University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Research of the possibility of access in education from immigrant-refugees : the case of Greece

    No full text
    Η εργασία στο θεωρητικό μέρος επικεντρώνεται στη διερεύνηση του θεσμικού πλαισίου σε παγκόσμιο επίπεδο αναφορικά με το Άσυλο και την εκπαιδευτική διαδικασία που προβλέπεται για τη συμπερίληψη των μεταναστών-προσφύγων επιχειρώντας να καταγράψει και να αναλύσει περαιτέρω όλες τις ενέργειες που γίνονται μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ώστε να επιτευχθεί η επιτυχημένη ένταξη και ενσωμάτωση του προσφυγικού πληθυσμού στην αναπτυγμένη κοινωνία του δυτικού κόσμου και ειδικότερα στην ελληνική μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας.This work, in theoretical level, is focus on the research not only of the legal aspect in worldwide vision of Asylum but also in education process that is opposed for the inclusion of immigrants and refugees aiming mainly in recording and analyzing further all the efforts which are made in this level in order to be succeeded the inclusion and the integration of refugees in the developed western society and, in especially, in greek through the formal education system

    Crisis of parliamentarism and constitutional discourse in interwar Greece : the influence of French and German theory

    No full text
    Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί διέρχονται μια βαθιά και πολύπλευρη κρίση η οποία επηρεάζει, μεταξύ άλλων, τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς των πολιτικών, των θεωρητικών και στοχαστών, αλλά και των μαζών. Η δημοκρατία παρουσιάζει παθογένειες και σοβαρές δυσλειτουργίες, τα θεμέλιά της αποδεικνύονται ευπαθή και πολλοί πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής εγκαταλείπουν σταδιακά τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές παραδοχές και τάσσονται απροκάλυπτα υπέρ άλλων πολιτικών συστημάτων διακυβέρνησης. Τόσο οι φιλελεύθερες αξίες όσο και ο κοινοβουλευτισμός καταγγέλλονται ως παρωχημένες παραδοχές και καθίστανται αντικείμενα κριτικής. Κριτικής πολύπλευρης από τη δεξιά και την αριστερή διανόηση, από την πολιτική ηγεσία και από τον λαό. Παρ’ όλες τις διαφωνίες που υπάρχουν σε επίπεδο ιδεολογικό, όλοι συμφωνούν στο ότι οι θεσμοί διέρχονται κρίση και γίνονται επικριτές τους. Άλλοι με τρόπο απόλυτο και ισοπεδωτικό, άλλοι με ήπιο τόνο και μετριοπάθεια. Η παρούσα διατριβή, αφού παρουσιάσει τις κρίσιμες όψεις της μεσοπολεμικής κρίσης σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο, θα επιχειρήσει, αρχικά, να σταχυολογήσει επιλεκτικά την κριτική στον κοινοβουλευτισμό, εξετάζοντας συγκριτικά τα επιχειρήματα και τις προτάσεις σημαντικών εκπρόσωπων της ελληνικής πολιτειολογικής θεωρίας της περιόδου. Έπειτα, θα εξετάσει την επιρροή στην εν λόγω ελληνική κριτική από τη γαλλική και γερμανική θεωρία. Θα μπορούσε, λοιπόν, να διακρίνει κανείς σχηματικά δύο βασικές τάσεις που είναι κυρίαρχες στην ελληνική και ευρωπαϊκή περίπτωση. Η πρώτη, η αντικοινοβουλευτική τάση, επεξεργάζεται εναλλακτικές λύσεις που θεμελιώνονται σε ριζοσπαστικές θεωρήσεις του δημοκρατικού ιδεώδους πέρα από τον θεσμικό ορίζοντα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας Η δεύτερη, αν και παραμένει τυπικά εντός του κοινοβουλευτικού πλαισίου και τις φιλελεύθερης δημοκρατίας, προτείνει τον δραστικό μετασχηματισμό του κοινοβουλευτισμού με την εισαγωγή θεσμικών αντίβαρων ικανών να αντιμετωπίσουν τις εγγενείς παθογένειες του. Ως παραδείγματα της αντικοινοβουλευτικής τάσης εξετάζονται ο μαρξιστής Σεραφείμ Μάξιμος, ο οποίος ασκεί σκληρή και άτεγκτη κριτική στη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού ταυτίζοντάς τον με τη δικτατορία. Ανήκουν όμως και οι υπέρμαχοι της δικτατορίας του Μεταξά, οι οποίοι ωστόσο δεν ταυτίζουν τον κοινοβουλευτισμό με τη δημοκρατία, αφού θεωρούν ότι η δημοκρατία υφίσταται κάλλιστα και χωρίς κοινοβουλευτικούς θεσμούς, όπως και ο Γερμανός θεωρητικός Schmitt, από την αντικοινοβουλευτική ρητορική του οποίου παρουσιάζονται ορισμένες όψεις και ανιχνεύονται σημεία σύγκλισης με τους Έλληνες αντιδραστικούς. Στη δεύτερη περίπτωση των μετριοπαθών δημοκρατών ανήκει ο Αλέξανδρος Σβώλος, του οποίου οι σκέψεις χαρακτηρίζονται από μετριοπάθεια και εστιάζουν στο κοινωνικό έλλειμμα της δημοκρατίας. Η σκέψη του Σβώλου και η εύστοχη κριτική του είχε σαφείς επιρροές από Γάλλους συναδέλφους του, όπως τον Léon Duguit, τον Maurice Hauriou και τον Joseph Barthélémy, αλλά και τον Αυστριακό Hans Kelsen. Σημαντικά σημεία της θεωρίας τους