University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Ο ρόλος του BRE1, ενός ενζύμου τροποποίησης της H2BUB, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο καρκίνου νευρικού συστήματος επαγώμενου από το NOTCH στη Δροσόφιλα

    No full text
    Το ένζυμο Bre1 στη Δροσόφιλα (ομόλογο του συμπλόκου RNF20/RNF40 των θηλαστικών) είναι υπεύθυνο για τη μονοουβικιτίνωση της ιστόνης H2B στη λυσίνη 120 (H2BUb). Αυτή η τροποποίηση συνδέεται με την επιμήκυνση της μεταγραφής και μειώνεται σημαντικά στις συνδέσεις ιντρονίων-εξονίων, μια διαδικασία που ευθύνεται για τη σταδιακή μείωση της H2BUb σε διαδοχικά ιντρόνια. Ισχυρές ενδείξεις υποδηλώνουν επίσης ότι το Bre1 και η H2Bub εμπλέκονται στη διαδικασία της διαφοροποίησης σε διάφορα είδη και σε διαφορετικούς ιστούς. Επιπλέον, το Bre1, τα USPs (ένζυμα που από-ουβικιτινώνουν την H2Bub) και η H2Bub έχουν αναφερθεί ότι διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην ογκογένεση. Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις που υποστηρίζουν τη λειτουργική αλληλεπίδραση μεταξύ του Bre1 και του μονοπατιού Notch, το οποίο, στην περίπτωση των όγκων του νευρικού συστήματος, λειτουργεί ως ογκογονίδιο. Παρά τα στοιχεία για την αλληλεπίδραση μεταξύ Bre1 και Notch και τον ρόλο του άξονα Bre1/H2Bub/USP στους καρκίνους του ανθρώπου, παραμένει άγνωστο πώς αυτός ο άξονας συμμετέχει στην ογκογένεση που προκαλείται στο νευρικό σύστημα από το Notch. Εδώ, αναφέρουμε τη χρήση ενός μοντέλου όγκου νευρικού συστήματος που προκαλείται από το Notch σε Drosophila melanogaster, σε συνδυασμό με χρώση ανοσοφθορισμού, δοκιμές επιβίωσης και πειράματα γονιδιωματικής για τη μελέτη των επιδράσεων των ρυθμιστών H2Bub στην έναρξη και την εξέλιξη του όγκου. Η παρούσα διατριβή αποκαλύπτει ότι η σίγηση του Bre1 οδηγεί σε εκτεταμένες πρωτογενείς υπερπλασίες και επιταχυνόμενη ανάπτυξη όγκων, πιθανώς λόγω της αναστροφής των τύπου II-προερχόμενων καρκινικών κυττάρων με χαρακτηριστικά πρώιμων νευρώνων σε καρκινικά κύτταρα με χαρακτηριστικά Intermediate Neural Precursor (INP). Η μελέτη αυτή αποκαλύπτει επίσης ότι η έλλειψη Bre1 ενισχύει την οξειδωτική φωσφορυλίωση, ενώ απορυθμίζει την κυτταρική ανάπτυξη και έχει επιπτώσεις στο μάτισμα του mRNA.Bre1 (Drosophila homolog of mammalian RNF20/RNF40 complex) is responsible for monoubiquitination of histone H2B at Lysine 120 (H2BUb). This modification has been closely linked with transcription elongation and is greatly reduced at intron-exon junctions, a process accounting for stepwise decrease of H2BUb in consecutive introns. Strong evidence also suggests that Bre1 and H2Bub are involved in differentiation across species and in different tissues. Moreover, Bre1, USPs (enzymes that counteract Bre1) and H2Bub have been long reported to have a crucial role in tumorigenesis. Moreover, there is evidence supporting functional crosstalk between Bre1 and Notch pathway, which, in the case of neural tumors, functions as an oncogene. Despite the evidence for cross-talk between Bre1 and Notch and the role of Bre1/H2Bub/USP axis in human cancers it is still unknown how this axis participates in Notch-induced tumorigenesis. Here, we report the use of a Drosophila melanogaster Notch-induced neural tumor model coupled with Immunofluorescence staining, survival assays and genomics to study the effects of H2Bub modulators on tumor initiation and progression. This thesis uncovers that silencing of Bre1 leads to extended primary hyperplasias and accelerated tumor growth probably due to reversion of type II-derived early-neuron-like tumor cells to Intermediate Neural Precursor (INP)-like tumor cells. This study also reveals that lack of Bre1 enhances oxidative phosphorylation while it deregulates cell growth and impairs splicing

    The use of biomedical enhancement technology in amyotrophic lateral sclerosis and bioethical issues.

