University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Intelligence, ethics and the ethical challenges of Artificial Intelligence

    No full text
    Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σχέση ηθικής και νοημοσύνης, με κεντρικό άξονα την ηθική της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ). Η ΤΝ, ως ταχέως αναπτυσσόμενο επιστημονικό και κοινωνικό φαινόμενο, αναδεικνύει καίριες φιλοσοφικές και εννοιολογικές εντάσεις που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά όρια της ηθικής θεωρίας. Η ενσωμάτωσή της σε κρίσιμους τομείς —από την ιατρική και την οικονομία έως την την κοινωνική ζωή— εγείρει ερωτήματα που δεν περιορίζονται σε τεχνικά ζητήματα ασφάλειας ή αποτελεσματικότητας, αλλά επεκτείνονται σε θεμελιώδη ηθικά διλήμματα: πώς ορίζεται η ευθύνη όταν η λήψη αποφάσεων μοιράζεται μεταξύ ανθρώπου και μηχανής; Ποιες αρχές καθορίζουν τη λογοδοσία; Μπορεί ένα τεχνητό σύστημα να κατέχει ηθική υπόσταση ή ηθικά δικαιώματα; Η μελέτη εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι κλασικές ηθικές προσεγγίσεις — η δεοντοκρατία του Kant, ο ωφελιμισμός του Mill, η αρεταϊκή ηθική του Αριστοτέλη και η θεωρία δικαιοσύνης του Rawls— μπορούν να εφαρμοστούν προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ιδιαίτερες προκλήσεις που θέτει η ΤΝ. Η συγκριτική ανάλυση των εννοιών αναδεικνύει ότι, αν και οι εν λόγω θεωρίες αποτελούν θεμελιώδη εργαλεία για την κατανόηση της ηθικής πράξης, δεν αποδίδουν πλήρως την πολυπλοκότητα ενός πεδίου όπου η ηθική δεν συγκροτείται ενδογενώς από τα ίδια τα συστήματα, αλλά οφείλει να ενσωματωθεί εξωτερικά μέσω σχεδιασμού, ρύθμισης και κοινωνικής αποδοχής. Η εργασία επισημαίνει την ανάγκη για διεύρυνση της ηθικής συζήτησης πέραν των κλασικών διλημμάτων. Η βιβλιογραφική επισκόπηση ανέδειξε ότι ζητήματα όπως η μεροληψία, η διαφάνεια και η προστασία δεδομένων έχουν τύχει συστηματικής ανάλυσης, ενώ άλλες όψεις, όπως η επιστημική αδικία, η ακεραιότητα της γνώσης και η κοινωνική νομιμοποίηση, παραμένουν υποεκπροσωπημένες. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στον ρόλο του δημιουργού και του θεσμικού πλαισίου, υπογραμμίζοντας ότι η ηθική της ΤΝ δεν αφορά αποκλειστικά τα ίδια τα συστήματα αλλά και τις σχέσεις και προθέσεις που τα συγκροτούν. Η συμβολή της εργασίας δεν συνίσταται στη διατύπωση κανονιστικών προτάσεων· αντίθετα, εστιάζει στην αποσαφήνιση εννοιών και προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή μια συστηματική και διαθεματική ηθική αξιολόγηση της ΤΝ. Μέσα από μια φιλοσοφική-εννοιολογική ανάλυση επιχειρείται η θεμελίωση πλαισίων σκέψης που να ανταποκρίνονται τόσο στις φιλοσοφικές απαιτήσεις όσο και στις μεταβαλλόμενες τεχνολογικές και κοινωνικές συνθήκες. Έτσι, η εργασία φιλοδοξεί να συμβάλει στον μεταθεσμικό αναστοχασμό του πεδίου, φωτίζοντας τις εννοιολογικές εντάσεις και ανοίγοντας χώρο για την ανάπτυξη ηθικών προσεγγίσεων που να συνοδεύουν την ΤΝ σε κάθε επόμενο βήμα της εξέλιξής της.The present study examines the relationship between ethics and intelligence, with a central focus on the ethics of Artificial Intelligence (AI). AI, as a rapidly developing scientific and social phenomenon, brings to the fore crucial philosophical and conceptual tensions that transcend the traditional boundaries of ethical theory. Its integration into critical domains—from medicine and economics to social life—raises questions that extend beyond technical issues of safety or efficiency, reaching instead into fundamental moral dilemmas: how is responsibility defined when decision-making is shared between human and machine? Which principles determine accountability? Can an artificial system possess moral status or moral rights? The study focuses on the ways in which classical ethical approaches—the Kantian deontological framework, Mill’s utilitarianism, Aristotelian virtue ethics, and Rawls’ theory of justice—may be applied to address the particular challenges posed by AI. The comparative analysis of these concepts shows that, although these theories constitute foundational tools for understanding moral action, they do not fully capture the complexity of a domain in which morality is not constituted endogenously by the systems themselves but must instead be externally embedded through design, regulation, and social acceptance. The study highlights the need to broaden the ethical discussion beyond classical dilemmas. The literature review demonstrated that issues such as bias, transparency, and data protection have been systematically examined, whereas other aspects—such as epistemic injustice, the integrity of knowledge, and social legitimation—remain underrepresented. At the same time, emphasis is placed on the role of the creator and the institutional framework, underscoring that AI ethics does not concern the systems alone but also the relationships and intentions that shape them. The contribution of this study does not lie in the formulation of normative proposals; rather, it focuses on clarifying the concepts and presuppositions that make possible a systematic and interdisciplinary ethical evaluation of AI. Through a philosophical and conceptual analysis, it seeks to establish frameworks of thought that respond both to philosophical demands and to evolving technological and social conditions. In this way, the study aims to contribute to the post-institutional reflection of the field, illuminating its conceptual tensions and opening space for the development of ethical approaches capable of accompanying AI at every subsequent step of its evolution

