11894 research outputs found
Sort by
From exclusion to inclusion : tragedy Philoctetes through Dialogical Self theory and Narrative Therapy
Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία, επιδιώκοντας να συμβάλει στη μελέτη του αποκλεισμού και της συμπερίληψης, εξετάζει την τραγωδία Φιλοκτήτης του Σοφοκλή μέσα από το πρίσμα της Θεωρίας του Διαλογικού Εαυτού και της Αφηγηματικής Θεραπείας. Στόχος της μελέτης είναι να αναδείξει την πολυφωνική ψυχολογική πορεία του ήρωα και να προτείνει ένα ψυχοεκπαιδευτικό εργαστήριο με τίτλο Από τον Αποκλεισμό στη Συμπερίληψη, ως εργαλείο κατανόησης και πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού και του αποκλεισμού. Η ερμηνευτική ανάλυση της τραγωδίας βασίστηκε στις αρχές του Διαλογικού Εαυτού και εστίασε στις εσωτερικές φωνές, τις θέσεις του Εγώ και τη σταδιακή μετακίνηση του ήρωα από την απομόνωση προς την αποκατάσταση της κοινωνικής του θέσης. Παράλληλα, σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε ένα βιωματικό ψυχοεκπαιδευτικό εργαστήριο, με στόχο την ενίσχυση της ενσυναίσθησης και την αναγνώριση της εμπειρίας του αποκλεισμού μέσω αφηγηματικών τεχνικών και τεχνικών εξωτερίκευσης. Κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου, 30 μεταπτυχιακοί φοιτητές και φοιτήτριες συμμετείχα και συμπλήρωσαν ημερολόγια αναστοχασμού, τα οποία αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση περιεχομένου. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν τη μετάβαση του ήρωα από τον αποκλεισμό στη συμπερίληψη, ενώ υπογραμμίζουν τη δυναμική της αφήγησης ως εργαλείου καλλιέργειας της ενσυναίσθησης, της αυτεπίγνωσης και της ψυχοκοινωνικής ενδυνάμωσης. Δεδομένων των περιορισμών της μελέτης, διατυπώνονται προτάσεις για περαιτέρω ερευνητική αξιοποίηση της αρχαίας τραγωδίας στο πλαίσιο της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης.This postgraduate thesis, aiming to contribute to the study of exclusion and inclusion, examines Sophocles' tragedy Philoctetes through the lens of Dialogical Self Theory and Narrative Therapy. The aim of the study is to highlight the polyphonic psychological journey of the hero and to propose a psychoeducational workshop titled From Exclusion to Inclusion, as a tool for understanding and preventing school bullying and social exclusion. The interpretative analysis of the tragedy was based on the principles of the Dialogical Self and focused on internal voices, ego positions, and the gradual movement of the hero from isolation to the restoration of his social status. At the same time, an experiential psychoeducational workshop was designed and implemented, aiming to enhance empathy and to recognize the experience of exclusion through narrative and externalization techniques. During the workshop, 30 postgraduate students participated and completed reflective journals, which were analyzed using thematic content analysis. The findings highlight the hero’s transition from exclusion to inclusion, while underscoring the power of narrative as a tool for cultivating empathy, self-awareness, and psychosocial empowerment. Given the limitations of the study, suggestions are made for further research into the use of ancient tragedy within the context of inclusive education
Μελέτη ηλεκτρικής συμπεριφοράς χημικών προσμίξεων σε νανοσοωλήνες άνθρακα
Οι νανοσωλήνες άνθρακα (CNTs) θεωρούνται υποσχόμενοι υποψήφιοι για την επόμενη γενιά υψηλών επιδόσεων και εύκαμπτων ηλεκτρονικών, λόγω των μοναδικών ηλεκτρικών και μηχανικών ιδιοτήτων τους.
Αυτή η εργασία επικεντρώνεται στον ηλεκτρικό χαρακτηρισμό δειγμάτων CNT που προορίζονται για χρήση σε Field-Effect τρανζίστορ. Η μέτρηση της ευκινησίας των φορέων στους ημιαγωγούς είναι μία από τις πιο κρίσιμες διαδικασίες χαρακτηρισμού για την αξιολόγηση τόσο της ποιότητας όσο και των ηλεκτρικών ιδιοτήτων ενός υλικού. Στους συμβατικούς τρισδιάστατους ημιαγωγούς, οι τιμές κινητικότητας κυμαίνονται συνήθως από μερικές εκατοντάδες έως αρκετές χιλιάδες cm2/(V-s). Ωστόσο, τα περισσότερα δισδιάστατα υλικά, εκτός από το γραφένιο, παρουσιάζουν σημαντικά χαμηλότερες κινητικότητες, συχνά κάτω από 10 cm2/(V-s) όταν συντίθενται χρησιμοποιώντας epitaxial ή vapor phase τεχνικές.
