University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    A preliminary investigation of osteophyte formation as an age marker in the Cretan population

    No full text
    Osteophyte formation, a degenerative skeletal feature commonly associated with aging, has shown potential as an age estimation marker in forensic and anthropological contexts. This study builds on the methodology established by Chiba et al., 2022 to assess the reliability of osteophyte development as an age indicator within the Cretan population. The research aims to establish a population-specific age estimation model by analyzing osteophyte formation in dry bones from the Cretan Collection, housed at the Forensic Anthropology Lab, School of Medicine, University of Crete. A total of 200 skeletons from the Cretan Collection, consisting of individuals who died between 1968 and 1998 with an age range of 19 to 101 years were examined, leaving 30 viable skeletons for analysis. There are 21 males in the dataset, with ages ranging from 45 to 94 years. The mean age for males is 71.19 years, with a standard deviation of 13.19 years. For females, there are 9 individuals, with ages ranging from 65 to 88 years. The mean age for females is 72.78 years, with a standard deviation of 8.79 years. Each vertebra underwent a detailed physical assessment focusing on osteophyte formation. Osteophytes were scored based on two metrics: Score O (0–5 points) measuring the degree of osteophyte formation and Score B (0–2 points) assessing fusion between adjacent vertebrae. Statistical analyses included descriptive statistics, validation of previously published regression equations, and development of new regression models developed from the Cretan population data. The standard error of estimate was calculated to evaluate the precision of the age estimation models. To ensure methodological accuracy, inter-observer errors were assessed using Cohen’s Kappa analysis, allowing classification of agreement levels between observations, using 10 randomly selected samples measured four months prior to the primary data collection. This step ensured consistency and repeatability. By establishing an age estimation model for the Cretan population, this preliminary study aims to lay the foundation for further publications to contribute valuable forensic and bioarchaeological insights. These findings, which could enhance forensic investigations by providing a population-specific method for age-at-death estimation, would thus improve the accuracy and applicability of osteophyte-based age assessments in forensic casework and archaeological analyses

    GPU AToLL: βελτιστοποίηση απομόνωσης μνήμης βάσει λογισμικού σε επεξεργαστές γραφικών γενικής χρήσης

    No full text
    Η ανάπτυξη επιταχυντών στο υπολογιστικό νέφος αποτελεί εδώ και καιρό μια παρατηρήσιμη τάση στη βιομηχανία. Χάρη στην ευελιξία τους, βραχύβιες υπολογιστικές εργασίες που απαιτούν επιτάχυνση κατευθύνονται συνεχώς σε γενικής χρήσης κάρτες γραφικών (GP-GPUs), όπου – όπως συμβαίνει με τις περισσότερες cloud-native εργασίες – η καθυστέρηση (latency) αποτελεί κρίσιμη μετρική. Κατά συνέπεια, η ευέλικτη κοινή χρήση των πόρων των GP-GPUs από ανεξάρτητες εργασίες παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Παρόλο που τεχνικές χρονομερισμού των υπολογιστικών πόρων υπάρχουν και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στο χώρο, περιορίζουν εγγενώς την κλιμάκωση καθώς αφήνουν μεγάλο μέρος τους αχρησιμοποίητο. Ως το φυσικό επόμενο βήμα προς την επίλυση αυτού του προβλήματος, η χωρική κατανομή (spatial sharing) των πόρων των GP- GPUs ήρθε για να προσφέρει μία λύση. Σε αυτή τη μεταπτυχιακή εργασία προτείνουμε ένα μηχανισμό απομόνωσης μνήμης με χαμηλό κόστος εκτέλεσης για τις διεργασίες των GP-GPUs (kernels). Σε αντίθεση με προηγούμενες προσπάθειες, η προσέγγισή μας δεν απαιτεί τροποποιήσεις ούτε στο υλικό, ούτε στον κώδικα των διεργασιών — αξιοποιεί έναν συνδυασμό στατικής ανάλυσης και δυναμικών ελέγχων ώστε να επιτύχει την απομόνωση της μνήμης με ελάχιστο κόστος κατά την εκτέλεση. Υλοποιούμε ένα πρωτότυπο της πρότασής μας για NVIDIA GPUs αξιοποιώντας την ενδιάμεση αναπαράσταση του LLVM, με την αξιολόγησή μας να αναδεικνύει πως η στατική ανάλυση συνεισφέρει 3.80% μέση επιτάχυνση, και 8.63% επιτάχυνση στο γνωστό υπολογισμό του πολλαπλασιασμού πινάκων έναντι ανταγωνιστικών λύσεων.The growth of accelerators in cloud computing has long constituted an observable industry trend. Due to their flexibility, short-lived computational jobs that require acceleration are constantly being directed at general-purpose GPUs, where (as with most cloud-native tasks) latency is a critical metric. It follows that the flexible sharing of GP-GPU resources is of high importance. While time-sharing techniques exist and are still used for resource allocation in accelerators, they inherently limit scalability by hindering high resource utilization. As a natural progressive step to solve this problem, spatial sharing of GP-GPU resources has emerged. In this thesis, we propose a mechanism for low-overhead memory isolation of scheduled kernels. Contrary to previous attempts, our approach requires neither hardware nor code modifications — it combines static analysis and address fencing to achieve isolation with minimal runtime overhead. We imple- ment a prototype of our proposal for NVIDIA GPUs utilizing LLVM’s compilation stack, with our evaluation showcasing that our static analysis results in a 3.80% average speedup, and 8.63% performance improvement for the well-known general matrix multiplication kernel over competing solutions

    Οπτική αντίληψη επαναλαμβανόμενων ανθρώπινων κινήσεων: χρονικός εντοπισμός, ομαδοποίηση και μέτρηση επαναλήψεων

