University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Ανιχνεύοντας Blazars μεταξύ των αγνώστων αντικειμένων του Fermi

    Get PDF
    Ένα σημαντικό ποσοστό των πηγών ακτίνων-γ που ανιχνεύθηκαν από το διαστημικό τηλεσκόπιο Fermi παραμένουν χωρίς αντίστοιχες πηγές σε χαμηλότερα μήκη κύματος και καταγράφονται ως Unidentified Fermi Objects (UFOs). Μεταξύ των πιθανότερων αντιστοιχιών είναι οι blazars, μία υποκατηγορία ενεργών γαλαξιακών πυρήνων που χαρακτηρίζονται από σχετικιστικούς πίδακες κοντά στη γραμμή θέασης. Στην παρούσα εργασία φτιάχνουμε ένα σετ εκπαίδευσης με blazars και αντικείμενα αναφοράς (άστρα και γαλαξίες), το οποίο εμπλουτίζουμε με δεδομένα από πέντε αστρονομικές αποστολές: Gaia, Pan-STARRS, WISE, 2MASS και NVSS. Πάνω σε αυτό το σύνολο εκπαιδεύουμε και ελέγχουμε ένα μοντέλο μηχανικής μάθησης βασισμένο στον αλγόριθμο XGBoost, με στόχο να ξεχωρίζει τους blazars από τα υπόλοιπα αντικείμενα. Σε δοκιμή με ανεξάρτητο δείγμα, το μοντέλο πετυχαίνει ανάκληση 94.2±0.4% και ακρίβεια 97.2±0.2%, με τη φωτομετρική μεταβλητότητα και την ιδία κίνηση από το Gaia να αναδεικνύονται ως τα πιο καθοριστικά χαρακτηριστικά. Με την εφαρμογή του μοντέλου σε πηγές ακτίνων-Χ που ανήκουν σε μη ταξινομημένα πεδία ακτίνων-γ, το μοντέλο προβλέπει 178 υποψηφίους blazars. Για την οριστική επιβεβαίωση της φύσης των υποψηφίων blazars απαιτούνται φασματοσκοπικές μετρήσεις ή παρατηρήσεις συμβολομετρίας ραδιοκυμάτων.A significant fraction of γ-ray sources detected by the Fermi Gamma-ray Space Telescope lack secure associations at lower wavelengths and are thus cataloged as Unidentified Fermi Objects (UFOs). Among the most promising counterparts are blazars, a subclass of active galactic nuclei characterized by relativistic jets viewed close to the line of sight. In this work, we compile a dedicated training dataset of blazars and reference objects (stars and galaxies), cross-matched with five major lower- wavelength surveys including Gaia, Pan-STARRS, WISE, 2MASS, and NVSS. Using this dataset, we train and evaluate a machine learning classifier based on the XGBoost algorithm to distinguish blazars from non-blazars. Tested on a held-out sample, the model achieves 94.2±0.4% on recall and 97.2±0.2% on precision, with Gaia’s photometric variability and proper motion standing out as the most important features. Applied afterward to X-ray sources associated with unclassified γ-ray fields, the model predicts 178 blazar candidates. Follow-up spectroscopic and radio interferometric observations are required to confirm the nature of the predicted candidates

    Reading comprehension difficulties of 3rd and 4th grade primary school students in relation to morphological awareness and vocabulary skills