Για να αξιολογήσουμε διεξοδικά τις ηλεκτρικές επιδόσεις των CNTs, χρησιμοποιήσαμε το Transmission Line μέθοδο (TLM) για τη μέτρηση της αντίστασης επαφής και της επιφανειακής αντίστασης. Επιπροσθέτως, έγιναν μέτρησεις Hall, τεσσάρων probes van der Pauw, χρησιμοποιώντας μια αυτοματοποιημένη διάταξη μετρήσεων Hall, για να υπολογιστούν η ευκινησία και η πυκνώτητα συγκέντρωσης φορέων, η επιφανειακή αντίσταση και η ειδική αντίσταση. Η αυτοματοποίηση του setup, που έγινε με την χρήσητου Arduino και LabVIEW, επιτάχυνε σημαντικά
τη διαδικασία χαρακτηρισμού. Αυτές οι συμπληρωματικές μεταξύ τους τεχνικές παρείχαν ένα ολοκληρωμένο προφίλ της ηλεκτρικής συμπεριφοράς των CNT.Carbon Nanotubes (CNTs) are considered promising candidates for the next generation of high performance and flexible electronics due to their unique electrical and mechanical properties. This work focuses on the electrical characterization of CNT samples intended for use in Field-Effect Transistors. The measurement of carrier mobility in semiconductors is one of the most critical characterization techniques for assessing both the quality and electrical properties of a material. In conventional three-dimensional semiconductors, mobility values typically range from a few hundred to several thousand cm2/(V·s). However, most two-dimensional materials, except for graphene, exhibit significantly lower mobilities, often below 10 cm2/(V·s) when synthesized using epitaxial or vaporphase techniques. To thoroughly assess the electrical performance of CNTs, we employed the Transmission Line Method (TLM) to measure contact resistance and sheet resistance. Additionally, four-probe van der Pauw Hall effect measurements were conducted using a newly developed automated Hall setup to calculate carrier mobility & concentration, sheet resistance, and resistivity. The automation of the custom measurement circuit and algorithm, developed in Arduino and LabVIEW, significantly accelerated the characterization process. These complementary techniques provided a comprehensive profile of the CNTs' electrical behavior
Teaching and learning of convergence in secondary and higher education
Η παρούσα μελέτη επικεντρώθηκε στη σύγκλιση ακολουθιών και την εκπαιδευτική τους προσέγγιση στη Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αρχικά, αναλύεται η σημασία της σύγκλισης και η συμβολή της στην ανάπτυξη των αναλυτικών ικανοτήτων των μαθητών. Η κατανόηση της σύγκλισης αποτελεί βασικό στοιχείο για την εμβάθυνση στη θεωρία των ορίων, τις παραγώγους και τα ολοκληρώματα, θέτοντας τα θεμέλια για πιο σύνθετες μαθηματικές έννοιες και εφαρμογές. Στην παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση, εξετάστηκαν πέντε μελέτες που αφορούσαν τις διδακτικές πρακτικές και τέσσερεις μελέτες οι οποίες αφορούσαν τους μαθητές και φοιτητές. Από την κάθε μελέτη εξήχθησαν βασικά στοιχεία και πληροφορίες, όπως οι συγγραφείς, ο χρόνος διεξαγωγής της μελέτης, η χώρα, οι πρακτικές που εφαρμόστηκαν, οι μετρήσεις και τα συμπεράσματα της εκάστοτε έρευνας. Με βάση τις έρευνες των διδακτικών πρακτικών, τα εμπόδια στη διδασκαλία των εννοιών αυτών περιλαμβάνουν υπερφορτωμένα προγράμματα σπουδών, περιορισμένη ελευθερία διδακτικού σχεδιασμού και περιορισμένη χρήση της τεχνολογίας. Η εισαγωγή και ανάπτυξη εναλλακτικών ορισμών και διδακτικών μεθόδων μπορεί να βελτιώσει τη μαθηματική κατανόηση. Οι διαφορετικές εκπαιδευτικές πρακτικές και η χρήση παραδειγμάτων και αναλογιών μπορούν να υποστηρίξουν την εννοιολογική κατανόηση. Υπάρχουν σημαντικά κενά στη μετάβαση από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ιδιαίτερα όσον αφορά την κατανόηση και την εφαρμογή των μαθηματικών εννοιών, που πρέπει να αντιμετωπιστούν για την καλύτερη προετοιμασία των μαθητών. Με βάση τις έρευνες που επικεντρώνονταν σε μαθητές και φοιτητές, η κατανόηση των μαθηματικών από μαθητές και φοιτητές απαιτεί πολυδιάστατες διδακτικές προσεγγίσεις και κατάλληλα εργαλεία. Καλές πρακτικές μπορούν να θεωρηθούν η ανάπτυξη του συμβολισμού από μια άτυπη σε μια εννοιολογική προσέγγιση , η ενίσχυση της κατανόησης μέσω της χρήσης δυναμικών εφαρμογών για τη διδασκαλία ορίων ακολουθιών, η ανάγκη για κινητοποίηση γνώσεων βασισμένων σε αποδείξεις κατά τη διδασκαλία της ανάλυσης και η ευελιξία στη διδασκαλία των αριθμητικών σειρών για την κάλυψη διαφορετικών επιπέδων κατανόησης. Η διδασκαλία της έννοιας της σύγκλισης στο Λύκειο αποτελεί σημαντικό μέρος του προγράμματος σπουδών στα μαθηματικά, καθώς αυτή η έννοια είναι κεντρική για την κατανόηση της μαθηματικής ανάλυσης και άλλων προηγμένων μαθηματικών ζητημάτων. Η διδασκαλία της σύγκλισης και του λογισμού στο Λύκειο μπορεί να βελτιωθεί μέσω διαφόρων προτάσεων που απορρέουν από τις έρευνες που εξετάστηκαν. Η έμφαση στη δυναμική θεώρηση της προσέγγισης μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές να κατανοήσουν τις μαθηματικές έννοιες ως διαδικασίες. Επιπλέον, η διαδραστική και διερευνητική μάθηση, η χρήση τεχνολογίας και γραφημάτων, καθώς και η εισαγωγή στοιχείων αποδεικτικής πρακτικής, μπορούν να ενισχύσουν την κατανόηση και την κριτική σκέψη των μαθητών. Τέλος, η ενσωμάτωση εναλλακτικών δραστηριοτήτων και η συνεργασία των εκπαιδευτικών μπορούν να κάνουν τη μάθηση πιο ουσιαστική και αποτελεσματική.The present study focused on the convergence of sequences and their educational approach in Secondary and Higher Education. Initially, the significance of convergence in mathematical studies and its contribution to the development of students' analytical skills is analyzed. Understanding convergence is a key element for delving into the theory of limits, derivatives, and integrals, laying the foundation for more complex mathematical concepts and applications. In this literature review, five studies related to teaching practices and four studies concerning students were examined. From each study, essential elements and information were extracted, such as the authors, the time of the study, the country, the practices implemented, the measurements, and the conclusions of each research. Based on the research on teaching practices, the obstacles in teaching these concepts include overloaded curricula, limited freedom in instructional design, and restricted use of technology. The introduction and development of alternative definitions and teaching methods can