    No full text
    Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι παρόντα παντού στην καθημερινότητά μας και παίζουν καθοριστικό ρόλο σε διάφορους τομείς. Η αναγνώριση και ο εντοπισμός τους, καθώς και η ποσοτικοποίηση του αριθμού των επαναλήψεών τους, θα ήταν εξαιρετικά ωφέλιμα για πολυάριθμες εφαρμογές. Δεδομένου ενός αριθμού χρονοσειρών που μπορεί να παρουσιάζουν επαναληψιμότητα σε αυθαίρετες χρονικές περιοχές, εντοπίζουμε τα ακόλουθα σημαντικά προβλήματα: (1) ομαδοποίηση βασισμένη στην επαναληψιμότητα, δηλαδή, ομαδοποίηση χρονοσειρών στη βάση παρόμοιων επαναλαμβανόμενων μοτίβων, (2) εντοπισμός της χρονικής επαναληψιμότητας, δηλαδή, ανίχνευση της αρχής και του τέλους του επαναλαμβανόμενου μοτίβου σε κάθε ομάδα χρονοσειρών, και (3) μέτρηση επαναλήψεων, δηλαδή, εκτίμηση του αριθμού των επαναλήψεων. Οι τρέχουσες μέθοδοι ασχολούνται κυρίως με το τρίτο πρόβλημα (μέτρηση επαναλήψεων). Μόνο λίγες μέθοδοι ασχολούνται με τον χρονικό εντοπισμό και την ομαδοποίηση με βάση την επαναληψιμότητα. Σε αυτή την εργασία, προτείνουμε μια νέα μέθοδο ικανή να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα και τα τρία προαναφερθέντα προβλήματα. Ως συγκεκριμένη περίπτωση χρήσης, διερευνούμε την ομαδοποίηση, τον χρονικό εντοπισμό και τον χαρακτηρισμό πολλαπλών συνυπάρχουσων επαναλαμβανόμενων ανθρώπινων κινήσεων σε βίντεο. Η προσέγγισή μας ξεκινά μετατρέποντας ένα βίντεο σε πολλαπλές χρονοσειρές, καθεμία από τις οποίες αντιπροσωπεύει τη συμπεριφορά στο χρόνο μιας άρθρωσης του ανθρώπινου σώματος. Στη συνέχεια, η μέθοδός μας ομαδοποιεί τα χαρακτηριστικά που έχουν εξαχθεί από τις αρθρώσεις με βάση την περιοδικότητα των επαναλαμβανόμενων κινήσεων που αντιπροσωπεύουν, εντοπίζει τα χρονικά όρια των επαναλαμβανόμενων τμημάτων και εκτιμά τον αριθμό των επαναλήψεων που υπάρχουν σε κάθε ομάδα. Εξ όσων γνωρίζουμε, αυτή είναι η πρώτη μέθοδος στη βιβλιογραφία που είναι σε θέση να ομαδοποιήσει, να εντοπίσει χρονικά και να χαρακτηρίσει πολλαπλές συνυπάρχουσες επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αξιολογούμε την απόδοσή μας σε καθιερωμένα σύνολα δεδομένων, έναντι μεθόδων που έχουν προταθεί πρρόσφατα στη βιβλιογραφία. Εισάγουμε επίσης κατάλληλες παραλλαγές υπαρχόντων συνόλων δεδομένων για την αξιολόγηση της απόδοσης για επιμέρους προβλήματα, καθώς και ένα νέο σύνολο δεδομένων που χρησιμεύει για την αποτίμηση μεθόδων ως προς όλα τα υποπροβλήματα που μελετούμε. Τα πειράματά μας καταδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της μεθόδου μας σε όλα τα υποπροβλήματα. Συγκεκριμένα, δείχνουμε ότι η μέθοδός μας χειρίζεται την ομαδοποίηση πολλαπλών επαναλαμβανόμενων κινήσεων με αξιόπιστο τρόπο και, ταυτόχρονα, επιτυγχάνει απόδοση συγκρίσιμη με αυτή των καλύτερων μεθόδων για τον χρονικό εντοπισμό επαναληψιμότητας και τη μέτρηση επαναλήψεων. Παρόλο που η μέθοδός μας έχει αξιολογηθεί στην ανίχνευση και ομαδοποίηση επαναλαμβανόμενων ανθρώπινων κινήσεων, έχει ευρύτερη εφαρμογή σε μια ποικιλία εφαρμογών και τύπων χρονικών δεδομένων. Η μελλοντική έρευνα θα επικεντρωθεί προς αυτή την κατεύθυνση.Recurrent patterns are prevalent in our everyday experience and play a key role in various domains. Accurately identifying and localizing them, while also quantifying the number of their repetitions, would be highly beneficial for numerous applications. Given a number of time-series which may exhibit repetitiveness at arbitrary temporal ranges, we identify the following important problems: (1) repetitiveness-based clustering, i.e., time-series clustering based on shared repetitive patterns with similar rhythms, (2) localization of temporal repetitiveness, i.e., detection of the start and the end of the repetitive pattern in each time- series cluster, and (3) repetition counting, i.e., estimation of the number of repetitions. Current methods address mainly the third problem (repetition counting). Only a few methods deal with the tasks of temporal localization and periodicity- based clustering. In this work, we propose a novel method capable of dealing simultaneously with all three aforementioned problems. As a use-case, we explore the clustering, temporal localization, and characterization of multiple co-occurring repetitive human motions in videos. Our approach begins by transforming a video into multiple time series, each representing the temporal behavior of a human body joint. Subsequently, our method groups the extracted joint features according to their repetitive characteristics, identifies the temporal boundaries of the repetitive segments within each group, and estimates the number of repetitions present in each group. To the best of our knowledge, this is the first method in the literature that is able to cluster, temporally localize and characterize multiple co-occurring repetitive motions. We evaluate our performance against state-of-the-art methods on well-established datasets. We also introduce appropriate variants of existing datasets for assessing performance in individual tasks, as well as a novel dataset that serves as a benchmark for all three tasks. Our experiments demonstrate the effectiveness of our method across all tasks. Specifically, we demonstrate that our method handles the grouping of multiple repetitive motions robustly and, at the same time, achieves performance comparable to current state-of-the-art methods on temporal repetitiveness localization and repetition counting. Although our method has been evaluated on the use case of human repetitive motion detection and grouping, it has a broader applicability in a variety of domains and types of temporal data. Future research will focus in this direction

    Sources of phenotypic variation in larval populations of Gilthead seabream (Sparus aurata Linnaeus, 1758) and European seabass [Dicentrarchus labrax (Linnaeus, 1758)]. Development of morphological indicators for the assessment of fish quality