    No full text
    Σκοπός της παρούσας συγχρονικής μελέτης ήταν η εξέταση του ρόλου των δεξιοτήτων μορφολογικής επίγνωσης και προσληπτικού λεξιλογίου σε σχέση με τις δυσκολίες αναγνωστικής κατανόησης μαθητών Γ΄ και Δ΄ τάξεων δημοτικού. Ειδικότερα, η μελέτη επιδίωξε να εξετάσει αρχικά αν οι δεξιότητες μορφολογικής επίγνωσης και προσληπτικού λεξιλογίου προβλέπουν ανεξάρτητα η μία από την άλλη και ανεξάρτητα από την αναγνωστική ευχέρεια τις επιδόσεις των μαθητών σε δοκιμασίες αναγνωστικής κατανόησης. Κυρίως όμως επιδίωξε να εξετάσει αν οι μαθητές με δυσκολίες αναγνωστικής κατανόησης διαφοροποιούνται ως προς τη μορφολογική επίγνωση και το λεξιλόγιο από τους μαθητές χωρίς δυσκολίες αναγνωστικής κατανόησης. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν αρχικά 63 μαθητές Γ΄ και Δ΄ τάξεων δημοτικού, οι οποίοι φοιτούσαν σε δημοτικά σχολεία της Περιφερειακής Ενότητας Ρεθύμνου. Από αυτούς επιλέχθηκαν 21 με μαθητές με δυσκολίες αναγνωστικής κατανόησης και 24 μαθητές χωρίς δυσκολίες αναγνωστικής κατανόησης με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Σε όλους τους συμμετέχοντες χορηγήθηκαν κριτήρια μέτρησης της μορφολογικής επίγνωσης, του προσληπτικού λεξιλογίου, της αναγνωστικής ευχέρειας, της δεξιότητας προγραμματισμού και της αναγνωστικής κατανόησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τόσο η μορφολογική επίγνωση όσο και το προσληπτικό λεξιλόγιο προέβλεψαν άμεσα και ανεξάρτητα από την αναγνωστική ευχέρεια την επίδοση των μαθητών σε μια δοκιμασία αναγνωστικής κατανόησης που περιλαμβάνει τη συμπλήρωση ελλιπών προτάσεων. Έδειξαν, επίσης, ότι οι μαθητές με δυσκολίες αναγνωστικής κατανόησης είχαν σημαντικά χαμηλότερες επιδόσεις στις δεξιότητες μορφολογικής επίγνωσης και προσληπτικού λεξιλογίου από τους μαθητές χωρίς δυσκολίες αναγνωστικής κατανόησης. Η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ως προς την καθεμία από αυτές τις δεξιότητες παρέμενε ακόμα και μετά τον έλεγχο της επίδρασης της άλλης. Συνολικά, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μαθητές με δυσκολίες αναγνωστικής κατανόησης εμφανίζουν χαμηλές επιδόσεις τόσο ως προς τη μορφολογική επίγνωση όσο και ως προς το προσληπτικό λεξιλόγιο.The purpose of this cross-sectional study was to examine the role of morphological awareness skills and receptive vocabulary in relation to reading comprehension difficulties in grade 3 and 4. Specifically, the study initially sought to investigate whether morphological awareness skills and receptive vocabulary independently predict students’ performance on reading comprehension tasks, both independently of each other and separately from reading fluency. Moreover, it aimed to determine whether students with poor reading comprehension differ in terms of morphological awareness and vocabulary from students without such difficulties. The sample consisted of 21 poor comprehenders and 24 good comprehenders. The sample was selected from 63 children attended primary schools in Rethymno based on specific criteria. All the participants completed standardized tasks of morphological awareness, receptive vocabulary, reading fluency, PASS, and reading comprehension. The results showed that both morphological awareness and receptive vocabulary directly and independently predicted students’ performance on a reading comprehension task involving sentence completion, regardless of reading fluency. Furthermore, students with reading comprehension difficulties had significantly lower performance in morphological awareness and receptive vocabulary compared to students without reading comprehension difficulties. The difference between the two groups in each of these skills remained even after controlling for the effect of the other. Overall, our findings indicated that students with reading comprehension difficulties exhibit lower performance in both morphological awareness and receptive vocabulary

    Radiosensitivity induction by novel quinazoline derivatives with anticancer activity in cancer cell lines overexpressing ERBB receptors

