11894 research outputs found
Sort by
Αποσφαλμάτωση δεδομένων σε εφαρμογές Μηχανικής Μάθησης
Data quality is one of the major pain points of modern Machine Learning (ML) pipelines, as it often degrades the performance of models and jeopardizes the reliability of their outcomes for real-world applications. Data Debugging for ML (DDML) aims to address this issue by systematically engineering and monitoring the data in conjunction with the ML model built and deployed, hence ensuring high-quality datasets during the training and serving phases. However, as datasets grow in scale and become more diverse in terms of modalities, while ML models become increasingly sophisticated, DDML faces several challenges. First (i), different data imperfections may slip on the labels or the features that may impact a model at different phases. In the model development phase, the training dataset may contain mislabeled, anomalous samples, and/or data poisons. During the model deployment phase, adversarial attacks may be crafted or the statistical properties between training and serving data may change, a phenomenon called data drift, affecting their posterior, class-conditional, or marginal distributions. Regarding the data drift, different drift types call for different mitigation
actions on the models or the data, highlighting the importance of drift understanding (explanation). Second (ii), multiple data bugs may co-exist in the same dataset, which are not known in advance, hence calling for unsupervised methods to detect and repair them. Methods for both tasks need to be explainable to enable informative mitigation actions. Third (iii), not all data bugs affect in the same way and strength, different ML models or impact them at the same training epochs. Prior DDML works do not address all the previous challenges. The majority focus on a single type of data bug, while they rarely provide explanations for the impact of the detected issues on the ML model. In this thesis, we propose the first eXplainable-by-design Data Debugging for ML framework (XDDML) to address all previous challenges. XDDML leverages Influence Functions (IFs). IFs is an instance-based model explanation technique that approximates the impact of a sample on another, called the influence score, based on the model’s decision boundary. IFs emerge as a universal framework for estimating samples’ influence for different data modalities and model architectures.
The key idea of XDDML is that data bugs influence the decision boundary differently than clean samples, allowing their detection, and the influence footprint differs for different types of issues, allowing their explanation. To address (i, ii, iii), we propose several influence signals that perform meaningful aggregations on the influence scores at different model phases.
In the first part of the thesis, we focus on data debugging for training sets, introducing three novel influence-based signals, namely CNCI, PCID, CFrank, and PNI for detecting and characterizing label noise (CNCI) for different noise distributions, clustered anomalies (PCID), mixtures of both (CFrank), or data poisons (PNI), while at the same time, CNCI and PNI provide label repairs for the detected mislabeled and target samples, respectively. Computational experiments on tabular, image and time-series data modalities demonstrate that CNCI, PCID, and PNI outperform, in some cases up to a factor of 6, all existing influence-based signals and generalize across different datasets and ML models. In addition, they often outperform specialized detectors and provide accurate label repairs for the mislabeled and target samples.
In the second part of the thesis, we aim to detect data bugs during inference. First, we develop
the bSI influence signal to detect adversarial examples in the test set without accessing the true labels. Computational experiments demonstrated that bSI significantly outperforms specialized detectors, especially in high-fidelity adversarial attacks. Second, we propose the first unified framework for distinguishing model (with a performance impact) from feature drift (without a performance impact) while being able to explain the probabilistic source of a drift on posterior, class-conditional, or marginal distributions. In this respect, EDDI relies on two detection influence signals, called SI and WI, while at the same time, it provides "how" drift explanations using two influence signals, called NI and BI. The key idea is that the influence distributions between drifted and non-drifted samples statistically differ, while different drift types exhibit distinct influence footprints. To evaluate EDDI, a type-specific drift simulation is developed, demonstrating that EDDI achieves statistically significant detection performance improvements up to 15% over baselines across four drift types, while providing a precise explanation up to 0.8 AUC, revealing each drift type.Η ποιότητα των δεδομένων αποτελεί ένα από τα κύρια σημεία ενδιαφέροντος στην εκπαίδευση
μοντέλων Μηχανικής Μάθησης (ML), καθώς ατελή δεδομένα συχνά υποβαθμίζουν την αποτελεσματικότητα των μοντέλων και θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων τους σε βιομηχανικές εφαρμογές. Η Αποσφαλμάτωση Δεδομένων για Μηχανική Μάθηση (Data De-bugging for ML – DDML) στοχεύει στη βελτίωση των ατελών δεδομένων μέσω συστηματικής
επεξεργασίας και παρακολούθησης τους σε συνδυασμό με το προβλεπτικό μοντέλο που έχει
κατασκευαστεί, εξασφαλίζοντας έτσι σύνολα δεδομένων υψηλής ποιότητας κατά τις φάσεις
της εκπαίδευσης και της εξυπηρέτησης (serving). Ωστόσο, καθώς τα σύνολα δεδομένων μεγαλώνουν σε κλίμακα και γίνονται πιο ποικίλα ως προς τις μορφές (modalities) και επιπλέον
η περιπλοκότητα των προβλεπτικών μοντέλων αυξάνεται, οι τεχνικές DDML αντιμετωπίζουν
αρκετές προκλήσεις.
Πρώτον (i), διαφορετικές ατέλειες στα δεδομένα μπορεί να αφορούν τις ετικέτες (labels),
τα χαρακτηριστικά (features), ή και τα δύο, επηρεάζοντας το μοντέλο σε διαφορετικές φάσεις.
Στη φάση ανάπτυξης του μοντέλου, το σύνολο δεδομένων εκπαίδευσης μπορεί να περιέχει
λανθασμένα επισημασμένα (mislabeled), αποκλίνοντα (anomalies) δείγματα ή/και δηλητηριώδη δεδομένα (data poisons). Κατά τη φάση εξυπηρέτησης, ενδέχεται να υπάρξουν κακόβουλες επιθέσεις (adversarial attacks) ή οι στατιστικές ιδιότητες μεταξύ των δεδομένων εκπαίδευσης και εξυπηρέτησης να μεταβληθούν, ένα φαινόμενο γνωστό και ως μετατόπιση δεδομένων (data drift), επηρεάζοντας τις posterior, class-conditionalή marginalκατανομές. Διαφορετικοί τύποι μετατόπισης απαιτούν διαφορετικές επιδιορθωτικές ενέργειες στο μοντέλο ή τα δεδομένα, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της κατανόησης (και εξήγησης) της μετατόπισης. Δεύτερον (ii), πολλαπλά σφάλματα μπορεί να συνυπάρχουν στο ίδιο σύνολο δεδομένων, χωρίς να είναι γνωστά εκ των προτέρων, γεγονός που απαιτεί την ανάπτυξη μεθόδων χωρίς επίβλεψη (unsupervised), για την ανίχνευση και διόρθωσή τους. Οι μέθοδοι ανίχνευσης πρέπει επίσης να είναι εξηγήσιμες ώστε να επιτρέπουν ορθές επιδιορθωτικές ενέργειες. Τρίτον (iii), δεν επηρεάζουν όλα τα σφάλματα δεδομένων με τον ίδιο τρόπο ή με την ίδια κρισιμότητα τα διαφορετικά προβλεπτικά μοντέλα, ούτε και επιδρούν απαραίτητα στις ίδιες εποχές εκπαίδευσης (training epochs).