    No full text
    Οι σκελετικές δυσπλασίες και η φαινοτυπική πλαστικότητα αποτελούν σημαντικές πηγές φαινοτυπικής διακύμανσης στους εκτρεφόμενους πληθυσμούς, και προκύπτουν από την αλληλεπίδραση περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων. Σε απόκριση στις περιβαλλοντικές συνθήκες, τα ψάρια τροποποιούν το φαινότυπο τους στα αρχικά στάδια της ανάπτυξης τους είτε με προσαρμοστικούς (φαινοτυπική πλαστικότητα) είτε με μη προσαρμοστικούς (σκελετικές δυσπλασίες) τρόπους. Το 1ο Κεφάλαιο της διδακτορικής διατριβής αποτελεί μια γενική εισαγωγή, στην οποία παρουσιάζονται οι δύο πηγές φαινοτυπικής διακύμανσης στους εκτρεφόμενους πληθυσμούς ψαριών. Αρχικά αναλύονται οι τρόποι με τους οποίους η φαινοτυπική πλαστικότητα και οι δυσπλασίες επηρεάζουν τον φαινότυπο των ψαριών. Έπειτα γίνεται αναφορά στη σημασία, στους τύπους, στους αιτιολογικούς παράγοντες και στους τρόπους αντιμετώπισης των σκελετικών δυσπλασιών στους ιχθυογεννητικούς σταθμούς. Ακολούθως διερευνάται η ικανότητα επιδιόρθωσης των δυσπλασιών καθώς και η εμφάνιση νέων τύπων σκελετικών δυσπλασιών. Στη συνέχεια, περιγράφεται η συσχέτιση της κολυμβητικής ικανότητας, με την ανάπτυξη των σκελετικών δυσπλασιών και γίνεται αναφορά στις τεχνικές νυμφικής εκτροφής και στις βασικές φάσεις παραγωγής του γόνου στην σύγχρονη Μεσογειακή ιχθυοκαλλιέργεια. Στο τέλος παραθέτονται συνοπτικά οι στόχοι της διδακτορικής διατριβής. Στο 2ο Κεφάλαιο της παρούσας διδακτορικής διατριβής εξετάζεται η επίδραση της θερμοκρασίας του νερού (17, 20, 23°C) κατά την αυτότροφη περίοδο (εμβρυικό και λεκιθοφόρο νυμφικό στάδιο) στην ανάπτυξη των σκελετικών δυσπλασιών και στην αερόβια κολυμβητική ικανότητα των μεταμορφούμενων νυμφών τσιπούρας. Μετά την κατανάλωση των λεκιθικών αποθεμάτων, όλα τα ψάρια υποβλήθηκαν σε κοινή θερμοκρασία (20°C) σε ολικό μήκος TL, ~4 mm. Αναφορικά με την αερόβια κολυμβητική ικανότητα των μεταμορφούμενων νυμφών (18,4-19,1 mm ολικό μήκος σώματος, TL), τα άτομα που αναπτύχθηκαν σε 17 °C εμφάνισαν σημαντικά μεγαλύτερη σχετική κρίσιμη ταχύτητα κολύμβησης (RUcrit, 9,7±0,6 TLs-1) από εκείνα που εκτράφηκαν σε 20°C (8,7±0,6 TLs-1) και 23οC (8,8±0,7 TLs-1) (Kruskal-Wallis και Mann-Whitney U test, p<0,05). Επιπλέον η ομάδα αυτή παρουσίασε συγκριτικά μακρόστενο σχήμα σώματος, με τελική θέση στόματος και κοιλιακά μετατοπισμένα θωρακικά πτερύγια καθώς και αυξημένο μέγεθος του ύψους της κοιλίας της καρδιάς (VD/TL, Kruskal-Wallis και Mann-Whitney U test, p<0,05). Σε αντίθεση, το σχήμα της κοιλίας (VL/VD, Kruskal-Wallis, p>0,05), και οι σχετικές διαστάσεις της κοιλίας της καρδιάς και του αρτηριακού βολβού (VL/TL, BaL/TL, Kruskal-Wallis, p>0,05) δεν επηρεάστηκαν σημαντικά από την θερμοκρασία. Η θερμοκρασία πρώιμης ανάπτυξης επηρέασε σημαντικά τη συχνότητα των δυσπλασιών του ουραίου πτερυγίου, η οποία παρουσίασε μείωση με την αύξηση της θερμοκρασίας από τους 17 στους 20-23 °C (G-test, p<0,05). Σημαντική ήταν επίσης η επίδραση της θερμοκρασίας στη συχνότητα των γναθικών δυσπλασιών, η οποία αυξήθηκε σημαντικά με την αύξηση της θερμοκρασίας από τους 17-20 °C στους 23 °C (G-test, p<0,05). Δεν παρατηρήθηκε κάποια σημαντική διαφοροποίηση στην συχνότητα των δυσπλασιών του βραγχιακού επικαλύμματος μεταξύ των πειραματικών πληθυσμών (G-test, p>0,05). Από την εφαρμογή της γεωμετρικής μορφομετρικής ανάλυσης στα καταχωρηθέντα δεδομένα, καταδείχτηκε η εμφανής επίδραση των αρχικών συνθηκών θερμοκρασίας στο σχήμα του σώματος των νυμφών κατά το στάδιο της μεταμόρφωσης (Pearson r = 0,36, p<0,05). Τα αποτελέσματα της επίδρασης της θερμοκρασίας κατά την πρώιμη ανάπτυξη συζητούνται με αναφορά στις ταυτοποιημένες σκελετικές δυσπλασίες των εκτρεφόμενων ψαριών και την μετάβαση των άγριων πληθυσμών στην παράκτια ζώνη. Στο 3ο Κεφάλαιο της διατριβής μελετήθηκε η τυπολογία, η συχνότητα εμφάνισης και οι πιθανοί γενεσιουργοί παράγοντες των σκελετικών δυσπλασιών που εμφανίζουν ιχθύδια τσιπούρας σε ιχθυογεννητικούς σταθμούς τσιπούρας. Εξετάστηκαν συνολικά, 74 πληθυσμοί νυμφών τσιπούρας, από 4 σταθμούς για την παρουσία σκελετικών δυσπλασιών (ποιοτικός έλεγχος) και παρακολουθήθηκε το ιστορικό εκτροφής τους. Τα αποτελέσματα αναλύθηκαν συνδυαστικά με τις εφαρμοζόμενες συνθήκες εκτροφής για τον προσδιορισμό των δυνητικά κρίσιμων παραμέτρων για τη φυσιολογική ανάπτυξη του σκελετού των ψαριών. Η ανάλυση περιέλαβε επίσης και άλλους σημαντικούς βιολογικούς δείκτες απόδοσης, όπως το μέσο ποσοστό επιβίωσης, ο ρυθμός φυσιολογικής ανάπτυξης της νηκτικής κύστης και την ετερογένεια του μεγέθους των ψαριών. Οι συχνότερες σκελετικές δυσπλασίες που εμφανίστηκαν στην ηλικία λήψης των δειγμάτων (39±6 ημέρες μετά την εκκόλαψη, dph) ήταν η προς τα έσω αναδίπλωση του βραγχιακού επικαλύμματος και η βράχυνση της άνω γνάθου (pugheadedness) με μέση συχνότητα (±SD) 11,3±17,9 και 6,0±7,2%, αντίστοιχα. Επίσης, παρατηρήθηκαν σε εξαιρετικά χαμηλή συχνότητα (≤1%) δυσπλασίες που επηρέασαν την άνω και κάτω (crossbite) γνάθο, το ραχιαίο (σύνδρομο saddleback) και το ουραίο πτερύγιο καθώς και τη σπονδυλική στήλη. Τέλος, αναδείχτηκε, ένας νέος τύπος δυσπλασίας, το σύνδρομο απορρόφησης οστού των ακτίνων, ray-resorption syndrome (RSS), σε 7 από τους 74 νυμφικούς πληθυσμούς τσιπούρας που εξετάστηκαν. Το RSS εντοπίστηκε στις ακτίνες και στα λεπιδοτρίχια όλων των πτερυγίων με τη μορφή ενός ακανόνιστου μωσαϊκού σχεδίου οστεοποίησης, με υψηλή συχνότητα (περίπου > 90% ). Το καταγεγραμμένο μέσο ποσοστό της φυσιολογικής πλήρωσης της νηκτικής κύστης ήταν 92,3±7,4%, το μέσο ποσοστό επιβίωσης ήταν 25,9±21,0% και η μέση παραγωγικότητα ήταν 43,2±44,5 ιχθύδια ανά μονάδα όγκου (L) της δεξαμενής εκτροφής των νυμφών. Η ανάλυση ταξινομικών δένδρων (Classification Tree Analysis, CTa) υπέδειξε έξι μεταβλητές εκτροφής ως δυνητικά σημαντικές για την πρόκληση της βράχυνσης της άνω γνάθου, έξι μεταβλητές για τις δυσπλασίες του ουραίου πτερυγίου και 10 μεταβλητές για το ποσοστό επιβίωσης των ψαριών. Για τη δυσπλασία του βραγχιακού επικαλύμματος (προς τα έσω αναδίπλωση) δεν υποδείχθηκε κανένας πιθανός γενεσιουργός παράγοντας. Τα αποτελέσματα συζητούνται σε σχέση με την πιθανή χρήση τους στον έλεγχο σκελετικών δυσπλασιών στους ιχθυογεννητικούς σταθμούς, καθώς και για τη συγκριτική αξιολόγηση των μεθόδων εκτροφής, εντός και μεταξύ διαφορετικών σταθμών. Στο 4ο Κεφάλαιο εξετάσθηκε η δυνατότητα επιδιόρθωσης των δυσπλασιών των γνάθων (βράχυνση άνω και κάτω γνάθου) της τσιπούρας κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης. Επιπλέον ελέγχθηκε η χρησιμότητα απλών μορφομετρικών δεικτών (γωνίες) στη συσχέτιση της έντασης των δυσπλασιών της άνω γνάθου στο στάδιο των ιχθυδίων με τη μορφολογική ποιότητα των ψαριών κατά την εξαλίευση από τους κλωβούς. Στις 123 ημέρες μετά την εκκόλαψη (dph, 50-80 mm τυπικό μήκος σώματος, SL) επιλέχθηκαν 200 άτομα με φυσιολογική μορφολογία κεφαλής (N) και 400 ατομα με δυσπλασίες στην άνω και κάτω γνάθο (Abn) και τοποθετήθηκαν σε μία κοινή δεξαμενή. Στις 162 dph (60-100 mm SL), 526 ιχθύδια (N+Abn) σημάνθηκαν ηλεκτρονικά, φωτογραφήθηκαν και μεταφέρθηκαν σε έναν κλωβό πάχυνσης έως τις 514 dph (150-280 mm SL). Στις 162 dph, κατά την εξέταση των φωτογραφιών, παρατηρήθηκαν δύο διαφορετικοί τύποι δυσπλασιών της άνω γνάθου. Ο τύπος "Kub" που χαρακτηρίστηκε από βράχυνση της άνω γνάθου και ευδιάκριτες δυσπλασίες στο γναθικό και