    No full text
    Η νόσος ALS (Amyotrophic Lateral Sclerosis) ή Πλάγια Μυατροφική Σκλήρυνση που είναι ο κύριος εκπρόσωπος των νόσων του κινητικού νευρώνα (motor neuron disease) είναι μία νευροεκφυλιστική ασθένεια, η οποία επηρεάζει τα νευρικά κύτταρα του κινητικού συστήματος στον εγκέφαλο και τη σπονδυλική στήλη. Η νόσος εμφανίζεται σε όλες τις ηλικίες, σε όλες τις φυλές και στα δύο φύλα. Δεν είναι σαφές πού οφείλεται. Εκδηλώνεται ως αδυναμία των μυών. Η νόσος σε ένα μικρό ποσοστό εμφανίζεται ως κληρονομική, ενώ οι επιστήμονες ερευνούν ακόμη και το ενδεχόμενο να πρόκειται για αυτοάνοση αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος. Η "βιοϊατρική ενίσχυση" (biomedical enhancement) αναφέρεται στη χρήση ιατρικών και βιοτεχνολογικών μεθόδων για τη βελτίωση των φυσικών ή νοητικών δυνατοτήτων των ανθρώπων, πέραν της απλής θεραπείας ή πρόληψης ασθενειών. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει διάφορες τεχνικές, όπως η γενετική τροποποίηση, η νευροτεχνολογία, διάφορες φαρμακευτικές θεραπείες, και άλλες βιοτεχνολογικές παρεμβάσεις. Στόχος της βιοϊατρικής ενίσχυσης μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η βελτίωση της μνήμης, η αύξηση της φυσικής δύναμης ή αντοχής, η επιμήκυνση της ζωής, η βελτίωση της αντίληψης ή άλλες μορφές βελτίωσης των ανθρώπινων ικανοτήτων. Η βιοϊατρική ενίσχυση διαφέρει από την παραδοσιακή ιατρική, καθώς ο στόχος δεν είναι απλώς η θεραπεία ή η πρόληψη ασθενειών, αλλά η βελτίωση των υγιών λειτουργιών ή η προσθήκη νέων ικανοτήτων. Παρά τις προκλήσεις, η βιοϊατρική ενίσχυση προσφέρει επίσης ενδιαφέρουσες δυνατότητες για τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής. Για παράδειγμα, η βελτίωση της μνήμης ή της συγκέντρωσης μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους με νοητικές δυσκολίες ή να ενισχύσει τη μάθηση. Η αύξηση της φυσικής αντοχής θα μπορούσε να βοηθήσει τους ηλικιωμένους να διατηρούν μια πιο ενεργή και ανεξάρτητη ζωή. Η βιοϊατρική ενίσχυση εγείρει πολλά ηθικά, φιλοσοφικά και κοινωνικά ερωτήματα. Αφορά θέματα όπως η δικαιοσύνη (π.χ. πρόσβαση σε αυτές τις τεχνολογίες), η ταυτότητα του ατόμου (π.χ. πόσο οι αλλαγές επηρεάζουν το ποιοι είμαστε), και πιθανά τη δημιουργία ανισοτήτων (π.χ. αν οι οικονομικά εύρωστοι έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε ενισχυτικές θεραπείες). Επιπλέον, υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες στην υγεία των ατόμων που υποβάλλονται σε τέτοιες επεμβάσεις, καθώς υπάρχουν και ενδεχόμενες ανησυχίες σχετικά με επίδρασή τους στην εξέλιξη και τη γενετική ποικιλομορφία του ανθρώπινου είδους.Amyotrophic Lateral Sclerosis (ALS), which is the main representative of motor neuron diseases, is a neurodegenerative disease that affects the motor neurons in the brain and spinal cord. The disease occurs at all ages, in all races and in both sexes. The etiology remains undetermined. It manifests itself as muscle weakness. In a small fraction of patients, the disease appears to be hereditary, while scientists are also investigating the possibility that it is an autoimmune disorder. "Biomedical enhancement" refers to the use of medical and biotechnological methods to improve people's physical or mental capabilities, beyond simply treating or preventing disease. This may include various techniques, such as genetic modification, neurotechnology, various drug therapies, and other biotechnological interventions. The aim of biomedical enhancement may be, for example, to improve memory, increase physical strength or endurance, prolong life, improve perception or other forms of improving human abilities. Biomedical enhancement differs from traditional medicine as the goal is not simply to treat or prevent diseases, but to improve healthy functions or add new abilities. Despite the challenges, biomedical enhancement also offers interesting possibilities for improving human life. For example, improving memory or concentration can help people with intellectual disabilities or enhance learning. Increasing physical endurance could help older people maintain a more active and independent life. The use of biomedical enhancement, however raises many ethical, philosophical and social questions. Issues such as fairness (e.g. access to these technologies), individual identity (e.g. how changes affect who we are), and the potential creation of inequalities (e.g. whether the rich have more access to booster treatments) are important to consider. There are also concerns about the long-term health consequences of people undergoing such procedures, as well as potential concerns about their impact on the evolution and genetic diversity of the huma

    The Janissaries in Thessaloniki (18th-early 19th c.)

    No full text
    Η παρούσα διδακτορική διατριβή έχει ως αντικείμενο μελέτης το γενιτσαρικό σώμα στη Θεσσαλονίκη κατά τον 18ο και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Απομακρυνόμενη από μια προσέγγιση που περιορίζεται στα αμιγώς στρατιωτικά χαρακτηριστικά του γενιτσαρικού θεσμού, η διδακτορική διατριβή έχει ως στόχο την κριτική διερεύνηση της δράσης των γενιτσάρων και των δικτύων τους στην πόλη και την ύπαιθρό της, με έμφαση στον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό τους ρόλο. Η έρευνα βασίστηκε κυρίως σε αδημοσίευτο οθωμανικό αρχειακό υλικό, όπως ιεροδικαστικούς κώδικες, μισθολογικά και απογραφικά κατάστιχα, αυτοκρατορικά διατάγματα και αναφορές των τοπικών αρχών, ενώ συμπληρωματικά αξιοποιήθηκε η γαλλική προξενική αλληλογραφία.This doctoral dissertation explores the Janissary Corps in Thessaloniki during the 18th and the early 19th centuries. Moving beyond approaches that focus solely on the military character of the institution, the study offers a critical examination of the activities of the Janissaries and their networks within the city and its surrounding countryside, with particular emphasis on their social, economic, and political roles. The research draws primarily on unpublished Ottoman archival sources, including Islamic court records, payroll registers, imperial decrees, and reports from local authorities, complemented by evidence from French consular correspondence