    No full text
    Στις μέρες μας, χρησιμοποιούνται κλινικά ως στοχευμένη αντικαρκινική θεραπεία, φάρμακα κιναζολινών, που αναστέλλουν τη φωσφορυλίωση του EGFR. O EGFR είναι μια πρωτεΐνη που συχνά υπερεκφράζεται ή φέρει μεταλλάξεις σε όγκους ασθενών που παρουσιάζουν μεγάλη ακτινοαντοχή. Όμως, η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών και η επίκτητη αντίσταση των ασθενών στη χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία καθιστά αναγκαία την ανεύρεση νέων ενώσεων με αντικαρκινική και ακτινοευαισθητοποιητική δράση για εξατομικευμένη θεραπεία. Στα πλαίσια της παρούσας διατριβής, μελετήθηκαν in vitro - στην ανθρώπινη ακτινοάντοχη καρκινική κυτταρική σειρά Α431 που υπερεκφράζει τον EGFR - 13 νέες ενώσεις κιναζολινών. Οι ενώσεις αυτές μελετήθηκαν ως προς την κυτταροτοξικότητά τους και την ικανότητά τους να αναστέλλουν τη φωσφορυλίωση του υποδοχέα. Στη συνέχεια, μελετήθηκε η συνδυαστική δράση των ενώσεων με την ακτινοβολία καθώς και η ενδεχόμενη εμπλοκή τους σε μηχανισμούς που μπορούν να μεταβάλλουν την ακτινοευαισθησία, όπως η δράση τους στον κυτταρικό κύκλο, η επαγωγή κυτταρικού θανάτου, η αναστολή του G2/M σημείου ελέγχου του κυτταρικού κύκλου καθώς και η δράση τους σε επιδιορθωτικούς μηχανισμούς. Από τη διατριβή αυτή αναδείχθηκαν τρεις υποσχόμενες ενώσεις με αντικαρκινική και ακτινοευαισθητοποιητική δράση. Η ένωση N- {4-[(3-bromophenyl)amino]quinazolin-6-yl}-ε-isocyanohexanamide (Γ3) είναι παράγωγο κιναζολίνης, ενώ οι fac-[Re(CO)3(imQz)(Br)] (Β1) και fac-[Re(CO)3(imQz)(pph3)](PF6) (Β2) είναι σύμπλοκα ρηνίου με φαρμακοφόρο ομάδα την 4-ανίλινο-κιναζολίνη. Τα δύο σύμπλοκα είναι ενώσεις πολλαπλών στόχων, καθώς τα αποτελέσματα συνηγορούν, όχι μόνο στη στόχευση του EGFR, αλλά και σε αλληλεπίδρασή τους με το DNA. Το σύμπλοκο Β2 ενδεχομένως στοχεύει επιπλέον και τα μιτοχόνδρια επάγοντας κυτταρικό θάνατο. Η επαγωγή ακτινοευαισθησίας από τις ενώσεις αυτές μπορεί να είναι συνδυασμός διαφόρων μηχανισμών, όπως η δράση τους στον κυτταρικό κύκλο και η εμπλοκή τους στους επιδιορθωτικούς μηχανισμούς της G1 φάσης του κυτταρικού κύκλου. “Radiosensitivity induction by novel quinazoline derivatives with anticancer activity in cancer cell lines overexpressing ErbB receptors”Nowadays, quinazoline drugs, inhibiting EGFR phosphorylation, are often used as targeted anti-cancer therapy. EGFR is a protein that is often overexpressed or mutated in patients’ tumors exhibiting radioresistance. However, the occurrence of adverse eDects and the acquired resistance of patients to chemotherapy and radiotherapy demands the development of new compounds with anticancer and radiosensitising activity, for personalised therapy. In the framework of this thesis, 13 novel quinazoline derivatives were studied in vitro, using the human radioresistant cancer cell line A431 overexpressing EGFR. These compounds were evaluated for their cytotoxicity and their ability to inhibit EGFR phosphorylation. Subsequently, the combined action of the compounds with radiation was studied as well as, their possible involvement in the mechanisms underlying radiosensitivity, such as cell cycle arrest, cell death induction, G2/M checkpoint abrogation and repair mechanisms. Three promising compounds with anti-cancer and radiosensitising activity emerged from this thesis. The compound N-{4-[(3-bromophenyl)amino]quinazolin-6-yl}- ε-isocyanohexanamide (C3) is a quinazoline derivative, while fac- [Re(CO)3(imQz)(Br)] (B1) and fac-[Re(CO)3(imQz)(pph3)](PF6) (B2) are rhenium complexes bearing the 4-anilino-quinazoline as pharmacophore. The two complexes are multi-target compounds since, the results suggest, not only EGFR inhibition, but also interaction with DNA. The B2 complex also induces cell death possibly by targeting mitochondria. The induction of radiosensitivity by these compounds may be a combination of several mechanisms, including cell cycle arrest and their involvement in cell repair mechanisms acting in the G1 phase of the cell cycl

    Σύγκριση των ευρημάτων μεταθανάτιας αξονικής τομογραφίας με τα νεκτροτομικά και ιστολογικά ευρήματα