improve mathematical understanding. Different educational practices and the use of examples and analogies can support conceptual understanding. Significant gaps exist in the transition from secondary to higher education, particularly regarding the understanding and application of mathematical concepts, which need to be addressed for better student preparation. According to the research focusing on students, understanding mathematics requires multidimensional teaching approaches and appropriate tools. Good practices include developing notation from an informal to an object-oriented approach, enhancing understanding through the use of dynamic applications for teaching sequence limits, mobilizing knowledge based on proofs in teaching analysis, and being flexibility in teaching numerical series to cover different levels of understanding. Teaching the concept of convergence in High School is an important part of the mathematics curriculum, as this concept is central to understanding mathematical analysis and other advanced mathematical issues. Teaching convergence and calculus in High School can be improved through various proposals derived from the examined research. Emphasizing the dynamic perspective of the approach can help students understand mathematical concepts as processes. Additionally, interactive and investigative learning, the use of technology and graphs, as well as the introduction of elements of proof practice, can enhance students' understanding and critical thinking. Finally, the incorporation of alternative activities and teacher collaboration can make learning more meaningful and effective
Performance of pediatric sepsis denifinitions Phoenix Pediatric Sepsis Criteria (2024) and international pediatric Sepsis Consensus Coference Criteria (2005) in an Academic PICU
Εισαγωγή H λέξη «σήψη», είναι ο επίσημος ελληνικός όρος για την περιγραφή της
αποσύνθεσης ζωικής ή φυτικής οργανικής ύλης παρουσίας βακτηρίων και εμφανίζεται
πρώτη φορά, με ιατρική έννοια, πριν από περίπου 2.700 χρόνια. Όσον αφορά την ιατρική
κοινότητα σήμερα, με βάση τον ορισμό sepsis-3 για τη σήψης στους ενήλικες, ως Σήψη
ορίζεται η οργανική δυσλειτουργία, οφειλόμενη σε υπέρμετρη αντίδραση του ξενιστή στη
λοίμωξη και αναγνωρίζεται ως σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας του
πληθυσμού. Η ετήσια επίπτωση της σήψης στον παιδιατρικό πληθυσμό, υπολογίζεται σε 25
εκατομμύρια περιστατικά παγκοσμίως, με τον αριθμό των θανάτων να ανέρχεται σε περίπου
3,3 εκατομμύρια παιδιών. Τα πρώτα ειδικά κριτήρια σήψης για τον Παιδιατρικό πληθυσμό,
αναπτύχθηκαν κατά την International Pediatric Sepsis Consensus Conference (IPSCC), το
2005. Ο ορισμός αυτός προσομοίωνε τους προηγούμενους ορισμούς sepsis-1/sepsis-2 των
ενηλίκων και βασιζόταν στα κριτήρια SIRS. Τα κριτήρια αυτά, υιοθετήθηκαν και
εφαρμόστηκαν ευρέως στην κλινική πράξη, με σκοπό την εφαρμογή μίας κοινής πολιτικής
όσον αφορά τη διάγνωση της σήψης. Παρ’ όλα αυτά, τα μετέπειτα βιβλιογραφικά δεδομένα,
υπέδειξαν ότι είχαν μη επαρκή ειδικότητα και πτωχή θετική προγνωστική αξία, ενώ
περιλάμβαναν στη διάγνωση της σήψης πολύ μεγάλο αριθμό παιδιών με νόσο μικρής
βαρύτητας. Τον Ιανουάριο του 2024, μία ομάδα ειδικών στην παιδιατρική σήψη από 12
χώρες και 6 Ηπείρους, μετά από έρευνα σε παγκόσμιο επίπεδο, ανακοίνωσε τα νέα Phoenix
Sepsis Criteria. Στον αναθεωρημένο αυτό ορισμό, ως σήψη, ορίζεται, ο συνδυασμός
επιβεβαιωμένης λοίμωξης ή υποψίας αυτής, με απειλητική για τη ζωή οργανική
δυσλειτουργία και γίνεται αξιολόγηση 4 οργανικών συστημάτων (αναπνευστικό,
καρδιαγγειακό, νευρικό και πηκτικός μηχανισμός). Υποστηρίζεται πως, τα κριτήρια αυτά,
διαθέτουν υψηλή ειδικότητα, και πως σχετίζονται εξαιρετικά με τη θνητότητα. Ωστόσο, το
Phoenix Sepsis Score, δεν έχει μελετηθεί ακόμη ως μέσο παρακολούθησης σοβαρότητας της
σήψης και παραμένει ζήτημα προς διερεύνηση, το εάν τα νέα αυτά κριτήρια σήψης, έχουν
άμεση εφαρμογή στην πρόβλεψη της έκβασης.
Σκοπός Ο κύριος σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να αξιολογήσει την εφαρμογή των νέων
κριτηρίων Phoenix Pediatric Sepsis Criteria και την προγνωστική απόδοση αυτών, σε παιδιά
με σήψη που νοσηλεύτηκαν σε Πανεπιστημιακή ΜΕΘ Παίδων, καθώς και να τα συγκρίνει με
τα προηγούμενα κριτήρια (IPSCC) ως προς την προβλεπτική τους ικανότητα για έκβαση. Οι
επιμέρους στόχοι της μελέτης είναι η σύγκριση των νέων κριτηρίων με άλλα προβλεπτικά
μοντέλα και συστήματα βαθμολόγησης βαρύτητας, και η διερεύνηση της προβλεπτικής ικανότητας των σκορ ως προς την θνητότητα, την παρατεταμένη διάρκεια μηχανικού
αερισμού, την παρατεταμένη νοσηλεία στο νοσοκομείο, και την συνολική έκβαση κατά την
έξοδο από τη ΜΕΘΠ.
Μεθοδολογία. Έγινε ανασκόπηση των φακέλων των ασθενών που εισήχθησαν στην
Μονάδα Ενταντικής Θεραπείας Παίδων (ΜΕΘΠ) του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου
Ηρακλείου (ΠαΓΝΗ) κατά το χρονικό διάστημα 2020 – 2024 με υποψία αρχόμενης λοίμωξης
ή επιβεβαιωμένη λοίμωξη κατά την εισαγωγή τους, και καταγράφηκαν τα δημογραφικά
στοιχεία αυτών, οι ώρες μεταξύ της πρώτης επαφής τους με το σύστημα υγείας και της
εισαγωγής στη ΜΕΘΠ και ο συνολικός χρόνος νοσηλείας τους στη ΜΕΘΠ, καθώς και στο
νοσοκομείο. Καταγράφηκαν, επιπλέον, κλινικά στοιχεία, ζωτικά σημεία, εργαστηριακές
παράμετροι και απεικονιστικές εξετάσεις, ενώ προσδιορίστηκε ο αιτιολογικός παράγοντας
λοίμωξης, οι διάφορες θεραπευτικές παρεμβάσεις, οι επιπλοκές και η έκβαση των ασθενών.
Τέλος έγινε εφαρμογή και σύγκριση των παλαιών και νέων κριτηρίων της σήψης, και των
λοιπών προβλεπτικών σκορ και συστημάτων βαθμολόγησης της βαρύτητας και της έκβασης.
Αποτελέσματα Μελετήθηκαν 112 ασθενείς, εκ των οποίων απομονώθηκε αιτιολογικός
παράγοντας σε 87 (77.7%) περιπτώσεις. Μελετήθηκαν τα scores Phoenix, IPSCC, pSOFA,
PELOD-2, pMODS, PIM-3 και PRISM-III και εφαρμόστηκε ROC Analysis, που ανέδειξε πως το
Phoenix score εμφάνισε εξαιρετική προβλεπτική ικανότητα θνητότητας (AUROC 0.873, 95%
CI 0.774-0.972, p<0.001), συγκριτικά με τα υπόλοιπα προγνωστικά μοντέλα, ενώ το score με
τη χαμηλότερη προβλεπτική ικανότητα θνητότητας ήταν το IPSCC score (AUROC 0.794, 95%
CI 0.696-0.893, p<0.001). Επιπλέον παρατηρήθηκε συσχέτιση του Phoenix score με τον
παρατεταμένο μηχανικό αερισμό, με το χρόνο παραμονής στη ΜΕΘ Παίδων και τη
λειτουργική έκβαση των ασθενών κατά την έξοδο από τη ΜΕΘ Παίδων.