Οι προηγούμενες εργασίες σε DDML δεν ξεπερνούν όλες τις παραπάνω προκλήσεις. Η
πλειοψηφία επικεντρώνεται σε μεμονωμένους τύπους προβλημάτων στα δεδομένα, ενώ σπα-
νίως παρέχουν εξηγήσεις για τον αντίκτυπο των ανιχνευμένων προβλημάτων στο προβλεπτικό
μοντέλο. Σε αυτήν τη διατριβή, προτείνουμε το πρώτο σύστημα αποσφαλμάτωσης δεδομένων για εκπαίδευση μοντέλων μηχανικής μάθησης, που παράλληλα εξηγεί τα εντοπισθέντα προβλήματα XDDML (eXplainable-by-design Data Debugging for ML), ξεπερνώντας σε όλες τις παραπάνω προκλήσεις. Το XDDML αξιοποιεί τις συναρτήσεις επιρροής (Influence Functions – IFs). Οι Ifs είναι μια τεχνική επεξήγησης μοντέλων βάσει δειγμάτων, η οποία προσεγγίζει τον αντίκτυπο ενός δείγματος σε ένα άλλο (ινφλυενςε σςορε), με βάση την επιφάνεια απόφασης του μοντέλου. Οι IFs αποτελούν ένα καθολικό πλαίσιο για την εκτίμηση της επίδρασης δειγμάτων σε διαφορετικές μορφές δεδομένων και αρχιτεκτονικές μοντέλων. Η βασική ιδέα του XDDML είναι ότι τα σφάλματα δεδομένων επηρεάζουν τις επιφάνειες αποφάσεων των μοντέλων με διαφορετικό τρόπο από τα «καθαρά» (σωστά) δείγματα, επιτρέποντας την ανίχνευσή τους, ενώ το αποτύπωμα της επίδρασης διαφέρει μεταξύ διαφορετικών τύπων προβλημάτων, επιτρέποντας έτσι και την εξήγησή τους. Για να ξεπεράσουμε τα (i, ii, iii), προτείνουμε αρκετά σήματα επίδρασης (influence signals) που υλοποιούν εξειδικευμένες συναθροίσεις στα σκορ επίδρασης σε διαφορετικές φάσεις του μοντέλου.
Στο πρώτο μέρος της διατριβής, εστιάζουμε στην αποσφαλμάτωση δεδομένων στα σύνολα
δεδομένων για εκπαίδευση, εισάγοντας τέσσερα νέα σήματα επίδρασης, συγκεκριμένα τα CNCI, PCID, CFrank και PNI, για την ανίχνευση και τον χαρακτηρισμό προβλημάτων στις ετικέτες
(CNCI) για διάφορες κατανομές θορύβου, συσπειρωμένων ανωμαλιών (PCID), συνδυασμούς
και και των δύο (CFrank), ή δηλητηριωδών δεδομένων (PNI). Ταυτόχρονα, τα CNCI και PNI
παρέχουν διορθώσεις ετικετών για τα δείγματα με λάθος ετικέτα καθώς και σε στοχευμένα
δείγματα από δηλητηριώδη δεδομένα αντίστοιχα. Υπολογιστικά πειράματα σε δεδομένα σε
μορφή πινάκων, εικόνων και χρονοσειρών, έδειξαν ότι τα CNCI, PCID και PNI υπερέχουν,
σε ορισμένες περιπτώσεις έως και 6 φορές, όλων των υπαρχόντων σημάτων επίδρασης και
γενικεύονται σε διαφορετικά σύνολα δεδομένων και προβλεπτικά μοντέλα. Επιπλέον, υπερέχουν εξειδικευμένων ανιχνευτών και παρέχουν ακριβείς διορθώσεις ετικετών.
Στο δεύτερο μέρος της διατριβής, στοχεύουμε στην ανίχνευση σφαλμάτων στα δεδομένα
κατά τη φάση πρόβλεψης (inference). Αρχικά, αναπτύσσουμε το σήμα επίδρασης bSI για την
ανίχνευση κακόβουλων επιθέσεων στο σύνολο δοκιμής, χωρίς πρόσβαση στις πραγματικές ετικέτες των δειγμάτων. Πειράματα που πραγματοποιήσαμε έδειξαν ότι το bSI υπερέχει σημαντικά των εξειδικευμένων ανιχνευτών, ειδικά σε επιθέσεις υψηλής πιστότητας. 'Επειτα, προτείνουμε το πρώτο ενοποιημένο σύστημα για εντοπισμό και διάκριση μετατόπισης του μοντέλου, που έχει επίπτωση στην αποτελεσματικότητά του, από τη μετατόπιση χαρακτηριστικών που δεν έχει επίπτωση στην αποτελεσματικότητά του. Το σύστημα το ονομάζουμε EDDI το οποίο εντοπίζει όλους τους τύπους μετατόπισης και επιπλέον μπορεί να εξηγήσει την πιθανοκρατική πηγή τους σε posterior, class-conditioned και marginal κατανομές. Το EDDI βασίζεται σε δύο σήματα επίδρασης για την ανίχνευση, τα SI και WI, ενώ παρέχει εξηγήσεις που απαντούν στο “πώς” η μετατόπιση θα επηρεάσει το μοντέλο μέσω των σημάτων ΝΙ και ΒΙ. Η βασική ιδέα είναι ότι οι κατανομές επίδρασης μεταξύ μετατοπισμένων και μη μετατοπισμένων δειγμάτων διαφέρουν στατιστικά, ενώ οι διαφορετικοί τύποι μετατόπισης παρουσιάζουν διακριτά αποτυπώματα επίδρασης. Για την αξιολόγηση του EDDI, σχεδιάσαμε εξατομικευμένες προσομοιώσεις για κάθε τύπο μετατόπισης. Τα πειράματα που διεξάγαμε έδειξαν πως το EDDI επιτυγχάνει στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις, έως και 15%, στον εντοπισμό τεσσάρων τύπων μετατόπισης σε σχέση με εξειδικευμένες μεθόδους, ενώ παρέχει ακριβή εξήγηση αποκαλύπτοντας τον τύπο κάθε μετατόπισης επιτυγχάνοντας ένα AUC σκορ έως 0.8
Investigating the role of organizational justice in the emergence of social justice in primary education
Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να εξετάσει το ρόλο της οργανωσιακής δικαιοσύνης στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση και να διερευνήσει κατά πόσο αυτή επικρατεί μέσα στους σχολικούς οργανισμούς. Πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις διευθυντών Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης όπου πέρα από τα δημογραφικά τους στοιχεία έπρεπε να απαντήσουν σε ερωτήσεις για το ρόλο / σημασία της οργανωσιακής δικαιοσύνης αλλά και ερωτήσεις για το πώς φέρονται στους συναδέλφους εκπαιδευτικούς μέσα στα σχολεία. Επίσης υπήρχε πλήθος ερωτήσεων για να διαπιστωθεί κατά πόσο η οργανωσική δικαιοσύνη μπορεί να επηρέασει την κοινωνική δικαιοσύνη και την έλλειψη ανισοτήτων και αδικιών. Η συγκεκριμένη έρευνα δείχνει την ύπαρξη της οργανωσιακής δικαιοσύνης μέσα στους χώρους της εκπαίδευση. Εμφανίζεται ο ρόλος της οργανωσιακής δικαιοσύνη να παρέχει δέσμευση και ικανοποίηση στους εργαζόμενους, υπογραμμίζει την ανάγκη μιας αρμονικής και δίκαιης συνύπαρξης των μελών στους σχολικούς οργανισμούς, επιτυγχάνει ένα υποστηρικτικό, υγιές, συνεργατικό περιβάλλον του σεβασμού και της κατανόησης. Τα παραπάνω στοιχεία του ρόλου της οργανωσιακής δικαιοσύνης επικεντρώνονται και επιδρούν στην αίσθηση δικαίου, στη δίκαιη διαδικασία στους οργανισμούς, προάγουν εμπιστοσύνη και θετική συμπεριφορά προωθώντας την κοινωνική δικαιοσύνη. Τέλος αναδεικνύεται η ανάγκη για επιμόρφωση των διευθυντών σε θέματα οργανωσιακής δικαιοσύνης, η οποία θα αποτελέσει επένδυση που θα βελτιώσει τη σχολική λειτουργία αλλά και θα συμβάλλει στην ευρύτερη προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας στη κοινωνία.This study aims to examine the role of organizational justice in primary education and to explore the extent to which it prevails within school organizations. Interviews were conducted with primary education directors, where, in addition to demographic information, they were asked questions about the role and importance of organizational justice, as well as how they treat their colleagues within the schools. Additionally, numerous questions were included to assess how organizational justice might influence social justice and the absence of inequalities and injustices. This research demonstrates the presence of organizational justice within educational settings. It highlights the role of organizational justice in fostering commitment and satisfaction among employees, emphasizes the need for harmonious and fair coexistence among members in school organizations, and aims to create a supportive, healthy, and collaborative environment based on respect and understanding. The above aspects of organizational justice focus on and influence the sense of fairness, fair processes within organizations, and promote trust and positive behavior, thereby advancing social justice. Finally, the study underscores the need for training of school directors on organizational justice topics, which will serve as an investment to improve school functioning and contribute to the broader promotion of social justice and equality in society