    Get PDF
    Εισαγωγή: Η συμβατική νεκροτομή, η μεταθανάτια υπολογιστική τομογραφία (PMCT) και η ιστολογική εξέταση αποτελούν τους τρεις μορφολογικούς πυλώνες της σύγχρονης ιατροδικαστικής διερεύνησης· ωστόσο, η βέλτιστη ενσωμάτωσή τους παραμένει ανεπαρκώς τυποποιημένη. Η νεκροτομή παρέχει εξαντλητική μακροσκοπική επιθεώρηση αλλά είναι καταστρεπτική· η PMCT προσφέρει ταχεία, ολόσωμη, τρισδιάστατη τεκμηρίωση διατηρώντας το πτώμα ακέραιο· η ιστολογία μόνο διαλευκαίνει κυτταρικά συμβάντα, που αποδεικνύουν ζωτικότητα ή νόσο. Συνεπώς, η ποσοτικοποίηση της συμπληρωματικής αξίας κάθε μεθόδου είναι κρίσιμη για την τεκμηριωμένη ιατροδικαστική πρακτική. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε αναδρομική ανάλυση 34 διαδοχικών θανάτων (2016–2022), που διερευνήθηκαν στην Κρήτη με τριμερές πρωτόκολλο: ολόσωμη PMCT σε τομογράφο 128 τομών, πλήρης νεκροτομή και στοχευμένη ιστολογική εξέταση. Τα αραιά, κυρίως κατηγορικά ευρήματα μετατράπηκαν μέσω one-hot encoding ώστε να διευκολυνθεί η στατιστική ανάλυση της ενδο- και διαπαρατηρητικής συμφωνίας. Ο Παρατηρητής 1 επανεκτίμησε δέκα περιστατικά μετά από τρεις μήνες για την εκτίμηση της ενδοπαρατηρητικής μεταβλητότητας· ένας δεύτερος, ιατροδικαστής (Παρατηρητής 2), εξέτασε ανεξάρτητα οκτώ τυχαία επιλεγμένες περιπτώσεις για δοκιμή διαπαρατηρητικής συμφωνίας. Αποτελέσματα: Η PMCT και η νεκροτομή συνέκλιναν ως προς τον τρόπο θανάτου σε 33 από τις 34 αξιολογήσιμες περιπτώσεις (97,06%). Η PMCT υπερείχε στην ανίχνευση σκελετικών κακώσεων (ευαισθησία ≥95% για πολύπλοκα κατάγματα βάσης κρανίου και σπονδυλικής στήλης) και στην αναγνώριση μοτίβων αερίων, ενώ η νεκροτομή υπερείχε στη διάγνωση εκχυμώσεων μαλακών μορίων, αιμορραγίας και τραυμάτων από στραγγαλισμό. Η ιστολογία, αν και περιορισμένη σε επιλεγμένα δείγματα, επιβεβαίωσε μοναδικά τη μυοκαρδιακή ισχαιμία, τη διάχυτη αξονική βλάβη, την πρώιμη φλεγμονή και τη ζωτικότητα των καταγμάτων. Η ενδοπαρατηρητική διαφωνία (10%) περιορίστηκε στις μεταβλητές "τρόπος θανάτου" και "αιτία θανάτου" και επιλύθηκε με τη συστηματική χρήση τρισδιάστατης απεικόνισης. Η διαπαρατηρητική αξιοπιστία ήταν υψηλή για τον τρόπο θανάτου (κ = 0,83) και μέτρια για την αιτία θανάτου (κ = 0,58), αν και η ορολογία απαιτεί περαιτέρω εναρμόνιση. Η ανάλυση ανά ανατομική περιοχή επιβεβαίωσε την υπεροχή της PMCT στα οστά, της νεκροτομής στους μαλακούς ιστούς και της ιστολογίας σε μικροαγγειακές ή κυτταρικές βλάβες. Τα εργαλεία μηχανικής μάθησης έδειξαν ενθαρρυντικά πρώιμα αποτελέσματα στην ταξινόμηση των καταγμάτων. Συμπεράσματα: Η τριμερής προσέγγιση μεγιστοποιεί τη διαγνωστική απόδοση: η PMCT παρέχει μια μη καταστρεπτική επισκόπηση, που κατευθύνει τη στοχευμένη νεκροτομή· η νεκροτομή βελτιώνει τη μακροσκοπική ερμηνεία· η ιστολογία προσφέρει αδιαμφισβήτητη μικροσκοπική απόδειξη ζωτικότητας και νόσου. Ένα διαβαθμισμένο πρωτόκολλο: αρχικά PMCT, ακολούθως στοχευμένη νεκροτομή και τέλος επιλεκτική ιστολογία, σε συνδυασμό με CT διπλής ενέργειας, ενδοφλέβια σκιαγραφική ουσία και αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης για τμηματοποίηση, αποτελεί τη βέλτιστη, ταχεία και πειστική για το δικαστήριο προσέγγιση σε περίπλοκους ιατροδικαστικούς θανάτους.Background: Conventional autopsy, post-mortem computed tomography (PMCT) and histology represent the three morphological pillars of contemporary medicolegal investigation, yet their optimal integration remains poorly standardised. Autopsy affords exhaustive macroscopic inspection but is destructive; PMCT supplies rapid, whole-body, three-dimensional documentation while preserving the corpse; histology alone resolves cellular events that attest to vitality or disease. Quantifying the complementary value of each modality is therefore critical for evidence-based forensic practice. Methods: We retrospectively analysed 34 consecutive deaths (2016–2022) investigated in Crete with a tri-modal protocol: whole-body PMCT on a 128-slice scanner, full forensic autopsy, and targeted histology. Sparse, predominantly categorical findings were transformed by one-hot encoding to facilitate statistical modelling of intra- and inter-observer agreement. Observer 1 re-evaluated ten cases after three months to gauge intra-observer variability; a second senior pathologist (Observer 2) independently reviewed eight randomly chosen cases for inter-observer testing. Results: PMCT and autopsy concurred on the manner of death in 33/34 assessable cases (97.06 %). PMCT excelled in skeletal trauma (≥95 % sensitivity for complex skull-base and vertebral fractures) and gas pattern recognition, while autopsy out-performed imaging for soft-tissue contusions and haemorrhage, as well as ligature-related injuries. Histology, though restricted to selected samples, uniquely confirmed myocardial ischaemia, diffuse axonal injury, early inflammation and fracture vitality. Intra-observer disagreement (10 %) was confined to the free-text variables “manner of death” and “cause of death” and resolved after systematic use of 3-D rendering. Inter-observer reliability was high for the manner of death (κ = 0.83) and moderate for cause of death (κ = 0.58), though terminology could still benefit from further harmonization. Region-specific analysis reaffirmed PMCT supremacy for bone, autopsy for soft tissue, and histology for micro-vascular or cellular lesions. Machine-learning tools showed early promise in fracture triage. Conclusions: The tri-modal workflow maximises diagnostic yield: PMCT offers a non-destructive survey that guides focused dissection; autopsy refines macroscopic interpretation; histology delivers definitive microscopic proof of vitality and disease. A tiered protocol: initial PMCT, directed autopsy, then targeted histology, combined with dual-energy CT, angiographic contrast and AI-assisted segmentation, provides the most robust, time-efficient and court-persuasive approach to complex medicolegal deaths