    Μελέτη καινοτόμων κυτταρικων και μοριακών μηχανισμών κατά τη μυελίνωση και απομυελινωτικες παθολογίες

    No full text
    Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, διερευνήσαμε τους μηχανισμούς της μυελίνωσης και επαναμυελίνωσης σε ποντίκια. Στο πρώτο μέρος επικεντρωθήκαμε στον ρόλο δύο καλά χαρακτηρισμένων μιμητικών του θερμιδικού περιορισμού (CRMs), του Νικοτιναμιδίου (NAM) και της Ρεσβερατρόλης (RSV). Ο θερμιδικός περιορισμός (CR) αναφέρεται στη χρόνια μείωση της συνολικής πρόσληψης θερμίδων χωρίς υποσιτισμό και έχει προσελκύσει σημαντική προσοχή, καθώς, μεταξύ άλλων επιδράσεων, μειώνει τη διαδικασία απομυελίνωσης και προάγει την επαναμυελίνωση. Το NAM είναι παράγωγο του νικοτινικού οξέος (βιταμίνη Β3) και πρόδρομο μόριο του Νικοτιναμιδίου Αδενίνης Δινουκλεοτιδίου (NAD+), ενός σημαντικού μεταβολικού συμπαράγοντα, ενώ η RSV είναι μία φυσική πολυφαινόλη η οποία απαντάται σε διάφορα τρόφιμα, όπως σταφύλια, μύρτιλλα και φιστίκια. Χρησιμοποιήσαμε ex vivo, in vitro και in vivo προσεγγίσεις. Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι και οι δύο ουσίες προκαλούν επαναμυελίνωση στα ex vivo μοντέλα και επίσης προάγουν την παραγωγή μυελίνης μετά από εστιακή απομυελίνωση με τη χορήγηση λυσολεκιθίνης (LPC) in vivo. Η αυξημένη παραγωγή μυελίνης in vivo συνοδεύεται από μείωση της αστρογλοίωσης και μικρογλοίωσης στα ποντίκια που έλαβαν θεραπεία με NAM, ενώ στα ποντίκια που έλαβαν θεραπεία με RSV παρατηρήθηκε μόνο μείωση της μικρογλοίωσης. Οι πρωτογενείς κυτταροκαλλιέργειές in vitro έδειξαν ότι κανένα από τα δύο CRMs δεν επηρεάζει την διαφοροποίηση ή τον πολλαπλασιασμό των πρωτογενών καλλιεργειών ολιγοδενδροκυττάρων. Αν και τόσο το NAM όσο και η RSV προάγουν τον αντιφλεγμονώδη φαινότυπο της μικρογλοίας, μόνο το NAM καταστέλλει τον προφλεγμονώδη φαινότυπο των αστροκυττάρων. Τα αποτελέσματά μας σχετικά με την επίδραση της RSV στα αστροκύτταρα παραμένουν ασαφή. Στο δεύτερο μέρος αυτής της διδακτορικής διατριβής, επικεντρωθήκαμε στον ρόλο των αιμοπεταλίων στην επαναμυελίνωση του κεντρικού νευρικού συστήματος. Για να το διερευνήσουμε αυτό, χρησιμοποιήσαμε διαγονιδιακά ποντίκια με έλλειψη του γονιδίου Nbeal2, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων, καθώς και το πρωτόκολλο εστιακής απομυελίνωσης με τη χρήση λυσολεκιθίνης (LPC). Τα αποτελέσματά μας δεν έδειξαν διαφορές στην κατάσταση της μυελίνης. Ωστόσο, 5 ημέρες μετά την ένεση, παρατηρήσαμε μείωση στη συσσώρευση των θετικών NG2 κυττάρων στο σημείο της βλάβης. Τέλος, για να εξετάσουμε την άμεση επίδραση των αιμοπεταλίων στη διαφοροποίηση των ολιγοδενδροκυττάρων, χρησιμοποιήσαμε πρωτογενείς κυτταροκαλλιέργειες καθώς και απομονωμένα αιμοπετάλια από αγρίου τύπου ποντίκια. Παρατηρήσαμε ότι οι υψηλότερες συγκεντρώσεις αιμοπεταλίων προάγουν τη διαφοροποίηση των ολιγοδενδροκυττάρων.In the context of this study, we investigated the mechanisms of myelination and remyelination in mice. In the first part, we focused on the role of two well-characterized caloric restriction mimetics (CRMs), Nicotinamide (NAM) and Resveratrol (RSV). Caloric restriction (CR) refers to the chronic reduction of total caloric intake without malnutrition and has garnered significant attention because, among various other effects, it attenuates demyelination and promotes remyelination. NAM is a derivative of nicotinic acid (vitamin B3) and a precursor of Nicotinamide Adenine Dinucleotide (NAD+), an important metabolic cofactor, while RSV is a natural polyphenol found in various foods, including grapes, blueberries, and peanuts. We employed ex vivo, in vitro, and in vivo approaches. Our data show that both substances induce remyelination in ex vivo models and also stimulate myelin production after lysolecithin (LPC)-induced focal demyelination in vivo. The increased myelin production in vivo is accompanied by a reduction in astrogliosis and microgliosis in NAM-treated mice, while in RSV-treated mice, we observed only a reduction in microgliosis. Our in vitro primary cultures showed that neither of the CRMs can influence the fate of primary oligodendrocytes. Although both NAM and RSV promote the anti-inflammatory phenotype of microglia, only NAM suppresses the pro-inflammatory phenotype of astrocytes. Our results regarding RSV's effect on astrocytes remain inconclusive. In the second part of this PhD project, we focused on the role of circulating platelets in remyelination. To investigate this, we used transgenic mice with a depleted Nbeal2 gene, resulting in a reduced number of platelets, alongside the LPC focal demyelination protocol. Our results showed no differences in myelin status at the timepoints we tested. However, at the early timepoint of 5 days post-injection (dpi), we observed a decrease in NG2 cell accumulation at the lesion site. Finally, to examine the direct effect of platelets on the oligodendrocyte lineage, we used in vitro primary oligodendrocyte cultures and isolated platelets from wild-type (WT) mice. We observed that higher concentrations of platelets promoted oligodendrocyte differentiation