Διερεύνηση του ρόλου του μονοπατιού ROCK/ Myosin II στη ρύθμιση της μεταστατικής ικανότητας των κυττάρων του καρκίνου του μαστού
Η μετάσταση θεωρείται η πιο συχνή αιτία θανάτου στον καρκίνου του μαστού και οι
μηχανισμοί που εμπλέκονται σε αυτή την διαδικασία βρίσκονται υπό μελέτη. Σε πολλούς
τύπους καρκίνου, τα καρκινικά κύτταρα αποκτούν έναν αμοιβοειδή φαινότυπο, ο οποίος
χαρακτηρίζεται από μια στρόγγυλη μορφολογία και έναν αυξημένο αριθμό μεμβρανικών
προεκβολών, που ονομάζονται blebs. Ο αμοιβοειδής φαινότυπος σχετίζεται με την
αυξημένη μεταστατική ικανότητα των κυττάρων σε μοντέλα ποντικιών και σε ανθρώπινα
δείγματα μελανώματος, τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλή ενεργότητα του
ROCK/Myosin II μονοπατιού. Παρόλα αυτά ο ρόλος αυτού του μονοπατιού στην
μετάσταση του καρκίνου του μαστού παραμένει άγνωστος. Αυτή η μελέτη στοχεύει στον
χαρακτηρισμό των επιπέδων της φωσφορυλιωμένης ελαφριάς αλυσίδας 2 της μυοσίνης
(phpsphorylated myosin light chain 2, pMLC2) σε συνάρτηση με την μεταστατική
ικανότητα των κυττάρων του καρκίνου του μαστού. Αρχικά δημιουργήθηκε ένα
μεταστατικό μοντέλο μέσω δύο σταδιακών γύρων επιλογής των κυττάρων του πρωτογενή
όγκου από τα PyMT ποντίκια, τα οποία ενέθηκαν στην συνέχεια σε FVΒ ποντίκια.
Αυθόρμητες μεταστάσεις στον πνεύμονα των πατρικών PyMT ποντικιών εμφάνισαν
αυξημένα επίπεδα της pMLC2 σε σύγκριση με τους αντίστοιχους όγκους, ενώ οι
μεταστάσεις που προέκυψαν μετά τον δεύτερο γύρο είχαν μειωμένα επίπεδα σε σχέση
με τις αυθόρμητες, πιθανόν λόγω μεγάλης ετερογένειας στην χρώση. Επιπλέον,
μεταστάσεις στον πνεύμονα από θηλυκά Rag-/- ποντίκια, τα οποία έχουν ενεθεί
ενδοφλεβίως στην ουρά με τις σειρές 4T1.UT και 4T1.2, έδειξαν αυξημένα επίπεδα της
pMLC2 στο tumour body (TB) σε σχέση με το invasive front (IF) των μεταστάσεων, σε
κάθε ομάδα ποντικιών. Όταν οι ίδιες μεταστάσεις αναλύθηκαν με βάση το μέγεθος τους,
οι ενδιάμεσου μεγέθους καθώς και οι μακρομεταστάσεις είχαν αυξημένη έκφραση της
pMLC2 στην 4T1.2 ομάδα σε σχέση με την 4T1.UT. Επιπρόσθετα, δημιουργήθηκαν
σειρές κυκλοφορούντων καρκινικών κυττάρων, απομονωμένες από το αίμα θηλυκών
Rag1-/- ποντικιών, τα οποία έχουν ενεθεί στον μαστικό λιπώδη ιστό με την 4T1.GFP+
κυτταρική σειρά. Οι διαφορετικές αυτές σειρές εμφάνιζαν ετερογενείς αμοιβοειδής δείκτες
και χαρακτηριστική στρόγγυλη μορφολογία σε σύγκριση με την πατρική σειρά,
υποδηλώνοντας ότι οι κυκλοφορούντες κλώνοι διαφοροποιούνται ενδογενώς σχετικά με
την μεταστατική τους ικανότητα. Ο αμοιβοειδής φαινότυπος που εμφανίζουν αυτές οι
σειρές είναι εξαρτώμενος από το ROCK, όπως αποδείχθηκε από την μείωση του
στρόγγυλου φαινοτύπου και των επιπέδων της pMLC2 κατόπιν θεραπείας με τον
αναστολέα του ROCK (GSK269962A). Τα παραπάνω αποτελέσματα υποστηρίζουν οτι
ένα εύρος κυκλοφορούντων καρκινικών κυττάρων είναι παρόντα στην κυκλοφορία, με
διακριτούς φαινοτύπους, που επιβεβαιώθηκε να είναι εξαρτώμενος από το ROCK. Balb/c
ποντίκια ενέθηκαν ενδοφλεβίως μια σειρά καρκινικών κυκλοφορούντων κυττάρων τα
οποία είχαν λάβει θεραπεία ελέγχου (DMSO) και GSK, καθώς και με την πατρική σειρά
4T1.GFP+. Οι πνεύμονες που απομονώθηκαν από την ομάδα με την θεραπεία του GSK
παρουσίασαν μειωμένο αριθμό μεταστάσεων σε σχέση με τις δύο ομάδες ελέγχου,
υποδηλώνοντας την αυξημένη μεταστατική ικανότητα αυτών των κυττάρων in vivo.
Παράλληλα, ο χαρακτηρισμός του αμοιβοειδούς φαινοτύπου στην χημειοανθεκτική σειρά
PyMT.PTXR.100, η οποία εμφανίζει ενισχυμένη βιωσιμότητα κατόπιν θεραπείας με τον
χημειοθεραπευτικό παράγοντα πακλιταξέλη, παρουσίασε αυξημένη έκφραση της pMLC2,
υποδηλώνοντας έναν πιθανό ρόλο του ROCK/Myosin II μονοπατιού στην απόκτηση
χαρακτηριστικών που αυξάνουν την επιβίωση τους κατόπιν θεραπείας. Συνοψίζοντας, τα
παραπάνω αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι τόσο η ήδη κατασκευασμένη, υψηλά
μεταστατική κυτταρική σειρά καρκίνου του μαστού 4T1.2, διαθέτει εγγενώς αυξημένη
ενεργότητα του ROCK/Myosin II μονοπατιού, όσο και οι μεταστάσεις στους πνεύμονες
ποντικιών που έχουν ενεθεί με αυτή την σειρά. Επιπλέον, τα κυκλοφορούντα καρκινικά
κύτταρα, παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα pMLC2 in vitro και ισχυρή μεταστατική
ικανότητα in vivo. Επιπλέον, τα χημειοανθεκτικά καρκινικά κύτταρα του μαστού
εμφανίζουν υψηλή ενεργότητα αυτού του μονοπατιού, υποδηλώνοντας το πλεονέκτημα
που μπορεί να προσφέρει στην επιβίωση των καρκινικών κυττάρων, μετά την
χημειοθεραπεία.Metastasis is considered the most common cause of breast cancer and the mechanisms
implicated in this process are still under study. In many cancer types, cancer cells adopt
an amoeboid phenotype characterized by a round morphology and an increased number
of membranous protrusions, called blebs. The amoeboid phenotype has been reported
to have increased metastatic capacity in mouse models and human samples of
melanoma, characterized by a high ROCK/Myosin II pathway activity. However, the role
of ROCK/Myosin II in breast cancer metastasis remains unknown. This study aimed to
characterize the phosphorylated myosin light chain 2 (pMLC2) status in correlation with
the metastatic propensity of breast cancer cells. Initially, a metastasis model was
established by the subsequent two-round selection of primary tumor cells from the MMTV-
PyMT mice injected into FVB mice. Spontaneous lung metastases from the parental mice
stained with increased pMLC2 compared to the matched tumours, whereas second-round
metastases showed lower levels, likely due to heterogeneity among metastases.