προγναθικό οστό, και ο τύπος ‘Par’ που χαρακτηρίστηκε από βράχυνση της άνω γνάθου, χωρίς ωστόσο ορατές παραμορφώσεις των γναθικών και προγναθικών οστών. Η εξατομικευμένη παρακολούθηση των ιχθύων έδειξε ότι το 38,2% των ατόμων με αρχικά (162 dph) δυσπλασία τύπου ‘Par’ εμφάνισε απόλυτα φυσιολογικό φαινότυπο μέχρι το τέλος της εκτροφής (514 dph). Για πρώτη φορά καταγράφεται η επιδιόρθωση δυσπλασίας τύπου ‘Par’ στην άνω γνάθο των εκτρεφόμενων πληθυσμών τσιπούρας. Στις 514 dph, τα άτομα με βράχυνση της κάτω γνάθου (Lj) παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από τα φυσιολογικά άτομα (G-test, p<0,05). Οι απλοί μορφομετρικοί δείκτες που εξετάστηκαν στη δειγματοληπτική ηλικία 162 dph, διέκριναν τα φυσιολογικά (N) ενήλικα άτομα από το 50% έως το 82% (ανάλογα με το δείκτη) των ατόμων με δυσπλασία ‘Par’. Στη δειγματοληπτική ηλικία των 514 dph, οι μορφομετρικοί δείκτες διέκριναν τα φυσιολογικά (N) άτομα από το 47 % έως το 97% των ατόμων με δυσπλασία ‘Par’. Τα αποτελέσματα συζητούνται σε σχέση με την επιδιόρθωση της εξωτερικής μορφολογίας των γνάθων κατά τη διάρκεια της περιόδου πάχυνσης, και την ανάγκη σχετικών τροποποιήσεων των κριτηρίων ποιοτικού ελέγχου των εκτρεφόμενων ιχθυδίων τσιπούρας. Στο 5ο Κεφάλαιο εξετάζεται η ανάπτυξη μιας νέας σκελετικής δυσπλασίας στο λαβράκι, και τη διαφοροποίησή της από το γνωστό σύνδρομο έλλειψης του ραχιαίου πτερυγίου (Saddleback Syndrome). Η νέα κατάσταση ονομάσθηκε σύνδρομο απορρόφησης του οστού των ακτίνων (Ray Resorption Syndrome, RSS) και αναπτύχθηκε μετά την ολοκλήρωση της οντογένεσης του σκελετού (21,0-22,3 mm τυπικό μήκος σώματος, SL), επί αρχικά φυσιολογικά αναπτυγμένων πτερυγίων οδηγώντας στην εκτεταμένη απώλεια των πτερυγίων. Σύμφωνα με τον πειραματικό σχεδιασμό, το κεφαλαίο αυτό είχε στόχο τη μελέτη της επίδρασης της θερμοκρασίας του νερού (14, 17, 20°C) κατά την αυτότροφη οντογενετική περίοδο (εμβρυικό και λεκιθοφόρο νυμφικό στάδιο) στην ανάπτυξη των σκελετικών δυσπλασιών και στην αερόβια κολυμβητική ικανότητα των μεταμορφούμενων νυμφών λαβρακιού. Μετά την αυτότροφη περίοδο, όλα τα ψάρια υποβλήθηκαν σε κοινή θερμοκρασία (17°C) μέχρι το στάδιο του ιχθυδίου (40 mm SL). Στο μέσο της μεταμόρφωσης (περίπου 15 mm SL & 49 dpf), τα ψάρια παρουσίασαν φυσιολογικά αναπτυγμένα πτερύγια και παρατηρήθηκε ότι η συχνότητα των διάφορων σπονδυλικών δυσπλασιών επηρεάστηκε σημαντικά από την θερμοκρασία πρώιμης ανάπτυξης και ήταν συγκριτικά αυξημένη στους 20 oC (G-test, p<0,05). Η πιο συχνή δυσπλασία, που όμως δεν φαίνεται να επηρεάστηκε από τη θερμοκρασία, ήταν η επιμήκυνση της κάτω γνάθου (elongated lower jaw). Με μη σημαντικές διαφορές αναπτύχθηκαν, δυσπλασίες του ουραίου πτερυγίου (27±21,2%) και το σύνδρομο Saddleback (1±1,4) στις τρεις θερμοκρασίες (G-test, p > 0,05). Κατά τη διάρκεια των πειραμάτων μελέτης της κρίσιμης ταχύτητας κολύμβησης έγινε αντιληπτή η έλλειψη τμημάτων των ακτίνων του ουραίου πτερυγίου, γεγονός που οδήγησε στον τερματισμό των σχετικών πειραμάτων και στην έναρξη της διερεύνησης του φαινομένου. Ωστόσο 19 ημέρες αργότερα (21 mm SL & 49 dpf), το RSS άρχισε να εμφανίζεται στις σκληρές ακτίνες και στα λεπιδοτρίχια όλων των πτερυγίων και χαρακτηρίσθηκε από απώλεια των ακτίνων με τη μορφή ενός ακανόνιστου, μωσαϊκού οστεοποίησης. Η έλλειψη των ακτίνων εμφανίστηκε στα 21 mm SL (68 dpf) για το ραχιαίο, εδρικό και κοιλιακά πτερύγια, ενώ για το ουραίο εμφανίστηκε στα 40 mm SL. Το ραχιαίο πτερύγιο επηρεάστηκε περισσότερο (55-84%), ακολούθησαν τα κοιλιακά (27-53%) και το εδρικό πτερύγιο (7-17%). Μικροσκοπικά, το RSS παρατηρήθηκε σε όλα τα πτερύγια με τη μορφή εστιών απορρόφησης οστού, διάσπαρτων κατά μήκος των ακτίνων και των λεπιδοτριχίων. Στις 98 dpf (40 mm SL), η έλλειψη των ακτίνων κορυφώθηκε επηρεάζοντας το ραχιαίο (74-83%) και το ουραίο πτερύγιο (71-94%). Η εξέταση των ακτίνων με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης έδειξε την παρουσία ανόργανων και αποδομημένων περιοχών που μοιάζουν με ενεργά κέντρα απορρόφησης οστού. Σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν στην εμφάνιση του RSS σε όλα τα πτερύγια μεταξύ των διαφορετικών θερμοκρασιακών ομάδων. Τα αποτελέσματα συζητούνται σε σχέση με την εμφάνιση νέων δυσπλασιών στους ιχθυογεννητικούς σταθμούς και τους πιθανούς παράγοντες που δρουν κατά την διάρκεια της εκτροφής. Το 6ο Κεφάλαιο περιλαμβάνει τη συνδυαστική συζήτηση των αποτελεσμάτων των κεφαλαίων 2-5.Skeletal deformities and phenotypic plasticity are important sources of phenotypic variation in farmed populations, and arise from the interaction of environmental and genetic factors. In response to environmental conditions, fish modify their phenotype in the early stages of their development either in adaptive (phenotypic plasticity) or non-adaptive (skeletal deformities) ways. Chapter 1 of the doctoral thesis is a general introduction, in which the two sources of phenotypic variation in farmed fish populations are presented. Initially, the ways in which phenotypic plasticity and deformities affect the phenotype of fish are analyzed. Then, reference is made to the importance, types, causative factors and ways to deal with skeletal deformities in fish hatcheries. The ability to repair deformities is then investigated, as well as the emergence of new types of skeletal deformities. The correlation between aerobic swimming ability and the development of skeletal deformities is then described, and reference is made to larval rearing techniques and the basic phases of fish production in modern Mediterranean aquaculture. Finally, the objectives of the doctoral thesis are summarized. In Chapter 2 of this doctoral thesis, the effect of water temperature (17, 20, 23°C) during the autotrophic period (embryonic and yolk-sac larval period) on the development of skeletal deformities and on the aerobic swimming ability of metamorphosing sea bream larval is examined. After the consumption of the yolk-sac reserves, all fish were subjected to a common temperature (20°C) at a total length TL, ~4 mm. Regarding the aerobic swimming ability of metamorphosing larval (18.4-19.1 mm total length, TL), individuals developed at 17 οC exhibited significantly higher relative critical swimming speed (RUcrit, 9.7±0.6 TLs-1) than those at 20 οC (8.7±0.6 TLs-1) and 23 °C (8.8±0.7 TLs-1) (Kruskal-Wallis and Mann-Whitney U test, p<0.05). In addition, this group presented a comparatively elongated body shape, with a terminal mouth position and ventrally displaced pectoral fins as well as an increased size of the height of the ventral depth (VD/TL, Kruskal-Wallis and Mann-Whitney U test, p0.05), and the relative dimensions of the ventricle and bulbar (VL/TL, BaL/TL, Kruskal-Wallis, p>0.05) were not significantly affected by temperature. Early growth temperature significantly affected the frequency of caudal fin deformities, which decreased with increasing temperature from 17 to 20-23 °C (G-test, p<0.05). The effect of temperature on the frequency of jaw deformities was also significant, which increased significantly with the increasing temperature from 17-20 °C to 23 °C (G-test, p<0.05). No significant differences were observed in the frequency of gill cover deformities between experimental populations (G-test, p>0.05). By applying geometric