    Καρδιακή Αποκατάσταση στους ηλικιωμένους

    No full text
    Η Καρδιακή Αποκατάσταση είναι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ιατρικής φροντίδας, με κύριο στόχο τη βελτιστοποίηση της έκβασης και της φυσικής κατάστασης των ασθενών με καρδιαγγειακή νόσο, μέσω της αρχικής αξιολόγησης του ασθενούς για την παροχή εξατομικευμένου προγράμματος άσκησης, της διατροφικής συμβουλευτικής, της διαχείρισης παραγόντων κινδύνου και της ψυχολογικής υποστήριξης. Παρά τα οφέλη της, η συμμετοχή ηλικιωμένων ασθενών παραμένει δυσανάλογα χαμηλή. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η συνοπτική παρουσίαση των υπαρχόντων δεδομένων σχετικά με τις ιδιαίτερες δυσκολίες που σχετίζονται με την τρίτη ηλικία και τα εμπόδια που εξηγούν γιατί οι ηλικιωμένοι δεν έχουν πρόσβαση ή δεν ολοκληρώνουν το πρόγραμμα καρδιακής αποκατάστασης. Οι βιολογικές αλλαγές που σχετίζονται με την ηλικία, η μειωμένη λειτουργική ικανότητα, η ευπάθεια (frailty), οι κοινές συννοσηρότητες, η πολυφαρμακία και τα κινητικά προβλήματα επιβάλλουν σημαντικούς περιορισμούς στην εφαρμογή και την προσκόλληση στα συμβατικά προγράμματα Καρδιακής Αποκατάστασης. Επιπλέον, ψυχοκοινωνικοί παράγοντες όπως η κατάθλιψη, το άγχος, η κοινωνική απομόνωση και η γνωστική εξασθένηση — που είναι συχνοί στους ηλικιωμένους — περιπλέκουν περαιτέρω την εφαρμογή και μειώνουν τα ποσοστά συμμόρφωσης. Οι αντιλήψεις τόσο των ηλικιωμένων ασθενών όσο και των επαγγελματιών υγείας — όπως ο φόβος της σωματικής καταπόνησης και η απουσία αντίληψης για το όφελος — σε συνδυασμό με πρακτικά ζητήματα όπως οι δυσκολίες μετακίνησης και τα ανεπαρκή συστήματα υγειονομικής περίθαλψης, περιορίζουν επιπλέον τη συμμετοχή και αυξάνουν τα ποσοστά εγκατάλειψης από το πρόγραμμα. Η αναγνώριση και η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της εφαρμογής και των αποτελεσμάτων της Καρδιακής αποκατάστασης στους ηλικιωμένους. Η προγραμματισμένη παραπομπή, η προσαρμογή του προγράμματος στην σωματική και γνωστική κατάσταση ή τις προτιμήσεις του ασθενούς, σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων για κατ’ οίκον αποκατάσταση, αποτελούν εποικοδομητικές προσεγγίσεις για την ενίσχυση της προσβασιμότητας και της αποτελεσματικότητας. Αυτές οι υποσχόμενες κατευθύνσεις μπορούν όχι μόνο να μειώσουν τους σωματικούς και λειτουργικούς περιορισμούς, αλλά και να προσφέρουν εξατομικευμένη καθοδήγηση,συναισθηματική και ψυχολογική υποστήριξη, προτείνοντας ένα προσαρμοστικό μοντέλο καρδιολογικής φροντίδας για ηλικιωμένους ασθενείς.Cardiac Rehabilitation (CR) is a comprehensive disease management program with main goal to optimize outcome and functionality of patients with cardiovascular disease (CVD) through preparticipation patient assessment, exercise training, nutritional counseling, risk factor management and psychosocial support. Despite its benefit, participation of older patients remains disproportionately low. The aim of this study is to summarize current data about geriatric-specific complexities and related barriers that explain why elderly do not have access or do not complete the CR programme. Physiological age-related changes, reduced function capacity, frailty, multimorbidity, polypharmacy, and mobility impairments impose significant constrains to the application and adherence to conventional CR programs. Furthermore, psychosocial components such as depression, anxiety, social isolation, and cognitive decline which are common in elderly, further complicate implementation and reduce adherence rate. Perceived beliefs held by both older patients or their health care providers-such as fear of physical exertion and lack of perceived benefit-along with practical issues like transportation difficulties, and inadequate health care systems, further limit engagement and increase withdrawal rates. Recognizing and dealing with these challenges is crucial to improving CR application and outcomes in the aging population. Strategized referral to CR programs tailored to the individual's physical and cognitive condition or preferences, in combination with integrated digital tools for home-based rehabilitation programs, propose constructive approaches to enhance accessibility and efficiency. These promising directions can not only mitigate physical and operational constraints but also provide individualized counselling, emotional and psychological support which propose an adaptive model of cardiac care for elderly patients