Additionally, lung metastases in female Rag1-/- mice injected intravenously in the tail with
the 4T1.UT and highly metastatic 4T1.2 cell lines showed elevated pMLC2 levels in the
tumour body (TB) compared to the invasive front (IF), in each group. When metastases
were analyzed regarding their size, 4T1.2 metastases showed a trend of elevated pMLC2
levels compared to 4T1.UT group, in both intermediate- and macro-metastases. In
addition, we established circulating tumour cell (CTCs) lines, isolated from the blood of
orthotopically injected female Rag1-/- mice with the 4T1.GFP+ cell line. These different
single-colony originated CTC lines have heterogeneous amoeboid indices and
characteristic round morphology compared to their parental 4T1.GFP+ cell line,
suggesting that circulating clones can be differentiated intrinsically regarding their
metastatic capacity. The amoeboid phenotype of CTC lines was proven to be ROCK-
dependent, due to loss of circularity as well as a decrease in pMLC2 levels upon treatment
with the ROCK inhibitor, GSK269962A. These results indicate a range of CTCs present
in the circulation with distinct amoeboid phenotypes, which were confirmed to be ROCK-
dependent. In an experiment, a CTC line was pre-treated with DMSO (control) and GSK,
while the parental 4T1.GFP+ line was treated with DMSO, and injected intravenously in
the tail of Balb/c mice. The GSK-treated CTC group was observed to have a decreased
number of metastatic nodules compared to the other two groups, suggesting enhanced
metastatic competence of these CTC lines in vivo. Furthermore, amoeboid index
evaluation of the constructed chemoresistant PyMT.PTXR.100 line, which has elevated
viability upon paclitaxel (PTX) treatment compared to the parental PyMT cell line,
displayed increased pMLC2 expression. Collectively, the above results propose that both
the already constructed highly metastatic breast cancer cell line, 4T1.2, has an
intrinsically elevated ROCK/Myosin II pathway activity as well as the lung metastases of
mice injected with this cell line. Moreover, the established CTC lines have enhanced
pMLC2 levels in vitro and increased metastatic competence in vivo. Finally, the
chemoresistant breast cancer cells show high activity of this pathway, implying that the
ROCK/Myosin II pathway may contribute to cancer cell survival, post-chemotherapy
Music as a Means of Social Practice and Inclusion : The Case of Roma Musical Families in the Prefecture of Serres
Η διπλωματική εργασία με τίτλο «Η μουσική ως μέσο κοινωνικής πρακτικής και συμπερίληψης: Η περίπτωση των μουσικών οικογενειών Ρομά στο νομό Σερρών» διερευνά τον ρόλο της μουσικής ως επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας στις οικογένειες Ρομά μουσικών. Στόχος είναι να εξεταστεί κατά πόσο η μουσική συμβάλλει στην κοινωνική αποδοχή και ενσωμάτωση των Ρομά από την κυρίαρχη κοινωνία, καθώς και να αναδειχθούν οι στρατηγικές που αναπτύσσουν οι ίδιοι οι μουσικοί για την επαγγελματική και κοινωνική τους ανέλιξη. Η έρευνα ακολουθεί ποιοτική, εθνογραφική μεθοδολογία με επιτόπια παρατήρηση σε μουσικά δρώμενα και εις βάθος συνεντεύξεις με δύο διακεκριμένους μουσικούς ζουρνά και τα μέλη των οικογενειών τους. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η μουσική αποτελεί βασικό μέσο κοινωνικής αποδοχής και οικονομικής επιβίωσης, προσφέροντας στους Ρομά μουσικούς τη δυνατότητα να υπερβούν στερεότυπα και να αποκτήσουν κύρος. Οι στρατηγικές τους περιλαμβάνουν την προσαρμογή του ρεπερτορίου, τη συμμετοχή σε διεθνή μουσικά δίκτυα, τη μαθητεία και τη συνειδητή διαχείριση της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Η μουσική δραστηριότητα συμβάλλει στη συγκρότηση πολιτισμικού, κοινωνικού και οικονομικού κεφαλαίου, προσφέροντας επαγγελματική κινητικότητα και κοινωνική αναγνώριση. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει τη μουσική ως πολυδιάστατη πρακτική, μέσο επιβίωσης και ενδυνάμωσης που λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας με την κυρίαρχη κοινωνία.The thesis titled “Music as a Means of Social Practice and Inclusion: The Case of Roma Musical Families in the Prefecture of Serres” explores the role of music as a professional and social activity within Roma musician families. Its aim is to examine the extent to which music contributes to the social acceptance and integration of Roma people into the dominant society, while also highlighting the strategies developed by Roma musicians for professional and social advancement. The research follows a qualitative ethnographic approach, including field observations during musical events and in-depth interviews with two distinguished zurna musicians and their family members. The findings reveal that music functions as a key means of social inclusion and economic survival, allowing Roma musicians to transcend stereotypes and gain social prestige. Their strategies include adapting their repertoire to diverse audiences, participating in international musical networks, engaging in apprenticeship-based learning, and consciously managing their cultural identity. Musical activity contributes to the formation of cultural, social, and economic capital, providing opportunities for professional mobility and social recognition. Overall, the study presents music as a multidimensional practice—a form of survival, empowerment, and cultural expression that serves as a bridge of communication between the Roma community and the dominant society
Studying the relation of viroids with host factors and development of methods for the generation of resistant plants
Τα ιοειδή είναι μικροσκοπικά παθογόνα των φυτών, τα οποία προσβάλλουν ποικίλα είδη
αγγειοσπέρμων και είναι ικανά να προκαλέσουν ασθένειες μεγάλης οικονομικής σημασίας.