    Nursing workload and relation to illness severity and outcome in critically ill patients in Venizeleio general hospita

    No full text
    Εισαγωγή: Η μέτρηση του εργασιακού φόρτου στην νοσηλευτική εργασία, και δη σε περιβάλλον Μονάδας ΕντατΙΚής Θεραπείας (Μ ΕΘ), αναπτύχθηκε προκειμένου να μπορέσει να γίνει ποσοτικοποίηση των αναγκών για παροχή νοσηλευτικής φροντίδας με απώτερο στόχο να εξυπηρετηθούν οι σκοποί στελέχωσης των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, να γίνει εκτίμηση του κόστους αλλά και να γίνονται συγκρίσεις μεταξύ μονάδων υγείας ή οργανισμών. Η κλίμακα μέτρησης του νοσηλευτικού φόρτου εργασίας Nursing Activities Score (NAS) αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο μέτρησης της ποιότητας της παρεχόμενης νοσηλευτικής φροντίδας και ταυτόχρονα της νοσηλευτικής στελέχωσης. Η συσχέτιση του νοσηλευτικού εργασιακού φόρτου και της έκβασης της πορείας των βαρέως πασχόντων ασθενών δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς. Σκοπός: Η αξιολόγηση του φόρτου νοσηλευτικής φροντίδας (ΦΝΦ) σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) ενηλίκων με την χρήση NAS Score και η συσχέτιση με δείκτες βαρύτητας και έκβασης ασθενών. Μεθοδολογία: Πρόκειται για μία προοπτική μελέτη παρατήρησης ασθενών που διεξήχθη στην πολυδύναμη ΜΕΘ Βενιζελείου Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου από τον Ιούνιο 2024 — Οκτώβριο 2024 σε 12 κλίνες ΜΕΘ, σε δείγμα 129 ασθενών. Χρησιμοποιήθηκε έντυπο συλλογής δημογραφικών/κλινικών δεδομένων, δυσμενών εκβάσεων, καθώς επίσης και η κλίμακα NAS, η οποία συμπληρωνόταν καθημερινά για κάθε ασθενή από τον ίδιο ερευνητή. Πραγματοποιήθηκαν 1272 καθημερινές καταγραφές και διενεργήθηκε περιγραφική στατιστική και μελέτη συσχετίσεων, σε επίπεδο σημαντικότητας (SPSS 30.0). Αποτελέσματα: Το 62,8% ήταν άνδρες, διάμεση ηλικία πληθυσμού τα 68 (lQR 45-78) έτη και διάμεση διάρκεια νοσηλείας 9 ημέρες ( lQR 4-18). Η μέση βαθμολογία NAS ήταν (76,57±2Ο,1). Ο μέσος χρόνος της παρεχόμενης νοσηλευτικής φροντίδας (ΦΝΦ) στο σύνολο των 1272 παρατηρήσεων με βάση την κλίμακα ΝΑς ήταν 1102,6±289 min. Ο μέσος ΦΝΦ ανά ασθενή στην εισαγωγή στη ΜΕΘ ήταν σημαντικά μεγαλύτερος από το ΦΝΦ σε όλη τη νοσηλεία (109±29.5 vs. 76.48±17, Ρ<Ο.0Ο1). Ο μέσος ΦΝΦ σχετίστηκε θετικά με τη βαρύτητα νόσου (SOFA score) στην εισαγωγή, αλλά και στην πορεία της νοσηλείας ( Pearson, all Ρ<Ο.ΟΟ1). Η εισαγωγή στη ΜΕΘ μετά από προγραμματισμένο χειρουργείο είχε τον μικρότερο ΦΝΦ συγκριτικά με το τραύμα ή κάποιο παθολογικό αίτιο (ANOVA, Ρ<Ο.ΟΟ1). Η νυχτερινή βάρδια επωμίστηκε μεγαλύτερο ΦΝΦ συγκριτικά με την πρωινή και την απογευματινή βάρδια (p=O.016). οι ασθενείς που απεβίωσαν είχαν αυξημένο ΦΝΦ κατά την εισαγωγή τους στη ΜΕΘ (επιβίωση 105.7±3Ο.4 vs θάνατος 121.8±22, p=O.013), αλλά και κατά τη διάρκεια νοσηλείας τους (επιβίωση 72,5±14.7.4 vs θάνατος 92, 17±17, Η μέτρηση του δείκτη NAS κατά τη νοσηλεία, και μάλιστα τιμή άνω του 79 (cut-off), είχε υψηλή προβλεπτική ικανότητα θνησιμότητας (AlJROC 0.821, 95% α 0.733-0.910, Ρ<Ο.ΟΟΙ). οι κλίνες ΜΕΘ ΒΓΝΗ είναι 12, οι νοσηλευτές ανά βάρδια είναι κατά μέσο όρο 6, ο μέσος όρος κάλυψης των κρεβατιών είναι. 