11894 research outputs found
Sort by
Understanding teacher-students interactions in ordinary differenrial equations lectures
Το κεντρικό ενδιαφέρον της διδακτικής των μαθηματικών στο πεδίο των
διαφορικών εξισώσεων τις τελευταίες δεκαετίες αποτελεί η αναζήτηση μιας
μεταρρύθμισής της διδασκαλίας τους που θα μπορούσε να επιφέρει τα καλύτερα
μαθησιακά αποτελέσματα. Ο λόγος για αυτό έγκειται στο ότι αφετηρία των ερευνών
αποτέλεσε η προσπάθεια αντιμετώπισης των γνωστικών δυσκολιών και παρανοήσεων
των φοιτητών στο μάθημα. Προκειμένου, όμως, να βελτιωθεί η διδασκαλία, πρέπει
πρώτα να κατανοηθεί βαθύτερα τι συμβαίνει εντός των διαλέξεων και, επομένως, να
μελετηθεί η διδασκαλία για αυτό που είναι: μια κοινωνική δραστηριότητα συνεχούς
αλληλεπίδρασης καθηγητή-φοιτητών. Η παρούσα εργασία, λοιπόν, αποτελεί μια
μελέτη περίπτωσης του τρόπου διεξαγωγής ενός εισαγωγικού μαθήματος διαφορικών
εξισώσεων στην Ελλάδα, που διδάσκεται από έναν έμπειρο καθηγητή με διαλέξεις. Για
τον σκοπό αυτό, συγκεντρώθηκαν έξι βιντεοσκοπήσεις διδασκαλίας, τα αντίστοιχα
φυλλάδια ασκήσεων του μαθήματος καθώς και δυο ημιδομημένες συνεντεύξεις με τον
καθηγητή. Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν, εκτός από δυο βιντεοσκοπήσεις
διδασκαλιών, αναλύθηκαν ποιοτικά, αξιοποιώντας τη δεύτερη και την τρίτη γενιά της
θεωρίας της δραστηριότητας, αναζητώντας τόσο τις δράσεις που χρησιμοποιούσε ο
καθηγητής όσο και αντιφάσεις που παρουσιάζονται κατά την εκπαιδευτική διαδικασία.
Μέσω της ανάλυσης, φάνηκε ότι για τη διεξαγωγή κάθε διάλεξης, ο καθηγητής
εκτελούσε δράσεις επιλογής, εξήγησης, αξιολόγησης και παρακίνησης, ενώ ακόμη και
μικρές αλλαγές ως προς την καθιερωμένη αλληλεπίδραση φοιτητών-καθηγητή, όπως η
προσθήκη νέων κανόνων, δημιούργησαν εντάσεις που πήγαζαν από αντιφάσεις. Τα
ευρήματα της παρούσας μελέτης συνάδουν με τη βιβλιογραφία που αμφισβητεί την
αντίληψη ότι η παραδοσιακή διδασκαλία μέσω διαλέξεων είναι ενιαία και στατική.In recent decades, the main focus of mathematics education in the field of differential
equations has been the search for a reform of their teaching that could lead to better
learning outcomes. Research was shaped this way because its starting point was
addressing the cognitive difficulties and misconceptions of students in the course.
However, in order to improve teaching, it is firstly imperative to understand more
deeply what occurs during lectures and, therefore, to study teaching for what it truly is:
a social activity of continuous teacher-students interaction. The present work, therefore,
constitutes a case study of how an introductory differential equations course, taught by
an experienced teacher using the lecture method, is conducted in Greece. For this
reason, six video recordings of the course lectures, the corresponding course exercise
handouts, and two semi-structured interviews with the teacher were collected. The data
collected, except for two video recordings, were qualitatively analyzed using the second
and third generation of activity theory, looking for both the actions used by the teacher
and contradictions that occur during the educational process. Through the analysis
process, it became apparent that in order to conduct each lecture, the teacher performed
selecting, evaluating, explaining and motivating actions, whereas even minor changes
to the usual teacher-students interaction, such as the addition of new rules, were a source
of numerous tensions that originated from contradictions. The findings from the present
study align with the literature that challenges the notion that traditional lecture-based
teaching is uniform and static
Epidemiology, risk factors, clinical characteristics ,and outcome of candidemia in critical ill patients
Εισαγωγή
Οι λοιμώξεις αιματικής ροής (Blood Stream Infections, BSI) αποτελούν πολυσυστηματική νόσο και έχουν ως κύριο αίτιο τη διηθητική καντιντίαση (Invasive Candidiasis- IC). Δύνανται να προσβάλλουν οποιοδήποτε όργανο και να προκαλέσουν μια σειρά κλινικών εκδηλώσεων, από απλό εμπύρετο έως την εκδήλωση βαρέως σηπτικού επεισοδίου. Συνεπώς, η ανάγκη για στοχευμένη και αποτελεσματική παρέμβαση είναι κομβικής σημασίας. Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αυξητική τάση των μυκητιασικών λοιμώξεων και στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, όπου νοσηλεύονται βαρέως πάσχοντες ασθενείς στους οποίους είναι συχνά επιβεβλημένη η διενέργεια πολύπλοκων επεμβατικών θεραπευτικών παρεμβάσεων. Επιπρόσθετα, μια σειρά παραγόντων όπως η διαρκώς αυξανόμενη αντοχή έναντι των εχινοκανδινών, που αποτελούν θεραπεία πρώτης γραμμής για τη συστηματική μυκητίαση, η μεταβαλλόμενη επιδημιολογική κατανομή με στροφή προς τα στελέχη non albicans Candida και οι εξάρσεις αναδυόμενων πολυανθεκτικών στελεχών C. auris δυσχεραίνουν την επιτήρηση λοιμώξεων και τη χορήγηση κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής.
Σκοπός
Πρωταρχικός στόχος της παρούσας εργασίας είναι η μελέτη των βαρέως πασχόντων ασθενών που νοσηλεύονται στη ΜΕΘ και εμφάνισαν αιματογενή λοίμωξη από μύκητες, σε σύγκριση με αντίστοιχους ασθενείς με βακτηριαιμία και με ασθενείς που δεν ανέπτυξαν λοίμωξη αιματικής ροής κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους. Διερευνήθηκαν διεξοδικά α) οι παράγοντες κινδύνου εμφάνισης αιματογενούς λοίμωξης του εκάστοτε παθογόνου β) η επιδημιολογία και τα χαρακτηριστικά των ασθενών γ) η μελέτη του προτύπου αντοχής τους σε συνήθη αντιμυκητιασική και αντιμικροβιακή θεραπεία δ) η έκβαση των ασθενών.
Μεθοδολογία
Πρόκειται για μια μονοκεντρική αναδρομική μελέτη παρατήρησης ασθενών που εισήχθησαν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου κατά τη χρονική περίοδο 2018-2024. Συλλέχθηκαν πληροφορίες σχετικά με τα δημογραφικά, κλινικά και εργαστηριακά δεδομένα και το αντιβιόγραμμα της κάθε λοίμωξης. Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε ομάδες ανάλογα με το αν απομονώθηκε μύκητας (Ομάδα Α), βακτήριο (Ομάδα Β ) ή κανένα παθογόνο (Ομάδα Γ) στην καλλιέργεια αίματος. Για κάθε ασθενή της ομάδας Α, επιλέχθηκε ένα match-control από τις ομάδες Β και Γ με κριτήριο την ηλικία (± 5 έτη), το φύλο, τη διάρκεια νοσηλείας (± 15 ημέρες), τη στιγμή της θετικής καλλιέργειας αίματος σε αναλογία 1:2:2.
