing population and the environmental impact of intensive livestock farming. On the other hand, they relate to the strong social awareness of the atrocious treatment of farm animals and the practices of the meat industry. The prospects and potential risks of its implementation are already the subject of intense debate by a wide range of stakeholders, such as the scientific community, various social groups and political bodies. The issues at stake in this technology, which share many similarities with Genetically Modified Foods (GMF), interact with each other and form a dynamic network of relationships both between the issues at stake and between the various stakeholders. In the policy analysis of in vitro meat, the positions of the EU, the US and Singapore are considered, with the latter two having already approved the consumption of innovative meat. This study proposes a review of current governance models, emphasizing the need for precautionary measures, in line with the precautionary principle, and bioethical evaluation of in vitro meat, due to its uncertain health consequences. More specifically, cultured meat is prima facie an ethical food choice, both for utilitarianism and for Kantian ethics, as it is claimed to contribute to animal welfare and environmental protection. However, it is considered morally unacceptable to enter the market prematurely, due to its unknown effects on human and public health, in accordance with the principle of no harm. In particular, the adoption of a Kantian ethics of responsible action approach combined with the precautionary principle is recommended, in order to avoid cultured meat due to the high-risk threat. In particular, it is proposed to take both individual and collective responsibility for self-limitation of human action and taking measures to be considerate of animals and nature, rather than hastily accepting and releasing in vitro meat into the market

    An electrochemical method for the protection against wine oxidation

    No full text
    Το κρασί αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας αρκετών λαών, με τη ζήτησή του να αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Μαζί με τη ζήτηση αυξάνονται και οι απαιτήσεις των καταναλωτών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η βιομηχανία του κρασιού να μεγαλώνει και να παίζει σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Ένα πρόβλημα της αύξησης της παραγωγής είναι η διάρκεια ζωής του κρασιού. Tο κρασί όταν έρθει σε επαφή με την ατμόσφαιρα αρχίζει να οξειδώνεται και συνεπώς να χαλάει. To γεγονός αυτό είναι επιζήμιο τόσο για τη βιομηχανία όσο και για τον καταναλωτή. Επιπλέον, αλλοιώνεται και η γεύση του κρασιού αφού αρχίζει να παίρνει όξινη γεύση που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην οξείδωση της αιθανόλης σε οξικό οξύ. Ταυτόχρονα παρατηρείται και αλλαγή στο χρώμα του, αρχίζει δηλαδή να παίρνει καφέ χρώμα που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην οξείδωση των πολυφαινολών που υπάρχουν. Γι’ αυτό τον λόγο, η χρήση αντιοξειδωτικών όπως είναι τα θειώδη που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα, είναι απαραίτητη. Ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων έχει βρεθεί ότι ενώ τα θειώδη προστατεύουν και συντηρούν το κρασί, ταυτόχρονα προκαλούν διάφορες αλλεργίες σε αρκετούς καταναλωτές. Η αλλοίωση του κρασιού με τη χαρακτηριστική μυρωδιά θείου που εμφανίζεται αποτελεί και αυτή ακόμη ένα μειονέκτημα των θειωδών. Επομένως, η αντικατάστασή τους ή η μείωση της ποσότητας που χρησιμοποιείται κρίνεται αναγκαία. Η μελέτη λοιπόν ενός εναλλακτικού τρόπου προστασίας του κρασιού από την οξείδωση μελετήθηκε στην παρούσα μεταπτυχιακή εργασία. Συγκεκριμένα, με τη χρήση ενός αγώγιμου υλικού, του Οξειδίου Ινδίου Κασσιτέρου (Indium Tin Oxide - ITO) πραγματοποιήθηκαν πειράματα σε διάφορα διαλύματα πολυφαινολών και κόκκινων κρασιών. Προκειμένου να μελετηθεί η αντιοξειδωτική δράση που έχει το αγώγιμο υλικό και πως αυτή σχετίζεται με την δράση των θειωδών, χρησιμοποιήθηκαν για τα πειράματα ηλεκτροχημικές τεχνικές. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν μέταλλα και συγκεκριμένα Μαγνήσιο και Ψευδάργυρος, τα οποία βοήθησαν στην δημιουργία ενός συστήματος μεταφοράς ηλεκτρονίων από το διάλυμα στο αγώγιμο ITO και στη συνέχεια στο μέταλλο.Wine has been an integral part of many peoples' daily lives for many years, and its demand continues to gro. Along with demand, consumer demands are also increasing. As a result, the wine industry is growing and playing an important role in the global economy. One of the main issues in the wine industry is the shelf life of wine. When the wine comes in contact with the atmosphere it begins to oxidize and therefore its quality decreases. This is detrimental for both industry and consumers. In addition, the taste of the wine is also altered as it starts to take on an acidic taste, which is mainly due to the oxidation of ethanol into acetic acid. At the same time, there is a change in colour, as it starts to turn brown. This is mainly due to the oxidation of the polyphenols in the wine. For this reason, the use of antioxidants, such as sulphites, is necessary. However, over the years it has been found that while sulphites protect and preserve wine, they also cause allergic reactions to many consumers. The spoilage of wine with the characteristic sulphur smell that occurs is another disadvantage of the use of sulphites. Therefore, their replacement or reduction in the amount used is considered necessary. The study of an alternative way of protecting wine from oxidation using electrochemistry is the aim of this master thesis. Specifically, using optically transparent electrode material such as Indium Tin Oxide (ITO), experiments were carried out on various polyphenol and red wine solutions in order to study their efficacy. In order to study the antioxidant activity of the conductive material and how it relates to the action of sulphites, electrochemical techniques were used for the experiments. In addition, Magnesium and Zinc were used, which helped to create a reductive environment in the solution, thus decreasing the oxidation process

    Δίοδοι ανόρθωσης ραδιοσυχνοτήτων από νανοσωλήνες άνθρακα

    No full text
    Rectifiers are important components in many applications such as sensors or power supplies, and their operation at higher frequencies expand their application potential to wireless communications. With the rise of Internet of Things interconnected devices, interest on rectifiers has increased, making scaling down and increasing efficiency of devices crucial for future wireless applications. With research turning to 2D and nanomaterials for this reason, Carbon Nanotubes (CNTs) are one of the most promising, versatile and widely studied materials for the optimization and miniaturization of high frequency devices [1]. Existing CNT rectifiers exhibit cut-off frequencies up to 840 GHz [2], with potential to reach several THz. Operation frequency of diodes depends on their resistance and capacitance, which are required to be low for high cut-off frequencies. In this work, integrated half- wave rectification diodes based on aligned semiconducting single-wall CNTs are theoretically evaluated, targeting high cut-off frequencies and improved rectification of RF Electromagnetic (EM) signals. Theoretical resistance calculation models are developed, exploring contact and channel resistance, and High-Frequency EM simulations are employed to evaluate two main contact architectures, the common Face-to-Face sheet contacts, and the Interdigitated fingers structure. The latter presents significantly lower resistance, theoretically operating up to the THz band, in contrast to the GHz operation of the Face-to-Face structure. A device consisting of Pd and Ti contacts is fabricated using the Interdigitated fingers contact architecture, on a 1-port co-planar waveguide, and is evaluated in terms of DC and RF performance

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