91, 6%. Υπολογίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω ότι ο ΦΝ Φ ανά βάρδια είναι 140 μονάδες. Συνεπώς η μέση διαφορά υπάρχουσας στελέχωσης και βέλτιστης στελέχωσης είναι - Ο. 7 (±Ο.94), που σημαίνει ότι σε κάθε βάρδια υπολείπεται νοσηλευτές (σχεδόν ένας νοσηλευτής στη βάρδια). Συμπεράσματα: Ο ΦΝΦ σχετίστηκε σημαντικά με τη βαρύτητα νόσου, την αιτία εισαγωγής τη νοσηλευτική βάρδια καιτη θνησιμότητα. Ο δείκτης ΝΑς αποτελεί σημαντικό προβλεπτικό δείκτη θνησιμότητας, και μάλιστα με τιμή άνω του 79, καθώς καιδείκτη υποστελέχωσης. Το συγκεκριμένο εργαλείο NAS μπορεί αξιόπιστα να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση του ΦΝΦ σε μία ΜΕΘ, να αποτελέσει δείκτη έκβασης, αλλά και να χρησιμοποιηθεί ως διοικητικό εργαλείο για τη βέλτιστη στελέχωση του τμήματος.Background: The measurement of nursing workload, especially in an intensive Care Unit (ICU) environment, was developed in order to quantify the needs for nursing care provision with the ultimate goal of serving the staffing goals of nursing institutions, estimating costs and making comparisons between health units or organizations. The Nursing Activities Score (NAS) nursing workload measure ment scale is a useful tool for measuring the quality of nursing care provided and at the same time nursing stuffing. The correlation between nursing workload and the outcome of critically ill patients has not been adequately investigated. Objective: The assessment of NW in adult ICUs using the NAS Score and the correlation with severity and patient outcome indicators. Methods: This is a prospective observational study of patients conducted in the multidisciplinary ICU of Venizeleio General Hospital of Heraklion from June 2024 — October 2024 in 12 ICU beds, in a sample of 129 patients. A form was used to collect demographic/clinical data, adverse outcomes, as well as the NAS scale, which was completed daily for each patient by the same researcher. 1272 daily recordings were made and descriptive statistics and a correlation study were performed, at a significance level of a=0,05 (spss 30.0). Results: 62,8% were men with a mean age of 68 years and a mean length of hospital stay of 9 days (IQR 4-18). Thé mean NAS score was The mean time of nursing care provided in the total of 1272 observations based on the NAS scale was 1102,6±289 min (median 1039 min, IQR 885-1222). The admission NW (Pearson 0, 292, and the mean NW of the patients throughout their hospitalization (NAS score mean) (Pearson 0,471, were positively correlated with the severity of the disease (SOFA score). Patient who died had an increased NW upon admission to the ICU (Survival 105,7±30,4 vs Death 92, 17±17, The average difference in existing staffing is -0, 7 (±0,94), which means that O, 7 nurses are missing in each shift. Conclusion: The NW was significantly associated with disease severity, reason for admission, nursing shift and mortality. The NAS index is a significant predictor of mortality, with a value above 79, as well as an indicator of understaffing. This NAS tool can be reliably used to be used as an administrative tool for optimal staffing of the department