σχετικά με τα μελετώμενα ζητήματα παρουσιάζονται στην παρούσα διατριβή. Το διακύβευμα για τον κάθε επικριτή είναι διαφορετικό ανάλογα με την ιδεολογική του αφετηρία, αλλά όλοι συμφωνούν στο ότι ο κοινοβουλευτισμός ευθύνεται για τα δεινά της κοινωνίας και ειδικότερα το κομματικό κράτος και οι μύθοι στους οποίους στηρίζεται, όπως αυτός της λαϊκής κυριαρχίας, της λαϊκής εκπροσώπησης, των δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Επιπλέον, το ζήτημα της ηγεμονίας και της νομής της εξουσίας απασχολεί τους μελετητές, οι οποίοι επικεντρώνουν σε αυτά τα σημεία την κριτική τους, αλλά και τις προτάσεις τους. Με αυτά τα κρίσιμα ζητήματα πρόκειται να ασχοληθεί η παρούσα μελέτη και να παρουσιάσει τους συλλογισμούς σημαντικών θεωρητικών της μεσοπολεμικής περιόδου.During the interwar period, both in Europe and Greece, parliamentary institutions are going through a deep multi-faceted crisis which affects, among other things, the ideological orientations of politicians, of theorists and thinkers and the masses. Democracy shows serious pathologies and dysfunctions, its foundations are proved to be vulnerable and numerous protagonists of the political scene abandon gradually liberal and democratic assumptions and declare for other political governance systems openly. Both liberal values and parliamentarism are denounced as obsolete assumptions and become objects of criticism. Objects of multifaceted criticism by the right and the left intelligentsia, the political leadership and the people. Despite all the differences that exist at the ideological level, everyone agrees that institutions are in crisis and they become their critics. Others, become critical in an absolute and devastating way and others adopting a mild attitude and moderation. In this thesis, after presenting the critical aspects of the interwar crisis at European and Greek level, we will attempt to selectively glean criticisms of parliamentarism, examining in a comparative way arguments and proposals of major representatives of the Greek theory of politics during the interwar period. We could, therefore, distinguish schematically two key tendencies which are dominant in the Greek and European case. The first tendency, unparliamentary and anti-liberal, elaborates alternatives based on radical visions of democratic ideals beyond the institutional horizon of parliamentary democracy. The second tendency, although it typically remains within the framework of parliamentarism and liberal democracy, proposes the active transformation of parliamentarism through the introduction of institutional counterweights capable of dealing with the inherent pathologies of parliamentarism. It will then examine the influence on said Greek criticism from French and German theory. As examples of the unparliamentary tendency, we will first study the case of the Marxist Seraphim Maximos, who sharply and rigidly criticizes the function of the parliamentary system by identifying it with dictatorship. In the first tendency also belong the supporters of the Metaxas dictatorship, who, however, do not identify the parliamentarism with democracy since they consider that democracy exists even without parliamentary institutions, as well as the German theorist Carl Schmitt, whose certain anti-parliamentary rhetoric aspects are presented and points of convergence with the Greek reactionaries are detected. In the second case of moderate democrats belongs Alexandros Svolos, whose thinking is characterized by moderation and focuses on the social deficit of democracy. Svolos' thinking and his apt criticism were clearly influenced by his French colleagues such as Léon Duguit, Maurice Hauriou and Joseph Barthélémy, but also the Austrian Hans Kelsen. Important points of their theory regarding the studied issues are presented in this thesis. The critical issue for each critic is different depending on their ideological starting-point, but all of them agree that parliamentarism is responsible for the suffering of society. In particular, they consider that the State of the parties is responsible for the social suffering, as well as the myths on which it relies, such as the myth of popular sovereignty, popular representation, rights and freedoms. Moreover, the critics are preoccupied with the question of hegemony and the distribution of power focusing their criticism and suggestions on these points

    Building the profile of the educational leader in the 21st century school : a survey of secondary school students