Αποτελέσματα
Μελετήθηκαν 50 ασθενείς με μυκηταιμία, 95 ασθενείς με βακτηριαιμία και 96 ασθενείς χωρίς αιματογενή λοίμωξη. Η πλειοψηφία των στελεχών ήταν non- albicans Candida (N=35) και Ν=15 στελέχη ήταν Candida albicans. Το 80% των C. albicans ήταν ευαίσθητα σε όλα τα αντιμυκητιασικά, έναντι 51.4% των C. non-albicans (Fisher exact test p1 αριθμό εστιών αποικισμού με μύκητες (p=0.048). Επιπλέον, πιθανότητα εμφάνισης μυκηταιμίας έναντι αυτών που δεν εμφάνισαν αιματογενή λοίμωξη είχαν οι ασθενείς με υψηλό Candida score (p<0.001), και λάμβαναν ανοσοτροποιητική αγωγή (p=0.040). Η θνητότητα ήταν σημαντικά υψηλότερη μεταξύ των ασθενών που ανέπτυξαν μικροβιαιμία, είτε μυκητίαση είτε βακτηριακή, έναντι ασθενών χωρίς αιματογενή λοίμωξη στη ΜΕΘ (p=0.003) και στο νοσοκομείο (p<0.001). Το είδος του μύκητα καθώς και η αντοχή στα αντιμυκητιασικά για τους ασθενείς με μυκηταιμία δεν σχετίστηκαν με την θνητότητα. Ανεξάρτητοι προβλεπτικοί παράγοντες θνητότητας στη ΜΕΘ αποδείκτηκαν τα σκορ κλινικής βαρύτητας APACHE II (p=0.001) και SOFA scores (p<0.001), το Charlson comorbidity index (p<0.001), την αιτία (p=0.001) και τον τύπο της εισαγωγής στη ΜΕΘ (p=0.003). Στους προβλεπτικούς παράγοντες θνητότητας δεν αναδείχθηκε η μικροβιαιμία από μύκητες ή το Candida score. Εργαστηριακοί δείκτες πρόβλεψης θνητότητας αποδείχθηκαν οι NLR, PLR, CRP/Albumin και τα μονοκύτταρα την ημέρα θετικής αιμοκαλλιέργειας.
Συμπεράσματα
Οι παράγοντες κινδύνου ανάπτυξης μυκηταιμίας σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς αναδείχθηκαν το υψηλό Candida score, το υψηλό SOFA score την ημέρα θετικής καλλιέργειας και οι ασθενείς με >1 αριθμό αποικισμού με μύκητες. Ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες θνητότητας αποδείχτηκαν η κλινική βαρύτητα νόσου, αλλά όχι η ύπαρξη μυκηταιμίας ή βακτηριαιμίας. Σε ασθενείς με μυκηταιμία, το είδος του μύκητα και η αντοχή στα αντιμυκητιασικά δεν σχετίσθηκαν με τη θνητότητα. Η ύπαρξη αιματογενούς λοίμωξης, ανεξαρτήτου λοιμογόνου παράγοντα, αποτελεί προγνωστικό παράγοντα θνητότητας μετά την έξοδο από τη ΜΕΘ.Background
Blood Stream Infections (BSI) are a systemic disease primarily caused by invasive candidiasis (Invasive Candidiasis - IC). They can affect any organ and lead to a range of clinical manifestations, from simple fever to the development of a severe septic episode. Therefore, the need for targeted and effective intervention is of crucial importance. In recent years, there has been an increasing trend of fungal infections in Intensive Care Units (ICUs), where critically ill patients are hospitalized, and complex invasive therapeutic interventions are often necessary. Additionally, several factors such as the ever-increasing resistance to echinocandins, which are the first-line treatment for systemic mycoses, the changing epidemiological distribution with a shift towards non-albicans Candida species, and the emergence of multidrug-resistant strains like C. auris complicate infection surveillance and the administration of appropriate pharmacological treatment.
Objective
The primary objective of this study is to examine critically ill patients hospitalized in the ICU and to compare those who developed hematogenous fungal infections with those who experienced bacteremia and those who did not develop blood stream infections during their hospitalization. The following aspects were thoroughly investigated: a) the risk factors for the development of hematogenous infection caused by a specific pathogen or the absence of pathogen development, b) the epidemiology and characteristics of the patients, c) the study of their resistance patterns to common antifungal and antimicrobial treatments, and d) the outcomes of the patients.
Methods
This is a monocentric retrospective observational study of patients admitted to the Intensive Care Unit of the University General Hospital of Heraklion during the period from 2018 to 2024. Information was collected regarding the demographic, clinical, and laboratory data, as well as the antibiogram for each infection. The patients were divided into groups based on whether a fungus (Group A), a bacterium (Group B), or no pathogen (Group C) was isolated in the blood culture. For each patient in Group A, a match-case was selected from Groups B and C based on age (± 5 years), gender, length of stay (± 15 days), and the time of the positive blood culture, with a 1:2:2 ratio.
Results Fifty patients with fungemia, 95 patients with bacteremia, and 96 patients without bloodstream infections were studied. The majority of the strains were non-albicans Candida (N=35), and N=15 strains were Candida albicans. Eighty percent of C. albicans strains were sensitive to all antifungals, compared to 51.4% of C. non-albicans strains (Fisher exact test p1 focus of fungal colonization (p=0.048). Furthermore, patients with a high Candida score (p<0.001) and those receiving immunosuppressive treatment (p=0.040) had an increased likelihood of developing fungemia compared to those without bloodstream infections. Mortality was significantly higher among patients who developed bacteremia, either fungal or bacterial, compared to patients without bloodstream infection in the ICU (p=0.003) and in the hospital (p<0.001). The type of fungus and antifungal resistance for patients with fungemia were not associated with mortality. Independent predictive factors for mortality in the ICU were the APACHE II (p=0.001) and SOFA (p<0.001) clinical severity scores, the Charlson comorbidity index (p<0.001), the cause (p=0.001), and the type of ICU admission (p=0.003). Fungemia from fungi or the Candida score did not emerge as predictive factors for mortality. Laboratory markers predicting mortality were NLR, PLR, CRP/Albumin, and monocytes on the day of positive blood culture.