Αποτελούνται από κυκλικό, μονόκλωνο RNA και κατατάσσονται σε δύο οικογένειες, με βάση τα
δομικά και λειτουργικά τους χαρακτηριστικά. Ιοειδή της οικογένειας Pospiviroidae αναπαράγονται
εντός του πυρήνα και διαμορφώνουν μία ραβδοειδή δευτεροταγή δομή, ενώ ιοειδή της οικογένειας
Avsunviroidae αναπαράγονται εντός των χλωροπλαστών και διαμορφώνουν διακλαδισμένη
δευτεροταγή δομή, καθώς επίσης διαθέτουν ενεργότητα ριβοενζύμου. Καθώς τα ιοειδή, σε αντίθεση
με τους ιούς, δεν κωδικοποιούν πρωτεΐνες, βασίζονται αποκλειστικά σε παράγοντες του ξενιστή για
την είσοδο, τη μετακίνηση και την αναπαραγωγή τους. Ένα από τα καλύτερα μελετημένα ιοειδή είναι
το ιοειδές των ατρακτοειδών κονδύλων της πατάτας (Potato Spindle Tuber viroid, PSTVd), το οποίο
αποτελεί και το τυπικό είδος της οικογένειας Pospiviroidae. Προς αναζήτηση παραγόντων του ξενιστή
που αλληλεπιδρούν με τα ιοειδή, εντοπίστηκε από το εργαστήριό μας μία πρωτεΐνη της ντομάτας
(Solanum lycoperisicum), η οποία αλληλεπιδρά ειδικά και ισχυρά με το PSTVd in vivo και in vitro. Η
πρωτεΐνη αυτή, η οποία ονομάστηκε VIROID-BINDING PROTEIN 1 (VIRP1), εντοπίζεται στον πυρήνα
και περιέχει μία άτυπη επικράτεια πρόσδεσης RNA, όπου προσδένεται το PSTVd. Λίγο αργότερα
δείχθηκε ότι η VIRP1 είναι απαραίτητη για τη μολυσματικότητα του PSTVd, καθώς φυτά Nicotiana
benthamiana με καταστολή του μεταγράφου της VIRP1 (VIRP1i) βρέθηκαν ανθεκτικά σε μηχανικές
μολύνσεις με PSTVd. Μετέπειτα μελέτες υποστήριξαν ότι η VIRP1 διευκολύνει την είσοδο του PSTVd
στον πυρήνα, ωστόσο δεν είναι ακόμη σαφές κατά πόσον αυτή η υπόθεση ισχύει. Η ταυτόχρονη
παρουσία μίας βρομοεπικράτειας (bromodomain) και μίας Ν-extra-τελικής επικράτειας (ΝΕΤ domain)
στη VIRP1 την κατατάσσει στην οικογένεια των ΒΕΤ (bromodomain-and-extra-terminal-domain)
πρωτεϊνών, τα μέλη της οποίας θεωρείται ότι λειτουργούν ως μεταγραφικοί ενεργοποιητές. Πιο
συγκεκριμένα, η βρομοεπικράτεια είναι υπεύθυνη για την αναγνώριση ακετυλιωμένων καταλοίπων
λυσίνης σε ιστόνες, ένα σήμα που μεταφράζεται σε «ανοιχτή χρωματίνη» και πυροδοτεί τη γονιδιακή
ενεργοποίηση. Η ΝΕΤ επικράτεια είναι υπεύθυνη για την επιστράτευση άλλων πρωτεϊνικών
παραγόντων που συμμετέχουν στην ενεργοποίηση της μεταγραφής.
Στην παρούσα διατριβή μελετήθηκε ο ενδογενής ρόλος της VIRP1 στη N. benthamiana, καθώς και η
επίδραση μεταλλαγών της VIRP1 στη μολυσματικότητα του PSTVd. Επιπλέον, εμαρμόστηκε η
τεχνολογία CRISPR/Cas9 για τη στόχευση γονιδίων που κωδικοποιούν παράγοντες οι οποίοι
σχετίζονται με τη μολυσματικότητα ιοειδών, με σκοπό τη δημιουργία ανθεκτικών φυτών N.
benthamiana. Σε αυτά περιλαμβάνεται η VIRP1, καθώς και οι πρωτεΐνες DICER-LIKE (DCL) 2, 3 και 4. Αρχικά, εντοπίστηκαν όλες οι ΒΕΤ πρωτεΐνες στη ντομάτα και στη N. benthamiana και δημιουργήθηκε
φυλογενετικό δέντρο για τη σύγκριση ΒΕΤ πρωτεϊνών σε διαφορετικά φυτικά είδη. Στη συνέχεια,
προκειμένου να διερευνηθεί η επίδραση της VIRP1 στη γονιδιακή έκφραση, πραγματοποιήθηκε 3’
RNA αλληλούχηση σε φυτά αγρίου τύπου (WT) και VIRP1i για τον εντοπισμό διαφορικά
εκφραζόμενων γονιδίων. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η VIRP1 επηρεάζει την έκφραση γονιδίων
που σχετίζονται κυρίως με τη φωτοσύνθεση, την άνθιση και την απόκριση στο αβιοτικό στρες μέσω
του ΑΒΑ. Σε συμφωνία με τα παραπάνω αποτελέσματα, τα VIRP1i φυτά εμφανίζουν μία καθυστέρηση
στην άνθιση, καθώς και μειωμένη ικανότητα βλάστησης παρουσία ΑΒΑ. Όσον αφορά στον
υποπυρηνικό εντοπισμό της VIRP1, παρατηρήθηκε ότι η VIRP1 σχηματίζει συσσωματώματα εντός του
πυρήνα υγιών κυττάρων μετά από σύντηξη με YFP ή GFP. Το πρότυπο αυτό φαίνεται να επηρεάζεται
σε κύτταρα μολυσμένα με PSTVd, όπου τα συσσωματώματα εμφανίζονται σημαντικά μεγαλύτερα σε
μέγεθος. Επιπλέον, ο σχηματισμός συσσωματωμάτων φαίνεται να σχετίζεται με τη ΝΕΤ επικράτεια,
καθώς η διαγραφή της οδηγεί σε διάχυτο εντοπισμό της πρωτεΐνης εντός του πυρήνα. Ακόμη,
προσπάθειες ανοσοεντοπισμού της VIRP1 δείχνουν ότι εντοπίζεται σε χαμηλά επίπεδα, κάτι που
επίσης φαίνεται να σχετίζεται με τη ΝΕΤ επικράτεια.
Για τη μεταλλαγή γονιδίων που σχετίζονται με τη μολυσματικότητα ιοειδών στο αλλοτετραπλοειδές
φυτό N. benthamiana, αξιοποιήθηκε η τεχνολογία CRISPR/Cas9 και στοχεύτηκαν τα γονίδια των DCL2,
DCL3, DCL4 και VIRP1. Τα dcl μεταλλάγματα αξιολογήθηκαν λειτουργικά βάσει του προτύπου
παραγωγής μικρών RNAs, των φαινοτυπικών τους χαρακτηριστικών ή/και της μολυσματικότητας του
ιοειδούς PSTVd. Τα virp1 μεταλλάγματα αξιολογήθηκαν βάσει της παραγωγής της πρωτεΐνης VIRP1,
καθώς και ως προς τη μολυσματικότητα του PSTVd. Επιπλέον, επετεύχθη έλεγχος
συμπληρωματικότητας, μέσω χρήσης ενός ιικού φορέα για την υπερέκφραση της VIRP1 σε virp1
φυτά.
Για την κατανόηση του ρόλου της VIRP1 στη μολυσματικότητα του PSTVd, θελήσαμε να ελέγξουμε
δύο υποθέσεις. Η πρώτη αφορά στο ρόλο της VIRP1 στην είσοδο του PSTVd στον πυρήνα. Για να
ελέγξουμε την υπόθεση αυτή, θελήσαμε να στοχεύσουμε συγκεκριμένα αμινοξέα της VIRP1 για την
παρεμπόδιση της εισόδου στον πυρήνα και στη συνέχεια να υπερεκφράσουμε τις κατασκευές αυτές
στα virp1 φυτά για την εκτίμηση της επίδρασης στη μολυσματικότητα του PSTVd. Για το σκοπό αυτό,
αρχικά χρησιμοποιήσαμε αλγορίθμους πρόβλεψης για τον εντοπισμό των πιθανών σημάτων
πυρηνικού εντοπισμού της VIRP1. Εντοπίστηκαν συνολικά 5 πιθανά σήματα πυρηνικού εντοπισμού
και κατασκευάστηκαν τα αντίστοιχα μεταλλάγματα, καθώς και συνδυασμοί τους, σε σύντηξη με YFP.
Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν ανιχνεύθηκε κυτταροπλασματικός εντοπισμός της VIRP1.
