University of Crete

E-Locus
Not a member yet
    11894 research outputs found

    Η εξέλιξη της ιατρικής στη Γερμανία (1930-1945), μια περίοδος ιατρικής επίπλαστης ηθικοπλασίας , ένα μάθημα δημόσιας υγείας για το σύγχρονο ιατρό

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά το πώς η ιατρική πρακτική στη ναζιστική Γερμανία εξελίχθηκε σε εργαλείο κρατικής εξόντωσης και πώς αυτό το ιστορικό παράδειγμα συνέβαλε καθοριστικά στη θεμελίωση της σύγχρονης βιοηθικής. Μέσα από την ανάλυση του Προγράμματος Ευθανασίας Τ4 και των πρακτικών που ακολούθησαν οι Ναζί ιατροί, αναδεικνύεται η σταδιακή υπονόμευση των ιατρικών και δεοντολογικών αρχών, καθώς και η ιδεολογική χρήση της ιατρικής για φυλετικούς και πολιτικούς σκοπούς. Η διεξαγωγή της μελέτης της ιατρικής μεταξύ των ετών 1930 και 1945 περιοριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην οπτική γωνία του δράστη. Ο ηγετικός και αυταρχικός ρόλος που διαδραμάτισαν οι ιατροί στη Γερμανία κατά τα χρόνια του ναζισμού, θέτει συνεχείς προκλήσεις για τις επόμενες γενιές ώστε να ερευνήσουν το θέμα σε βάθος. Μέσω της ιστορικής αναδρομής και της ανάλυσης πρωτογενών και δευτερογενών πηγών, αναδεικνύεται η ανάγκη για συνεχή επαγρύπνηση απέναντι σε ηθικές παρεκκλίσεις, καθώς και η αξία της βιοηθικής ως μέσο πρόληψης μελλοντικών εκτροπών. Η μεθοδολογική προσέγγιση περιλαμβάνει τη συστηματική μελέτη ιστορικών εγγράφων, τη θεματική κατηγοριοποίηση των μορφών ιατρικής εκτροπής και την αποτίμηση των διεθνών αντιδράσεων. Σκοπό της εργασίας αποτελεί η μελέτη της εξέλιξης της ιατρικής στη Γερμανία (1930-1945). Η επιλογή της συγκεκριμένης περιόδου οφείλεται στο γεγονός ότι αντιπροσωπεύει μια εποχή επιφανειακής ηθικής στην ιατρική, η οποία οφείλει να διδάσκεται ως κρίσιμο παράδειγμα στη σύγχρονη εκπαίδευση δημόσιας υγείας. Η εργασία παρουσιάζει επίσης τις θεσμικές και δεοντολογικές επιπτώσεις που επέφεραν αυτές οι πρακτικές, καταλήγοντας στον Κώδικα της Νυρεμβέργης και τη θεσμοθέτηση αρχών όπως η εθελοντική συναίνεση, ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προστασία των ασθενών. Βασιζόμενη σε δημοσιευμένο και αδημοσίευτο υλικό, η μελέτη αποκαλύπτει τον εξευτελισμό των ανθρώπινων όντων και ειδικά των ψυχικά ασθενών, των ατόμων με αναπηρία και των διαφορετικών εθνοτικών ομάδων μέχρι τον εξευτελισμό τους, τη στείρωση και τελικά την «ακούσια ευθανασία». Από τα αποτελέσματα φάνηκε πως τα λάθη ηθικής που περιβάλανε τα πειράματα-βασα^στήρια που διαπράχθηκαν από τους γιατρούς των Ναζί ανάγκασαν τον κόσμο να αναλογιστεί τις πτυχές των ηθικών θεμάτων στην υγειονομική περίθαλψη και οδήγησαν στη διατύπωση της σύγχρονης βιοηθικής και στην αναγνωρισμένη πλέον σημασία των ηθικών αρχών στην πρακτική και την έρευνα στον τομέα της υγείας. Η μελέτη αυτή δεν περιορίζεται σε ιστορική τεκμηρίωση, αλλά αποσκοπεί και στην καλλιέργεια ηθικής ευαισθητοποίησης για το σήμερα. Αναδεικνύεται η σημασία της διαρκούς εκπαίδευσης των επαγγελματιών υγείας πάνω σε ηθικά διλήμματα, καθώς και η ανάγκη ύπαρξης θεσμικών μηχανισμών που διασφαλίζουν τη δεοντολογική πρακτική σε κάθε μορφή ιατρικής έρευνας και φροντίδας. Το παρελθόν λειτουργεί ως ηθικός καθρέφτης, υπενθυμίζοντας ότι ακόμη και οι επιστήμες μπορούν να εκτραπούν όταν χάσουν τον ανθρωποκεντρικό τους προσανατολισμό.This dissertation investigates how medical practice in Nazi Germany evolved into a tool of state extermination and how this historical example decisively contributed to the foundation of modern bioethics. Through the analysis of the T4 Euthanasia Program and the practices followed by Nazi doctors, the gradual undermining of medical and ethical principles is highlighted, as well as the ideological use of medicine for racial and political purposes. The perspective. The leading role that doctors played in Germany during the Nazi years poses ongoing challenges for future generations to explore the subject in depth. Through historical review and analysis of primary and secondary sources, the need for constant vigilance against ethical deviations is emphasized, along with the value of bioethics as a means of preventing future abuses. The methodological approach includes the systematic study of historical documents, thematic categorization of forms of medical deviation, and assessment of international responses. The aim of the dissertation is to study the evolution of medicine in Germany (19301945). This particular period was chosen because it represents an era of medical pseudo-ethics and, at the same time, serves as a public health lesson for the modern physician. The dissertation also presents the institutional and ethical consequences that these practices brought about, culminating in the Nuremberg Code and the establishment of principles such as voluntary consent, respect for human dignity, and patient protection. Based on published and unpublished material, the study reveals the degradation of human beings, especially psychiatric patients, persons with disabilities, and targeted ethnic groups, up to humiliation, experiments and ethical errors committed by Nazi doctors forced the world to reflect on the aspects of ethical issues in healthcare and led to the formulation of modern bioethics and the now recognized importance of ethical principles in health practice and research. This study is not limited to historical documentation but also aims to cultivate ethical awareness for today. It highlights the importance of continuous education of health professionals on ethical dilemmas, as well as the need for institutional mechanisms that ensure ethical practice in all forms of medical research and care. The past serves as a moral mirror, reminding us that even sciences can go astray when they lose their human-centered orientatio