    Ο ρόλος της αυτοφαγίας στη μικρογλοία κατά την μετάσταση του καρκίνου στον εγκέφαλο

    No full text
    Η μετάσταση του καρκίνου στον εγκέφαλο παραμένει σημαντική κλινική πρόκληση εξαιτίας του μοναδικού μικροπεριβάλλοντος του εγκεφάλου και της περιορισμένης ανταπόκρισης στις συμβατικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης της ανοσοθεραπείας. Ο ρόλος της μικρογλοίας στη διαμόρφωση του μικροπεριβάλλοντος στη μετάσταση δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη συμβολή της αυτοφαγίας στη μικρογλοία κατά την μετάσταση του καρκίνου στον εγκέφαλο. Η ενδοκαρδιακή έγχυση καρκινικών κυττάρων E0771 επισημασμένων με GFP, ηταν επαρκής για την δημιουργία εγκεφαλικών μεταστάσεων σε ποντίκια, συνοδευόμενων από έντονη ανοσολογική διήθηση. Παρατηρήσαμε αυξημένη αυτοφαγική δραστηριότητα στη μικρογλοία κατά τη μετάσταση του καρκίνου στον εγκέφαλο. Εμβαθύνοντας, χρησιμοποιήσαμε ένα ποντικίσιο μοντέλο με επαγώμενη από ταμοξιφαίνη εκτομή του γονιδίου Atg5, ώστε να απαλείψουμε ειδικά την αυτοφαγία στη μικρογλοία. Η απώλεια της αυτοφαγίας στα μικρογλοιακά κύτταρα μείωσε σημαντικά την πρόοδο της μετάστασης και τον αριθμό των καρκινικών κυττάρων στον εγκέφαλο. Ανάλυση με κυτταρομετρία ροής έδειξε ότι τα μικρογλοιακά κύτταρα χωρίς αυτοφαγία εμφάνιζαν μειωμένη έκφραση PD-L1. Επιπλέον, ανάλυση του ανοσολογικού προφίλ αποκάλυψε ότι η απώλεια της μικρογλοιακής αυτοφαγίας αναμόρφωσε το μικροπεριβάλλον του όγκου, με αποτέλεσμα τη μείωση των μυελικών κυτταρικών πληθυσμών και την αυξημένη διήθηση Τ-λεμφοκυττάρων με αντικαρκινική δράση. Συνολικά, τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν την αυτοφαγία στα μικρογλοιακά κύτταρα ως κρίσιμο παράγοντα δημιουργίας ενός ανοσοκατασταλτικού μικροπεριβάλλοντος στις εγκεφαλικές μεταστάσεις. Η στόχευση της μικρογλοιακής αυτοφαγίας μπορεί επομένως να αποτελέσει μια υποσχόμενη θεραπευτική προσέγγιση για την ενίσχυση της ανοσολογικής απόκρισης κατά του καρκίνου και τη βελτίωση των κλινικών αποτελεσμάτων σε ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις.Brain metastasis remains a major clinical challenge due to the brain’s unique immune microenvironment and its limited responsiveness to conventional therapies, including immunotherapy. Microglia, the resident immune cells of the brain, play a critical, yet underexplored role in shaping the metastatic tumor microenvironment. This study investigates the contribution of microglial autophagy to brain metastasis. Utilizing intracardiac injection of GFP-labeled E0771 cancer cells, we sufficiently established brain metastases in mice, accompanied by robust immune infiltration. Confocal microscopy revealed elevated autophagic activity in microglia during brain metastasis. To determine causality, we employ a tamoxifen-inducible conditional Atg5 knockout mouse model to specifically ablate autophagy in microglia. Notably, depletion of microglial autophagy significantly attenuated metastasis progression and reduced metastatic burden in the brain. Flow cytometry analysis revealed that autophagy-deficient microglia exhibited decreased levels of PD-L1 expression. Furthermore, spatial immune profiling demonstrated that the loss of microglial autophagy reshaped the tumor microenvironment, resulting in region-specific reductions in myeloid cells and increased infiltration of anti-tumor T-cell population. Collectively, these findings identify microglial autophagy as a critical driver of the immunosuppressive niche in brain metastases. Targeting microglial autophagy may thus represent a promising therapeutic strategy to potentiate anti-tumor immunity and improve clinical outcomes for patients with brain metastases