morphometric analysis to the recorded data, the apparent effect of initial temperature conditions on the body shape of the larvae during the metamorphosis stage was demonstrated (Pearson r = 0.36, p<0.05). The results of the effect of temperature during early development are discussed with reference to the identified skeletal deformities of farmed fish and the transition of wild populations to the coastal zone. In Chapter 3 of the thesis, the typology, frequency of occurrence and possible causative factors of skeletal deformities in sea bream fish in private sea bream hatcheries were studied. A total of 74 populations of sea bream larval from four commercial hatcheries were examined for the presence of skeletal deformities (quality control) and their rearing history was monitored. The results were analyzed in combination with the applied rearing conditions to determine the potentially critical parameters for the normal development of the fish skeleton. The most common skeletal deformities occurring at the sampling age (39±6 days post-hatch, dph) were inward folding of the gill cover and pugheadedness with a mean frequency (±SD) of 11.3±17.9 and 6.0±7.2%, respectively. Also, extremely low frequency (≤1%) of deformities affecting the upper and lower jaw (crossbite), the dorsal (saddleback syndrome) and the caudal fin, as well as the spine, were observed. Finally, a new type of deformity, ray-resorption syndrome (RSS), was identified in 7 of the 74 bream larval populations examined. RSS was detected in the rays and lepidotrichia of all fins in the form of an irregular mosaic pattern of ossification, with a high frequency (approximately > 90% in each sample). The recorded rate of normally inflated swim bladder was 92.3±7.4%, the average survival rate was 25.9±21.0% and the average productivity was 43.2±44.5 fish per unit volume (L) of the larval rearing tank. Classification Tree Analysis (CTa) indicated six husbandry variables as potentially important in causing maxillary shortening, six variables for caudal fin deformities and 10 variables for fish survival rate. No predictive factor was identified for gill cover deformity (inward folding). The results are discussed in relation to their potential use in the control of skeletal deformities by hatcheries, as well as for the comparative evaluation of rearing methods, within and between different commercial hatcheries. In Chapter 4, the possibility of recovery jaw deformities (shortening of the upper and lower jaws) of sea bream during body growth was examined. In addition, the usefulness of simple morphometric indices (angles) in correlating the severity of upper jaw deformities at the juvenile stage with the morphological quality of the fish when harvested from the cages was tested. At 123 days post hatching (dph, 50-80 mm standard length, SL) 200 individuals with normal jaw morphology (N) and 400 individuals with short and upper jaw deformities (Abn) were selected and placed in a common tank. At 162 dph (60-100 mm SL), 526 fish (N+Abn) were pit-tagged, photographed and transferred to a sea cage for on-growing until 514 dph (150-280 mm SL). At 162 dph, upon examination of the photographs, two different types of upper jaw were observed. The ‘Kub’ type, was characterized by shortening of the maxilla and distinct deformities in the maxillary and premaxillary bones, and the ‘Par’ type, was characterized by shortening of the maxilla, but without visible deformities of the maxillary and premaxillary bones. Individual monitoring of the fish showed that 38.2% of individuals with initial (162 dph) ‘Par’-type deformity showed a completely normal phenotype by the end of the rearing (514 dph). For the first time that the repair of a ‘Par’ type upper jaw deformity in the maxilla of farmed sea bream populations is recorded. At 514 dph, individuals with shorter lower jaw (Lj) showed significantly higher mortality rates than normal individuals (G-test, p<0.05). The simple morphometric indices examined at the sampling age of 162 dph, distinguished normal (N) adults from 50% (angle 153°) to 82% (angle 123°) of individuals with deformity (Abn-‘Par’). At the sampling age of 514 dph, the simple morphometric indices distinguished normal (N) fish from 47% (angle 153°) to 97% (angle 123°) of individuals with deformity (Abn-‘Par’). The results are discussed in relation to the recovery of the external morphology of the jaws during the on-growing period, and the need for relevant modifications to the quality control criteria of farmed sea bream fish. Chapter 5 examines the development of a new skeletal deformity in sea bass, and its differentiation from the well-known Saddleback Syndrome. The new condition was named Ray Resorption Syndrome (RSS) and developed after the completion of skeletal development (21.0-22.3 mm standard body length, SL), on initially normally developed fins, leading to extensive fin loss. According to the experimental design, the experiments of this chapter initially aimed to study the effect of water temperature (14, 17, 20°C) during the autotrophic ontogenetic period (embryonic and yolk-sac larval period) on the development of skeletal deformities and on the aerobic swimming to a common temperature (17°C) until the juvenile stage (40 mm SL). At the middle of metamorphosis, (approximately 15 mm SL, 49 dpf), the fish presented normally developed fins and it was observed that the frequency of various vertebral deformities was significantly affected by the early development temperature and was comparatively increased at 20 °C (G-test, p<0.05). The most frequent deformity without a significant effect of temperature was elongated lower jaw. With non- significant differences, caudal fin deformities (27±21.2%) and Saddleback syndrome (1±1.4) developed at the three temperatures (G-test, p > 0.05). During the experiments assessing the critical swimming speed, the lack of parts of the caudal fin rays was noticed, which led to the termination of the relevant experiments and the initiation of the investigation of the phenomenon. However, 19 days later (21 mm SL & 49 dpf), RSS began to appear in the hard rays and lepidotrichia of all fins and was characterized by the loss of rays in the form of an irregular, mosaic ossification. The absence of rays appeared at 21 mm SL (68 dpf) for the dorsal, anal and pelvic fins while for the caudal it appeared at 40 mm SL. The dorsal fin was most affected (55-84%), followed by the pelvic (27-53%) and anal fin (7-17%). Microscopically, RSS was observed in all fins in the form of areas of bone resorption, scattered along the rays and lepidotrichia. At 98 dpf (40 mm SL), the lack of rays peaked, affecting the dorsal (74-83%) and caudal fins (71-94%). Examination of the rays with a scanning electron microscope showed the presence of inorganic and destructured areas resembling active bone resorption centers. Significant differences were observed in the occurrence of RSS in all fins between the different temperature groups. The results are discussed in relation to the occurrence of new deformities in hatcheries and the possible factors acting during rearing. Chapter 6 includes the combined discussion of the results of chapters 2-5