Conclusion
Risk factors for the development of fungemia in critically ill patients were found to be high Candida score, high SOFA score on the day of positive culture, and patients with >1 fungal colonization site. Independent prognostic factors for mortality were clinical severity of the disease, but not the presence of fungemia or bacteremia. In patients with fungemia, the type of fungus and antifungal resistance were not associated with mortality. The presence of bloodstream infection, regardless of the infectious agent, was found to be a prognostic factor for mortality after ICU discharge
Design, implementation and evaluation of educational material for supplementary distance learning in Teaching Greek as a second/foreign language to students attending reception classes (ZEP) at A1 level in Greek schools
Η παρούσα διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στον σχεδιασμό, την υλοποίηση και την αξιολόγηση εκπαιδευτικού υλικού για την εξ αποστάσεως διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ως δεύτερης/ξένης. Το υλικό στοχεύει μαθητές που φοιτούν σε Τμήματα Υποδοχής (Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας - ΖΕΠ) στα ελληνικά σχολεία, παρέχοντας θεμελιώδεις γλωσσικές δεξιότητες επιπέδου Α1. Η έρευνα ανήκει στο πεδίο της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (ΕξΑΕ) και αξιοποιεί σύγχρονες παιδαγωγικές και τεχνολογικές προσεγγίσεις.Το έργο περιλαμβάνει τη χρήση πολυμεσικού υλικού, που βασίζεται στις αρχές της πολυτροπικής μάθησης, για την ενίσχυση της κατανόησης και της αλληλεπίδρασης. Επιπλέον, ενσωματώνει την προσέγγιση της ανεστραμμένης τάξης, προωθώντας την ανεξάρτητη μελέτη και την ενεργή συμμετοχή των μαθητών. Η μεθοδολογία της έρευνας στηρίχθηκε στη σχεδίαση και ανάπτυξη μαθησιακών αντικειμένων μέσω μιας προσαρμοσμένης διαδικασίας που περιλάμβανε πειραματική εφαρμογή και συλλογή δεδομένων ανατροφοδότησης. Τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν την αποτελεσματικότητα της ΕξΑΕ στη διδασκαλία δεύτερης γλώσσας, με σημαντική βελτίωση στις γλωσσικές δεξιότητες και την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης των μαθητών. Το προτεινόμενο υλικό αποδείχθηκε προσβάσιμο και ευέλικτο, προσφέροντας δυνατότητες εξατομίκευσης με βάση τις ανάγκες των εκπαιδευομένων. Τέλος, η εργασία υπογραμμίζει τη σημασία της πολιτισμικής ενσωμάτωσης και της καλλιέργειας δεξιοτήτων διαπολιτισμικής επικοινωνίας. Η εργασία συνεισφέρει στη βιβλιογραφία της εκπαιδευτικής τεχνολογίας και της γλωσσικής διδασκαλίας, προσφέροντας ένα βιώσιμο μοντέλο για την ενσωμάτωση μεταναστών και προσφύγων μαθητών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μέσω της καινοτομίας και της παιδαγωγικής ευελιξίας.This MSc thesis focuses on the design, implementation and evaluation of educational materials for the distance teaching of Greek as a second/foreign language. The materials target students studying in Reception Departments (Educational Priority Zones - ZEP) in Greek schools, providing fundamental language skills at level A1. The research belongs to the field of distance education (DLE) and utilizes modern pedagogical and technological approaches. The project includes the use of multimedia materials, based on the principles of multimodal learning, to enhance understanding and interaction. Furthermore, it incorporates the flipped classroom approach, promoting independent study and active participation of students. The research methodology was based on the design and development of learning objects through a customized process that included experimental implementation and feedback data collection. The results of the research highlighted the effectiveness of ExAE in second language teaching, with significant improvement in language skills and the strengthening of students' self-confidence. The proposed material proved to be accessible and flexible, offering possibilities for personalization based on the needs of the learners. Finally, the work highlights the importance of cultural integration and the cultivation of intercultural communication skills. The MSc thesis contributes to the bibliography of educational technology and language teaching, offering a sustainable model for the integration of immigrant and refugee students into the Greek educational system through innovation and pedagogical flexibility
Εξέλιξη των υποδοχέων ντοπαμίνης στα σπονδυλωτά
Οι υποδοχείς ντοπαμίνης (DRs), οι οποίοι έχουν συσχετιστεί με τη συμπεριφορά και
διάφορες νευροψυχιατρικές διαταραχές, ανήκουν στην πρωτεϊνική οικογένεια των
υποδοχέων συζευγμένων με G πρωτεΐνες (GPCRs) και έχουν παραδοσιακά χωριστεί σε
δύο κύριες κλάσεις, την D1 και την D2, με τη διάκριση αυτή να αντικατοπτρίζει τις
αντίθετες λειτουργίες τους. Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στη διερεύνηση της
φυλογένεσης των υποδοχέων ντοπαμίνης, των ορθόλογων και παράλογων σχέσεων τους,
καθώς και των μοτίβων τους, όπως είναι οι ελλείψεις και οι διπλασιασμοί, στα
σπονδυλωτά.
Για να διερευνηθεί η εξέλιξη των υποδοχέων ντοπαμίνης, πραγματοποιήθηκε
φυλογενετική ανάλυση με τη χρήση πρωτεϊνικών αλληλουχιών των υποδοχέων
ντοπαμίνης του ανθρώπου, μαζί με έναν υποδοχέα σεροτονίνης και έναν αδρενεργικό
υποδοχέα για σύγκριση. Τα αποτελέσματα υποστηρίζουν την παραδοσιακή ταξινόμηση σε
D1-like και D2-like, και δείχνουν ότι οι D2-like υποδοχείς είναι εξελικτικά πιο κοντά με τον
υποδοχέα σεροτονίνης σε σύγκριση με τους D1-like υποδοχείς, γεγονός που υποδηλώνει
πρώιμη εξελικτική απόκλιση.
Επιπλέον, για τον προσδιορισμό των εξελικτικών σχέσεων, των διπλασιασμών και των
ελλείψεων εντός κάθε κλάσης των υποδοχέων ντοπαμίνης, επιλέχθηκαν
αντιπροσωπευτικά είδη σπονδυλωτών πραγματοποιήθηκε homology inference με τρεις
διαφορετικές προσεγγίσεις. Οι αλληλουχίες από τις διαφορετικές προσεγγίσεις
συγκρίθηκαν και ταξινομήθηκαν στις δύο κλάσεις. Ακολούθησε πολλαπλή στοίχιση
αλληλουχιών (MSA) και φυλογενετική ανάλυση. Όλες οι διαδικασίες πραγματοποιήθηκαν
σε πρωτεϊνικές αλληλουχίες.
Στους περισσότερους οργανισμούς, ο συνολικός αριθμός των D1 και D2 υποδοχέων δεν
παρουσιάζει μεγάλες διαφορές. Η φυλογενετική ανάλυση της κλάσης D1 αποκάλυψε τρία
clusters (D1A, D1B, D1C) και μία επιπλέον ομάδα, που εντοπίζεται κοντά στο cluster των
D1C. Τα ευρήματα αυτά συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με προηγούμενες ταξινομήσεις, αν
και παρατηρήθηκαν ορισμένες διαφοροποιήσεις στις εξελικτικές σχέσεις μεταξύ των
clusters. Στην κλάση D2 εντοπίστηκαν πέντε clusters (D2, D2l, D3, D4, D4rs), που
ταυτίζονται με προηγούμενες μελέτες.