Επομένως, θεωρήθηκε ότι ο πυρηνικός εντοπισμός της VIRP1 καθορίζεται από πολλαπλά σήματα, ή
από άτυπες αλληλουχίες που δεν αναγνωρίζονται από τους αλγορίθμους πρόβλεψης. Η δεύτερη υπόθεση που θελήσαμε να εξετάσουμε σχετίζεται με την υποπυρηνική μετακίνηση του PSTVd. Πιο
συγκεκριμένα, τα ιοειδή της οικογένειας Pospiviroidae αναπαράγονται εντός του πυρήνα μέσω της
RNA πολυμεράσης ΙΙ. Δεδομένου ότι η βρομοεπικράτεια της VIRP1 προβλέπεται να αναγνωρίζει
«ανοιχτή χρωματίνη» και επομένως θέσεις ενεργού μεταγραφής, είναι πολύ πιθανό να εντοπίζεται
σε σημεία του πυρήνα που βρίσκεται και η RNA πολυμεράση ΙΙ. Επομένως, θελήσαμε να ελέγξουμε
κατά πόσον η VIRP1 εμπλέκεται σε κάποιο μονοπάτι υποπυρηνικής μετακίνησης του PSTVd. Έτσι,
αρχικά μελετήθηκε ο υποπυρηνικός εντοπισμός συγκεκριμένων μεταλλαγμάτων της
βρομοεπικράτειας, που αφορούν σε συντηρημένα αμινοξέα. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική
διαφορά στον εντοπισμό σε μεταλλάγματα του αμινοξέος Ν269, τα οποία εμφάνισαν
συσσωματώματα μεγαλύτερα σε μέγεθος και μικρότερα σε αριθμό. Για τη μελέτη της επίδρασης των
μεταλλαγών της βρομοεπικράτειας στη μολυσματικότητα του PSTVd, τα παραπάνω μεταλλάγματα
υπερεκφράστηκαν στα virp1 φυτά με τη χρήση ιικού φορέα. Μετά από μηχανικές μολύνσεις, τα
επίπεδα του PSTVd βρέθηκαν σημαντικά μειωμένα στα φυτά με υπερέκφραση των μεταλλαγμάτων
του αμινοξέος Ν269, το οποίο θεωρείται και ως το πιο σημαντικό για τη λειτουργία της
βρομοεπικράτειας. Από τα παραπάνω αποτελέσματα, υποδεικνύεται ότι η βρομοεπικράτεια της
VIRP1 ενδέχεται να παίζει σημαντικό ρόλο στη μολυσματικότητα του PSTVd.Viroids are tiny plant pathogens, which infect numerous angiosperm species and are capable to induce
diseases of great economic importance. They are made of circular, single-stranded RNA and are
divided into two families, according to their structural and functional characteristics. Viroids of the
family Pospiviroidae reproduce inside the nucleus and form a rod-like secondary structure, while
viroids of the family Avsunviroidae replicate in the chloroplasts and form a branched secondary
structure, καθώς επίσης διαθέτουν ενεργότητα ριβοενζύμου. As viroids, unlike viruses, do not encode
any proteins, they are entirely dependent on host factors for their entrance, transport and replication
in plants. One of the most extensively studied viroids is Potato Spindle Tuber viroid (PSTVd), which is
also the typical species of the family Pospiviroidae. In search of host factors that interact with viroids,
a protein was identified in PSTVd-infected tomato (Solanum lycoperisicum), which strongly and
specifically interacts with PSTVd in vivo and in vitro. This protein, which was named as VIROID-BINDING
PROTEIN 1 (VIRP1), is localized in the nucleus and contains an atypical RNA-binding domain, where
the PSTVd RNA is attached. A few years later, it was shown that VIRP1 is essential for PSTVd infectivity,
as VIRP1-syppressed Nicotiana benthamiana plants (VIRP1i) were found resistant to PSTVd
mechanical inoculation. Later studies suggested that VIRP1 facilitates PSTVd nuclear import, however
the exact role of VIRP1 in PSTVd infectivity is still unclear. The simultaneous presence of a
bromodomain and a Ν-extra-terminal (ΝΕΤ) domain classifies VIRP1 in the ΒΕΤ (bromodomain-and-
extra-terminal-domain) family, members of which are supposed to function as transcriptional
activators. More specifically, the bromodomain is responsible for the recognitiom of acetylated lysine
residues in histones, a signal that is translated into “open chromatin” and stimulates gene activation.
The NET domain is responsible for the stratification of other protein factors, which συμμετέχουν in
transcriptional activation.
In this work, we aimed to study the endogenous role of VIRP1 in N. benthamiana, as well as to discover
the effect of VIRP1 mutations in PSTVd infectivity. Furthermore, we utilized CRISPR/Cas9 technology
to target genes encoding factors that are related to viroid infectivity, in order to create resistant plants.
In these factors, we included VIRP1, as well as DICER-LIKE (DCL) proteins 2,3 and 4. To this end, we
initially identified the total of BET proteins in tomato and N. benthamiana and created a combined
phylogenetic tree to compare BET proteins in different plant species. Next, in order to explore the
effect of VIRP1 in gene expression, we performed 3’ RNA sequencing in wild-type and και VIRP1i plants
to identify differentially expressed genes. Our results showed that VIRP1 affects the expression of
genes mainly related to photosynthesis, flowering and abiotic tress response through ABA. In line with
the above results, VIRP1i plants show slightly delayed flowering, as well as reduced germination under
ABA treatment. As for VIRP1 subnuclear localization, it was observed VIRP1 forms nuclear aggregates 6
in healthy cells after fusion with YFP or GFP. This pattern is altered in PSTVd-infected cells, where the
aggregates appear significantly larger in size. Furthermore, the formation of aggregates appears to be
related to the NET domain, as its deletion leads to a localization throughout the nucleus. Also,
attempts of immunodetection of VIRP1 show hat it is detected at low levels, and this also appears to
be related to the NET domain. To target genes involved in viroid infectivity in the allotetraploid plant
N. benthamiana, we used a CRISPR/Cas9 approach to mutate the genes of DCL2, DCL3, DCL4 and
VIRP1. dcl mutants were evaluated based on their small RNA production, their phenotypic traits
and/or PSTVd infectivity. virp1 mutants were evaluated based on the production of VIRP1 protein, as
well as PSTVd infectivity. Furthermore, complementation test was achieved, based on a viral vector
for VIRP1 overexpression.
To further understand the role of VIRP1 in PSTVd infectivity, we focused on two hypotheses. The first
one was to study the role of VIRP1 in PSTVd nuclear import. To test this hypothesis, we aimed to
mutate specific aminoacids of VIRP1 in order to disrupt its nuclear import, and then overexpress these
constructs in virp1 plants to estimate the effect on PSTVd infectivity. For this, we initially used
prediction algorithms to identify putative nuclear localization signals. We found in total 5 putative
nuclear localization signals and constructed the respective mutants, as well as several combinations,
in fusion with YFP. However, we did not detect any cytoplasmic localization in any of the mutant
constructs. Therefore, we assumed that VIRP1 nuclear localization is dictated by multiple signals, or
by atypical sequences which are not recognized from prediction algorithms. The second hypothesis
we wished to test is related to the subnuclear traffic of PSTVd. More specifically, viroids of the family
Pospiviroidae replicate inside the nucleus via RNA polymerase ΙΙ. As the bromodomain of VIRP1 is
predicted to recognize “open chromatin” and therefore sites of active transcription, it is possible to
be located in nuclear sites proximal to RNA polymerase II. Thus, we aimed to test whether VIRP1 is
involved in some pathway of viroid subnuclear transport. To this end, we initially studied the
subnuclear localization of specific bromodomain mutants, in which conserved aminoacids are
targeted. The results showed a significant difference of localization in mutants of residue N269, which
exhibited aggregates larger in size and fewer in number. To test the effect of bromodomain mutations
in PSTVd infectivity, the above mutants were overexpressed in virp1 plants using a viral vector. After
PSTVd mechanical inoculation, we found that PSTVd infectivity was significantly reduced in plants
overexpressing N269 mutants, a residue regarded as the most essential in bromodomain function.