    The emotion of disgust in Apuleius' Metamorphoses

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το συναίσθημα της αηδίας στις Μεταμορφώσεις  του Απουλήιου. Το έργο αφηγείται τις περιπέτειες του Λούκιου, ενός νεαρού μορφωμένου άνδρα που, παρακινημένος από την έντονη περιέργειά του για τη μαγεία, μεταμορφώνεται κατά λάθος σε γάιδαρο. Αντικείμενο μελέτης της εργασίας είναι η εκδήλωση της αηδίας από τον Λούκιο‑γάιδαρο και η σχέση ανάμεσα στο ανθρώπινο και το ζωώδες, καθώς η αηδία εκφράζεται από ένα υβριδικό ον που συνδυάζει χαρακτηριστικά τόσο ζώου όσο και ανθρώπου. Μεθοδολογικά, υιοθετείται η θεωρία περί πρωτογενούς και δευτερογενούς αηδίας και η μελέτη του συναισθήματος μέσω των σεναρίων αηδίας (scripts). Η έρευνα αναδεικνύει ότι η έκφραση ή μη της αηδίας μπορεί να αποτελέσει μέσο ηθογραφίας και κατανόησης του πρωταγωνιστή Λούκιου, όπως και των άλλων χαρακτήρων του μυθιστορήματος, καθώς και να φωτίσει την αντίθεση ανθρώπου-ζώου και τον ρόλο της στις Μεταμορφώσεις. Συγκεκριμένα, στον κόσμο των Μεταμορφώσεων, όσοι εκφράζουν την αηδία τους είναι άνθρωποι, ενώ όσοι δεν την εκφράζουν είναι κτήνη.This thesis examines the emotion of disgust in Apuleius’ Metamorphoses. The novel narrates the adventures of Lucius, a young, educated man who, driven by his intense curiosity about magic, is accidentally transformed into a donkey. The focus of the study is the expression of disgust by Lucius-ass and the interplay between human and animal, as disgust is experienced and articulated by a hybrid being that combines traits of both. Methodologically, the research adopts the theory of primary and secondary disgust, along with the analysis of emotional “scripts.” The study shows that the presence or absence of disgust can serve as a means of characterization and a key to understanding Lucius’ development as well as the other characters of the novel, while also shedding light on the human-animal divide and its significance within the Metamorphoses. Specifically, in the world of the Metamorphoses, those who express their disgust are human, while those who do not are beasts

    The relationship between students well-being and learning motivationin Secondary Education

    No full text
    Η παρούσα μελέτη διερεύνησε τη σχέση μεταξύ της ευημερίας και των κινήτρων μάθησης σε μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εστιάζοντας στο θεωρητικό μοντέλο PERMA της Θετικής Ψυχολογίας. Σκοπός ήταν να εξεταστεί πώς τα επιμέρους γνωρίσματα της ευημερίας (θετικά συναισθήματα, δέσμευση, σχέσεις, νόημα, επίτευγμα) επηρεάζουν την παρώθηση, την αυτοαποτελεσματικότητα και τις στρατηγικές αυτορρύθμισης των μαθητών. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη χρήση ερωτηματολογίων σε δείγμα μαθητών και τα αποτελέσματα ανέδειξαν θετικές συσχετίσεις μεταξύ ευημερίας και κινήτρων, καθώς και αρνητική επίδραση του άγχους και των αρνητικών συναισθημάτων στη μαθησιακή συμπεριφορά. Ιδιαίτερη σημασία είχε η διαπίστωση ότι η παρώθηση προβλέπει την αυτοαποτελεσματικότητα, ενώ οι γνωστικές στρατηγικές προβλέπουν την αυτορρύθμιση. Επίσης, παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις ανά φύλο, με τα κορίτσια να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα άγχους. Η μελέτη καταλήγει με προτάσεις για την ενσωμάτωση παρεμβάσεων θετικής ψυχολογίας στην εκπαιδευτική πράξη, με στόχο τη συνολική ενίσχυση της ψυχολογικής και μαθησιακής ανάπτυξης των παιδιών.This study explored the relationship between student well-being and learning motivation in secondary education, based on the PERMA model of Positive Psychology. The aim was to examine how the individual elements of well-being (positive emotions, engagement, relationships, meaning, and accomplishment) influence students’ motivation, self-efficacy, and self-regulated learning strategies. Data were collected through questionnaires administered to a sample of primary school students. The findings revealed positive correlations between well-being and learning motivation, as well as a negative impact of anxiety and negative emotions on students’ learning behavior. Notably, motivation was found to be a significant predictor of self-efficacy, while cognitive strategies predicted self-regulation. Gender differences also emerged, with girls reporting higher levels of anxiety. The study concludes with suggestions for incorporating positive psychology interventions into educational practices to enhance students’ psychological well-being and academic engagement. Overall, the results highlight the importance of promoting well-being as a key factor in improving learning motivation and outcomes in school settings

    The lived experience of heroin use in the context of a Supervised Consumption Site: an interpretative-phenomenological analysis