    Evaluation of a mixed intervention in a Digital Learning Environment for enhancing metacognitive memory and attention skills in 6-8 year old children with ADHD : a feasibility study

    No full text
    Η παρούσα μελέτη διερεύνησε την αποτελεσματικότητα ενός εξατομικευμένου μικτού ψηφιακού παρεμβατικού προγράμματος, με διαμεσολάβηση ειδικού εκπαιδευτή, στην ενίσχυση επιτελικών λειτουργιών παιδιών με ΔΕΠ-Υ 6–8 ετών. Το πρόγραμμα στόχευε στη βελτίωση της μνήμης εργασίας, της προσοχής, της αυτορρύθμισης και της μεταγνωστικής επίγνωσης, μέσω τυποποιημένων δραστηριοτήτων και εξάσκησης σε καθημερινά σενάρια. Δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 35 μαθητές/-τριες με ΔΕΠ-Υ, που δεν λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή και είχαν ως μητρική γλώσσα την ελληνική. Οι μαθητές/-τριες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, μία παρέμβασης (Ν=16) και μία ελέγχου (Ν=19). Η ομάδα παρέμβασης δέχτηκε μια σειρά 25 παρεμβατικών συνεδριών, διάρκειας 45 λεπτών, σε διάστημα τριών μηνών, με συχνότητα δύο συνεδριών την εβδομάδα. Οι μεταβλητές έκβασης, μετρήθηκαν πριν και μετά την παρέμβαση με σταθμισμένα εργαλεία αξιολόγησης, ενώ ενισχύθηκαν και από κλινικές παρατηρήσεις και καταγραφές των επιδόσεων με άτυπα εργαλεία και μέσω του λογισμικού «ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ». Συγκεκριμένα χορηγήθηκαν οι κλίμακες της ΔΕΠ-Υ για γονείς (Καλαντζή-Αζίζη, Αγγελή, & Ευσταθίου, 2012). και εκπαιδευτικούς (DuPaul, Power, Anastopoulos, & Reid, 1998), το Ερωτηματολόγιο Achenbach για γονείς (Achenbach & Rescorla, 2018), πέντε δοκιμασίες του της σταθμισμένης στα Ελληνικά συστοιχίας Wechsler Intelligence Scales for Children WΙSC-V (Wechsler, 2017) για την αξιολόγηση ρέοντος συλλογισμού, εργαζόμενης μνήμης και ταχύτητας επεξεργασίας και η συστοιχία FOCUS (Σίμος & Μουζάκη, 2024) για την αξιολόγηση διατηρούμενης προσοχής και εύρους. Τα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση στη διατηρούμενη οπτική προσοχή, στη μνήμη εργασίας και στη λεκτική διαχείριση αριθμητικών πληροφοριών, καθώς και μέτρια έως υψηλά μεγέθη επίδρασης σε μεταβλητές ταχύτητας επεξεργασίας και ακουστικής προσοχής. Η ενεργός συμμετοχή του ειδικού εκπαιδευτή συνέβαλε στη μείωση διασπαστικών συμπεριφορών, την αυτορρύθμιση και την αύξηση της αυτονομίας. Παρά τους περιορισμούς του μικρού δείγματος και της περιορισμένης διάρκειας παρέμβασης, τα ευρήματα υποστηρίζουν τη χρήση μικτών ψηφιακών παρεμβάσεων, ως αποτελεσματικών εργαλείων ενίσχυσης των επιτελικών λειτουργιών και προσφέρουν χρήσιμες κατευθύνσεις για μελλοντικές έρευνες με μεγαλύτερη κλίμακα και μακροπρόθεσμη παρακολούθηση.This study examined the effectiveness of a personalized blended digital intervention program, mediated by a special educator, in enhancing executive functions in children with ADHD aged 6–8 years. The program targeted improvements in working memory, attention, self-regulation, and metacognitive awareness through structured activities and practice across diverse real-life scenarios. The sample consisted of 35 Greek-speaking children diagnosed with ADHD who were not receiving medication. The students were divided into two groups: an intervention group (N = 16) and a control group (N = 19). The intervention group attended 25 intervention sessions, each lasting 45 minutes, over a three-month period, with a frequency of two sessions per week. Outcome variables were assessed pre- and post-intervention using standardized evaluation tools, supplemented by clinical observations and performance records collected through informal tools and the “KATAFERNO” software. Specifically, the ADHD Rating Scales for parents (Kalantzi-Azizi, Angeli, & Efstathiou, 2012) and teachers (DuPaul, Power, Anastopoulos, & Reid, 1998) were administered, along with the Achenbach Child Behavior Checklist (Achenbach & Rescorla, 2018), five subtests of the Greek standardized version of the Wechsler Intelligence Scale for Children – Fifth Edition (Wechsler, 2017) assessing fluid reasoning, working memory, and processing speed, and the FOCUS battery (Simos & Mouzaki, 2024) evaluating sustained attention and span. Results revealed statistically significant improvements in sustained visual attention, working memory, and verbal numerical information management, as well as medium to large effect sizes for processing speed and auditory attention. Active educator involvement contributed to the reduction of disruptive behaviors, enhanced self-regulation, increased autonomy, and generalization of skills across contexts. Despite the limitations of the small sample size and relatively short intervention period, the findings support the use of blended digital interventions as effective tools for strengthening executive functions and provide valuable directions for future large-scale studies and longitudinal follow-ups