Συμπεράσματα Τα Phoenix criteria παρουσιάζουν εξαιρετική προγνωστική ικανότητα όσον
αφορά τη θνητότητα, ενώ έχουν υψηλότερη προβλεπτική ικανότητα αναφορικά με την
έκβαση, συγκριτικά με τα προηγούμενα (IPSCC). Η περαιτέρω αξιολόγηση των νέων
κριτηρίων, η αναβάθμιση των ορισμών της σήψης, αποτελεί διαρκώς ερευνώμενο πεδίο, με
απώτερο σκοπό την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών στη σήψη και την βελτίωση
της έκβασης των παιδιατρικών ασθενών.Background The word "sepsis" is the official Greek term for describing the decomposition of
animal or plant organic matter in the presence of bacteria. It first appeared with a medical
meaning approximately 2,700 years ago. Regarding the medical community today, based on
the Sepsis-3 definition for sepsis in adults, sepsis is defined as organ dysfunction caused by an
excessive host response to infection and is recognized as a significant cause of morbidity and
mortality in the population. The annual incidence of sepsis in the pediatric population is
estimated at 25 million cases worldwide, with the number of deaths reaching approximately
3.3 million children. The first specific criteria for pediatric sepsis were developed during the
International Pediatric Sepsis Consensus Conference (IPSCC) in 2005. This definition mirrored
the previous Sepsis-1/Sepsis-2 definitions for adults and was based on SIRS criteria. These
criteria were widely adopted and applied in clinical practice to establish a common diagnostic
approach to sepsis. However, subsequent literature indicated that they had low specificity
and poor positive predictive value, often diagnosing sepsis in a large number of children with
mild illness. In January 2024, a team of pediatric sepsis experts from 12 countries and 6
continents conducted a global study and announced the new Phoenix Sepsis Criteria.
According to this revised definition, sepsis is defined as a confirmed or suspected infection
combined with life-threatening organ dysfunction, assessed across four organ systems:
respiratory, cardiovascular, nervous, and coagulation mechanisms. These criteria are reported
to have high specificity and correlate strongly with mortality. However, the Phoenix Sepsis
Score has not yet been studied as a tool for monitoring sepsis severity. It remains an open
question whether these new criteria can be directly applied to predict patient outcomes.
Objective The primary objective of this study is to evaluate the application of the new Phoenix
Pediatric Sepsis Criteria and their predictive performance in children with sepsis who were
hospitalized in an academic pediatric ICU. Additionally, the study aims to compare these
criteria with the previous IPSCC criteria in terms of their predictive ability for patient
outcomes. The specific objectives of the study include: a) comparing the new criteria with
other predictive models and severity scoring systems, b) investigating the predictive ability of
the scores regarding mortality, prolonged duration of mechanical ventilation, prolonged
hospitalization and overall outcome at PICU discharge.
Methods A review was conducted on the medical records of patients admitted to the Pediatric
Intensive Care Unit (PICU) of the University General Hospital of Heraklion (PaGNH) from 2020
to 2024 with suspected or confirmed infection at the time of admission. The following data were recorded: a. Demographics, b. Time intervals between the patient’s first contact with
the healthcare system and PICU admission, c. Total length of stay in the PICU and the hospital.
Additionally, clinical data, vital signs, laboratory parameters, and imaging findings were
documented. The causative pathogen of the infection was identified, along with therapeutic
interventions, complications, and patient outcomes. Finally, the study applied and compared
both the previous and new sepsis criteria, as well as other predictive scores and severity
scoring systems for assessing sepsis severity and patient outcomes.
Results A total of 112 patients were studied, with an identified causative pathogen in 87 cases
(77.7%). The following scoring systems were analyzed: Phoenix, IPSCC, pSOFA, PELOD-2,
pMODS, PIM-3, and PRISM-III, and ROC analysis was performed. The analysis revealed that
the Phoenix score demonstrated excellent predictive ability for mortality (AUROC 0.873, 95%
CI 0.774-0.972, p<0.001) compared to the other predictive models. In contrast, the IPSCC
score had the lowest predictive ability for mortality (AUROC 0.794, 95% CI 0.696-0.893,
p<0.001). Furthermore, a significant correlation was observed between the Phoenix score and
prolonged mechanical ventilation, length of PICU stay and functional outcome at PICU
discharge.
Conclusion The Phoenix criteria demonstrate excellent predictive ability for mortality and
show higher prognostic accuracy regarding patient outcomes compared to the previous IPSCC
criteria. Further evaluation of these new criteria and continuous refinement of sepsis
definitions remains an active area of research, aiming to enhance sepsis management and
improve outcomes for pediatric patients
Design and development of training material within a distance education framework for the continuous professional development of Primary school Teachers in the field of Learning Difficulties - Dyslexia
Η παρούσα έρευνα επικεντρώνεται στο σχεδιασμό και την αξιολόγηση εκπαιδευτικού υλικού (ΕΥ) για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες, και συγκεκριμένα με δυσαναγνωσία. Σκοπός της ήταν η δημιουργία ενός πολυμεσικού και διαδραστικού υλικού, το οποίο να ανταποκρίνεται στις αρχές και τη μεθοδολογία της ΕξΑΕ, ενσωματώνοντας τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των μαθητών. Η αποτίμηση του υλικού έγινε μέσω ερωτηματολογίων, τα αποτελέσματα των οποίων κατέδειξαν την επιστημονική εγκυρότητα, την προσβασιμότητα και την ευχρηστία του υλικού. Το διαδραστικό υλικό δημιουργήθηκε με το λογισμικό H5P και το λογισμικό Padlet και στη συνέχεια ενσωματώθηκε στο περιβάλλον του Chamilo. Έπειτα, ακολούθησε η αποτίμηση του υλικού, όπου διεξήχθη ποιοτική έρευνα με σκόπιμη δειγματοληψία ειδικών και ερευνητικό εργαλείο το ερωτηματολόγιο. Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν αναλύθηκαν με την ποιοτική ανάλυση περιεχομένου. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν πως το υλικό διέπεται από τις αρχές της Πολυμεσικής Μάθησης και είναι σχεδιασμένο με βάση τη μεθοδολογία της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Τα δυνατά σημεία περιλαμβάνουν την ενσωμάτωση πολυμέσων, τη σαφή δομή και την ευκολία πλοήγησης, ενώ προτάθηκαν βελτιώσεις, όπως η αύξηση δραστηριοτήτων συναισθηματικής εμπλοκής και πρακτικών εφαρμογών.The present research focuses on the design and evaluation of educational materials for distance education of students with learning difficulties, specifically with dyslexia. Its aim was to create a multimedia and interactive material, which meets the principles and methodology of eLearning, incorporating the needs and specificities of students. The evaluation of the material was carried out through questionnaires, the results of which demonstrated the scientific validity, accessibility and usability of the material. The interactive material was created with H5P and Padlet software and then integrated into the Chamilo environment. This was followed by the evaluation of the material, where qualitative research was conducted using purposive sampling of experts and the questionnaire as a research tool. The collected data were analyzed using qualitative content analysis. The results of the research showed that the material is governed by the principles of Multimedia Learning and is designed based on the distance learning methodology. Strengths include multimedia integration, clear structure and ease of navigation, while improvements such as increasing emotional engagement activities and practical applications were suggested
3D composite ceramics and polymers with environmental applications
Αντικείμενο της παρούσας διατριβής είναι η παρασκευή τρισδιάστατων νανο-δομιμένων
φωτοκαταλυτικών υλικών και η μελέτη της φωτοκαταλυτικής δράσης τους ως προς την
αποδόμηση οργανικών δεικτών-ρυπαντών. Οι στόχοι της έρευνας αφορούσαν τον έλεγχο των
βασικών χαρακτηριστικών των δειγμάτων μέσω των παραμέτρων ανάπτυξής τους, τον
προσδιορισμό των χαρακτηριστικών που οδηγούν σε βέλτιστη φωτοκαταλυτική τους δράση
και τον καθορισμό της τεχνικής που μπορεί να προσφέρει τα χαρακτηριστικά αυτά, σε
συνδυασμό βέβαια με τη δυνατότητα επέκτασής της για την ανάπτυξη φωτοκαταλυτικών
επιστρώσεων σε μεγάλες διαστάσεις και σε βιομηχανικό επίπεδο.