    TazGraph: ένα αποδοτικό εργαλείο για δυναμική 3D οπτικοποίηση γραφημάτων

    No full text
    Με τη συνεχή εξέλιξη της υπολογιστικής τεχνολογίας, τα συστήματα γίνονται ολοένα και πιο αποδοτικά ως προς το κόστος και ισχυρά. Σε αυτήν την πορεία, τα Συ- στήματα Υπολογιστικής Υψηλών Επιδόσεων (High Performance Computing - HPC) κατέχουν καθοριστικό ρόλο, καθοδηγούμενα από τις εντατικές απαιτήσεις επεξεργα- σίας τομέων όπως τα Big Data, η Τεχνητή Νοημοσύνη, η Επιστήμη Δεδομένων και υπολογιστικές επιστήμες όπως η χημεία, η φυσική και η βιολογία. Καθώς αυτά τα συστήματα αυξάνονται σε κλίμακα και πολυπλοκότητα, μεγαλώνει η ανάγκη για εργα- λεία που υπερβαίνουν την απλή παρακολούθηση της κατάστασης των κόμβων και τη στατική οπτικοποίηση δεδομένων. ΄Ενα κρίσιμο κενό σε αυτόν τον τομέα παραμένει: η διαισθητική, δυναμική απεικόνι- ση του ίδιου του HPC συστήματος. Τα διαγράμματα κόμβων-συνδέσμων προσφέρουν μια φυσική λύση — ικανή να αναπαριστά πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ των στοιχείων με ευέλικτο, αρθρωτό και επεκτάσιμο τρόπο. Αυτή η μέθοδος απεικόνισης μπορεί να εν- σωματωθεί σε οποιοδήποτε πειραματικό ή παραγωγικό HPC σύστημα, προσφέροντας τόσο δομική κατανόηση όσο και διαδραστικότητα. Παρουσιάζουμε το TazGraph, έναν αρθρωτό και υψηλής απόδοσης γραφικό ε- πεξεργαστή, σχεδιασμένο για αποδοτική απεικόνιση και αλληλεπίδραση με δεδομένα γραφημάτων μεγάλης κλίμακας. Το TazGraph έχει επιδείξει την ικανότητα απόδοσης του σε πάνω από 10.000 κόμβους και 60.000 συνδέσμους, διατηρώντας ταυτοχρονα διαδραστική απόδοση σε consumer-grade hardware. Χτισμένο σε C++ με χρήση OpenGL για αποδόσεις σε πραγματικό χρόνο, ImGui για στοιχεία διεπαφής χρήστη και ImPlot για στατιστική ανάλυση, το TazGraph είναι σχεδιασμένο για απόδοση και ευελιξία. Υποστηρίζει πολυνηματική επεξεργασία κο- ρυφών, ομαδοποιημένη απόδοση (batched rendering) και έναν διαδραστικό 3D χώρο εργασίας όπου οι χρήστες μπορούν να διαχειρίζονται και να εξερευνούν πολλαπλά γραφήματα ταυτόχρονα. Εμπνευσμένο από την αρχιτεκτονική των μηχανών παιχνιδιών, το TazGraph βα- σίζεται σε ένα σύστημα Οντοτήτων-Στοιχείων (Entity-Component System - ECS), όπου οι οντότητες —κατηγοριοποιημένες ως κόμβοι, σύνδεσμοι ή κενές— μπορούν να συντεθούν και να επεκταθούν δυναμικά κατά τη διάρκεια εκτέλεσης. Αυτό επι- τρέπει δυνατότητες scripting, παραμετροποίηση σε πραγματικό χρόνο και διαδραστικό χειρισμό δεδομένων, καθιστώντας το εργαλείο ιδιαίτερα προσαρμόσιμο στις συνεχώς εξελισσόμενες ανάγκες της έρευνας. Αν και αρχικά αναπτύχθηκε για την υποστήριξη εργαλείων προσομοίωσης HPC όπως το Taz, η αρχιτεκτονική και το σύνολο δυνατοτήτων του TazGraph έχουν αποδειχθεί γενικής χρήσης. Η αποδοτικότητα και η ευελιξία του το καθιστούν ένα ισχυρό εργαλείο για ένα ευρύ φάσμα πειραματικών συστημάτων. Οι υπάρχοντες επεξεργαστές γράφων συχνά στοχεύουν σε περιορισμένες περι- πτώσεις χρήσης και στερούνται φορητότητας ή επεκτασιμότητας, αναγκάζοντας τους χρήστες να αλλάζουν μεταξύ ασύμβατων εργαλείων και ροών εργασίας. Το TazGraph αντιμετωπίζει αυτές τις ελλείψεις προσφέροντας μια ενιαία, ελαφριά και παραμετροποι- ήσιμη πλατφόρμα κατάλληλη τόσο για ταχεία πρωτοτυποποίηση όσο και για εις βάθος ανάλυση πολύπλοκων γραφηματικών δομών.With the constant evolution of computing technology, systems are becoming increasingly cost-effective and powerful. In this progression, High Performance Computing (HPC) systems occupy a pivotal role, driven by the intensive process- ing demands of fields such as Big Data, Artificial Intelligence, Data Science, and computational disciplines like chemistry, physics, and biology. As these systems grow in scale and complexity, there is a growing need for tools that go beyond basic node health monitoring and static data visualization. A critical gap in this domain remains: the intuitive, dynamic visualization of the HPC system itself. Node-link diagrams offer a natural solution—capable of representing complex relationships between components in a flexible, modular, and extensible way. Such a visualization method can be integrated into any ex- perimental or production-level HPC system, providing both structural insight and interactivity. We present TazGraph, a modular and high-performance graph editor designed for efficient visualization and interaction with large-scale graph data. TazGraph has demonstrated the ability to render over 10,000 nodes and 60,000 links while maintaining interactive performance on consumer-grade hardware. Built in C++ with OpenGL for real-time rendering, ImGui for user interface elements, and ImPlot for statistical analysis, TazGraph is engineered for both performance and flexibility. It supports multi-threaded vertex processing, batched rendering, and a 3D interactive workspace where users can manage and explore multiple graphs simultaneously. Inspired by game engine architecture, TazGraph is built around an Entity- Component System (ECS), where entities—categorized as nodes, links, or empty— can be dynamically composed and extended at runtime. This enables scripting capabilities, runtime customization, and interactive data manipulation, making the tool highly adaptable to evolving research needs. Although originally developed to support HPC simulation tools such as Taz, the architecture and feature set of TazGraph have proven general-purpose. Its efficiency and flexibility make it a powerful tool for a wide range of experimental systems. Existing graph editors often target narrow use cases and lack portability or extensibility, forcing users to switch between incompatible tools and workflows. TazGraph addresses these shortcomings by offering a unified, lightweight, and customizable platform suitable for both rapid prototyping and deep analysis of complex graph structures

    Η συγκρότηση της καλλιτεχνικής ταυτότητας των θεατρολόγων που εργάζονται στη δημόσια εκπαίδευση