    Αυτοπροσαρμοζόμενες Ευφυείς Διεπαφές Χρήστη για την υποστήριξη της συν-παρουσίας, αλληλεπίδρασης και ιδιωτικότητας της επικοινωνίας σε περιβάλλοντα Εκτεταμένης Πραγματικότητας

    No full text
    Η πρόοδος στις τεχνολογίες Εκτεταμένης Πραγματικότητας (ΕΠ) έχει μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες αλληλεπιδρούν στο φάσμα Πραγματικότητας-Εικονικότητας, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες σε διαφορετικούς τομείς. Μερικοί από αυτούς, όπως οι τομείς της εκπαίδευσης, βιομηχανίας και πολιτιστικής κληρονομιάς, έχουν ήδη παρουσιάσει μια πληθώρα λύσεων ΕΠ, ενώ αντίθετα διαφορετικά πεδία, συμπεριλαμβανομένων των συνεδρίων και της τηλεργασίας, δεν έχουν ακόμα διερευνηθεί επαρκώς. Η τρέχουσα εξέλιξη της ΕΠ, τροφοδοτούμενη από την άνοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης, ανοίγει ένα νέο τοπίο όπου η Πραγματικότητα και η Εικονικότητα συνδυάζονται σε ένα κοινό σύμπαν διασταυρούμενης πραγματικότητας, όπου οι χρήστες μπορούν να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται είτε με φυσική παρουσία είτε εξ’ αποστάσεως. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δημιουργεί επίσης νέες προκλήσεις, όπως η συν-παρουσία, η απρόσκοπτη συνεργασία και η ιδιωτικότητα. Η συν-παρουσία αναφέρεται στην έννοια της ύπαρξης με άλλους είτε με φυσικό τρόπο είτε μέσω αίσθησης της παρουσίας τρίτων, η οποία περιλαμβάνει δύο διαστάσεις: τις φυσικές συνθήκες που δομούν την ανθρώπινη αλληλεπίδραση και την υποκειμενική εμπειρία της ύπαρξης με άλλους. Από αυτή την άποψη, ενοποιημένα περιβάλλοντα διασταυρούμενης πραγματικότητας πρέπει να αναδημιουργήσουν την αίσθηση της συνύπαρξης στον ίδιο (εικονικό-)χώρο και τη δυνατότητα φυσικής αλληλεπίδρασης τόσο με πραγματικούς όσο και με εικονικούς χρήστες, έχοντας άμεσο αντίκτυπο στην αποτελεσματικότητα της συνεργασίας. Μία ακόμα κρίσιμη αλλά συχνά παραλειπόμενη πτυχή των περιβαλλόντων διασταυρούμενης πραγματικότητας με πολλαπλούς χρήστες αφορά στην ιδιωτικότητα στην επικοινωνία. Είναι καίριας σημασίας να διασφαλιστεί ότι οι χρήστες μπορούν να επικοινωνούν με ασφάλεια, αλλά κυρίως ότι μπορούν να θέτουν όρια για την κοινωνική αλληλεπίδραση, εξασφαλίζοντας ότι τρίτοι δεν μπορούν να εισέλθουν στον προσωπικό χώρο ενός χρήστη χωρίς άδεια. Ως εκ τούτου, οι χρήστες μπορούν να χτίσουν εμπιστοσύνη στο περιβάλλον και να ενθαρρυνθούν να αλληλεπιδράσουν σε κοινόχρηστους εικονικούς και υβριδικούς χώρους. Η παρούσα εργασία παρουσιάζει ένα πλαίσιο ΕΠ για τη συν-παρουσία σε περιβάλλοντα διασταυρούμενης πραγματικότητας , το οποίο αναπτύχθηκε για την υποστήριξη υβριδικών συνεργατικών χώρων μέσω ετερογενών συσκευών. Το πλαίσιό μας υποστηρίζει όλους τους πιθανούς σχηματισμούς αλληλεπίδρασης, δηλαδή AR-AR, VR-VR, και AR-VR, επιτρέποντας τη συνεργασία μεταξύ χρηστών που βρίσκονται στον ίδιο φυσικό ή εικονικό χώρο ή σε διαφορετικά περιβάλλοντα εμβύθισης. Οι συμμετέχοντες μπορούν να αλληλεπιδράσουν με άλλους τόσο σε εικονικά περιβάλλοντα περιορισμένης πρόσβασης από τρίτους, στα οποία έχουν πρόσβαση μόνο εξουσιοδοτημένοι χρήστες, όσο και σε δημόσιους εικονικούς ή πραγματικούς χώρους, όπου όλοι οι συνδεδεμένοι χρήστες μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Το προτεινόμενο πλαίσιο επίσης υποστηρίζει βασικές λειτουργίες τηλεδιάσκεψης, όπως σύνδεση πολλαπλών χρηστών, εικονική αναπαράσταση των χρηστών, συνομιλία μέσω μηνυμάτων, προφορική επικοινωνία, σίγαση, εκδήλωση ερώτησης, προσθήκη χρηστών σε επαφές και κοινή χρήση παρουσίασης. Επιπλέον, για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας που προκύπτει από τη φυσική και εικονική παρουσία χρηστών, το πλαίσιο παρέχει έξυπνες διεπαφές χρήστη οι οποίες με χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης επαυξάνουν δυναμικά το περιβάλλον με αυτοπροσαρμοζόμενες ψηφιακές πληροφορίες κατάλληλες για το εκάστοτε πλαίσιο χρήσης, ενισχύοντας την επίγνωση κατάστασης των χρηστών, καθώς και την απρόσκοπτη επικοινωνία και συνεργασία, ανεξάρτητα από το περιβάλλον ΕΠ. Το προτεινόμενο πλαίσιο αναπτύχθηκε ακολουθώντας την ανθρωποκεντρική σχεδίαση, εμπλέκοντας τόσο εμπειρογνώμονες όσο και τελικούς χρήστες σε όλες τις φάσεις προσδιορισμού των απαιτήσεων, δημιουργίας πρωτοτύπων, και αξιολόγησης. Για την αξιολόγηση του πλαισίου, αναπτύξαμε μια σουίτα εφαρμογών για υβριδικά συνέδρια, με σκοπό τη διευκόλυνση της συνύπαρξης των συμμετεχόντων σε ένα συνέδριο είτε εικονικά είτε με φυσική παρουσία. Πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση ευχρηστίας του συστήματος στα αρχικά στάδια της υλοποίησης, με 5 εμπειρογνώμονες στον τομέα της Εμπειρίας Χρήστη και τα αποτελέσματα οδήγησαν στον εντοπισμό 41 προβλημάτων, με βαθμό σοβαρότητας από αισθητικής φύσεως έως σημαντικά προβλήματα ευχρηστίας, τα οποία επιλύθηκαν. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση των εφαρμογών υβριδικού συνεδρίου με τη συμμετοχή 28 χρηστών. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα του πλαισίου στην ενίσχυση της συν-παρουσίας και συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών περιβαλλόντων ΕΠ, με επίγνωση και σεβασμό της ιδιωτικότητας.Advances in Extended Reality (XR) technologies have transformed the way users interact across the Reality-Virtuality spectrum, creating new opportunities in different domains. While many XR solutions have already been developed for areas like education, industry, and cultural heritage, other contexts, including conferences and teleworking, remain underexplored. The current evolution of XR, fueled by the rise of Artificial Intelligence, is paving a new landscape where Reality and Virtuality blend into a common cross-reality universe, where users can coexist and collaborate, either in person or remotely. However, this evolution also brings new challenges, such as co-presence, seamless collaboration, and privacy. Co-presence refers to the experience of being with others either physically or through a sense of presence, encompassing two dimensions: the physical conditions that structure human interaction and the subjective experience of being with others. In this respect, unified cross-reality environments need to recreate the sense of being located in the same (virtual-)space and interact naturally with both physical and virtual users, with a direct impact on collaboration efficiency. Another critical yet often overlooked aspect of multi-user cross-reality environments is communication privacy. It is crucial to ensure users can communicate securely, but most importantly, to establish boundaries for social interaction, ensuring that others do not enter a user's personal space without permission. By doing so, users can build trust in the environment and be encouraged to interact in shared virtual and hybrid spaces. This thesis introduces an XR co-presence cross-reality framework, developed to support hybrid collaborative spaces through heterogeneous devices. Our framework supports all possible cross- reality interaction configurations, namely AR–AR, VR–VR, and AR–VR, enabling collaboration between users operating within the same physical or virtual space, or across different immersive environments. Participants can engage with others in both restricted virtual rooms, where only authorized users have access, and public (virtual-)spaces, where all connected users can communicate with each other. The framework also supports key video teleconferencing features, including multi-user connection, virtual representation of the users, chat messages, verbal communication, muting, question intension, adding users to contacts, and presentation sharing. Furthermore, to address the interaction complexity induced by the blending of physical and virtual user co-presence, the framework provides AI-empowered intelligent user interfaces that dynamically augment the environment with adaptive context-aware digital information, enhancing users’ situation awareness, seamless communication, and collaboration, independently of their XR modality. The proposed framework was developed following the human-centered design approach, engaging both domain experts and end users throughout the user requirements specification, prototyping, and evaluation phases. To evaluate the framework, we developed a hybrid conference application suite, which facilitated the co-presence of participants attending a conference either virtually or in person. An expert-based evaluation was carried out in the early stages of development, with 5 UX experts assessing the system’s usability. The results yielded 41 usability issues being identified, with severity ranging from aesthetic to major. Following their resolution, a user-based evaluation of the use-case conference was conducted with the participation of 28 users. The results highlighted the efficacy of the framework in fostering privacy-aware co-presence and collaboration across realities