Αντίστοιχα, οι διπλασιασμοί και οι ελλείψεις γονιδίων που παρατηρήθηκαν, ακολουθούν
σε γενικές γραμμές τα γνωστά πρότυπα σε επίπεδο ομάδας. Ωστόσο, σε ορισμένα είδη
παρουσιάστηκαν διπλασιασμοί ή ελλείψεις που αποκλίνουν από τα ήδη γνωστά πρότυπα,
υποδηλώνοντας νέες πιθανές προσαρμοστικές ιδιότητες. Απαιτείται περαιτέρω
συγκριτική γονιδιωματική ανάλυση για τη διερεύνηση αυτών των παραλλαγών εις βάθος.Dopamine receptors (DRs), which have been associated with behavior, like cognition, and
various neuropsychiatric disorders, belong to the protein family of G protein-coupled
receptors (GPCRs) and have traditionally been divided into two main classes, D1 and D2,
with this distinction reflecting opposing functions. The present study aims to investigate
the phylogeny of the DRs and their orthologous and paralogous relationships, and
patterns, such as deletions and duplications, across vertebrates.
To examine the evolutionary history of DRs, a phylogenetic analysis was performed using
human DR protein sequences, along with a serotonin and an adrenergic receptor for
comparison. The results support the traditional D1-like and D2-like classification and
indicate that D2-like receptors are more closely related to the serotonin receptor than to
D1-like receptors, suggesting an early evolutionary divergence.
Additionally, to determine the evolutionary relationships, duplications, and losses within
each DR class, representative vertebrate species were selected, and homology inference
was performed using three approaches. Sequences from the different approaches were
compared and classified into the two classes. This was followed by multiple sequence
alignment (MSA) and phylogenetic analysis. All procedures were performed on protein
sequences.
In most organisms, the total number of D1 and D2 receptor genes do not show major
differences. Phylogenetic analysis of the D1 class revealed three clusters (D1A, D1B,
D1C) and an additional group of sequences located close to the D1C cluster. These
findings largely support previous classifications, though some differences in specific
relationships were noted. In D2 class, five clusters (D2, D2l, D3, D4, D4rs) were identified,
consistent with prior studies.
Similarly, the observed gene duplications and losses generally follow established
patterns at the group level. However, some species exhibited unique duplication or loss
events that deviate from previously recognized patterns, suggesting potential novel
lineage-specific adaptations. Further comparative genomic analyses are required to
explore these variations in greater dept
Longitudinal incidence of suicidal ideation and suicide attemps in children and adolescents hospitalized in a child psychiatric clinic
Εισαγωγή : Η αυτοκτονική συμπεριφορά στα παιδιά και τους εφήβους αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα της ψυχικής υγείας. Η σοβαρότητα του αυτοκτονικού ιδεασμού ποικίλλει από φευγαλέες σκέψεις θανάτου έως μια επίμονη ενασχόληση με τον θάνατο και συνεχείς αυτοκτονικές συμπεριφορές. Πολλοί έφηβοι οι οποίοι εμφανίζουν αυτοκτονικές συμπεριφορές έχουν ιστορικό κάποιας ψυχικής διαταραχής με πιο συχνή αυτή της κατάθλιψης.. Δεν έχουν όλες οι αυτοτραυματιστικές συμπεριφορές πρόθεση θανάτου και καλό είναι να διακρίνονται οι αυτραυματισμοί με πρόθεση θανάτου από αυτούς που γίνονται απλά για συναισθηματική αποσυμφόρηση ή χειριστικά. H αυτοκτονία είναι η τέταρτη κύρια αιτία θανάτου μεταξύ των ατόμων ηλικίας 15-29 ετών κι η δεύτερη αιτία θανάτου σε άτομα εφηβικής ηλικίας 12-18 ετών. Οι γυναίκες παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο απόπειρας αυτοκτονίας και οι άνδρες θανάτου αυτοκτονίας. Έρευνες έχουν δείξει ότι η πιο κοινή μέθοδος απόπειρας αυτοκτονίας είναι η δηλητηρίαση από φαρμακευτική υπερδοσολογία. Γεγονότα που οδηγούν τους εφήβους σε αυτοκτονικό ιδεασμό και αυτοκτονικές πράξεις σχετίζονται με συναισθήματα που συνδέονται με τις διαπροσωπικές σχέσεις της καθημερινότητας τους. Διάφορες μορφές κακοποίησης, αλλά και κατάχρησης (internet και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ουσιών και αλκόολ) φαίνεται να αυξάνουν τις πιθάνοτητες να εμφανίσουν οι έφηβοι αυτοκτονικές συμπεριφορές σε όλο και νεαρότερες ηλικίες.
Σκοπός: Ο κύριος σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της διαχρονικής επίπτωσης του αυτοκτονικού ιδεασμού και περιπτώσεων απόπειρας αυτοκτονίας σε παιδιά και εφήβους που νοσηλεύτηκαν σε παιδοψυχιατρική κλινική κατά τα έτη 2019-2023. Δευτερεύοντες στόχοι της μελέτης είναι η περιγραφή των χαρακτηριστικών των εφήβων που έχουν νοσηλευτεί με ενεργό αυτοκτονικό ιδεασμό και απόπειρες αυτοκτονίας αυτά τα έτη και η συσχέτιση των χαρακτηριστικών αυτών με επανεισαγωγές και επαναλαμβανόμενες απόπειρες αυτοκτονίας ώστε να κατανοηθούν καλύτερα οι παράγοντες που οδηγούν τους εφήβους σε επαναλαμβανόμενες επανεισαγωγές και η καλύτερη αντιμετώπιση τους.
Μεθοδολογία : Πρόκειται για αναδρομική μελέτη κοόρτης ασθενών ηλικίας 12-18 ετών που εισήχθησαν στην Παιδοψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου κατά το χρονικό διάστημα Ιανουάριος 2019 - Δεκέμβριος 2023 με αιτία εισαγωγής απόπειρα αυτοκτονίας, ενεργός αυτοκτονικός ιδεασμός με αυτοτραυματισμούς κι ενεργός αυτοκτονικός ιδεασμός χωρίς αυτοτραυματισμούς. Έγινε ανασκόπηση των φυσικών και ηλεκτρονικών φακέλων των ασθενών και καταγράφηκαν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των εφήβων, το ατομικό τους ιστορικό και πληροφορίες για παρούσα νοσηλεία τους. Καταγράφηκαν επίσης οι επαναλαμβανόμενες απόπειρες κι οι επανεισαγωγές των εφήβων. Η συλλογή πραγματοποιήθηκε μετά από έγγραφη άδεια από το Διοικητικό Συμβούλιο, Επιστημονικό Συμβούλιο ΠΑΓΝΗ και την Επιτροπή Βιοηθικής (Αρ Πρωτ: 16888, Ημερομηνία: 29/05/2024). Η ανάλυση των δεδομένων της έρευνας έγινε με τη βοήθεια του προγράμματος ΙΒΜ SPSS 24.0. Χρησιμοποιήθηκαν παραμετρικές και μη παραμετρικές αναλύσεις αφού πρώτα ελεχθηκαν τα αποτελέσματα ως προς την κανονικότητα (test of normality). Ακολούθησε στατιστική συσχέτιση των παραμέτρων με παραμετρικές ή μη παραμετρικές στατιστικές μεθόδους. Το επίπεδο της στατιστικής σημαντικότητας σε όλες τις περιπτώσεις ορίστηκε σε τιμή κριτηρίου p μικρότερη του 0.05.