    The evoluation of medical legislation in Greece and its importance in the implementation of public health

    No full text
    Η εξέταση της διαχρονικής εξέλιξης της ιατρικής νομοθεσίας και δεοντολογίας από την αρχαιότητα έως τον 21ο αιώνα εστιάζει στη σχέση μεταξύ ιατρικής πρακτικής, ηθικής συνείδησης και κοινωνικής οργάνωσης. Ξεκινώντας από τον Όρκο του Ιπποκράτη ως θεμέλιο της ιατρικής ηθικής, αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές της ευεργεσίας, της μη βλάβης και της εμπιστευτικότητας διαμόρφωσαν τον ρόλο του ιατρού ως φορέα υπευθυνότητας απέναντι στον ασθενή και την κοινότητα. Η πρώιμη ελληνική νομοθεσία - με τον Λυκούργο (884 π.Χ.), τον Ζάλευκο (7ος αι. π.Χ.), τον Χαρώνδα (6ος αι. π.Χ.), τη Δωδεκάδελτο της Γόρτυνος και τον Σόλωνα (594 π.Χ.) - καθιέρωσε την πρόνοια και τη φροντίδα υγείας ως δημόσιο αγαθό. Στην αρχαία Ρώμη, η ιατρική απέκτησε νομική υπόσταση στο πλαίσιο του ρωμαϊκού δικαίου, ενώ η βυζαντινή περίοδος ενίσχυσε τον πνευματικό και φιλανθρωπικό χαρακτήρα της ιατρικής μέσω νοσοκομείων και κρατικής εποπτείας. Η θεσμική συγκρότηση της ελληνικής ιατρικής νομοθεσίας ξεκινά το 1834 με το Βασιλικό Διάταγμα περί Υγειονομικής Υπηρεσίας και συνεχίζεται με τον Νόμο 3528/1928, που ρύθμιζε δημόσια υγεία και υποχρεώσεις των ιατρών. Τον 20ό αιώνα, κρίσεις όπως η προσφυγιά και οι επιδημίες οδήγησαν σε δομές πρόληψης και πρόνοιας. Το 1983 θεσπίστηκε το Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ν. 1397/1983), καθιερώνοντας την καθολική και δωρεάν πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Το 2011 ιδρύθηκε ο ΕΟΠΥΥ και το 2017 οι ΤΟΜΥ, προσπαθώντας να ενισχύσουν την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Ωστόσο, η εφαρμογή τους παραμένει ελλιπής λόγω υποχρηματοδότησης και άνισης πρόσβασης. Η σύγχρονη νομοθεσία, με κορμό τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005), προσπαθεί να συνδυάσει τις ηθικές αρχές με τις ανάγκες του ψηφιακού και διαπολιτισμικού 21ου αιώνα, ενώ η ανάγκη για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και κοινωνική δικαιοσύνη παραμένει επίκαιρη.The examination of the historical evolution of medical legislation and ethics from antiquity to the 21st century focuses on the relationship between medical practice, moral consciousness, and social organization. Beginning with the Hippocratic Oath as the foundation of medical ethics, the analysis explores how the principles of beneficence, non-maleficence, and confidentiality shaped the physician's role as a bearer of responsibility toward the patient and the community. Early Greek legislation-by Lycurgus (884 BCE), Zaleucus (7th c. BCE), Charondas (6th c. BCE), the Gortyn Code, and Solon (594 BCE)-established healthcare and welfare as public goods. In ancient Rome, medicine gained legal status within the framework of Roman law, while the Byzantine period reinforced the spiritual and philanthropic character of medicine through hospitals and state oversight. The institutional structuring of Greek medical legislation began in 1834 with the Royal Decree on Health Services and continued with Law 3528/1928, which regulated public health and physicians’ responsibilities. During the 20th century, events such as refugee movements and epidemics led to preventive health structures. In 1983, the National Health System (Law 1397/1983) introduced universal and free access to healthcare. The establishment of EOPYY in 2011 and TOMY units in 2017 aimed to strengthen Primary Health Care, though implementation remains incomplete due to underfunding and unequal access. Modern legislation, centered around the Code of Medical Ethics (Law 3418/2005), strives to integrate ethical principles with the demands of the digital and multicultural 21st century, while the need for substantial reform and social justice remains critical

    Διερεύνηση μοριακών μηχανισμών δράσης των μεταγωγέων σήματος και ενεργοποιητών της μεταγραφής σε λευχαιμικά κύτταρα