    Therapeutic relationship and professional identity in opioid substitution centers : from the 'difficult patient' to the challenges of everyday practice

    Get PDF
    Η παρούσα μελέτη εξετάζει πώς συγκροτείται η επαγγελματική ταυτότητα των εργαζομένων σε μονάδες υποκατάστασης οπιοειδών και άμεσης πρόσβασης καθώς και πως διαμορφώνεται η θεραπευτική σχέση με άτομα που συχνά περιγράφονται ως «δύσκολοι ασθενείς». Στόχος είναι να αναδειχθούν οι τρόποι με τους οποίους η επαγγελματική ειδικότητα, η εμπειρία και η οργανωσιακή κουλτούρα επηρεάζουν τη διαχείριση προκλήσεων και επομένως τις πρακτικές συνεργασίας με τους ωφελούμενους. Συμμετείχαν 14 επαγγελματίες, εκ των οποίων 12 από μονάδες υποκατάστασης και 2 από μονάδες άμεσης πρόσβασης. Το δείγμα περιλαμβάνει 4 ψυχιάτρους, 4 νοσηλευτές, 4 κοινωνικούς λειτουργούς και 2 ψυχολόγους. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων και τα δεδομένα αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση. Τα ευρήματα ανέδειξαν τέσσερις βασικές θεματικές ενότητες: (α) τις διαφοροποιήσεις στη νοηματοδότηση του «δύσκολου» μέσα στον χρόνο, (β) τις αντιλήψεις των επαγγελματιών για την εξάρτηση και τους ωφελούμενους, (γ) τις προκλήσεις συνεργασίας και τους αντισταθμιστικούς παράγοντες, και (δ) τα μαθήματα από το παρελθόν και τις προσδοκίες για το μέλλον. Τα ευρήματα ανέδειξαν ότι η έννοια του «δύσκολου ασθενή» δεν αποτελεί σταθερή κατηγορία, αλλά αναδιαμορφώνεται μέσα από την εμπειρία, τη δυναμική της θεραπευτικής σχέσης και το θεσμικό πλαίσιο. Η επαγγελματική ταυτότητα των συμμετεχόντων είναι άμεσα συνυφασμένη με τον τρόπο που νοηματοδοτούν τη δυσκολία, την αλλαγή και τη συνεργασία με τους ωφελούμενους. Η μεγαλύτερη εμπειρία των επαγγελματιών διαφοροποιεί τις στάσεις τους σε σχέση με του νέους. Η οργανωσιακή κουλτούρα, και ειδικά η ιατροκεντρική προσέγγιση του ΟΚΑΝΑ, διαμορφώνει καθοριστικά τη νοηματοδότηση του «δύσκολου», επηρεάζοντας τη θεραπευτική σχέση. Η μελέτη συμβάλλει στην κατανόηση των πολυδιάστατων παραγόντων που επηρεάζουν τη θεραπευτική σχέση και αναδεικνύει την ανάγκη για ένα πιο ανθρωποκεντρικό μοντέλο φροντίδας, παρά τους περιορισμούς του μικρού δείγματος και της γεωγραφικής εστίασης.This study examines how the professional identity of health professionals working in opioid substitution and low-threshold units is formed, as well as how the therapeutic relationship is shaped with service users who are often described as “difficult patients.” The aim is to highlight the ways in which professional specialty, experience, and organizational culture influence the management of challenges and, consequently, the collaborative practices with service users. Fourteen professionals participated in the study, twelve of whom worked in substitution units and two in low-threshold units. The sample included four psychiatrists, four nurses, four social workers, and two psychologists. Data were collected through semi-structured interviews and analyzed using thematic analysis. The study findings were categorically summed into four main categories, such as: (a) changes in the meaning attributed to “difficulty” over time, (b) professionals’ perceptions of addiction and service users, (c) challenges in collaboration and compensatory factors, and (d) lessons from the past and expectations for the future. The concept of the “difficult patient” did not emerge as a stable category but was reshaped through experience, the dynamics of the therapeutic relationship, and the institutional context. The participants’ professional identity was closely linked to the way they made sense of difficulty, change, and collaboration with service users. Greater professional experience appeared to differentiate attitudes compared to those of less experienced staff. Organizational culture—particularly the medicalized approach of OKANA— played a decisive role in shaping the meaning of “difficulty” and influenced the therapeutic relationship. The study contributes to understanding the multidimensional factors that affect the therapeutic relationship and highlights the need for a more person-centered model of care, despite the limitations related to the small sample size and geographical focus

    Εργατικά ατυχήματα στην Ελλάδα. Επιδημιολογική μελέτη και σύγκριση μεταξύ Κρήτης και Ηπείρου