    Get PDF
    Οι Χώροι Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ) λειτουργούν στο πλαίσιο της πρακτικής της μείωσης της βλάβης, παρέχοντας σε άτομα που κάνουν χρήση ψυχοδραστικών ουσιών ένα ασφαλές και ελεγχόμενο περιβάλλον προκειμένου να πραγματοποιήσουν αυτή τη χρήση. Ο πρώτος ΧΕΧ στην χώρα μας εγκαινιάστηκε το 2022, στο κέντρο της Αθήνας. Έως σήμερα, δεν έχει πραγματοποιηθεί επαρκής ερευνητική δραστηριότητα στο πλαίσιο του εν λόγω ΧΕΧ, πόσο μάλλον ποιοτικού χαρακτήρα. Η συγκεκριμένη διπλωματική εργασία αποσκοπεί στην διερεύνηση της βιωμένης εμπειρίας της χρήσης ηρωίνης εντός αυτού του πλαισίου. Απώτερος στόχος της συγκεκριμένης μελέτης αποτελεί η παροχή βήματος για το άκουσμα της φωνής της ίδιας της κοινότητας χρηστών ψυχοδραστικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωίνης, και η συνεπάγουσα ενημέρωση των πολιτικών μείωσης της βλάβης και των σχετικών παρεχόμενων υπηρεσιών, προκειμένου να ανταποκρίνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στα βιώματα και τις ανάγκες του πληθυσμού που καλούνται να εξυπηρετήσουν. Για τους σκοπούς της έρευνας, πραγματοποιήθηκαν 9 ημιδομημένες συνεντεύξεις με άτομα τα οποία αξιοποιούν το ΧΕΧ προκειμένου να προβούν σε χρήση ηρωίνης. Η μέθοδος ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκε είναι η Ερμηνευτική Φαινομενολογική Ανάλυση (ΕΦΑ), η οποία επιτρέπει την μελέτη των νοηματοδοτήσεων των ίδιων των υποκειμένων όσον αφορά στην εμπειρία τους, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψιν την αναπόφευκτη επιρροή της ερμηνείας του ερευνητή στην ανάλυση. Τα ευρήματα που προέκυψαν από την ανάλυση αποτυπώνονται μέσω των εξής ενοτήτων: α) Η «δομή» της επιβίωσης, β) Στο κατώφλι: μεταξύ περιθωρίου και αποδοχής, γ) Οικοδομώντας εναλλακτικές σχέσεις: υποστήριξη και εμπόδια, δ) Ρωγμές προς το φως: το ενδεχόμενο της ηθικής ανασυγκρότησης και της απεξάρτησης. Ο ΧΕΧ αναδείχθηκε ως ένας πολυδύναμος και πολυδιάστατος χώρος, μία σημαντική λειτουργία του οποίου φάνηκε να είναι η κάλυψη βασικών αναγκών των χρηστών ηρωίνης. Οι χρήστες ηρωίνης φάνηκε να τον νοηματοδοτούν ως έναν χώρο ενδιάμεσο του «μέσα» και του «έξω», με την εμπειρία τους εντός αυτού να καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Τέλος, μέσω της πολυδιάστατης λειτουργίας του, ο ΧΕΧ αναδείχθηκε ως ένας εν δυνάμει σταθμός μεταξύ της ενεργούς χρήσης ηρωίνης και της απεξάρτησης, γεγονός που τονίζει τη σημασία της ενσωμάτωσής του σε ένα ευρύ δίκτυο θεραπευτικών επιλογών και υπηρεσιών προκειμένου να μπορεί να αποτελεί κόμβο υποστήριξης των ατόμων που κάνουν χρήση ηρωίνης και ευρύτερα ψυχοδραστικών ουσιών.Supervised Consumption Sites (SCS) operate within the framework of harm reduction practices, providing individuals who use psychoactive substances with a safe and controlled environment to engage in such use. The first SIF in Greece was inaugurated in 2022 in the center of Athens. To date, there is a paucity of research emanating from Greece focusing on heroin users’ experiences of use in the SCS context. The ultimate goal of this study is to provide a platform for the voice of the community of users of psychoactive substances, and specifically heroin, to be heard, and the consequently to update harm reduction policies and the relevant services provided, so that they are able to respond to the experiences and needs of the population they are called upon to serve, in the best possible way. This thesis aims to explore the lived experience of heroin use within the SCS. For the purposes of the research, 9 semi-structured interviews were conducted with individuals who used the SCS for heroin use. The method of analysis employed is Interpretative Phenomenological Analysis (IPA), which allows for the study of participants' own interpretations of their experiences while simultaneously acknowledging the inevitable influence of the researcher's interpretations. The findings that emerged from the analysis are captured through the following sections: a) The “structure” of survival, b) On the threshold: between marginalization and acceptance, c) Building alternative relationships: support and obstacles, d) Cracks towards the light: the possibility of moral reconstruction and rehabilitation. The SCS emerged as a multi-faceted and multi-dimensional space, an important function of which seemed to be the coverage of heroin users’ basic needs. Participants seemed to give it meaning as a space between the “inside” and the “outside”, with their experience within it being largely determined by the social relations that develop in its context. Finally, through its multi-faceted function, the SCS emerged as a potential station between active heroin use and rehabilitation, which emphasizes the importance of its integration into a broad network of therapeutic options and services in order to be a hub of support for people who use heroin and psychoactive substances in general

    Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην απορρύθμιση του μεταβολισμού των λιπιδίων και της μιτοφαγίας στην νέκρωση και στον νευροεκφυλισμό

    No full text
    Ο ενεργειακός μεταβολισμός ολόκληρου του σώματος ρυθμίζεται σε μεγάλο ποσοστό από μια υπεροικογένεια πυρηνικών ορμονικών υποδοχέων, γνωστών ως υποδοχείς που ενεργοποιούνται από τους πολλαπλασιαστές υπεροξειδιοσωμάτων (PPARs), οι οποίοι λειτουργούν ως αισθητήρες λιπιδίων. Η απορρύθμιση του κυτταρικού ενεργειακού μεταβολισμού αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα πολλών νευροεκφυλιστικών διαταραχών. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ενεργοποίηση των PPARs από φυσικούς ή συνθετικούς συνδέτες, όπως οι θειαζολιδινεδιόνες (TZDs), έχει αποδειχθεί ότι παρέχει νευροπροστασία και προάγει την ανάπτυξη των νευρώνων, τόσο σε κυτταροκαλλιέργειες όσο και σε μοντέλα ποντικών με νευροεκφυλιστικές ασθένειες. Ωστόσο, οι μοριακοί μηχανισμοί που μεσολαβούν αυτή τη νευροπροστασία παραμένουν ασαφείς. Υποθέσαμε ότι οι PPARs λειτουργούν ως κρίσιμος σύνδεσμος μεταξύ της λειτουργίας των μιτοχονδρίων και του μεταβολισμού των λιπιδίων, τόσο σε φυσιολογικές συνθήκες όσο και σε παθολογικές καταστάσεις. Για να διερευνήσουμε αυτή την υπόθεση, χαρακτηρίσαμε λειτουργικά τον ορθόλογο του PPARγ πυρηνικό υποδοχέα στο Caenorhabditis elegans (C. elegans), ένα ιδιαίτερα ευέλικτο γενετικό μοντέλο οργανισμού, κατάλληλο για την αποσαφήνιση αυτών των μηχανισμών και της πιθανής τους συντήρησης σε ανώτερους οργανισμούς. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν έντονα ότι ο πυρηνικός ορμονικός υποδοχέας SEX-1 αποτελεί τον λειτουργικό ορθόλογο του PPARγ στον νηματώδη C. elegans. Ταυτοποιήσαμε τον SEX-1 ως κύριο ρυθμιστή του συστηματικού μεταβολισμού, με καθοριστικό ρόλο στον μεταβολισμό των λιπιδίων και στην ομοιόσταση των λιπιδικών σταγονιδίων (LDs). Επιπλέον, ο SEX-1 διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στον ποιοτικό έλεγχο των μιτοχονδρίων, ρυθμίζοντας την ισορροπία μεταξύ μιτοφαγίας και μιτοχονδριακής βιογένεσης. Τα δεδομένα μας αποκαλύπτουν επίσης ότι ο SEX-1 ελέγχει τη διασταύρωση μεταξύ μιτοχονδρίων και LDs, διατηρώντας έτσι τη μεταβολική ομοιόσταση. Συγκεκριμένα, ο SEX-1 ρυθμίζει άμεσα το μέγεθος, τον αριθμό, τη λειτουργία και την αλληλεπίδραση των LDs και των μιτοχονδρίων, υπογραμμίζοντας τη σημασία του για τον κυτταρικό μεταβολισμό. Εκτός από τις μεταβολικές του λειτουργίες, ο SEX-1 είναι απαραίτητος για την υγεία και τη λειτουργία των νευρώνων. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι ο SEX-1 απαραίτητος για τη διατήρηση της δομικής και λειτουργικής ακεραιότητας των θερμοαισθητήριων νευρώνων AFD, επηρεάζοντας τη θερμοταξία. Η μελέτη μας αποκαλύπτει έναν νέο σύνδεσμο μεταξύ του SEX-1, του μεταβολισμού των σφιγγολιπιδίων—μέσω των γονιδίων mlt-8 και sms-5—και της δυναμικής των νευρωνικών LDs. Συνολικά, η μελέτη μας αναδεικνύει τον SEX-1 ως έναν κρίσιμο ρυθμιστή της μεταβολικής και νευρωνικής ομοιόστασης, παρέχοντας νέες γνώσεις σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ του μεταβολισμού των λιπιδίων, της λειτουργίας των μιτοχονδρίων και της νευροπροστασίας. Αυτά τα ευρήματα ενισχύουν την κατανόηση των μηχανισμών που μεσολαβούνται από τους PPARs και ενδέχεται να έχουν μεταφραστική σημασία για την ανάπτυξη θεραπευτικών στρατηγικών που στοχεύουν στις μεταβολικές δυσλειτουργίες των νευροεκφυλιστικών ασθενειών.Whole-body energy metabolism in mammals is highly regulated by a superfamily of nuclear hormone receptors (NHRs), known as peroxisome proliferator-activated receptors (PPARs), whichact as lipid sensors. Dysregulation of cellular energy metabolism is a hallmark of many neurodegenerative disorders. Notably, activation of PPARs by natural or synthetic ligands, such as thiazolidinediones (TZDs), has been shown to confer neuroprotection and promote neuronal development in both cell cultures and mouse models of neurodegenerative diseases. However, the molecular mechanisms that mediate this neuroprotection remain elusive. We hypothesized that PPARs serve as a crucial link between alterations in mitochondrial function and lipid metabolism under both physiological and disease contexts. To investigate this, we searched for the putative orthologue of PPARγ in Caenorhabditis elegans, a highly malleable genetic model that holds promise for elucidating its mechanisms of action and their potential translation to higher organisms. Our results strongly suggest that the nuclear hormone receptor (NHR) SEX-1 is the functional orthologue of PPARγ in C. elegans. We identified SEX-1 as a master regulator of systemic metabolism, playing an important role in lipid metabolism and lipid droplet (LD) homeostasis. Furthermore, we show that SEX-1 has a central role in mitochondrial quality control, regulating the balance between mitophagy and mitochondrial biogenesis. In addition, we found that SEX-1 modulates the association between LDs and mitochondria, thereby maintaining metabolic homeostasis. Specifically, our findings show that SEX-1 controls the dynamics of LDs and mitochondria, including their size, number, function, and interaction between the two organelles. Consistent with its metabolic functions, our study reveals an essential role for SEX-1 in promoting neuronal health and function. We demonstrate that SEX-1 is required for maintaining the structural and functional integrity of AFD thermosensory neurons, thereby affecting thermotaxis. Finally, our findings uncover a novel link between SEX-1, sphingolipid metabolism – mediated through the mlt-8 and sms-5 genes – and neuronal LD dynamics. In summary, our work identifies SEX-1 as a critical regulator of metabolic and neuronal homeostasis, providing new insights into the interplay between lipid metabolism, mitochondrial function, and neuroprotection