Based on the above results, it is suggested that the bromodomain of VIRP1 may be important in PSTVd
infectivity
Μοριακοί φωτοδιακόπτες για την αναστολή της ανθρώπινης 15-Λιποξυγενάσης-1
Η φωτοφαρμακολογία αποτελεί έναν κλάδο της φαρμακολογίας που βασίζεται στην αξιοποίηση
του φωτός για τον έλεγχο της δομής μικρών μορίων. Όταν τέτοια μικρά μόρια, έπειτα από
ακτινοβόληση με φως, υιοθετούν διαμορφώσεις που παρουσιάζουν στοχευμένη ανασταλτική
δράση έναντι βιομορίων, όπως τα ένζυμα, τότε το φως μπορεί να αποτελέσει ένα εξωτερικό
ερέθισμα για την ρύθμιση της ενζυμικής δραστικότητας. Η ανθρώπινη 15-λιποοξυγενάση-1 (15-
LOX-1) είναι ένα ένζυμο που περιέχει μη-αιμικό σίδηρο και καταλύει την τοπο- και στερεο-
εκλεκτική οξυγόνωση πολυακόρεστων λιπαρών οξέων προς τα αντίστοιχα υδρόξυ-παράγωγα που
αποτελεούν πρόδρομα μόρια σημαντικών σηματοδοτικών μορίων όπως λιποξίνες και εοξίνες.
Λόγω αυτής της δραστικότητας, η 15-LOX-1 εμπλέκεται στην φλεγμονή αλλά και στην
παθογένεση διάφορων ασθενειών όπως ο διαβήτης, η νόσος Alzheimer και ο καρκίνος. Κατά
συνέπεια, η 15-LOX-1 αποτελεί έναν πολύ ελκυστικό φαρμακευτικό στόχο. Χιλιάδες αναστολείς
έχουν σχεδιαστεί, αλλά ελάχιστοι έχουν κλινική εφαρμογή και κανένας δεν έχει εγκριθεί ως
φάρμακο μέχρι σήμερα. Αξίζει να αναφερθεί η βατικινόνη, που έφτασε την τρίτη φάση των
κλινικών δοκιμασιών αλλά απορρίφθηκε από τον FDA, τον Αύγουστο του 2025. Ο μηχανισμός
δράσης της 15-LOX-1 είναι ιδιαίτερα πολύπλοκος και το ένζυμο εκφράζεται σε διάφορους ιστούς,
κάνοντας ιδιαίτερα δύσκολη την εκλεκτική αναστολή. Σε αυτήν την έρευνα, μελετήσαμε την
χρήση μορίων-φωτοδιακοπτών ως πιθανούς αναστολείς της 15-LOX-1. Μια βιβλιοθήκη ενώσεων
σχεδιάστηκε και συντέθηκε, που περιείχε το αζοβενζόλιο (ή έτερο-αζοβενζόλιο), ως το
φωτοευαίσθητο στοιχείο, μιας και τα αζο-βενζόλια αποτελούν τους καλύτερα μελετημένους
φωτοδιακόπτες με πληθώρα εφαρμογών στην Φωτοφαρμακολογία. Όλες οι νεοσυντιθέμενες
ενώσεις χαρακτηρίστηκαν ως προς τις φυσικοχημικές τους ιδιότητες, συμπεριλαμβανομένων
φασμάτων απορρόφησης υπεριώδους-ορατού, φωτοσταθερότητα σε οργανικό διαλύτη,
θερμοσταθερότητα και εν συνεχεία, βελτιστοποιήθηκαν. Τα πιο υποσχόμενα μόρια
αξιολογήθηκαν ως προς την ενζυμική αναστολή και την κινητική τους και τα αποτελέσματα ήταν
ενθαρρυντικά. Αναμένουμε ότι αυτά τα αποτελέσματα θα ανοίξουν τον δρόμο για περαιτέρω
βελτιστοποίηση των ήδη υπάρχοντων αναστολέων της 15-LOX-1 καθώς αποτελούν μια
καινοτόμο, έξω-από-το-κουτί στρατηγική για την εκλεκτική αναστολή του ενζύμου.Photopharmacology is a branch of pharmacology that exploits light irradiation for the external
control of small-molecule structure. When such molecules adopt light-induced conformations that
exhibit inhibitory activity against biomolecules such as enzymes, light can serve as an external
stimulus to regulate enzymatic activity. Human 15-lipoxygenase-1 (15-LOX-1) is a non-heme
iron-containing enzyme that catalyzes the regio- and stereo-specific oxygenation of
polyunsaturated fatty acids (PUFAs) to generate hydroxy-derivatives, which act as precursors of
crucial metabolites such as lipoxins and eoxins. Through this activity, 15-LOX-1 is implicated in
inflammation and in the pathogenesis of several diseases, including diabetes, Alzheimer’s disease,
and cancer. Consequently, 15-LOX-1 is considered a highly attractive drug target. Thousands of
inhibitors have been designed, but only a few have shown clinical promise, and none has been
approved as a drug to date. Notably, Vatiquinone (by PTC Therapeutics) reached phase III clinical
trials, but was rejected by the FDA in August 2025. The mechanism of action of 15-LOX-1 is
particularly complex, and the enzyme is expressed in diverse tissues, posing significant challenges
for selective inhibition. In this study, we investigated the use of photoswitchable molecules as
potential inhibitors of 15-LOX-1. A library of compounds was designed and synthesized,
incorporating the azobenzene moiety (or hetero-azobenzene) as the photolabile element, since it is
a well-established photoswitchable scaffold widely applied in Photopharmacology. All newly
designed compounds were characterized with respect to their physicochemical properties,
including UV-Visible absorption spectra, photostability in organic solvents, and thermal stability,
and were further optimized. The most promising candidates were evaluated in enzyme inhibition
and kinetic studies, where they demonstrated remarkable potential. We anticipate that these results
will pave the way for the optimization of existing 15-LOX-1 inhibitors and propose an innovative,
out-of-the-box strategy for selective 15-LOX-1 inhibition
Investment reception sites in the turbulence of the energy transition : A sociological approach to green development through the case of power installations in South Rethymno
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τις κοινωνικές, χωρικές και πολιτικές διαστάσεις της ενεργειακής μετάβασης στην Ελλάδα, μέσα από μια εθνογραφική μελέτη περίπτωσης στον Δήμο Αγίου Βασιλείου, στο νότιο Ρέθυμνο της Κρήτης. Η έρευνα εστιάζει στις αιολικέ υποδομές μέσα από τοπικές κινητοποιήσεις που έχουν αναπτυχθεί ενάντια στην εγκατάσταση βιομηχανικών αιολικών έργων, τα οποία προβάλλονται στον δημόσιο λόγο ως αναγκαίο μέσο για την πράσινη μετάβαση και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Οι τοπικές κινητοποιήσεις, αλλά και η παρούσα έρευνα, εκτυλίσσονται παράλληλα με τη μετατροπή της Κρήτης σε πεδίο συγκέντρωσης ενεργειακών υποδομών με στόχο την εξαγωγή ενέργειας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι επενδύσεις συχνά υλοποιούνται χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και χωρίς ενιαίο χωρικό σχεδιασμό, παράγοντας εντάσεις και μορφές κοινωνικής αντίστασης. Βασισμένη σε θεωρητικά εργαλεία της πολιτικής οικολογίας, των σπουδών υποδομών, της ανθρωπολογίας και της κοινωνιολογίας, η μελέτη διερευνά πώς οι ενεργειακές υποδομές δεν αποτελούν απλώς τεχνικά έργα, αλλά ενσωματώνουν σχέσεις εξουσίας, συστήματα νοηματοδότησης και καθημερινές εμπειρίες. Εντός αυτού του πλαισίου διαπιστώθηκε μια γενικευμένη υποδομιακή ανασφάλεια, με πλεόνασμα μέγα-υποδομών ενέργειας και αντίστοιχο έλλειμμα υποδομών κοινωνικής χρησιμότητας. Παράλληλα, μερίδες κατοίκων ου αντιστέκονται σε αυτά τα επενδυτικά σχέδια αναπτύσσουν εναλλακτικά φαντασιακά που αμφισβητούν τα κυρίαρχα αφηγήματα της ανάπτυξης, της πράσινης βιωσιμότητας και του εκσυγχρονισμού. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει συμμετοχική παρατήρηση, ημιδομημένες συνεντεύξεις και άμεση εμπλοκή στο πεδίο, προσφέροντας πρόσβαση στις βιωμένες εμπειρίες των κατοίκων και συμμετεχόντων στο τοπικό κίνημα. Συνολικά, η εργασία υποστηρίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση στην Κρήτη δεν αποτελεί ουδέτερη ή γραμμική διαδικασία, αλλά διαμορφώνεται μέσα σε συνθήκες άνισης ανάπτυξης, περιβαλλοντικής αποστέρησης και πολιτικής διαμάχης. Παράλληλα, αναδεικνύει τη δυναμική των τοπικών κινημάτων να φανταστούν και να διεκδικήσουν εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης της ενέργειας, του χώρου και της κοινότητας.This thesis examines the social, spatial, and political dimensions of the energy transition in Greece through an ethnographic case study in the municipality of Agios Vasileios, in southern Rethymno, Crete. The research focuses on wind energy infrastructure and on the local mobilisations that have emerged in opposition to the installation of industrial wind projects, which are promoted in public discourse as essential for the green transition and for tackling climate change. These mobilisations, and this research alongside them, take place against the backdrop of Crete’s transformation into a hub for energy infrastructure aimed at exporting energy to both national and European networks. Such investments are frequently pursued without meaningful consultation with local communities and without integrated spatial planning, giving rise to tensions and diverse forms of social resistance. Drawing on theoretical approaches from political ecology, infrastructure studies, anthropology, and sociology, the study shows how energy infrastructures are not simply technical projects, but embody power relations, systems of meaning-making, and everyday lived experiences. Within this framework, a generalised sense of infrastructural insecurity emerges: a surplus of large-scale energy projects is accompanied by a deficit of socially useful infrastructure. At the same time, sections of the population resisting these developments cultivate alternative imaginaries that challenge dominant narratives of development, green sustainability, and modernisation. Methodologically, the research employs participant observation, semi-structured interviews, and direct field engagement, providing access to the lived experiences of residents and activists within the local movement. Overall, the thesis argues that the energy transition in Crete is neither neutral nor linear, but is shaped by uneven development, environmental degradation, and political conflict. It also highlights the potential of local movements to articulate and demand alternative ways of organising energy, space, and community
New methods for the early detection of human papillomavirus and the prevention of cervical cancer
Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας προκαλείται κυρίως από την επίμονη μόλυνση με τύπους υψηλού κινδύνου του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων. Ο ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων ( Human Papilloma Virus, HPV ) είναι ένας DNA ιός που προσβάλλει τα κύτταρα της βασικής στιβάδας της επιδερμίδας και τα επιθηλιακά κύτταρα. Το γονιδίωμα του ιού ενσωματώνεται στο γονιδίωμα αυτών των κυττάρων και τα οδηγεί σε πολλαπλασιασμό. Μέχρι σήμερα έχουν ταυτοποιηθεί πάνω από 150 γονότυποι του HPV ιού. Ορισμένοι από αυτούς τους τύπους έχουν ιδιαίτερη σημασία καθώς ευθύνονται για βλάβες που οδηγούν σε καρκινογένεση. Η έγκαιρη ανίχνευση της λοίμωξης από τον HPV ιό και των σχετικών αλλαγών στα κύτταρα του τραχήλου της μήτρας είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη, την έγκαιρη και αποτελεσματική θεραπεία του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Οι δύο νέοι βασικές μέθοδοι για την έγκαιρη διάγνωση του HPV και την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας είναι η HPV DNA test και η mRNA testing. Άλλες μέθοδοι είναι η Liquid- based Cytology , Visual Inspection with Acetic Acid (VIA), Self-Sampling Kit και για την πρόληψη του καρκίνου είναι απαραίτητη η ενημέρωση καθώς και ο εμβολιασμός του γυναικείου πληθυσμού.Cervical cancer is mainly caused by persistent infection with high-risk types of the human papillomavirus. The human papilloma virus ( Human Papilloma Virus, HPV ) is a DNA virus that attacks the cells of the basal layer of the epidermis and epithelial cells. The genome of the virus is incorporated into the genome of these cells and drives them to proliferate. To date, more than 150 genotypes of the HPV virus have been identified. Some of these types are of particular importance as they are responsible for lesions leading to carcinogenesis. Early detection of HPV virus infection and associated changes in cervical cells is crucial for the prevention, early and effective treatment of cervical cancer. The two new key methods for early diagnosis of HPV and prevention of cervical cancer are HPV DNA testing and mRNA testing. Other methods are Liquid- based Cytology , Visual Inspection with Acetic Acid (VIA). For cancer prevention awareness as well as vaccination of the female population is essential
Medicalization of health and its impact on public health
Η παρούσα εργασία αναλύει την έννοια της ιατρικοποίησης, δηλαδή την επέκταση
της ιατρικής εξουσίας και της ρυθμιστικής ιατρικής παρέμβασης σε εμπειρίες και.
συμπεριφορές, κοινωνικής παρά βιολογικής διάστασης, εστιάζοντας στις ηθικές, φιλοσοφικές
και κοινωνικές της προεκτάσεις. Μέσω της ανάλυσης, αναδεικνύονται ζητήματα αυτονομίας,
αξιοπρέπειας του ατόμου, κοινωνικών ανισοτήτων και εξάρτησης από τις ιατρικές
παρεμβάσεις. Η καντιανή ηθική παρέχει ένα ηθικοφιλοσοφικό πλαίσιο για την ανάλυση της
ιατρικοποίησης, τοποθετώντας στο επίκεντρο την αυτονομία του ατόμου. Ειδικό παράδειγμα
αποτελεί η ιατρικοποίηση της διάθεσης, μέσα από το οποίο φωτίζονται προκλήσεις που
έχουν να κάνουν με την κανονικοποίηση της ψυχικής υγείας, και προκλήσεις όπως η
μετατόπιση από την ευημερία στη λειτουργικότητα. Τέλος, διατυπώνονται προοπτικές για
μελλοντική έρευνα στο πεδίο της ιατρικοποίησης, όπως η μελέτη της τεχνολογίας και των
κοινωνικών ανισοτήτων, μέσα από διεπιστημονική συνεργασία.This dissertation, analyzes the concept of medicalization, that is, the extension of
medical authority and regulatory medical intervention to experiences and behaviors, of a
social rather than biological dimension, focusing on its ethical, philosophical and social
implications. Through the analysis, issues of autonomy, dignity of the individual, social
inequalities and dependence on medical interventions are highlighted. Kantian ethics
provides a moral-philosophical framework for the analysis of medicalization, placing the
autonomy of the individual at the center. A specific example is the medicalization of mood,
through which challenges related to the normalization of mental health, and challenges such
as the shift from well-being to functionality are illuminated. Finally, prospects for future
research in the field of medicalization are formulated, such as the study of technology and
social inequalities, through interdisciplinary collaboration