    Get PDF
    Τα εργατικά ατυχήματα αφορούν μία ιδιαίτερη κατηγορία ατυχημάτων, τα οποία λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της εργασίας, καθώς και στη μεταφρορά από και προς την εργασία. Η μελέτη μας εστίασε στη σύγκριση των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων στην Ελλάδα, συγκεκριμένα μεταξύ δύο διαφορετικών γεωγραφικά περιοχών, της Ηπείρου και της Κρήτης. Ο στόχος μας ήταν η καταγραφή των ατυχημάτων στην Ήπειρο και την Κρήτη και η μελέτη των πιθανών διαφορών μεταξύ των περιφερειών, σε ό,τι αφορά τα εργατικά ατυχήματα. Τέτοιες διαφορές θα μπορούσαν να υπάρχουν, λόγω των διαφορετικών πηγών εισοδήματος, που επηρεάζονται τη γεωγραφίας, τη διαμόρφωση του εδάφους και την κουλτούρα της κάθε περιοχής και/η διαφορετικά προφίλ εργατών για διαφορετικά μεταξύ τους επαγγέλματα. Για τη συγκριτική αυτή μελέτη συλλέξαμε 139 περιστατικά για μία χρονική περίοδο 19 ετών (2005-2023), από αρχεία των Μονάδων Ιατροδικαστικής της Ανατολικής και Δυτικής Κρήτης και της Ηπείρου. Πιο συγκεκριμένα, συλλέχθηκαν 57 περιστατικά από τη Μονάδα Ιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης (Ανατολική Κρήτη: Ηράκλειο, Λασίθι), 40 από τη Μονάδα Ιατροδικασυικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Δυτική Κρήτη: Χανιά, Ρέθυμνο) και 41 περιστατικά από της Μονάδα Ιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Ήπειρος: Ιωάννινα, Άρτα, Πρέβεζα, Θεσπρωτία). Η στατιστική ανάλυση επικεντρώθηκε κυρίως στη σύγκριση όλων των χαρακτηριστικών/παραμέτρων μεταξύ των δειγμάτων από την κάθε περιοχή. Ορισμένες καταγεγραμμένες περιπτώσεις δεν συμπεριελήφθησαν στη μελέτη, εξαιτίας έλλειψης ή ατελούς πληροφόρησης. Η επίπτωση των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων στην Ελλάδα φαίνεται να συμβαδίζει με την επίπτωση στην Ευρώπη. Σημαντικό μέρος των εργατών χάνουν τη ζωή τους στο χώρο εργασίας τους (63%), ενώ το 35% πεθαίνουν σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Βάσει των αποτελεσμάτων της μελέτης δεν εντοπίστηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των περιφερειών στα δημογραφικά χαρακτηριστικά και στα επαγγέλματα των εργατών. Άνδρες μέσης ηλικίας εμπλέκονταν κατά κύριο λόγο σε θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα σε αμφότερες τις περιφέρειες. Η κύρια διαφορά εντοπίστηκε στον τύπο του ατυχήματος, με τις πτώσεις από ύψος να είναι συχνότερες στην Κρήτη. Η κατανάλωση αλκοόλ ήταν σημαντικά υψηλότερη στην Κρήτη, συγκριτικά με την Ήπειρο. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση ήταν οι υψηλές συγκεντρώσεις αλκοόλ ανά λίτρο αίματος στην Ήπειρο, στις ολίγες θετικές σε αιθανόλη τοξικολογικές αναλύσεις. Η ανάγκη για στρατηγικές πρόληψης και μέτρων ασφαλείας στους εργασιακούς χώρους σε εθνικό επίπεδο είναι σαφής. Μια προοπτική μελέτη και σύγκριση από περισσότερες περιφέρειες της Ελλάδας, θα μπορέσει να ταυτοποιήσει πιθανές διαφορές, ιδίως λόγω της ποικιλομορφίας της χώρας μας σε διαμόρφωση και επαγγέλματα σχετιζόμενα με την κουλτούρα της κάθε περιοχής, τα οποία και συναντώνται συχνότερα σε αυτές.Occupational accidents are a special type of accidents that take place during the course of work, or while commuting directly to and from the workplace. The study focused on the comparison of workplace fatalities in Greece, specifically in two very different regions, geographically: Epirus and Crete. The goal was to register the accidents from Epirus and Crete and study the potential differences between the workplace fatalities. Such differences could occur because of the different sources of income affected by geography, landscape and culture of the regions and/or different workers’ profiles for different professions. For this comparative study we collected a total of 139 cases for a 19-year time period (2005-2023), from the archives of the forensic departments of Eastern and Western Crete and Epirus. More specifically, we gathered 57 cases from the Forensic Medicine Unit, University of Crete, Medical School (Eastern Crete: Heraklion and Lasithi), 40 cases from the Forensic Medicine Unit, Ministry of Justice, (Western Crete: Chania, Rethymnon) and 41 cases from the Forensic Medicine Unit, University of Ioannina, Medical School (Epirus: Ioannina, Arta, Preveza, Thesprotia). The statistical analysis mostly focused on the comparison of all our characteristics/variables between groups the regions mentioned. Some registered cases were not included in the study due to missing or incomplete information. The incidence of work-related fatalities in Greece as noted in this study seem to follow the trends of Europe. A significant number of workers seems to die at their workplace (63%) and 35% of them die in a hospital setting. According to the results of the study there were no statistically significant differences between the regions in the demographic characteristics and the occupations of the workers. Male middle-aged workers were predominantly involved in fatal occupational accidents in both regions. The main difference noticed was on the types of accident, where falls from a height are more frequent in Crete. The alcohol consumption, was significantly higher in Crete compared to Epirus. It was interesting to notice that the blood alcohol concentration was noticeably higher in Epirus, in the few ethanol-positive analyses. There is a clear need for preventive strategies and safety measures at working environments at national level. A prospective study and comparison of more regions from Greece will identify potential differences, since our country is versatile in landscape and culture-related jobs are more common in specific places

    Παραγωγή και διαμόρφωση χωροχρονικών μεμονωμένων φωτονίων

    No full text
    This thesis investigates the generation and spatiotemporal shaping of single photons. We first establish a comprehensive beam-propagation framework in linear media (paraxial, temporal, and spatiotemporal regimes), derive and verify closed-form solutions (Gaussian, Airy, Bessel), and provide a numerical Split-Step implementation for linear evolution. We then focus on generation strategies using spatial light modulators (SLMs) and nonlinear processes (SPDC/SFWM), and we discuss non-classical light sources and photon statistics, emphasising the role of g(2)(τ) in verifying single-photon behaviour and entanglement.This thesis investigates the generation and spatiotemporal shaping of single photons. We first establish a comprehensive beam-propagation framework in linear media (paraxial, temporal, and spatiotemporal regimes), derive and verify closed-form solutions (Gaussian, Airy, Bessel), and provide a numerical Split-Step implementation for linear evolution. We then focus on generation strategies using spatial light modulators (SLMs) and nonlinear processes (SPDC/SFWM), and we discuss non-classical light sources and photon statistics, emphasising the role of g(2)(τ) in verifying single-photon behaviour and entanglement