    Ανάπτυξη νέων χημειότυπων μέσω αντιδράσεων πολλών συστατικών και μετατρέψιμων ισονιτριλίων

    No full text
    The purpose of the current work is the development of an efficient and scalable one-pot protocol for the synthesis of α-ketoamides through an α-hydroxyamide intermediate. The synthesis of α- ketoamides was achieved by utilizing a novel modified Passerini (P-3CR) reaction which gave rise to the α-hydroxyamide intermediates. Upon one-pot oxidation, the α-hydroxyamides were efficiently converted to the corresponding α-ketoamides. This protocol allowed for the formation of a library of α-ketoamides, bearing different functional groups, thus demonstrating its efficiency for hit or lead compound generation. To further highlight the bioactivity of the α-ketoamide scaffold, the synthesized adducts were screened for their ability to inhibit human 15-LOX.The purpose of the current work is the development of an efficient and scalable one-pot protocol for the synthesis of α-ketoamides through an α-hydroxyamide intermediate. The synthesis of α- ketoamides was achieved by utilizing a novel modified Passerini (P-3CR) reaction which gave rise to the α-hydroxyamide intermediates. Upon one-pot oxidation, the α-hydroxyamides were efficiently converted to the corresponding α-ketoamides. This protocol allowed for the formation of a library of α-ketoamides, bearing different functional groups, thus demonstrating its efficiency for hit or lead compound generation. To further highlight the bioactivity of the α-ketoamide scaffold, the synthesized adducts were screened for their ability to inhibit human 15-LOX

    The role of rhythm in the language development of preschool children

    No full text
    Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας διερευνηθεί κατά πόσο η γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών προσχολικής ηλικίας επηρεάζεται θετικά από την ενσωμάτωση δραστηριοτήτων στην προσχολική εκπαίδευση που έχουν ώς κύριο θέμα τους τον ρυθμό και την μουσική. Εξετάζεται επίσης, η άποψη και οι αντιλήψεις των νηπιαγωγών προσχολικής αγωγής ως προς την εφαρμογή τους και την χρήση τους στο καθημερινό πρόγραμμα. Για να απαντηθούν τα ερευνητικά ερωτήματα που έθεσα κατα την διάρκεια της έρευνάς μου, συλλέχθηκαν πληροφορίες από πρωτογενείς πηγές σχετικά με την γλωσσική ανάπτυξη, τον ρυθμό αλλά και την γλωσσική διδασκαλία του ρυθμού,καθώς και ανασκόπηση άλλων παλαιότερων ερευνών που είχαν γίνει. Επίσης, δημιουργήθηκε ένα ερωτηματολόγιο 27 ερωτήσεων που απευθύνεται σε 33 νηπιαγωγούς από το Ηράκλειο Κρήτης και την Αθήνα. Το ερωτηματολόγιο απαντήθηκε και μέσα από τα ευρήματα αυτά, συνειδητοποιούμε οτι το μεγαλύτερο ποσοστό των νηπιαγωγών προτιμούν να χρησιμοποιούν ρυθμικές και μουσικές δραστηριότητες στο εβδομαδιαίο τους πρόγραμμα, υποστηρίζοντας ότι πράγματι ο ρυθμός επηρεάζει θετικά την γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Συμπερασματικά, στη έρευνα αυτή κατανοούμε ότι οι περισσότεροι νηπιαγωγοί που συμμετείχαν σε αυτή, αν και δεν κατέχουν αρκετές επιμορφώσεις σχετικές με το ρυθμό και τις ρυθμικές δραστηριότητες στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, είναι πρόθυμοι και επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τέτοιου είδους δραστηριότητες. Αυτό γιατί, με την χρήση δραστηριοτήτων που περιέχουν παλαμάκια ή μουσική , όπως αναφέρουν και τις απαντήσεις τους, το παιδί βρίσκει περισσότερο ενδιαφέρον και παρακινείται να μάθει.The purpose of this thesis is to investigate whether the language development of preschool children is positively influenced by the incorporation of activities in preschool education that focus on rhythm and music. It also examines the views and perceptions of preschool teachers regarding their implementation and use in the daily program. In order to answer the research questions I posed during my research, information was collected from primary sources on language development, rhythm, and language teaching of rhythm, as well as a review of other previous studies that had been conducted. In addition, a 27-question questionnaire was created and distributed to 33 teachers from Heraklion, Crete and Athens. The questionnaire was answered, and based on the findings, we realize that the majority of teachers prefer to use rhythmic and musical activities in their weekly program, arguing that rhythm does indeed have a positive effect on the language development of preschool children. In conclusion, this study shows that most of the teachers who participated in it, although they do not have sufficient training in rhythm and rhythmic activities in the educational program, are willing and eager to use such activities. This is because, as they mention in their responses, the use of activities involving clapping or music makes learning more interesting and motivates children to lear

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