Στα πλαίσια της παρούσας διατριβής μελετήθηκε η χρήση τρισδιάστατων πολυμερικών και
κεραμικών σύνθετων υλικών, εμπλουτισμένων με φωτοκαταλυτικά υλικά πχ TiO2 και ZnO,
προκειμένου να μελετηθεί η αποδόμηση τόσο πραγματικών ρυπαντών όσο και δεικτών που
προσομοιώνουν τυπικούς οργανικούς ρύπους που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα.
Για την ανάπτυξη των τρισδιάστατων πολυμερικών ικριωμάτων/δειγμάτων χρησιμοποιήθηκε
η τεχνική της τρισδιάστατης εκτύπωσης (3D printing) ή Μοντελοποίηση Συντηγμένης
Εναπόθεσης (Fused Deposition Modeling, FDM) που μας δίνει τη δυνατότητα να παράγουμε
αντικείμενα με επιλεκτική εναπόθεση λιωμένου υλικού σε μια προκαθορισμένη διαδρομή
στρώμα προς στρώμα με θερμοπλαστικά πολυμερή που παρέχονται σε νήματα.
Για την ανάπτυξη των κεραμικών υλικών ακολουθήθηκε μια καινοτόμα τεχνική, φιλική προς
το περιβάλλον, που βασίζεται στη θέρμανση υλικών με μικροκύματα παρουσία γραφίτη
παράγοντας πορώδη υλικά ανθεκτικά σε υψηλές θερμοκρασίες.
Η φωτοκαταλυτική δράση των δειγμάτων μελετήθηκε με τη διάσπαση κατάλληλων ρύπων-
δεικτών, όπως το μπλε του μεθυλενίου (Methylene Blue) που προσομοιάζει τις χρωστικές
που απαντώνται στην εκροή υφαντουργείων, καθώς και πραγματικών ρυπαντών όπως
υπολειμμάτων φαρμάκων και απορρυπαντικών.The subject of this thesis is the preparation of three-dimensional nano-structured
photocatalytic materials and the study of their photocatalytic activity towards the degradation
of organic indicator pollutants. The objectives of the research concerned the control of the
basic characteristics of the samples through their growth parameters, the identification of the
characteristics that lead to their optimal photocatalytic activity and the definition of the
technique that can offer these characteristics, in combination of course with the possibility of
its expansion for the development of photocatalytic coatings in large dimensions and at an
industrial level.
In the context of this thesis, the use of three-dimensional polymeric and ceramic composite
materials, enriched with photocatalytic materials e.g. TiO2 and ZnO, was studied in order to
study the degradation of both real pollutants and indicators that simulate typical organic
pollutants found in the atmosphere.
For the development of the 3D polymeric scaffolds/samples, the 3D printing technique or
Fused Deposition Modeling (FDM) was used, which allows us to produce objects by selective
deposition of molten material in a predetermined layer-by-layer path with thermoplastic
polymers provided in filaments.
For the development of the ceramic materials, an innovative, environmentally friendly
technique was followed, based on heating materials with microwaves in the presence of
graphite, producing porous materials resistant to high temperatures.