Αποτελέσματα: Συνολικά μελετήθηκαν 150 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στην Παιδοψυχιατρική (Π/Ψ) Κλινική του ΠΑΓΝΗ από το 2019-2023. Η μέση διάρκεια νοσηλείας ήταν οι 31.1±22 μέρες και η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 15.1±1.3 έτη με υπεροχή των κοριτσιών έναντι των αγοριών (130/20). Από το σύνολο των νοσηλειών στην Π/Ψ κλινική διπλάσιο ποσοστό επανεισαγωγών ανέφερε η ομάδα αυτοκτονικού ιδεασμού με αυτοτραυματισμό έναντι των άλλων ομάδων (p=0.046) φθάνοντας ένα μέσο όρο εισαγωγών 2.171.9. Ο συνολικός αριθμός εισαγωγών των 150 ασθενών ανήλθε στις 281. Οι ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με απόπειρες και ενεργό αυτοκτονικό ιδεασμό με ή χωρίς αυτοραυματισμούς ήταν η πλειοψηφία των νοσηλειών σε κάθε χρονιά που μελετήθηκε. Μόνο 20-30% των ασθενών καταγράφηκαν χωρίς έκδηλη ψυχοπαθολογική επιβάρυνση. Η κατάθλιψη διαγνώστηκε στο 1/3 των περιπτώσεων κάθε μορφής αυτοκτονικότητας. Οι γονείς των ασθενών σε ποσοστό περίπου 25% έπασχαν από ψυχιατρικό νόσημα. Η χρήση internet και μέσων κοινωνικής δικτύωσης καταγράφεται ως υπερβολική στο 48% ή και εθισμός στο internet (5.3%). Υψηλά είναι τα ποσοστά χρήσης αλκοόλ (31.3%) ουσιών (15.3%) ή και καπνίσματος (20.7%) στις ηλικιακές αυτές ομάδες ασθενών. Απόπειρες μετά την έξοδό τους από την Π/Ψ Κλινική επιχείρησαν 29 ασθενείς. Σε ένα μοντέλο γραμμικής παλινδρόμησης (backward stepwise method) μόνο το ιστορικό αυτοτραυματισμού σχετίσθηκε ανεξάρτητα με τον αριθμό αποπειρών αυτοκτονίας ανά ασθενή (B = -1.043. p<0.001). Σε ανάλυση ROC, ισχυρή προβλεπτική ικανότητα μελλοντικής απόπειρας αυτοκτονίας παρουσίασε ο αριθμός των επανεισαγωγών στην παιδοψυχιατρική κλινική μετά την παρούσα νοσηλεία (AUR 0.904 (95%CI 0.839 − 0.969), p<0.001).
Συμπεράσματα: Οι νοσηλείες με αιτιολογία απόπειρας αυτοκτονίας και ενεργού αυτοκτονικού ιδεασμού με ή χωρίς αυτοτραυματισμούς φάνηκε να είναι ο κυριότερος λόγος εισαγωγής εφήβων στην Παιδοψυχιατρική κλινική καθώς αποτέλεσαν την πλειοψηφία των νοσηλειών σε κάθε χρονιά που μελετήθηκε. Τα κορίτσια υπερήχαν έναντι των αγοριών και τα περισσότερα παιδιά είχαν ήδη διαγνωστεί με κάποια ψυχική νόσο, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών έκανε υπερβολική χρήση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η πλειοψηφία των νοσηλευομένων είχε ιστορικό αυτοτραυματισμού πριν τη νοσηλεία τους, ενω σημαντικό ποσοστό από αυτά είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Παρουσιάστηκαν πολλές επανεισαγωγές με την ομάδα του ενεργού αυτοκτονικού ιδεασμού με αυτοτραυματισμούς να ευθύνεται για τις περισσότερες. Ισχυρή προβλεπτική ικανότητα μελλοντικής απόπειρας αυτοκτονίας παρουσίασε ο αριθμός των επανεισαγωγών στην παιδοψυχιατρική κλινική μετά την παρούσα νοσηλεία.Background: Suicidal behavior in children and adolescents is a major mental health problem. The severity of suicidal ideation varies from fleeting thoughts of death to a persistent preoccupation with death and constant suicidal behaviors. Many adolescents who exhibit suicidal behaviors have a history of a mental disorder, the most common being depression. Not all self-injurious behaviors have the intention to die, and it is advisable to distinguish self-injuries with intent to die from those that are done simply for emotional decongestion or manipulation. Suicide is the fourth leading cause of death among 15-29-year-olds and the second leading cause of death among adolescents aged 12-18 years. Women have a higher risk of suicide attempts and men have a suicide death. Research has shown that the most common method of suicide attempt is drug overdose poisoning. Events that lead adolescents to suicidal ideation and suicidal acts are related to emotions that are connected with the interpersonal relationships of their daily lives. Various forms of abuse and abuse (internet and social media, substances and alcohol) seem to increase the chances of adolescents developing suicidal behaviors at increasingly younger ages.
Objectives: The main purpose of this study is to investigate the longitudinal incidence of suicidal ideation and suicide attempts in children and adolescents hospitalized in a child psychiatric clinic during the years 2019-2023. Secondary objectives of the study are to describe the characteristics of adolescents who have been hospitalized with active suicidal ideation and suicide attempts in these years and to correlate these characteristics with readmissions and repeated suicide attempts to better understand the factors that lead adolescents to repeated readmissions and better manage them.
Methods: This is a retrospective cohort study of patients aged 12-18 years who were admitted to the Child Psychiatry Clinic of the University General Hospital of Heraklion during the period January 2019 - December 2023 with cause of admission suicide attempt, active suicidal ideation with self-harm and active suicidal ideation without self-harm. The physical and electronic patient records were reviewed and demographics were recorded characteristics of adolescents, their personal history and information about their current hospitalization. Repeated attempts and readmissions of adolescents were also recorded. The collection took place after written permission from the Board of Directors, the Scientific Council of PAGNI and the Bioethics Committee (File No: 16888, Date: 29/05/2024). The analysis of the survey data was done with the help of the IBM SPSS 24.0 program. Parametric and non-parametric analyses were used after testing the results for normality. This was followed by statistical correlation of the parameters with parametric or non-parametric statistical methods. The level of statistical significance in all cases was set to a criterion value p of less than 0.05.
Results: A total of 150 patients hospitalized in the Child and Adolescent Psychiatry (C/A Psychiatry) Clinic of PAGNI from 2019 to 2023 were studied. The average length of hospitalization was 31.1 ± 22 days, and the mean age of the patients was 15.1 ± 1.3 years, with a predominance of girls over boys (130/20). Among all hospitalizations in the C/A Psychiatry Clinic, the group with suicidal ideation and self-harm had twice the rate of readmissions compared to other groups (p=0.046), with an average of 2.17 ± 1.9 admissions. The total number of admissions for the 150 patients was 281. Patients admitted for suicide attempts and active suicidal ideation, with or without self-harm, constituted the majority of hospitalizations in each year studied. Only 20-30% of patients showed no evident psychopathological burden. Depression was diagnosed in one-third of all cases involving suicidal behaviors. Approximately 25% of the patients' parents had a psychiatric condition. Excessive internet and social media use was noted in 48% of patients, with internet addiction diagnosed in 5.3%. High rates of alcohol use (31.3%), substance use (15.3%), and smoking (20.7%) were observed in this age group. Following discharge, 29 patients attempted suicide. In a backward stepwise linear regression model, only a history of self-harm was independently associated with the number of suicide attempts per patient (B = -1.043, p<0.001). In a ROC analysis, the number of readmissions to the C/A Psychiatry Clinic following the current hospitalization demonstrated strong predictive ability for future suicide attempts (AUR 0.904 [95% CI 0.839 - 0.969], p<0.001).