    Get PDF
    Η αιμοποίηση είναι η διαδικασία κατά την οποία παράγονται όλα τα ώριμα κύτταρα του αίματος, με τα αιμοποιητικά βλαστικά κύτταρα (HSCs) να βρίσκονται στην κορυφή της. Αποτελεί μία πλήρως ελεγχόμενη διεργασία, με το μικροπεριβάλλον του μυελού των οστών να έχει σημαντικό ρόλο σε αυτή. Ωστόσο, η συσσώρευση μεταλλάξεων στα αιμοποιητικά κύτταρα είναι η αιτία για την εμφάνιση αιμοποιητικών νεοπλασιών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις λευχαιμίες. Μία από τις τέσσερις κατηγορίες των λευχαιμιών είναι η Οξεία Μυελογενής Λευχαιμία (ΟΜΛ), ασθένεια η οποία είναι ηλικιοεξαρτώμενη, με ποσοστό πενταετούς επιβίωσης στο 32,9%. Ο μεταγωγέας σήματος και ενεργοποιητής της μεταγραφής 5 (STAT5) έχει βρεθεί συνεχώς ενεργοποιημένος σε περιπτώσεις ΟΜΛ. Η STAT5 ανήκει στην οικογένεια των πρωτεϊνών STAT, οι οποίες ενεργοποιούνται από το μονοπάτι JAK-STAT και αποτελείται από δύο πρωτεΐνες, την STAT5A και την STAT5B, οι οποίες μεταγράφονται από δύο διαφορετικά γονίδια. Η IKZF2, μέλος της οικογένειας μεταγραφικών παραγόντων ‘’Ikaros’’, εμπλέκεται στην επιβίωση των Λευχαιμικών Βλαστικών Κυττάρων (LSCs) σε κύτταρα ΟΜΛ. Στην παρούσα Διπλωματική Εργασία διερευνήθηκε η αλληλεπίδραση των STAT5 με το γονίδιο IKZF2. Πραγματοποιήθηκαν πειράματα ανοσοκατακρήμνισης χρωματίνης (ChIP) με σκοπό τη μελέτη της πρόσδεσης των πρωτεϊνών STAT5A και STAT5B στο γονίδιο IKZF2, σε κύτταρα MOLM-13 με μειωμένη έκφραση (KD) του STAT5A (STAT5A KD) και του STAT5B (STAT5B KD). Από τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκε ότι οι πρωτεΐνες STAT5A και STAT5B προσδένονται στο γονίδιο IKZF2. Επίσης δημιουργήθηκε ανασυνδυασμένο πλασμίδιο με το cDNA του IKZF2 με σκοπό την υπερέκφρασή του σε κύτταρα ΜOLM-13 STAT5Α KD για τη μελέτη της απόπτωσης. Η υπερέκφραση του IKZF2 δεν φάνηκε να επηρεάζει το ποσοστό των αποπτωτικών κυττάρων. Η παρούσα εργασία συνεισφέρει στην έρευνα του ρόλου της αλληλεπίδρασης μεταξύ STAT5-IKZF2.Hematopoiesis is the process by which all mature blood cells are generated, with Hematopoietic Stem Cells (HSCs) playing a crucial role. It is a completely controlled process, with the bone marrow microenvironment playing an important role in it. However, the accumulation of mutations in HSCs can lead to hematopoietic neoplasms, such as leukemias. Acute Myeloid Leukemia (AML), one of the four leukemia categories, is age-related with five-year survival rate of 32.9%. The Signal Transducer and Activator of Transcription 5 (STAT5) has been found to be constitutively active in AML cases. STAT5 is a member of the STAT protein family, which are activated through the JAK-STAT pathway. STAT5 consists of two proteins, STAT5A and STAT5B, which are encoded by separate genes. A member of the ‘’Ikaros’’ family of transcription factors, IKZF2, has been found to be essential for the survival of Leukemic Stem Cells (LSCs), in AML cells. In this Master’s Thesis the interaction between STAT5 and IKZF2 gene was investigated. Chromatin Immunoprecipitation (ChIP) experiments in MOLM-13 cells with knock down of STAT5A (STAT5A KD) and STAT5B (STAT5B KD), have investigated the binding of these proteins to the IKZF2 gene. The results showed that both STAT5A and STAT5B bind to the IKZF2 gene. Furthermore, the cDNA of IKZF2 was cloned to the pcDNA3.1(-) plasmid to study apoptosis upon overexpression of IKZF2 in MOLM-13 STAT5A KD cells. Overexpression of IKZF2 did not affected the percentage of apoptotic cells. This study contributed to the investigation of the role of STAT5 and IKZF2 interaction

    Προγραμματισμός ροών εργασίας με επίγνωση τοποθεσίας δεδομένων σε πολλαπλές συστοιχίες Kubernetes