The photocatalytic activity of the samples was studied by breaking down suitable indicator
pollutants, such as Methylene Blue, which simulates the dyes found in textile mill effluent, as
well as real pollutants such as drug and detergent residues
18F PSMA PET/CT and its role in biochemical recurrence of prostate cancer
Ο καρκίνος του προστάτη είναι ο δεύτερος πιο συχνός στους άρρενες και εμφανίζεται
συνήθως στο ηλικιακό εύρος 45-60. Στα πρώτα στάδια είναι συνήθως
ασυμπτωματικός ενώ το screening των αρρένων που περιλαμβάνει την δακτυλική
εξέταση του ορθού και την μέτρηση του ειδικού προστατικού αντιγόνου είναι αυτό που
οδηγεί σε περαιτέρω έλεγχο και τελικά στην διάγνωση. Σε προχωρημένα στάδια,
παρουσιάζονται μεταστατική λεμφαδενοπάθεια και οστικές μεταστάσεις και είναι συχνό
φαινόμενο μετά από θεραπεία να παρουσιαστεί βιοχημική υποτροπή και να εντοπιστεί
μια νέα μετάσταση. Το 18-F-PSMA-PET/CT είναι μία μοριακή τεχνική απεικόνισης που
χρησιμοποιείται στην βιοχημική υποτροπή και αναδεικνύει μεταστάσεις ακόμα και σε
χαμηλές τιμές PSA σε σχέση με τις συνήθεις τεχνικές απεικόνισης όπως το
σπινθηρογράφημα οστών και η αξονική τομογραφία. Αυτή η εργασία είναι μία
αναδρομική μελέτη με δείγμα 92 ασθενών που υποβλήθηκαν σε 18F-PSMA-PET/CT
και που προηγουμένως είχαν υποβληθεί σε αξονική τομογραφία και/ή
σπινθηρογράφημα για εντοπισμό εστίας αφού αναδείχθηκε βιοχημική υποτροπή μετά
από θεραπεία. Για την απόδειξη της ανωτερότητας της μοριακής απεικόνισης,
συγκρίθηκε η 18-F-PSMA-PET/CT με την αξονική τομογραφία κοιλίας για τον
εντοπισμό μεταστατικής λεμφαδενοπάθειας και συγκρίθηκε με το σπινθηρογράφημα
οστών για τον εντοπισμό οστικής μετάστασης. Τα αποτελέσματα προσαρμόστηκαν
στα αποτελέσματα και άλλων παρόμοιων μελετών για την επιβεβαίωση της
εγκυρότητάς τους και την τεκμηρίωση της ανωτερότητας της μοριακής απεικόνιση
Study of the effect of calcium hydroxide on the lower microbial food web
Τις τελευταίες δεκαετίες οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν οδηγήσει σε ραγδαία αύξηση των επιπέδων του CO 2 στην ατμόσφαιρα, γεγονός που έχει προκαλέσει την υπερθέρμανση του πλανήτη. Βασικός στόχος της Συμφωνίας του Παρισιού είναι ο περιορισμός της αύξησης της θερμοκρασίας σε επίπεδα κάτω των 2 °C σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή. Ο στόχος αυτός δεν είναι πλέον εφικτός μόνο με μείωση των εκπομπών CO 2, αλλά χρειάζονται επίσης τεχνικές απομάκρυνσής του από την ατμόσφαιρα. Μία από τις πλέον υποσχόμενες μεθόδους απομάκρυνσης CO 22 είναι η Ενίσχυση της Αλκαλικότητας των Ωκεανών (ΟΑΕ: Ocean Alkalinity Enhancement). Σε μεγάλη κλίμακα, η μέθοδος περιλαμβάνει απόρριψη αλκαλικού υλικού στους ωκεανούς, μέσω της κυκλοφορίας των πλοίων, ωστόσο λίγα είναι γνωστά για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της μεθόδου και για τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της στους θαλάσσιους οργανισμούς. Στην παρούσα μελέτη, και στην περιοχή του Κρητικού πελάγους (Ανατολική Μεσόγειος), πραγματοποιήθηκαν τρία πειράματα σε μικροκόσμους, διάρκειας πέντε ημερών το καθένα, στα οποία διερευνήθηκε η απόκριση του μικροβιακού πλαγκτού: στην προσθήκη διαφορετικών ποσοτήτων βιομηχανικού Ca(OH) 2 (0,74 mg L-1, 2,97 mg L-1 και 6,67 mg L-1), στον διαφορετικό τρόπο χορήγησης του Ca(OH) 2 (εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενες προσθήκες), και στη συνδυαστική επίδραση του Ca(OH) 2 και της θερμοκρασίας. Από τα πειράματα προέκυψε πως η υψηλή προσθήκη 6,67 mg L-1 Ca(OH) 2 προκάλεσε την αύξηση τόσο των φυτοπλαγκτονικών οργανισμών, όσο και των ετερότροφων βακτηρίων, μαστιγωτών και βλεφαριδωτών. Επιπλέον, η απόκριση των οργανισμών ήταν η ίδια όταν η προσθήκη του Ca(OH) 2 έγινε εφάπαξ και όταν έγινε σε μικρότερες δόσεις. Τέλος, τα ετερότροφα βακτήρια αυξήθηκαν περισσότερο όταν η προσθήκη έγινε στη θερμοκρασία των 15 °C, σε σχέση με τις θερμοκρασίες των 20 και 25 °C. Συνολικά, φάνηκε πως η προσθήκη Ca(OH)2 στην κατάλληλη ποσότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της Ενίσχυσης της Αλκαλικότητας των Ωκεανών, καθώς μπορεί να αυξήσει την αλκαλικότητα του θαλασσινού νερού σημαντικά, και άρα την ικανότητά του να απορροφήσει ατμοσφαιρικό CO2, χωρίς να είναι τοξική για τους οργανισμούς.Over recent decades, human activities have led to a rapid increase in atmospheric CO2 levels, resulting in global warming. A primary goal of the Paris Agreement is to limit the increase in global temperature to well below 2 °C above pre-industrial levels. However, achieving this target is no longer feasible solely through CO2 emission reductions; CO2 removal techniques are also required. One of the most promising CO2 removal methods is Ocean Alkalinity Enhancement (OAE). On a large scale, this method involves the discharge of alkaline materials into the oceans via ship routes, though little is known about the implementation details and its potential negative impacts on marine organisms. In this study, conducted in the Cretan Sea area (Eastern Mediterranean), three five-day microcosm experiments were carried out, investigating the response of the microbial plankton under the addition of different amounts of commercial Ca(OH) 2 (0.74 mg L-1, 2.97 mg L-1, and 6.67 mg L-1), different addition methods (single dose versus repeated additions), as well as the combined effect of Ca(OH)2 and temperature. The experiments revealed that the highest addition of 6.67 mg L-1 Ca(OH)2 caused an increase in both phytoplankton organisms and heterotrophic bacteria, flagellates, and ciliates. Moreover, the organisms' response was the same whether Ca(OH)2 was added as a single dose or in smaller repeated additions. Finally, heterotrophic bacteria increased more when the addition was conducted at 15 °C compared to 20 and 25 °C. Overall, the findings suggest that Ca(OH)2 , when added in appropriate quantities, can be used for Ocean Alkalinity Enhancement, as it can significantly increase the seawater’s alkalinity, and thus its capacity to absorb atmospheric CO2 , without being toxic to marine organisms
Spawning frequency and daily specific fecundity of European anchovy (Engraulis encrasicolus) in the North Aegean Sea
Τον Ιούνιο του 2022 εφαρμόσθηκε η Μέθοδος της Ημερήσιας Παραγωγής αυγών (DEPM) για την
εκτίμηση της αναπαραγόμενης βιομάζας του γαύρου Engraulis encrasicolus (Linnaeus, 1758) στο
Βόρειο Αιγαίο. Η DEPM περιλαμβάνει δειγματοληψία πλαγκτού, για την εκτίμηση της αφθονίας
των αυγών στη θάλασσα και δειγματοληψία ψαριών, για την εκτίμηση παραμέτρων των
γεννητόρων, όπως του μέσου βάρους ώριμου θηλυκού (W), της κατά βάρος αναλογίας φύλου (R),
της γονιμότητας ομάδας (batch fecundity, F) και της συχνότητα ωοτοκίας (spawning frequency,
S).