Conclusions: Hospitalizations due to suicide attempts and active suicidal ideation, with or without self-harm, emerged as the primary reason for adolescent admissions to the C/A Psychiatry Clinic, comprising the majority of cases each year. Girls outnumbered boys, and most patients had pre-existing psychiatric diagnoses. A significant proportion exhibited excessive internet and social media use. The majority of hospitalized patients had a history of self-harm before admission, and a considerable percentage had attempted suicide. Readmissions were frequent, with the group experiencing active suicidal ideation with self-harm accounting for most cases. The number of readmissions to the C/A Psychiatry Clinic following the current hospitalization was strongly predictive of future suicide attempts
The role of aerolized colistin in mechanichally ventilated children
Εισαγωγή: Η εμφάνιση αποικισμού στο αναπνευστικό σύστημα και η Ventilator Associated Tracheobronchitis (VAT) αποτελούν 2 διαφορετικές οντότητες, οι πορείες των οποίων αν δεν αναχαιτιστούν θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη Ventilator Associated Pneumonia (VAP), μια ανεπιθύμητη επιπλοκή που επιφέρει υψηλό κόστος, αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα, περισσότερες μέρες μηχανικού αερισμού και παραμονής στη ΜΕΘ και δυσκολότερο απογαλακτισμό από τον αναπνευστήρα. Η θεραπεία με εισπνεόμενα αντιβιοτικά δεν συστήνεται γενικά στην θεραπεία ασθενών με πνευμονία σχετιζόμενη με τον αναπνευστήρα ή στον αποικισμό, αν και τα δεδομένα στη βιβλιογραφία παραμένουν αντικρουόμενα. Οι ενδείξεις για χορήγηση εισπνεόμενης κολιστίνης (AS-Colistin) στα παιδιά με σκοπό τη θεραπεία αναπνευστικών λοιμώξεων στις ΜΕΘΠ δεν έχουν καθοριστεί μέχρι και σήμερα. Σε πληθυσμούς ενηλίκων τα δεδομένα από μελέτες χρήσης εισπνεόμενης κολιστίνης είναι αντικρουόμενα, ενώ τα δεδομένα στα παιδιά είναι περιορισμένα, και ειδικά στη χώρα μας.
Σκοπός: Ο κύριος σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να μελετήσει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της δράσης της εισπνεόμενης κολιστίνης (AS Colistin) σε διασωληνωμένα παιδιά με θετική καλλιέργεια βρογχικών εκκρίσεων στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων.
Μεθοδολογία: Πρόκειται για αναδρομική μονοκεντρική μελέτη παρατήρησης ασθενών σε μηχανικό αερισμό που εισήχθησαν στην ΜΕΘΠ του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου κατά το χρονικό διάστημα Νοέμβριος 2012 – Νοέμβριος 2024 και έλαβαν AS Colistin. Ως ομάδα (match control) ήταν ασθενείς με θετικές καλλιέργειες βρογχικών εκκρίσεων, ίδιου φύλου, παρόμοιας ηλικίας, με νοσηλεία στο ίδιο χρονικό διάστημα (± 5 μήνες) και ίδια χρονική στιγμή ανεύρεσης της πρώτης θετικής καλλιέργειας (± 5 ημέρες). Καταγράφηκαν δημογραφικά, εργαστηριακά δεδομένα, παθογόνα και αντοχές καθώς κλινικοί δείκτες έκβασης.
Αποτελέσματα: Συμπεριλήφθηκαν συνολικά 84 ασθενείς, AS-Colistin Ν=28 και match-control N=56, που δεν διέφεραν ως προς τα βασικά τους χαρακτηριστικά, πλην ύπαρξη σοβαρών συνοδών νοσημάτων στην ομάδα AS-Colistin (p=0.016). Η θετική καλλιέργεια τραχειοβρογχικών εκκρίσεων χαρακτηρίστηκε ως Ventilator Associated Event (VAE) (N=30) ή αποικισμός (Ν=54). Η προηγούμενη χορήγηση αμινογλυκοσιδών (p=0.015), κεφαλοσπορινών (p=0.017), και έναντι GRAM (+) κάλυψη (p=0.048) σχετίστηκαν θετικά και ανεξάρτητα με την εμφάνιση VAE. Συχνότερα ανευρισκόμενο παθογόνο ήταν η Pseudomonas Aeruginosa. Η δοσολογία της AS-Colistin ήταν (median) 2 εκ IU/per dose (IQR 1-2 εκ IU), χωρίς εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών. Από τους ασθενείς με VAE (Ν=30), οι 13 έλαβαν AS-Colistin σε συνδυασμό με IV-Colistin, και οι 17 μόνο ενδοφλέβια αντιβίωση, χωρίς να διαφέρουν ως προς την κλινική ανταπόκριση, την μικροβιολογική εκρίζωση, τη θνησιμότητα, τη διάρκεια μηχανικού αερισμού μετά το επεισόδιο VAE, και τη διάρκεια νοσηλείας. Οι AS-Colistin ασθενείς παρέμειναν περισσότερο σε μηχανικό αερισμό, στη ΜΕΘΠ και στο νοσοκομείο (all, p<0.001), αλλά δεν διέφεραν ως προς τη θνησιμότητα, σε σχέση με τους match-control ασθενείς.
Συμπεράσματα: Συμπερασματικά, η χορήγηση εισπνεόμενης κολιστίνης είναι απόλυτα ασφαλής στις χρησιμοποιούμενες δόσεις για χορήγηση σε μηχανικά αεριζόμενους παιδιατρικούς ασθενείς με αποικισμό ή VAE, χωρίς ανάπτυξη ανεπιθύμητων ενεργειών ή δυσανεξίας. Ο αποικισμός και η ανάπτυξη VAE σχετίστηκαν με προηγούμενη χορήγηση ενδοφλέβιων αντιβιοτικών. Ο συνδυασμός νεφελοποιημένης κολιστίνης με ενδοφλέβια, δεν σχετίστηκε με βελτίωση της κλινικής ανταπόκρισης και βελτίωση των δεικτών έκβασης. Η εισπνεόμενη κολιστίνη φαίνεται να δρα επιτυχημένα σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο τα αποτελέσματα από τη χρήση της δεν φτάνουν σε στατιστική σημαντικότητα (μικρό δείγμα) ως προς την κλινική ανταπόκριση, και τους δείκτες έκβασης. Η πραγματοποίηση περαιτέρω μελετών στον παιδιατρικό πληθυσμό με στόχο την επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητάς της και την συστηματική χρήση της στην κλινική πρακτική κρίνεται σκόπιμη.Background: The presence of colonization in the respiratory system and Ventilator Associated Tracheobronchitis (VAT) are two different entities whose courses if not stopped will lead to the development of Ventilator Associated Pneumonia (VAP), an unwanted complication that results in high costs, increased morbidity and mortality, more days of mechanical ventilation and ICU stay, and more difficult weaning from the ventilator. Inhaled antibiotic therapy is not generally recommended in the treatment of patients with ventilator-associated pneumonia or colonization, although data in the literature remain conflicting. The indications for administration of inhaled colistin (AS-Colistin) to children for the treatment of respiratory infections in NICUs have not been determined to date.