    No full text
    Σε συνεργατικά ερευνητικά και βιομηχανικά έργα, μεγάλα σύνολα δεδομένων διατηρούνται συχνά στις αρχικές τους τοποθεσίες για οικονομικούς και νομικούς λόγους ή για λόγους δικαιοδοσίας. Η μετακίνησή τους μεταξύ εταίρων και υπολογιστικών τοποθεσιών είναι αργή, δαπανηρή και επικίνδυνη· επομένως, είναι κρίσιμης σημασίας η εκτέλεση των ροών εργασίας να γίνεται εκεί όπου ήδη βρίσκονται τα δεδομένα. Η παρούσα διατριβή παρουσιάζει ένα σύστημα βασισμένο στο Kubernetes που εκτελεί ροές εργασίας σε διάφορες τοποθεσίες όπου υπάρχουν μεγάλα σύνολα δεδομένων και διαθέσιμη υπολογιστική ισχύς. Υποθέτουμε ότι το Kubernetes, ένα ευρέως υιοθετημένο στη βιομηχανία λογισμικό που προσφέρει μια ενοποιημένη και επεκτάσιμη πλατφόρμα για τον αυτοματισμό εργασιών σε containers, μπορεί να εγκατασταθεί σε όλες τις τοποθεσίες. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε το Argo Workflows για την εκτέλεση των ροών εργασίας και το Karmada για τον κατανεμημένο χρονοπρογραμματισμό στο επίπεδο του συνολικού κατανεμημένου συστήματος. Οι επιλογές λογισμικών βασίζονται σε μια συγκριτική μελέτη cloud-native μηχανών εκτέλεσης ροών εργασίας και σύγχρονων λύσεων για multi-cluster, η οποία καταδεικνύει ότι τα Argo και Karmada είναι οι πιο ώριμες και διαλειτουργικές επιλογές για την υλοποίηση χρονοπρογραμματισμού ροών εργασίας με επίγνωση της τοποθεσίας των δεδομένων, σε μια ομοσπονδία εγκαταστάσεων Kubernetes. Υποκλέπτοντας κάθε ροή εργασίας στο σημείο εισόδου της ομοσπονδίας, αναλύουμε πού είναι αποθηκευμένα τα δεδομένα εισόδου, επιλέγουμε την καταλληλότερη εγκατάσταση για κάθε βήμα και μεταφέρουμε υποδείξεις τοποθέτησης στο Karmada, το οποίο στη συνέχεια προγραμματίζει τα pods κοντά στα αντίστοιχα δεδομένα. Οι χρήστες γράφουν κανονικά Argo YAML, ενώ οι διαχειριστές διατηρούν τον έλεγχο των αντίστοιχων εγκαταστάσεών τους. Η εμπειρική αξιολόγηση στο εργαστήριο, με περιορισμούς εύρους ζώνης μεταξύ πολλαπλών εξομοιωμένων εγκαταστάσεων, δείχνει σημαντική μείωση στον χρόνο ολοκλήρωσης των ροών εργασίας· καθώς τα σύνολα δεδομένων μεγαλώνουν ή οι συνδέσεις γίνονται πιο περιορισμένες, η διαφορά αυξάνεται. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι η προτεινόμενη αρχιτεκτονική κατανεμημένου συστήματος σε συνδυασμό με τη λογική τοποθέτησης με επίγνωση της θέσης των δεδομένων προσφέρει μια πρακτική λύση, συμβατή με τις πολιτικές για ταχύτερες ροές εργασίας, όταν η εγγύτητα στα δεδομένα είναι κρίσιμη. Η εργασία αυτή προορίζεται για ενσωμάτωση στο έργο DaFab, όπου θα επιτρέψει την αποδοτική εκτέλεση ροών AI που αναλύουν δορυφορικές εικόνες του Copernicus αποθηκευμένες σε πολλαπλές ευρωπαϊκές τοποθεσίες.In collaborative research and industry projects, large datasets are often kept in their original jurisdictions for economic, legal, or sovereignty reasons. Moving them between partners and computational sites is slow, costly, and risky, so it is critical to run workflows where the data already reside. This thesis presents a Kubernetes-native framework that implements workflow execution across a continuum of computationally capable data lakes. We assume that Kubernetes, a widely adopted industry standard that offers a uniform, scalable platform for automating containerised workloads, can be installed at all sites. Then, we employ Argo Workflows for pipeline logic and Karmada for fleet-wide scheduling. These choices are motivated by a survey of cloud-native workflow engines and modern multi-cluster control planes, which finds Argo and Karmada to be the most mature and interoperable options for implementing data-locality-aware workflow scheduling across a federation of Kubernetes installations. Using a custom workflow interceptor at the entry point of the federation, we analyse where its inputs are stored, select the most suitable cluster for every step, and convey placement hints to Karmada, which then schedules the pods close to the corresponding data. Users write ordinary Argo YAML, and administrators maintain control of their respective clusters. Empirical evaluation in the lab using bandwidth constraints between emulated federation sites shows a significant reduction in workflow completion time; as datasets grow or links tighten, the gap widens. These results suggest that the proposed distributed system architecture combined with our data-aware placement logic offers a practical, policycompliant path to faster pipelines when data-locality is crucial. This work is intended for integration into the DaFab project, where it will enable efficient execution of AI pipelines that analyse Copernicus satellite imagery stored across multiple European sites

    Μοντελοποίηση της δυναμικής απόδοσης των φωτοβολταϊκών χρησιμοποιώντας χρονολογικά δεδομένα