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία αποτελεί μία έρευνα σε μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχετικά με τα χαρακτηριστικά που θα ήθελαν να συγκεντρώνει ο διευθυντής του σχολείου τους. Στο θεωρητικό μέρος αρχικά διευκρινίζονται οι όροι διοίκηση, διαχείριση και ηγεσία καθώς συχνά συγχέονται μεταξύ τους. Επιπλέον, αναλύονται οι όροι εκπαιδευτική διαχείριση και σχολική ηγεσία ενώ παρατίθενται και τα μοντέλα στα οποία χωρίζεται καθεμία από τις δύο κατηγορίες. Εκτεταμένη αναφορά γίνεται και στο ρόλο του σχολικού ηγέτη1, στα καθήκοντά του, όπως αυτά από ορίζονται από τους νόμους του κράτους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγεται για να υπηρετήσει αυτή τη θέση. Ένα ακόμα σημαντικό κεφάλαιο αναφέρεται στο βασικό σκοπό αυτής της μελέτης, τις φωνές των μαθητών και στην επιρροή που μπορούν να ασκήσουν στον τρόπο που πραγματοποιείται η σχολική ηγεσία. Το ερευνητικό μέρος περιλαμβάνει την ποιοτική ανάλυση των δεδομένων αυτής της έρευνας που στηρίχθηκε στις συνεντεύξεις που έδωσαν 20 μαθητές Ενιαίων Λυκείων του νομού Χανίων.This thesis is a survey of secondary education students regarding the characteristics they would like their school principal to have. In the theoretical part, the terms administration, management and leadership are first clarified as they are often confused with each other. In addition, the terms educational management and school leadership are analyzed while the models into which each of the two categories is divided are also listed. Extensive reference is also made to the role of the school leader2, his duties as defined by state laws, and the manner in which he is selected to serve in this position. Another important chapter refers to the main purpose of this study, the voices of students and the influence they can exert on the way school leadership is carried out. The research part includes the qualitative analysis of the data of this research based on the interviews given by 20 students of Unified High Schools of the prefecture of Chania

    Synthesis of potential 15-Lipoxygenase-1 inhibitors via [2+2] photocatalysed cycloaddition

    No full text
    Στην παρούσα διπλωματική εργασία, πραγματοποιήθηκε η σύνθεση υποστρωμάτων ως πιθανοί αναστολείς του ενζύμου 15-Λιποξυγενάση-1 (15-LOX-1). Το ένζυμο αυτό καταλύει την οξείδωση των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων προς παραγωγή των αντίστοιχων υδροϋπεροξειδίων. Η εύρεση αναστολέων της 15-LOX-1 είναι κρίσιμη καθώς συμμετέχει στην ανάπτυξη φλεγμονής, σε καρδιαγγειακές ασθένειες, στην αθηροσκλήρωση, σε νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως η νόσος Alzheimer, αλλά και στον καρκίνο. Οι τελικές ενώσεις είναι γ-λακτάμες, οι οποίες διαφέρουν μεταξύ τους στην υποκατάσταση. Για την απομόνωση τους, πραγματοποιήθηκαν 3 βήματα αντιδράσεων. Το αντιδρών 2-μέθυλοφουρανιο, το Methylene Blue (MB) και η μεθανόλη τοποθετούνται σε σφαιρική φιάλη και ακτινοβολούνται με λάμπα Xe, στους 0 οC, υπό συνεχή ροή οξυγόνου, για 10 λεπτά. Έπειτα προστίθεται Et3N και διμέθυλο σουλφίδιο (DMS), υπό συνεχή ανάδευση για 40 λεπτά, σε θερμοκρασία δωματίου. Τέλος, 1 προστίθενται επιπλέον ΜΒ και βενζυλαμίνη ή υδατικό διάλυμα μεθυλαμίνης, και το διάλυμα αφήνεται υπό ανάδευση για 2 ώρες. Σύνθεση ενώσεων τύπου 2: To αντιδρών 1 τοποθετείται σε vial και έπειτα προστίθεται άνυδρο DCM και p-TSA.H2O. Η αντίδραση γίνεται υπό ανάδευση και διαρκεί 30 λεπτά. Σύνθεση ενώσεων τύπου 3 μέσω [2+2] φωτοκαταλυόμενης κυκλοπροσθήκης: Το αντιδρών 2 και ο φωτοκαταλύτης Ir(ppy)3 διαλύονται σε άνυδρο ακετονιτρίλιο (ACN). Πραγματοποιείται απαέρωση με Ar, υπό ανάδευση για 10 λεπτά. Έπειτα, προστίθενται 10 eq από την ηλεκτρονιακά φτωχή ολεφίνη, υπό ανάδευση παρουσία ακτινοβολίας ορατού φωτός (450 nm, μπλε LEDs), για 20 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου. Ο καθαρισμός και η απομόνωση των προϊόντων πραγματοποιήθηκε μέσω χρωματογραφίας στήλης, ενώ ο χαρακτηρισμός τους έγινε με Φασματοσκοπία Πυρηνικού Συντονισμού (¹H και ¹³C NMR)

    Αναλύοντας και αξιολογώντας στρατηγικές καταμερισμού για την κατανομή εκτέλεσης μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης στο υπολογιστικό συνεχές