    Operetta films : the reception of the genre in the Greece context

    No full text
    Η έλευση της κινηματογραφικής οπερέτας στο ελληνικό καλλιτεχνικό στερέωμα χρονολογείται στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο είδος φιλμ, που στις απαρχές του άντλησε την θεματική του από την δημοφιλία της θεατρικής οπερέτας, ωστόσο από το 1930 και μετά αυτονομήθηκε και διέγραψε την δική του πορεία. Στο εισαγωγικό κομμάτι της παρουσίασης θα συζητηθεί η ορολογία και η μετάφραση του όρου στα ελληνικά. Στην συνέχεια αφού αναλυθεί το πολιτικοοικονομικό πλαίσιο της εποχής καθώς και η πρότερη εξοικείωση του αθηναϊκού κοινού με την θεατρική οπερέτα, θα σκιαγραφηθεί η πορεία της φιλμοπερέτας στον ελλαδικό χώρο από την εμφάνιση της το 1920 μέχρι και την παρακμή της στα μέσα της δεκαετίας του 1940. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην επιρροή που είχε η φιλμοπερέτα στο θεατρικό κατεστημένο της εποχής του Μεσοπολέμου.Τhe emergence of the cinematic operetta within the Greek artistic milieu can be traced to the early 1920s. This distinctly codified film genre initially derived its thematic material from the widespread popularity of the theatrical operetta; however, from the 1930s onward it gradually acquired its own autonomy and developed an independent trajectory. The introductory section of the presentation will address issues of terminology, including the conceptual framing and the translation of the term into Greek. Subsequently, following an analysis of the political and economic conditions of the period, as well as the Athenian public’s prior familiarity with theatrical operetta, the study will delineate the development of the film-operetta in Greece from its first appearance in 1920 to its decline in the mid-1940s. Particular attention will be paid to the influence exerted by the film-operetta on the theatrical establishment of the Interwar period

    Αναγνώριση σχήματος σε Property Graphs & Μετασχηματισμός σε RDF

    No full text
    Οι γράφοι ιδιοτήτων (Property Graphs) έχουν αναδειχθεί ως ένα ισχυρό μοντέλο για την αναπαράσταση διασυνδεδεμένων δεδομένων, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως σε δίαφορους τομείς, όπως, τα κοινωνικά δίκτυα, την βιοπληροφορική , και οι επιστημονικοί γράφοι γνώσης (Knowledge Graphs). Ωστόσο, η απουσία σχήματος σε τέτοιους γράφους περιπλέκει την ολοκλήρωση, την αναζήτηση και τη διαλειτουργικότητά τους με άλλα μοντέλα γράφων δεδομένων, όπως τα RDF δεδομένα. Σε αυτή τη διπλωματική εργασία, προυσιάζονται δύο εργαλεία που γεφυρώνουν αυτό το κενό: το PG-HIVE για αυτόματη αναγνώριση σχήματος του γράφου και το PG2RDF για μετασχηματισμό των δεδομένων βασισμένο στο εξαγόμενο σχήμα. Το PG-HIVE εφαρμόζει μια υβριδική και επαυξητική προσέγγιση για την ανακάλυψη τύπων κόμβων και ακμών, καθώς και για την εξαγωγή των τύπων δεδομένων των ιδιοτήτων και τις πληθικοτήτητες. Ομαδοποιεί δομικά παρόμοιες οντότητες χρησιμοποιώντας τον Locality-Sensitive Hashing (LSH) αλγόριθμο και ευρετικές υποθέσεις βασισμένες στις ιδιότητες του γράφου, ενώ υποστηρίζει επαυξητικές ενημερώσεις, αποφεύγοντας πλήρη επαναϋπολογισμό όταν προστίθενται νέα δεδομένα. Βασισμένο στο ανακαλυφθέν σχήμα, το PG2RDF παρέχει έναν πλήρως αυτοματοποιημένο, καθοδηγούμενο από το σχήμα μηχανισμό που μετατρέπει γράφους ιδιοτήτων σε RDF.Το σύστημα δημιουργεί αυτόματα κανόνες αντιστοίχισης X3ML ή RML για την παραγωγή συνεπών, σημασιολογικά εμπλουτισμένων RDF δεδομένων. Μαζί, τα PG-HIVE και PG2RDF επιτρέπουν πλήρη σημασιολογική διαλειτουργικότητα μεταξύ ετερογενών μορφών γράφων, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες της διαχείρισης γράφων με βάση το σχήμα τους. Η πειραματική αξιολόγηση δείχνει ότι το PG-HIVE επιτυγχάνει έως και 65% υψηλότερη ακρίβεια και 1.95× ταχύτερη εκτέλεση από υπάρχουσες μεθόδους ανακάλυψης σχήματος, ενώ το PG2RDF εξασφαλίζει ντετερμινιστική και συνεπή παραγωγή RDF σε διαφορετικά σύνολα δεδομένων.Property Graphs (PGs) have emerged as a powerful model for representing interconnected data, widely used across various domains such as social networks, bioinformatics, and scientific Knowledge Graphs (KGs). However, the schema-free nature of Property Graphs complicates their integration, querying, and interoperability with other graph data models, such as RDF. In this thesis, we present two tools that bridge this gap: PG-HIVE, for automatic schema discovery of the property graph, and PG2RDF, for data transformation based on the extracted schema. PG-HIVE applies a hybrid and incremental approach for discovering node and edge types, as well as inferring property datatypes and cardinalities. It groups structurally similar entities using the Locality-Sensitive Hashing (LSH) algorithm and property-based heuristics, while supporting incremental updates that avoid full recomputation when new data is added. Based on the discovered schema, PG2RDF provides a fully automated, schema-aware mechanism that transforms Property Graphs into RDF. The system automatically generates X3ML or RML mapping rules to produce consistent, semantically enriched RDF data. Together, PG-HIVE and PG2RDF enable full semantic interoperability across heterogeneous graph systems, leveraging the potential of schema-aware graph management. Experimental evaluation shows that PG-HIVE achieves up to 65% higher accuracy and 1.95× faster execution compared to existing schema discovery methods, while PG2RDF ensures deterministic and consistent RDF generation across diverse datasets

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