Στην παρούσα διατριβή, αναλύθηκαν τα δείγματα ψαριών που συλλέχθηκαν και εκτιμήθηκαν οι
παράμετροι W, R, F και S ξεχωριστά για την Ανατολική (Λήμνος, Θρακικό πέλαγος, Στρυμονικός
κόλπος) και στη Δυτική περιοχή (Θερμαϊκός και Ευβοϊκός κόλπος) της δειγματοληψίας. Για τον
υπολογισμό της συχνότητας ωοτοκίας (κλάσμα ώριμων θηλυκών που ωοτοκούν ανά ημέρα),
πραγματοποιήθηκε ιστολογική ανάλυση των ωοθηκών και εφαρμόστηκε η μέθοδος των
μεταωορρηξιακών ωοθυλακίων (POFs -postovulatory method). Η γονιμότητα ομάδας
υπολογίστηκε με τη μέθοδο των ενυδατωμένων ωοκυττάρων (hydrated oocyte method).
Οι εκτιμήσεις των παραμέτρων των ενηλίκων ήταν χαμηλότερες στη Δυτική σε σχέση με την
Ανατολική περιοχή, ιδιαίτερα, του μέσου βάρους ώριμου θηλυκού (6,11 και 11,83 g αντίστοιχα)
και της συχνότητας ωοτοκίας (0,18 και 0,37). Στην Ανατολική περιοχή, ο γαύρος ωοτοκούσε κάθε
2-3 ημέρες ενώ στη Δυτική, κάθε 5-6 ημέρες. Η ειδική ημερήσια γονιμότητα (daily specific
fecundity), δηλαδή ο αριθμός αυγών που παράγονται ανά γραμμάριο του πληθυσμού ανά ημέρα
ήταν 80 αυγά/g στην Ανατολική και 24 αυγά/g στη Δυτική περιοχή.
Η σύγκριση της σχετικής γονιμότητας (F/W) και της συχνότητας ωοτοκίας (S) για διαφορετικά
είδη/αποθέματα γαύρου ανά τον κόσμο έδειξε ότι οι παράμετροι αυτές είναι συγκριτικά
χαμηλότερες και πολύ ευμετάβλητες στη ολιγοτροφική Μεσόγειο Θάλασσα σε σχέση με πιο
παραγωγικές περιοχές, όπως ο Βισκαϊκός κόλπος και οι περιοχές αναβλύσεων.In June 2022, the Daily Egg Production Method (DEPM) was applied to estimate the spawning
stock biomass of anchovy Engraulis encrasicolus (Linnaeus, 1758) in the North Aegean Sea. The
application of DEPM includes plankton sampling, to estimate the abundance of eggs at sea, and
fish sampling, to estimate adult parameters, such as the average weight of mature females (W),
weight-specific sex ratio (R), batch fecundity (F) and spawning frequency (S).
In this thesis, the collected fish samples were analyzed and the parameters W, R, F and S were
estimated separately for the East (Lemnos, Thracian Sea, Strymonikos gulf) and West part
(Thermaikos and Euvoikos gulf) of the surveyed area. For the calculation of spawning frequency
(fraction of mature females spawning each day), ovaries were subjected to histological analysis
and the postovulatory follicles method was applied (POFs method). Batch fecundity was measured
using the hydrated oocyte method.
Estimated adult parameter were lower in the West compared to the East, especially, the average
weight of mature females (6.11 και 11.83 g respectively) and the spawning fraction (0.18 και 0.37).
In the East, the anchovy spawned every 2-3 days whereas in the West, every 5-6 days. The daily
specific fecundity, i.e., the number of eggs produced per gram of the population, was 80 eggs/g in
the East and 24 eggs/g in the West.
The comparison of relative batch fecundity (F/W) and spawning frequency (S) among different
anchovy species/stocks around the world showed that these parameters are comparatively lower
and highly variable in the oligotrophic Mediterranean Sea than in more productive areas like the
Bay of Biscay or upwelling areas
Long-term effects of exposure to ethinylestradiol on the morphology of zebrafish (Danio rerio) otoliths
Οι ουσίες οι οποίες διαταράσσουν τα μεταβολικά μονοπάτια που σχετίζονται με το
ενδοκρινικό σύστημα, ονομάζονται “Endocrine Disrupting Chemicals” (EDCs). Μία τέτοια
ουσία είναι 17α-Αιθινυλοιστραδιόλη (ΕΕ2). Η ΕΕ2 είναι συνθετικό οιστρογόνο που
χρησιμοποιείται ευρέως σε αντισυλληπτικά φάρμακα και σε ορμονικές θεραπείες. Η δράση
της ΕΕ2 μιμείται αυτή του φυσικού οιστρογόνου της 17β-οιστραδιόλης (Ε2), άλλα οι
φυσικοχημικές της ιδιότητες της προσδίδουν 10-50 φορές μεγαλύτερη δραστικότητα.
Συγκεκριμένα, η ΕΕ2 σε σχέση με την Ε2, έχει μεγαλύτερη συγγένεια με τους υποδοχείς του
ενδοκρινικού συστήματος, είναι πιο ανθεκτική σε διάσπαση και έχει μεγαλύτερο χρόνο
ημιζωής, που της επιτρέπουν να βιοσυσσωρεύεται. Συνεπώς, οι υδρόβιοι οργανισμοί
εκτίθενται στην ορμόνη είτε μέσω του νερού είτε μέσω της τροφής τους. Η ΕΕ2 μπορεί να
προκαλέσει ένα σύνολο φυσιολογικών διαταραχών στα ψάρια και κυρίως στο
αναπαραγωγικό τους σύστημα. Επίσης, προκαλεί νευροτοξικότητα, προβλήματα
συμπεριφοράς και έχει αποδειχθεί πως μπορεί να οδηγήσει πληθυσμούς μέχρι και σε
εξαφάνιση. Τέλος, είναι γνωστό ότι, κάποιες επιπτώσεις της ΕΕ2 στα ψάρια είναι
αναστρέψιμες και κάποιες επίμονες.
Οι ωτόλιθοι είναι δομές στο έσω αυτί των ψαριών με σημαντικό λειτουργικό ρόλο
στην ακοή και την ισορροπία. Δημιουργούνται από συνεχή εναπόθεση ανθρακικού
ασβεστίου γύρω από μια οργανική μήτρα πρωτεϊνών. Η μελέτη της μορφολογίας τους είναι
ένα σημαντικό εργαλείο για τη διάκριση πληθυσμών ψαριών, ενώ συχνά χρησιμοποιείται για
την μελέτη του περιβαλλοντικού στρες, καθώς οι ωτόλιθοι αποτελούν δείκτες αναπτυξιακής
αστάθειας. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να προκαλέσουν επιπλοκές στα πρότυπα
ανάπτυξης των ωτολίθων, οι οποίες συχνά αφήνουν το στίγμα τους ακόμα και μέχρι την
ενηλικίωση. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει στη βιβλιογραφία κάποια μελέτη που να εξετάζει τις
επιπτώσεις της ΕΕ2 στη μορφολογία των ωτολίθων.