    No full text
    Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) έχει αναπτυχθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια φέρνοντας σημαντικές αλλαγές σε ένα πλήθος τομέων εφαρμογών και αναδιαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με την τεχνολογία. Τα πολύπλοκα και μεγάλα μοντέλα ΤΝ τελευταίας τεχνολογίας εκτελούνται παραδοσιακά σε ισχυρούς αλλά απομακρυσμένους πόρους στο Υπολογιστικό Νέφος (Cloud), γεγονός που οδηγεί σε περιορισμούς στη λήψη αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο, όσον αφορά την καθυστέρηση και το εύρος ζώνης του δικτύου. Ο Υπολογισμός Ακμών (Edge Computing) αντιμετωπίζει αυτές τις αδυναμίες μεταφέροντας την επεξεργασία σε συσκευές χαμηλής δυναμικότητας, εγγύτερα στην πηγή των δεδομένων. Ωστόσο, οι περιορισμοί των πόρων στην Ακμή επηρεάζουν την απόδοση της εκτέλεσης μοντέλων ΤΝ (inference). Αυτό απαιτεί τη μετάβαση προς την κατανεμημένη εκτέλεση μοντέλων ΤΝ στο υπολογιστικό συνεχές (computing continuum), ένα πρότυπο που κατανέμει λειτουργίες εφαρμογών ΤΝ, μοντέλα και δεδομένα σε πολλαπλούς κόμβους, που εκτείνονται σε συσκευές Διαδικτύου των Πραγμάτων (Internet of Things), διακομιστές Ακμών και την υποδομή Νέφους. Η παρούσα διατριβή εστιάζει στην κατανεμημένη εκτέλεση μοντέλων ΤΝ, κυρίως για Συνελικτικά Νευρωνικά Δίκτυα (CNNs), ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο είδος μοντέλων Βαθιάς Μάθησης (Deep Learning). Συγκεκριμένα, εισάγουμε μια ταξινομία των συστημάτων κατανεμημένης εκτέλεσης μοντέλων ΤΝ, παρέχοντας ένα μοντέλο συστήματος και μια κατηγοριοποίηση, λαμβάνοντας υπόψη υπάρχουσες λύσεις. Επιπλέον, ανασκοπούμε διαφορετικές στρατηγικές καταμερισμού CNN που χρησιμοποιούνται σε μελέτες από τη βιβλιογραφία. Υλοποιούμε έναν ενορχηστρωτή κατανεμημένης εκτέλεσης μοντέλων ΤΝ και ένα εργαλείο συγκριτικής προτυποποίησης (benchmarking) για την αξιολόγηση διαφορετικών στρατηγικών καταμερισμού. Η πειραματική μας ανάλυση παρέχει πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά απόδοσης των στρατηγικών καταμερισμού. Μια τέτοια ανάλυση μπορεί να οδηγήσει στο σχεδιασμό αλγορίθμων για ευέλικτη τοποθέτηση δικτύων CNN, εκμεταλλευόμενοι τα οφέλη των πολλαπλών τεχνικών κατανομής εκτέλεσης μοντέλων ΤΝ.Artificial Intelligence (AI) has rapidly developed in recent years revolutionizing a plethora of application domains and reshaping the way humans interact with technology. Complex and large state-of-the-art AI models are traditionally executed in powerful but distant cloud resources, resulting in limitations for real-time decision-making, in terms of network latency and bandwidth. Edge computing addresses these shortcomings by shifting processing on low-power devices, closer to the data source. However, the resource constraints at the Edge restrict the performance of inference. This trade-off necessitates a transition toward distributed AI inference in the computing continuum, a paradigm that distributes AI application functions, models, and data to multiple nodes, spanning Internet of Things (IoT) devices, Edge servers, and the Cloud infrastructure. This thesis focuses on distributed AI inference, mainly for Convolutional Neural Networks (CNNs), a widely utilized Deep Learning model. In particular, we introduce a taxonomy of distributed AI inference systems, providing a system model and categorization, influenced by existing solutions. Additionally, we review different CNN partitioning strategies employed in studies from the literature. We implement a distributed CNN inference orchestrator and a benchmarking tool to benchmark different partitioning strategies. Our experimental analysis provides insights into the performance trade-offs of partitioning strategies. Such analysis can drive the design of algorithms for flexible CNN placement, exploiting the benefits of multiple inference distribution techniques

    Μελέτη της συμβολής του αυτόνομου νευρικού συστήματος στην αιτιοπαθολογία της πρωτοπαθούς νυχτερινής ενούρησης