Objective: The main purpose of the present research is to study the safety and efficacy of the effect of inhaled colistin (AS Colistin) in intubated children with a positive culture of bronchial secretions in the Pediatric Intensive Care Unit.
Methods: This is a retrospective single-center observational study of mechanically ventilated patients who were admitted to the PICU of the University General Hospital of Heraklion between November 2012 and November 2024 and received AS Colistin. As a group (match control) they were patients with positive cultures of bronchial secretions, same sex, similar age, with hospitalization for the same time period (± 5 months) and the same time of finding the first positive culture (± 5 days). Demographic, laboratory, pathogen and resistance data as well as clinical outcome indicators were recorded.
Results: A total of 84 patients were included, AS-Colistin N=28 and match-control N=56, who did not differ in terms of their basic characteristics, except for the presence of serious concomitant diseases in the AS-Colistin group (p=0.016). Positive culture of tracheobronchial secretions was classified as Ventilator Associated Event (VAE) (N=30) or colonization (N=54). Prior administration of aminoglycosides (p=0.015), cephalosporins (p=0.017), and anti-gram (+) coverage (p=0.048) were positively and independently associated with the occurrence of VAE. The most frequently detected pathogen was Pseudomonas Aeruginosa. The dosage of AS-Colistin was (median) 2 million IU/per dose (IQR 1-2 million IU), with no adverse effects. Of the patients with VAE (N=30), 13 received AS-Colistin in combination with IV-Colistin, and 17 received IV antibiotics alone, with no difference in clinical response, microbiological eradication, mortality, duration of mechanical ventilation after VAE episode, and length of hospital stay. AS-Colistin patients stayed longer on mechanical ventilation, in the ICU and in the hospital (all, p<0.001), but did not differ in terms of mortality, compared to match-control patients.
Conclusion: In conclusion, the administration of inhaled colistin is perfectly safe at the doses used for administration to mechanically ventilated pediatric patients with colonization or VAE, without the development of adverse effects or intolerance. VAE colonization and development were associated with prior administration of intravenous antibiotics. The combination of nebulized and intravenous colistin was not associated with improved clinical response and improved outcome measures. Inhaled colistin seems to work successfully in some cases, however the results from its use do not reach statistical significance (small sample) in terms of clinical response and outcome indicators. Carrying out further studies in the pediatric population with the aim of confirming its effectiveness and its systematic use in clinical practice is considered appropriate
Environmental Justice and Health – Bioethical and Social Dimensions
Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη ως έννοια αναφέρεται στο δικαίωμα όλων των ανθρώπων να ζουν σε ένα καθαρό, υγιές και βιώσιμο περιβάλλον. Οι ευάλωτες ομάδες, όπως τα άτομα σε συνθήκες φτώχειας, οι φυλετικές μειονότητες και οι κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες, πλήττονται δυσανάλογα από περιβαλλοντικές αδικίες, οι οποίες μπορούν να επιδεινώσουν τις υπάρχουσες ανισότητες στην υγεία. Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη σύνδεση της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης με την υγεία, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές πτυχές του ζητήματος μέσα από τη σύγκλιση τριών επιστημονικών πεδίων: της κοινωνιολογίας, της δημόσιας υγείας και της βιοηθικής, και αναδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο το ρόλο τόσο των κινητοποιούμενων κοινοτήτων όσο και των ειδικών της υγείας και της βιοηθικής. Η βιοηθική διάσταση της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης αφορά την ηθική υποχρέωση για δίκαιη και ισότιμη κατανομή των περιβαλλοντικών ωφελειών και επιβαρύνσεων, τόσο μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων όσο και μεταξύ των γενεών. Με βάση τη δεοντοκρατική θεωρία του Καντ και τη θεωρία δικαιοσύνης του Ρωλς επιχειρείται να απαντηθεί το ερώτημα γιατί υπάρχει ηθική υποχρέωση για εξασφάλιση περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και υγείας ισότιμα σε κάθε κοινωνική ομάδα από το κράτος και τους διεθνικούς φορείς. Η επιχειρηματολογία δομείται γύρω από τις αρχές της ισότητας και της ελευθερίας, θεωρώντας ηθικό καθήκον την περιβαλλοντική δικαιοσύνη στην υγεία αλλά και προϋπόθεση έτσι ώστε κάθε άνθρωπος να μπορεί να ασκεί την ελευθερία του. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζεται η ευθύνη των κρατών και των διεθνικών φορέων να προάγουν την περιβαλλοντική δικαιοσύνη, διασφαλίζοντας ίσες ευκαιρίες για υγεία και ευημερία για όλους τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα για τις πιο ευάλωτες ομάδες.Environmental justice as a concept refers to the right of all people to live in a clean, healthy and sustainable environment. Vulnerable groups, such as people in poverty, racial minorities and marginalized groups, are disproportionately affected by environmental injustice, which can exacerbate existing health inequalities. This thesis focuses on the link between environmental justice and health, highlighting the different aspects of the issue through the convergence of three scientific fields: sociology, public health and bioethics and thus highlighting the role of both mobilising communities and health and bioethics experts. The bioethical dimension of environmental justice refers to the moral obligation for a fair and equitable distribution of environmental benefits and burdens, both between different social groups and between generations. Drawing on Kant's ethical approach and Rawls' theory of justice, we attempt to answer the question of why there is a moral obligation to provide environmental justice and health equally to each social group by the state and international bodies. The argument is structured around the ethical principles of equality and liberty, considering environmental justice in health as a moral obligation and a precondition so that every person can exercise their basic liberties. In this context, the responsibility of states and transnational actors to promote environmental justice, ensuring equal opportunities for health and well-being for all people, and particularly for the most vulnerable groups, is underlined
Subjectification and Autonomy of Refugee Women : Narrative journeys from the Middle East to Chania
Στην παρούσα εργασία διερευνάται η υποκειμενοποίηση και η διεκδίκηση μορφών
αυτονομίας γυναικών προσφύγων από χώρες της Μέσης Ανατολής. Δίνεται έμφαση στη
διαμόρφωση και στις μεταβολές της υποκειμενοποίησης και των διεκδικήσεών τους,
τόσο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αίτησης ασύλου στην Ελλάδα όσο και στη χώρα
καταγωγής τους. Οι ιστορίες των γυναικών προσεγγίζονται με τη βιογραφική
αφηγηματική μέθοδο και αναλύονται μέσα από το πρίσμα της διαθεματικής
φεμινιστικής προσέγγισης. Η μετααποικιακή θεωρία, ο αποαποικιακός φεμινισμός, η
διαθεματικότητα και ο αναστοχασμός συνθέτουν το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο
προσεγγίζονται οι «γυναίκες πρόσφυγες» και «γυναίκες από τη Μέση Ανατολή», ως
υποκείμενα της έρευνας. Η εμπειρική έρευνα και ανάλυση φέρνει στο προσκήνιο τη
σημασία του να διερευνάται η κάθε ιστορία στο συγκεκριμένο κοινωνικό-πολιτισμικό
και ιστορικό συγκείμενο στο οποίο λαμβάνει χώρα, αλλά και το γεγονός ότι η
υποκειμενοποίηση δεν είναι κάτι σταθερό, μεταβάλλεται ανάλογα με τις μετατοπίσεις
που υφίσταται κάθε άτομο. Οι ταυτότητες και οι διεκδικήσεις αυτονομίας κάθε
γυναίκας στη χώρα καταγωγής της διαμορφώνονται βιογραφικά και φαίνεται να
μετασχηματίζονται κατά την περίοδο αβεβαιότητας και ανασφάλειας της προσφυγικής
συνθήκης, χωρίς, ωστόσο, να κόβεται το νήμα που τις συνδέει με τον πρότερο βίο τους.