Η πλαγκτονική φύση των πρώτων οντογενετικών σταδίων των ψαριών και η
κρισιμότητα τους για τη φυσιολογική ανάπτυξη του οργανισμού, τα καθιστούν ευάλωτα
απέναντι σε ρύπους που υπάρχουν στο περιβάλλον. Για τους σκοπούς αυτούς,
χρησιμοποιώντας ως οργανισμό μοντέλο το Danio rerio, σχεδιάστηκαν δύο πειράματα, ώστε
να ελεγχθούν τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της αρχικής έκθεσης σε ΕΕ2, στην
μορφολογία των ωτολίθων. Στο πρώτο εξ’ αυτών, η ΕΕ2 ήταν διαλυμένη στο νερό (σε
συγκεντρώσεις 10, 50, 100ng/L) και η έκθεση έγινε κατά τη διάρκεια του εμβρυικού και του
αυτότροφου νυμφικού σταδίου, ενώ στο δεύτερο η ΕΕ2 χορηγήθηκε μέσω της τροφής (σε
συγκεντρώσεις 1, 5μg/g τροφής) κατά τη διάρκεια του νυμφικού σταδίου. Όταν τα ψάρια και
από τα δύο πειράματα ήταν ενήλικα, έγινε ανάλυση της μορφολογίας των asteriscii και
lapillii ωτολίθων τους.
Βρέθηκε πως πράγματι η ΕΕ2 επηρεάζει την ανάπτυξη των ωτολίθων και η έκθεση
του D. rerio σε αυτή, κατά τα πρώιμα στάδια, είναι αρκετή για να προκαλέσει αλλαγές στην
μορφολογία των ωτολίθων που θα παραμείνουν και μέχρι το στάδιο της ενηλικίωσης.
Ειδικότερα, η πρώιμη έκθεση σε ΕΕ2 μέσω του νερού, προκάλεσε διαφορές στο σχήμα των
asteriscii και lapillii ωτολίθων (CVA p< 0,001), αυξανόμενες τιμές αμφίπλευρης ασυμμετρίας
μεταξύ δεξιάς και αριστερής μεριάς των asteriscii (Kendall Tau p<0,05) σε αυξανόμενες
συγκεντρώσεις της ορμόνης, αλλά όχι κάποια μεταβολή στις κανονικοποιημένες διαστάσεις
ωτολίθων ενήλικών D. rerio. Η έκθεση σε ΕΕ2 μέσω της διατροφής των νυμφών, οδήγησε σε
διαφορετικό σχήμα asteriscii και lapillii ωτολίθων (CVA p<0,001), αυξημένα επίπεδα
αμφίπλευρης ασυμμετρίας (Levene’s test p<0,05) και μικρότερο μέγεθος lapillii ωτολίθων
(ANOVA p<0,05) ενήλικων D. rerio. Τέλος, και στα δύο πειράματα παρατηρήθηκε πως, η
αύξηση στα επίπεδα ασυμμετρίας συνδυάζεται με αλλαγή του είδους της αμφίπλευρης
ασυμμετρίας από κυμαινόμενη σε κατευθυνόμενη ασυμμετρία.
Μέσω των αποτελεσμάτων επιβεβαιώνονται, οι μακροχρόνιες επιδράσεις της έκθεσης
ΕΕ2, κατά τα νεαρά στάδια, στους ωτολίθους ενήλικων D. rerio. Συζητιούνται οι μηχανισμοί
οι οποίοι κρύβονται πίσω από αυτές τις μορφολογικές αλλαγές και οι πιθανές επιπτώσεις
τους στην ζωή των ιχθύων.Substances that disrupt metabolic pathways related to the endocrine system are called
“Endocrine Disrupting Chemicals” (EDCs). One such substance is 17α-ethinylestradiol
(EE2), a synthetic estrogen widely used in contraceptive pills and hormone therapies. EE2
mimics the action of the natural estrogen 17β-estradiol (E2), but its physicochemical
properties make it 10–50 times more potent. Specifically, compared to E2, EE2 has a higher
affinity for endocrine receptors, is more resistant to degradation, and has a longer half-life,
allowing it to bioaccumulate. Consequently, aquatic organisms are exposed to this hormone
either through water or their food. EE2 can cause a range of physiological disturbances in
fish, primarily affecting their reproductive system. Additionally, it induces neurotoxicity,
behavioral issues, and has been shown to drive populations to extinction. Finally, some of
EE2’s effects on fish are known to be reversible, while others are persistent.
Otoliths are structures in the inner ear of fish that play a crucial role in hearing and
balance. They are formed by the continuous deposition of calcium carbonate around an
organic protein matrix. The study of otolith morphology is an important tool for
distinguishing fish populations and is often used to assess environmental stress, as otoliths
serve as indicators of developmental instability. Environmental factors can cause
complications in otolith growth patterns, which may leave lasting marks even into adulthood.
So far, no study in the literature has examined the effects of EE2 on otolith morphology.
The planktonic nature of the early ontogenetic stages of fish and their critical role in
normal organismal development make them vulnerable to environmental pollutants. To
investigate this, two experiments were designed using Danio rerio as a model organism to
assess the long-term effects of early EE2 exposure on otolith morphology. In the first
experiment, EE2 was dissolved in water (at concentrations of 0, 10, 50, and 100 ng/L) and
exposure occurred during the embryonic and autotrophic larval stages. In the second
experiment, EE2 was administered through food (at concentrations of 0, 1 and 5 μg/g of
food) during the larval stage. Once the fish from both experiments reached adulthood, the
morphology of their asteriscii and lapillii otoliths was analyzed.
It was found that EE2 indeed affects otolith development, and early exposure to this
hormone is sufficient to induce morphological changes that persist into adulthood.
Specifically, early exposure to EE2 via water caused differences in the shape of asteriscii and
lapillii otoliths (CVA p<0.001) and increased levels of bilateral asymmetry between the right
and left asteriscii (Kendall Tau p<0.05) in a concentration-dependent manner, but did not
alter the normalized otolith dimensions in adult D. rerio. Exposure to EE2 through larval diet
resulted in altered asteriscii and lapillii shape (CVA p<0.001), increased bilateral asymmetry
levels (Levene’s test p<0.05), and smaller lapilli size in adult fish (ANOVA p<0.05). Lastly,
in both experiments, the increase in asymmetry levels was associated with a shift from
fluctuating to directional asymmetry.
These results confirm the long-term effects of early EE2 exposure on otoliths in
adult D. rerio. The underlying mechanisms behind these morphological changes and their
potential implications for fish life are discussed