    Get PDF
    Η νυχτερινή ενούρηση αποτελεί ένα από τα συχνότερα προβλήματα της παιδικής ηλικίας με συχνότητα 15-25% στην ηλικία των 5 ετών. Αν και η γενετική προδιάθεση και η καθυστερημένη ωρίμανση του ελέγχου των σφιγκτήρων θεωρείται ότι παίζουν ρόλο, οι ακριβείς αιτιολογικοί μηχανισμοί παραμένουν ασαφείς. Τελευταίες έρευνες έχουν εντοπίσει τρεις κύριους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς: τη νυχτερινή πολυουρία λόγω μειωμένων επιπέδων της αντιδιουρητικής ορμόνης, τις διαταραχές ύπνου και αφύπνισης, και τη δυσλειτουργία της ουροδόχου κύστης που σχετίζεται με υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός κατά τον ύπνο. Ωστόσο, δεν έχει ακόμα μελετηθεί μια ενιαία θεωρία που να εξηγεί τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών των τριών συστημάτων. Το αυτόνομο νευρικό σύστημα ρυθμίζει τόσο τον ύπνο όσο και τη λειτουργία της ουροδόχου κύστης μέσω αντιθέτων εντολών από τον συμπαθητικό και παρασυμπαθητικό κλάδο. Αν και αρκετές μελέτες έχουν εξετάσει τη λειτουργία του σε παιδιά με ενούρηση, ο ρόλος του στην παθογένεια της νυχτερινής ενούρησης δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί. Σκοπός Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της μελέτης ήταν να καθορίσει τη λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος σε υποομάδες παιδιών με ενούρηση, ώστε να διευκρινίσει αν μία δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος μέσω υπερπαρασυμπαθητικοτονίας ή υπερσυμπαθητικοτονίας μπορεί να εμπλέκεται στην αιτιολογία της νυχτερινής ενούρησης. Για να εξεταστεί αυτή η υπόθεση, μελετήθηκαν διάφορες παράμετροι του αυτόνομου νευρικού συστήματος μέσα σε αυτές τις υποομάδες, όπως η αρτηριακή πίεση, η δομή του ύπνου, η λειτουργία της ουροδόχου κύστης, ορμόνες και νευροδιαβιβαστές που ρυθμίζονται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Μέθοδοι Μελετήθηκαν παιδιά με πρωτοπαθή νυχτερινή ενούρηση και υγιή παιδιά με αντίστοιχα ηλικιακά και φυλετικά χαρακτηριστικά ως ομάδα ελέγχου. Τα παιδιά με ενούρηση αναζητήθηκαν από το Εξωτερικό Ιατρείο Παιδονεφρολογίας και τα υγιή παιδιά από το Εξωτερικό ιατρείο της Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου, κατά την περίοδο Οκτώβριος 2020 - Αύγουστος 2022. Τα παιδιά με ενούρηση κατηγοριοποιήθηκαν σε δύο υποομάδες: παιδιά με και χωρίς νυχτερινή πολυουρία, με βάση την βραδινή παραγωγή ούρων. Πραγματοποιήθηκαν τακτικές επισκέψεις σε προκαθορισμένα διαστήματα για τις απαραίτητες εξετάσεις και την παρακολούθηση των ασθενών για συνολική περίοδο 12 μηνών. Η λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος αξιολογήθηκε μέσω διαφόρων παραμέτρων, όπως η αρτηριακή πίεση, η αρχιτεκτονική του ύπνου, τα επίπεδα ορμονών και νευροδιαβιβαστών. Η αρτηριακή πίεση στα παιδιά με ενούρηση μελετήθηκε χρησιμοποιώντας συσκευή 24ωρης καταγραφής. Η δομή του ύπνου αξιολογήθηκε με συσκευή παρακολούθησης ύπνου (Fitbit Charge 4), την οποία φορούσαν οι συμμετέχοντες και οι μάρτυρες για 7 συνεχόμενα βράδια. Η βραδινή παραγωγή ούρων καταγράφηκε μέσω ημερολογίου ούρησης που συμπληρώθηκε για τουλάχιστον μία εβδομάδα. Τα παιδιά με ενούρηση υπεβλήθηκαν επίσης σε μη επεμβατικές ουροδυναμικές εξετάσεις, όπως ουροροομετρία και υπερηχογράφημα ουροδόχου κύστης. Τέλος, μετρήθηκαν τα επίπεδα αλδοστερόνης, ρενίνης, σεροτονίνης, ντοπαμίνης και κοπεπτίνης σε όλους τους συμμετέχοντες. Αποτελέσματα Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 35 παιδιά με νυχτερινή ενούρηση (24 αγόρια και 11 κορίτσια), με διάμεση ηλικία 9 έτη (εύρος: 6-14 έτη), εκ των οποίων 17 παιδιά παρουσίαζαν νυχτερινή πολυουρία. Η ομάδα ελέγχου αποτελούνταν από 43 υγιή παιδιά (22 αγόρια και 21 κορίτσια) με διάμεση ηλικία 12 έτη (εύρος: 7-16 έτη). Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην ηλικία ή το φύλο μεταξύ των ομάδων. 26 παιδιά με ενούρηση υπεβλήθησαν σε 24ωρη καταγραφή αρτηριακής πίεσης. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στη μέση τιμή συστολικής, διαστολικής και μέσης αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας. Ωστόσο, παρατηρήθηκε το φαινόμενο “non-dipping” κατά τον ύπνο, ιδιαίτερα στην ομάδα χωρίς πολυουρία. Τα επίπεδα αλδοστερόνης ήταν σημαντικά χαμηλότερα στην ομάδα ενούρησης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (p=0.003), κυρίως στους ασθενείς χωρίς νυχτερινή πολυουρία. Τα επίπεδα ντοπαμίνης ήταν σημαντικά χαμηλότερα στους ασθενείς χωρίς νυχτερινή πολυουρία (p=0.045). Τα επίπεδα κοπεπτίνης ήταν επίσης χαμηλότερα στην ομάδα ενούρησης (p=0.012). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στα επίπεδα ρενίνης και σεροτονίνης. Συνολικά, 33 μάρτυρες και 31 παιδιά με ενούρηση φόρεσαν τη συσκευή παρακολούθησης ύπνου. Ο χρόνος αφύπνισης κατά τη διάρκεια του ύπνου ήταν σημαντικά υψηλότερος στα παιδιά με ενούρηση. Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στις άλλες παραμέτρους ύπνου. Τα παιδιά χωρίς πολυουρία παρουσίασαν επεισόδια μόνο κατά τη διάρκεια του NREM ύπνου, ενώ τα παιδιά με πολυουρία είχαν επεισόδια τόσο κατά τον REM όσο και τον NREM ύπνο. 25 παιδιά με ενούρηση υπεβλήθησαν σε ουροδυναμικές εξετάσεις. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο υποομάδων. Συμπέρασμα Τα ευρήματα της μελέτης παρέχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος παίζει σημαντικό ρόλο στην παθογένεια της νυχτερινής ενούρησης. Οι διακριτές διαταραχές που παρατηρήθηκαν στις δύο υποομάδες επισημαίνουν πόσο σημαντικό είναι να αναγνωριστεί η νυχτερινή ενούρηση ως μία ετερογενής κατάσταση με πολλαπλούς υποκείμενους μηχανισμούς. Οι ασθενείς με νυχτερινή πολυουρία φαίνεται να παρουσιάζουν υπερλειτουργία του συμπαθητικού συστήματος, ενώ οι ασθενείς χωρίς πολυουρία και πιθανή υπερλειτουργία του εξωστήρα μυός παρουσιάζουν υπερδραστηριότητα του παρασυμπαθητικού συστήματος.Introduction: Nocturnal enuresis is a common pediatric condition affecting approximately 15 - 20% of children at five years of age. While genetic predisposition and delayed bladder control maturation are thought to play a role, the exact pathophysiologic mechanisms remain unclear. Latest research has identified three main etiological mechanisms: nocturnal polyuria due to decreased levels of antidiuretic hormone (arginine vasopressin, AVP), sleep and arousal disorders and bladder dysfunction associated with nocturnal overactivity of the detrusor muscle. However, a unifying theory that could explain the inter-relations between these three systems is still missing. The autonomic nercous system regulates both sleep and bladder function through opposite commands from the sympathetic and parasympathetic branch. Although several studies have examined the autonomic nervous system regulation in children with enuresis, knowledge is still limited and its role in the pathogenesis of nocturnal enuresis has not yet been clarified. Aim The primary goal of this study was to identify the function of the autonomic nervous system in enuretic subpopulations. The two main subgroups examined were children with and without nocturnal polyuria. By focusing on these specific subgroups, the study sought to clarify if an autonomic nervous system dysregulation could be involved in the pathophysiology of nocturnal enuresis. To examine this hypothesis, different components of autonomic nervous system such as sleep architecture, blood pressure, bladder control, related hormones and neurotransmitters were examined within these subgroups. Methods Children with primary monosymptomatic nocturnal enuresis and healthy children matched for age and gender characteristics as controls were included in the study. Participants were enrolled between October 2020 and August 2022. Children with enuresis were recruited from the Pediatric Nephrology outpatient clinic and healthy children from the General Pediatrics outpatient clinic in Heraklion University Hospital. Children with enuresis were categorized into two subgroups, children with and without nocturnal polyuria based on their nighttime urine output. Regular visits were scheduled at predetermined intervals to conduct the necessary examinations and patient follow ups over a total period of 12 months. The autonomic nervous system function was evaluated through several parameters, including blood pressure, sleep architecture, hormone and neurotransmitter levels. Blood pressure in children with enureis was investigated using a 24h ambulatory blood pressure monitoring device. Sleep pattern was assessed with a sleep tracker device (Fitbit Charge 4) which patients and controls wore for seven consecutive nights. Nocturnal urine output was documented using a voiding chart which was completed for at least one week. Children with enuresis also underwent non- invasive urodynamic tests, including uroflowmetry and bladder ultrasound. Finally, levels of aldosterone, renine, serotonine, dopamine, and copeptin were measured in all participants. Results A total of 35 children with nocturnal enuresis, 24 boys and 11 girls, with a median age of 9 years (range: 6-14 years) were included in the study, and 17 out of 35 children had nocturnal polyuria. The control group consisted of 43 healthy children, 22 boys and 21 girls, with a median age of 12 years (range: 7-16 years). There were no statistically significant differences between the enuresis and control groups in terms of age or gender distribution. A total of 26 children with enuresis underwent a 24h blood pressure monitoring. No significant difference was observed between patients with and without nocturnal polyuria for daytime and nocturnal mean systolic, diastolic and mean arterial pressure and heart rate values. A non-dipping phenomenon during sleep was identified which was more prominent in the group without polyuria. Aldosterone levels were significantly lower in the nocturnal enuresis group than in the control group (p=0.003), mainly in patients without nocturnal polyuria when compared with patients with nocturnal polyuria. Dopamine levels were significantly lower in patients without nocturnal polyuria compared with patients with nocturnal polyuria (p=0.045). Copeptin levels were significantly lower in the nocturnal enuresis group than in the control group (p=0.012). No significant difference was found in renin and serotonin levels. 33 healthy controls and 31 children with enuresis wore the sleep tracker device. Awake time during sleep was significantly higher in children with enuresis. No significant differences were found for the other sleep parameters. Children without polyuria experienced episodes only during NREM sleep whereas in children with polyuria episodes occurred in both REM and NREM sleep. A total of 25 children with enuresis underwent urodynamic tests. No significant differences were found between patients with and without nocturnal polyuria. Conclusion The findings of this study provide strong evidence that autonomic nervous system dysregulation plays a critical role in the pathogenesis of nocturnal enuresis. The distinct patterns of autonomic dysfunction observed in the two subgroups highlight the importance of recognizing nocturnal enuresis as a heterogeneous condition with multiple underlying mechanisms. In patients with nocturnal polyuria, nocturnal enuresis is associated with sympathetic hyperactivity which results in pressure polyuria and significantly lower systolic dipping during sleep. On contrary in children without nocturnal polyuria it is mostly associated with bladder overactivity due to parasympathetic overstimulation as demonstrated by the NREM-related enuretic episodes and the lower aldosterone and dopamine levels. This finding offers valuable insights for developing personalized treatment approaches based on the specific autonomic profile of each patient. Undoubtedly further studies on larger group of patients are needed to confirm and further increase the clinical value of this observation