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την καλλιτεχνική ταυτότητα των θεατρολόγων που είναι ενεργοί καλλιτεχνικά και παράλληλα διδάσκουν θεατρική αγωγή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αξιοποιώντας τη μέθοδο της εμπειρικής ποιοτικής έρευνας. Αρχικά, αναπτύσσεται το θεωρητικό πλαίσιο που αφορά την έννοια της ταυτότητας, τα χαρακτηριστικά της καλλιτεχνικής ταυτότητας καθώς και τις ιδιαιτερότητες του καλλιτεχνικού επαγγέλματος. Η παρουσίαση του θεωρητικού πλαισίου ολοκληρώνεται με τις βιβλιογραφικές αναφορές που εστιάζουν στους καλλιτέχνες-δασκάλους, στους δασκάλους δράματος και τους θεατρολόγους. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται ο σχεδιασμός της έρευνας, η μεθοδολογία και το δείγμα, το οποίο αποτελείται από δύο ενεργές καλλιτέχνες-θεατρολόγους με παράλληλη διδακτική εμπειρία στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ακολουθεί η ανάλυση των βιογραφικών αφηγηματικών δεδομένων, που αναδεικνύουν τη δυναμική συγκρότησης της καλλιτεχνικής ταυτότητας. Τα ερευνητικά ευρήματα φωτίζουν την επισφάλεια που χαρακτηρίζει το καλλιτεχνικό επάγγελμα, τις στρατηγικές αυτοπροσδιορισμού των υποκειμένων καθώς και τις προκλήσεις που απορρέουν από τη διττή τους ιδιότητα ως καλλιτέχνες-δάσκαλοι. Η εργασία συνεισφέρει στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, προσφέροντας νέα ερευνητικά δεδομένα σχετικά με την επίδραση των θεατρολογικών σπουδών και της διδασκαλίας στη συγκρότηση της καλλιτεχνικής ταυτότητας.This master's thesis examines the artistic identity of theatre studies graduates who are actively engaged in the arts while simultaneously teaching drama education in primary schools, employing a qualitative empirical research approach. The study begins by developing a theoretical framework concerning the concept of identity, the characteristics of artistic identity, and the specificities of artistic professions. The theoretical section concludes with a literature review focusing on artist-teachers, drama educators, and theatre studies graduates. Next, the research design, methodology, and sample are presented. The sample consists of two active female artists with a background in theatre studies and parallel teaching experience in primary education. This is followed by an analysis of the biographical narrative data, which reveal the dynamic process of artistic identity construction. The findings highlight the precarious nature of artistic work, the strategies of self-definition employed by the participants, and the challenges arising from their dual identity as both artists and educators. This thesis contributes to the existing literature by offering new empirical data regarding the impact of theatre studies and teaching experience on the formation of artistic identity

    Commodification and spatial impacts of Airbnb

    No full text
    Ο χώρος δεν αποτελεί ουδέτερο υπόβαθρο της κοινωνικής ζωής· αντίθετα, συγκροτεί και συγκροτείται από τις κοινωνικές σχέσεις, αντανακλώντας τους εκάστοτε κυρίαρχους τρόπους παραγωγής και κατανάλωσης. Η εργασία αυτή εξετάζει την εμπορευματοποίηση του χώρου μέσα από την μελέτης περίπτωσης της πλατφόρμα βραχυχρόνιας μίσθωσης Airbnb. Βασισμένη στη θεωρητική προσέγγιση του Henri Lefebvre και σε έννοιες όπως η Χωρική Δικαιοσύνη, ο Εξευγενισμός και το Δικαίωμα στην Πόλη, η εργασία διερευνά πώς η Airbnb συμβάλλει στην ανασημασιοδότηση και αναδιαμόρφωση του χώρου. Μέσω βιβλιογραφικής ανασκόπησης, περιγράφονται και αναλύονται τα επιμέρους στάδια μέσω της οποία συντελείται αυτή η διαδικασία.Η εργασία επιχειρεί να φωτίσει τη σύνδεση μεταξύ βραχυχρόνιων μισθώσεων και διαδικασιών εξευγενισμού, αναδεικνύοντας τις χωρικές αδικίες που προκύπτουν, καθώς και τις κοινωνικές διεκδικήσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο το Δικαίωμα στην Πόλη ως ζήτημα κοινωνικής και πολιτικής σημασίας.Space is not a neutral backdrop for social life; rather, it both shapes and is shaped by social relations, reflecting dominant modes of production and consumption. This paper examines the commodification of space through the case study of the short-term rental platform Airbnb. Drawing on Henri Lefebvre’s theoretical framework and key concepts such as spatial justice, gentrification, and the right to the city, it explores how Airbnb contributes to the re-signification and transformation of urban space. Through a review of the existing literature, the paper analyzes the stages through which this process unfolds. It seeks to shed light on the connection between short-term rentals and gentrification processes, highlighting the spatial injustices that emerge and the social demands that reposition the right to the city as a pressing political and social issue

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