Κατά την προσφυγική συνθήκη, αναδύεται η σημασία του προηγούμενου κοινωνικού
κεφαλαίου και της κοινωνικής θέσης της κάθε αφηγήτριας, αλλά και νοηματοδοτείται
μέσα από την εμπειρίας τους η αλληλεγγύη, η απογοήτευση από τις μεταναστευτικές
πολιτικές, η ευκαιρία για επανεπινόηση του εαυτού και ο αναπροσδιορισμός της
υποκειμενοποίησης και των διεκδικήσεων τους, μεταξύ άλλων.This study explores the subjectification and claims for autonomy of refugee women
from Middle Eastern countries. It focuses on the formation and transformation of their
subjectification and claims both during the asylum application process in Greece and
within the unique socio-cultural framework of their country of origin. The women’s
stories are approached using the biographical narrative method and analyzed through
the lens of an intersectional feminist approach. Postcolonial theory, decolonial
feminism, intersectionality, and reflexivity weave the theoretical framework through
which "refugee women" and "women from the Middle East" are viewed as research
subjects. The empirical research and analysis highlight the importance of investigating
each story within the specific socio-cultural and historical context in which it takes
place. It also underscores that subjectification is not static but shifts depending on the
transitions experienced by each individual. The identities and claims for autonomy of
each woman in their country of origin are shaped biographically and seem to transform
during the period of uncertainty and insecurity that characterizes the refugee condition.
However, these transformations do not sever the thread connecting them to their prior
lives. During the refugee condition, the importance of prior social capital and the social
position of each narrator emerges. Their experiences bring meaning to solidarity, the
disillusionment with migration policies, the opportunity for reinvention of the self, and
the redefinition of their subjectification and claims, among other aspects
Μελέτη αποδόμησης με λείζερ των υλικών που χρησιμοποιούνται για την στήριξη των καμβάδων πινάκων: κερί-ρητίνη, κόλλα από δέρμα κουνελιού, και οξείδιο του ψευδαργύρου σε λάδι
This study aims to examine the laser ablation of three materials:
wax-resin, zinc-oxide in oil and rabbit skin glue focusing on their
physical and chemical properties.
The motivation behind this experiment is to investigate whether lasers
can effectively serve as an alternative to conventional cleaning
techniques, assisting conservators in safely removing unwanted materials.
Until recently, wax-resins were applied as an adhesive to line (support
with new fabric) original deteriorated and fragile canvases, thus
preserving their shape and structure. However, over time, the
effectiveness of this lining diminishes and the structural support weakens.
As a result, it becomes necessary to remove the old lining along with the
wax-resin adhesive. Conventional mechanical or chemical cleaning
methods damage the fibers of the canvas or penetrate through the canvas
and interfere with the ground and paint layer. Consequently, this study
explores laser ablation as a potential alternative.
To systematically approach this goal, a series of technical samples,
consisting of thin films on quartz slides, will be examined. The optical
properties of the materials will be determined, both in fresh and thermally
aged conditions. Furthermore, the etching behavior of the materials upon
irradiation with a UV Excimer KrF system, emitting at 248 nm, will be
investigated. The experimental results from the technical samples will be
cross-checked and evaluated using simulation mock-ups, which include
canvases with rabbit skin glue, zinc oxide in oil and residues of wax-resin
adhesive, in order to refine the parameters.Η παρούσα μελέτη έχει ως στόχο να εξετάσει την αφαίρεση με λέιζερ τριών υλικών: κερί-
ρητίνη, οξείδιο ψευδαργύρου σε λάδι και κόλλα δέρματος κουνελιού, εστιάζοντας στις
φυσικές και χημικές ιδιότητές τους.
Το κίνητρο πίσω από αυτό το πείραμα είναι να διερευνηθεί κατά πόσον τα λέιζερ μπορούν
να χρησιμεύσουν αποτελεσματικά ως εναλλακτική λύση στις συμβατικές τεχνικές
καθαρισμού, βοηθώντας τους συντηρητές στην ασφαλή απομάκρυνση ανεπιθύμητων
υλικών.
Μέχρι πρόσφατα, οι ρητίνες κεριού εφαρμόζονταν ως συγκολλητική ουσία για την επένδυση
(υποστήριξη με νέο ύφασμα) αρχικών φθαρμένων και εύθραυστων καμβάδων, διατηρώντας
έτσι το σχήμα και τη δομή τους. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η αποτελεσματικότητα
αυτής της επένδυσης μειώνεται και η δομική στήριξη αποδυναμώνεται. Κατά συνέπεια,
καθίσταται αναγκαία η αφαίρεση της παλιάς επένδυσης μαζί με το μείγμα κερί-ρητίνη. Οι
συμβατικές μηχανικές ή χημικές μέθοδοι καθαρισμού καταστρέφουν τις ίνες του καμβά ή
διεισδύουν μέσα από τον καμβά και παρεμβαίνουν στο στρώμα της προετοιμασίας και του
χρώματος. Κατά συνέπεια, η παρούσα μελέτη διερευνά την αφαίρεση με λέιζερ ως πιθανή
εναλλακτική λύση.
Για τη συστηματική προσέγγιση αυτού του στόχου, θα εξεταστούν μια σειρά τεχνικών
δειγμάτων, που αποτελούνται από λεπτά υμένια σε πλάκες χαλαζία. Θα προσδιοριστούν οι
οπτικές ιδιότητες των υλικών, τόσο σε φρέσκιες όσο και σε συνθήκες θερμικής γήρανσης.
Επιπλέον, θα διερευνηθεί η συμπεριφορά χάραξης των υλικών κατά την ακτινοβόληση με
σύστημα UV Excimer KrF, που εκπέμπει στα 248 nm. Τα πειραματικά αποτελέσματα από τα
τεχνικά δείγματα θα διασταυρωθούν και θα αξιολογηθούν με τη χρήση μοντέλων
προσομοίωσης