    Μεταπτυχιακή διατριβή για τις αρρυθμίες που επαγόμενες απο την άσκηση σε αθλητές με μυοκαρδίτιδα

    No full text
    Myocarditis, which is defined as an inflammatory process in myocardial tissue markedly, increases the risk of cardiac events, especially arrhythmia, among athletes. Despite the well-established advantages of physical activity on cardiovascular health, patients diagnosed with myocarditis are often advised to limit their level of exertion, considering that vigorous exercise would exacerbate cardiac symptoms and increase the risk of arrhythmias. In this literature review, we aim to study the effect of exercise on arrhythmias in athletes with myocarditis. To this end, a comprehensive review was conducted, with a focus on studies investigating arrhythmias among patients with myocarditis and especially athletes. Critical variables that were examined included the type and intensity of exercise, timing of exercise in relation to the diagnosis of myocarditis, as well as the presence of arrhythmias observed. The results may suggest that moderate exercise can be safe in some athletes with a diagnosis of myocarditis, but high-intensity training or competitive athletics could significantly increase the risk of arrhythmias. The underlying mechanisms are discussed to explain the occurrence of exercise-induced arrhythmias in the context of myocarditis, and the review gives clinical recommendations on how to manage athletes presenting with this inflammatory heart disease

    Εμφυτεύσιμες ηλεκτρονικές συσκευές σε ασθενής που συμμετέχουν σε ανταγωνιστικά αθλήματα