    No full text
    Solar energy is a vital source of clean electricity and accurately predicting the long- term solar panel efficiency is an important problem. Efficiency varies due to factors such as weather conditions and system operation. This thesis aims to improve so- lar panel efficiency forecasting by developing methods for analyzing and predicting system performance. Our primary focus is on electricity output, but we also con- sider variables such as temperature fluctuations, sunlight intensity, and the current operational performance of solar panels. This study combines classical statistical tools with machine learning methods to investigate how solar panel efficiency varies over time. The models are validated using data from operational solar parks in Portugal and Saudi Arabia. The results indicate that certain modeling approaches effectively capture seasonal variations in efficiency and improve the accuracy of performance forecasts. Moreover, analyzing discrepancies between actual and predicted efficiency highlights areas where the models require refinement, particularly under unforeseen conditions such as abrupt weather changes. This study will ultimately contribute to better decision-making in long-term en- ergy balance the electrical grid by enhancing the accuracy of solar energy forecasts. It has the potential to support energy planners in making more informed choices regarding solar technology, promoting more stable and environmentally sustainable energy policies. Future research could focus on developing more complex models and integrating additional parameters to further improve predictive performance. Keywords: Solar energy efficiency, solar forecasting, machine learning, photovoltaic systems, data analysis

    The child's transition from the family environment to early childhood education centers

    No full text
    Κάθε χρόνο πλήθος παιδιών καλείται να βιώσει τη μετάβαση από το οικείο και προστατευμένο οικογενειακό περιβάλλον στο δομημένο και απαιτητικό πλαίσιο της προσχολικής εκπαίδευσης. Η εξασφάλιση της ομαλής προσαρμογής, της συναισθηματικής ευημερίας και της επιτυχούς εξέλιξης του παιδιού, καθώς και η διασφάλιση θετικών εμπειριών κατά τη μετάβαση για πρώτη φορά στο σχολικό περιβάλλον, αποτελούν θεμελιώδη δικαιώματα. Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει τη διαδικασία της μετάβασης ως μία σύνθετη και δυναμική εμπειρία, η οποία επιφέρει ποικίλες προκλήσεις τόσο για το παιδί όσο και για την οικογένεια. Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση των στάσεων, των αντιλήψεων και των βιωμάτων των Ελλήνων γονέων με παιδιά προσχολικής ηλικίας, σχετικά με αυτή την κρίσιμη φάση. Στην έρευνα συμμετείχαν 131 γονείς παιδιών που φοιτούν σε δημόσιους ή ιδιωτικούς Βρεφονηπιακούς και Παιδικούς Σταθμούς στην Ελλάδα. Ως εργαλείο συλλογής δεδομένων χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο με ερωτήσεις κλειστού και ανοικτού τύπου, το οποίο διανεμήθηκε ηλεκτρονικά στους συμμετέχοντες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι γονείς είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι απέναντι στη μετάβαση, αφιερώνοντας χρόνο για να συζητήσουν με τα παιδιά τους και να αναζητήσουν σχετικές πληροφορίες από τις δομές. Αναγνωρίζουν τη σημασία της οικογενειακής συμμετοχής ως κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχή προσαρμογή και εκφράζουν θετικές απόψεις για τις πρακτικές μετάβασης που εφαρμόζονται από τους παιδαγωγούς. Παράλληλα, δηλώνουν πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε συμβουλευτικές δράσεις. Ωστόσο, παρατηρείται έντονη ανησυχία αναφορικά με την ασφάλεια και τη συναισθηματική ευημερία των παιδιών, κυρίως κατά την πρώτη περίοδο προσαρμογής. Η μετάβαση, συνολικά, αναδεικνύεται ως περίοδος συναισθηματικής έντασης που απαιτεί συνεργασία, επικοινωνία και υποστήριξη όλων των εμπλεκόμενων μερών. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου του παιδαγωγού ως διαμεσολαβητή ανάμεσα στο παιδί και την οικογένεια, καθώς και την αξία ανάπτυξης στοχευμένων παιδαγωγικών παρεμβάσεων που θα υποστηρίζουν ενεργά την ομαλή μετάβαση στο προσχολικό πλαίσιο.Every year, a large number of children are called to experience the transition from the familiar and protected family environment to the structured and demanding context of preschool education. Ensuring a smooth adjustment, emotional well-being, and successful development of the child, as well as securing positive experiences during their first contact with the school setting, are considered fundamental rights. This study approaches the transition process as a complex and dynamic experience that brings multiple challenges for both the child and the family. The aim of the research is to explore the attitudes, perceptions, and experiences of Greek parents with preschool-aged children regarding this critical period. The study involved 131 parents of children attending public or private nurseries and kindergartens in Greece. Data were collected through a questionnaire that included both closed- and open-ended questions, which was distributed electronically via email to the participants. The findings revealed that parents are highly sensitized toward the transition process, dedicating time to discuss it with their children and seeking relevant information from preschool institutions. They recognize the importance of family involvement as a key factor for successful adaptation and express positive views on the transition practices implemented by early childhood educators and institutions. They also stated their willingness to participate in counseling and support activities. However, a strong concern was noted regarding the children's safety and emotional well-being, especially during the initial adjustment phase. Overall, the transition is highlighted as a period of emotional intensity that requires cooperation, communication, and support among all stakeholders. The findings emphasize the need to strengthen the role of the educator as a mediator between the child and the family, and to develop targeted pedagogical interventions that actively support a smooth transition to the preschool setting

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