    No full text
    Οι εμφυτεύσιμες ηλεκτρονικές καρδιακές συσκευές (CIEDs), όπως οι βηματοδότες, οι απινιδωτές (ICDs) και οι συσκευές καρδιακής επανασυγχρονισμού (CRT), έχουν αλλάξει ριζικά τη ζωή πολλών ανθρώπων με καρδιακά νοσήματα, όπως η στεφανιαία νόσος, οι παθήσεις του ερεθισματαγωγού συστήματος, οι μυοκαρδιοπάθειες κτλ. Χάρη σε αυτές, άτομα με βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια ή σοβαρές αρρυθμίες μπορούν να έχουν πιο ενεργή καθημερινότητα, με λιγότερα συμπτώματα και μεγαλύτερη ασφάλεια, πέρα από την αύξηση της επιβίωσης που επιτυγχάνεται. Για τους περισσότερους ασθενείς, αυτές οι συσκευές προσφέρουν σταθερότητα και σιγουριά, επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν την καθημερινότητά τους χωρίς σοβαρούς περιορισμούς. Όμως, όταν μιλάμε για αθλητές υψηλού επιπέδου, η κατάσταση γίνεται πιο σύνθετη. Οι σωματικές απαιτήσεις του ανταγωνιστικού αθλητισμού είναι εξαιρετικά υψηλές και θέτουν προκλήσεις τόσο για την ίδια τη συσκευή όσο και για το καρδιαγγειακό σύστημα του αθλητή. Οι έντονες προπονήσεις, η αυξημένη καρδιακή συχνότητα και η πιθανή σωματική επαφή σε αθλήματα επαφής όπως το ποδόσφαιρο ή οι πολεμικές τέχνες, μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία των CIEDs και να αυξήσουν τον κίνδυνο επιπλοκών. Ένα βασικό ζήτημα είναι η σωστή ρύθμιση των συσκευών ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των αθλητών. Για παράδειγμα, ένας βηματοδότης που έχει ρυθμιστεί για έναν μέσο ασθενή μπορεί να μην μπορεί να υποστηρίξει τις αυξημένες απαιτήσεις της καρδιάς ενός αθλητή κατά την άσκηση. Αντίστοιχα, ένας ICD μπορεί να ανιχνεύσει εσφαλμένα την υψηλή καρδιακή συχνότητα που φυσιολογικά προκύπτει κατά τη διάρκεια της έντονης προπόνησης ως σοβαρή αρρυθμία (πχ στην ζώνη που έχουμε ορίσει ως κοιλιακή ταχυκαρδία ή κοιλιακή μαρμαρυγή) και να προκαλέσει μια απρόσφορη εκφόρτιση, δημιουργώντας δυσφορία, ανασφάλεια και μακροπρόθεσμα κατάθλιψη στον αθλητή. Επιπλέον, η αντοχή των ηλεκτροδίων είναι ένα άλλο σημαντικό θέμα. Οι επαναλαμβανόμενες έντονες κινήσεις, οι κραδασμοί και οι σωματικές συγκρούσεις σε αθλήματα επαφής μπορεί να οδηγήσουν σε βλάβη ή μετατόπιση των ηλεκτροδίων, επηρεάζοντας τη σωστή λειτουργία της συσκευής. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οCardiac implantable electronic devices (CIEDs), including pacemakers, implantable cardioverter-defibrillators (ICDs), and cardiac resynchronization therapy (CRT) devices, are essential in clinical practise in order to manage various cardiac conditions, such as bradycardia, heart failure, and life-threatening arrhythmias. These devices have revolutionized the treatment and general management of patients with these conditions. They allowed them to conduct more active lives, prolonged their lifespan and decreased their symptoms. However, when it comes to competitive athletes, the demands placed on CIEDs are far greater due to extreme physical exertion involved in high-level sports, physical contact and sometimes inappropriate shocks from ICDs. Competitive athletes often push their cardiovascular systems to their physiological limits, which can place unique stresses both on the implanted devices and the cardiovascular system itself. This review aims to address the specific challenges of CIED programming in athletes, to explore the physiological demands of high-intensity exercise, device customization, lead durability, and risk of inappropriate device therapies, the risks of competitive athletes with implanted CIEDs, including device malfunction, lead damage, infections, and the exacerbation of underlying arrhythmias. A comprehensive understanding of these issues is necessary for optimal management of athletes with CIEDs and to allow them to participate safely in competitive and non-competitive sports. 4 αθλητής χρειάζεται επανεπέμβαση για να διορθωθεί το πρόβλημα, κάτι που επιφέρει επιπλέον κινδύνους. Για να μπορούν οι αθλητές με εμφυτευμένες συσκευές να συνεχίσουν να αγωνίζονται με ασφάλεια, απαιτείται προσεκτικός και εξατομικευμένος προγραμματισμός της συσκευής τους. Αυτό περιλαμβάνει προσαρμογές στις ρυθμίσεις των βηματοδοτών ώστε να καλύπτουν τις αυξημένες ανάγκες της άσκησης, επαναπρογραμματισμό των ICDs για τη μείωση του κινδύνου απρόσφορων εκφορτίσεων, καθώς και επιλογή πιο ανθεκτικών ηλεκτροδίων που μπορούν να αντέξουν τις έντονες κινήσεις και την καταπόνηση. Συνολικά, η διαχείριση των CIEDs σε αθλητές δεν είναι απλή υπόθεση και απαιτεί τη συνεργασία καρδιολόγων, αθλητίατρων και ηλεκτροφυσιολόγων. Με τη σωστή παρακολούθηση και τις κατάλληλες προσαρμογές, οι αθλητές μπορούν να συνεχίσουν να αθλούνται με ασφάλεια, χωρίς να βάζουν σε κίνδυνο την υγεία τους ή την απόδοσή τους. Το σημαντικότερο είναι ότι η ύπαρξη μιας εμφυτευμένης καρδιακής συσκευής δεν σημαίνει απαραίτητα το τέλος της αθλητικής καριέρας, αλλά μια νέα πρόκληση που μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη σωστή προσέγγιση

    Η άσκηση και οι διατροφικές παρεμβάσεις στην σαρκοπενία και την αδυναμία σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια

    No full text
    Frailty and sarcopenia are prevalent and interrelated syndromes in heart failure (HF) patients, particularly among the elderly, that contribute to worsened clinical outcomes such as hospitalization, functional decline, and mortality. These conditions share common underlying mechanisms including systemic inflammation, hormonal and metabolic imbalances, and nutritional deficiencies. Accurate diagnosis relies on established criteria and performance-based assessments. This review highlights the critical role of exercise—especially combined resistance and aerobic training—in improving muscle strength, physical function, and quality of life in HF patients. Nutritional interventions focusing on adequate protein intake and micronutrient supplementation further enhance these benefits. Multimodal strategies integrating exercise and nutrition address the multifactorial nature of sarcopenia and frailty, though optimal protocols require further research. Barriers to intervention adherence, including patient-related and systemic factors, can be mitigated through patient education, telemedicine, and home-based programs. Future directions emphasize individualized, comprehensive treatment plans supported by multidisciplinary care, technological innovations, and health policy initiatives. Ultimately, early identification and targeted exercise-nutrition interventions offer promising avenues to modify disease trajectories, improve functional outcomes, and enhance quality of life in HF patients affected by sarcopenia and frailty

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