    Prospective comparative study of malnutrition screening tools in general surgery

    No full text
    Εισαγωγή: Η διατροφική κατάσταση των νοσηλευόμενων ασθενών αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό και τροποποιήσιμο παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την πρόγνωση, τη θεραπευτική αντιμετώπιση και τη μετεγχειρητική πορεία. Η υποθρεψία έχει αναγνωριστεί ως ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης αυξημένης νοσηρότητας και θνητότητας, καθώς και παράτασης του χρόνου νοσηλείας και ειδικά στους χειρουργικούς ασθενείς επηρεάζει δυσμενώς την επούλωση τραυμάτων, αυξάνει τις μετεγχειρητικές λοιμώξεις και την πιθανότητα εξόδου προς κέντρα αποκατάστασης. Παρά τη σημασία της, συχνά υποδιαγιγνώσκεται στην κλινική πράξη, κυρίως λόγω της απουσίας καθολικά αποδεκτών εργαλείων αξιολόγησης και της ετερογένειας στις χρησιμοποιούμενες μεθόδους. Τα εργαλεία προσυμπτωματικού ελέγχου (screening tools) που βασίζονται σε δομημένα ερωτηματολόγια έχουν το πλεονέκτημα της ταχύτητας, της ευκολίας εφαρμογής και της επαναληψιμότητας. Ωστόσο, η εφαρμογή τους στους χειρουργικούς ασθενείς παραμένει ελλιπώς μελετημένη. Η ανάγκη επιλογής του καταλληλότερου εργαλείου για την αναγνώριση ασθενών υψηλού διατροφικού κινδύνου καθίσταται επιτακτική, καθώς η έγκαιρη ανίχνευση και η στοχευμένη παρέμβαση μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις ανεπιθύμητες εκβάσεις. Σκοπός: Η παρούσα προοπτική μελέτη είχε ως στόχο τη σύγκριση επτά εργαλείων εκτίμησης της θρεπτικής κατάστασης (MNA-SF, MST, MUST, NRI, NRS-2002, PONS και SNAQ), ως προς τη διαγνωστική τους ακρίβεια και την προγνωστική τους ικανότητα σε σχέση με τις μετεγχειρητικές εκβάσεις. Μέθοδοι: Πρόκειται για πολυκεντρική, προοπτική μελέτη κοόρτης. Συμπεριλήφθηκαν διαδοχικοί ασθενείς που υποβλήθηκαν σε προγραμματισμένη ή επείγουσα μείζονα χειρουργική επέμβαση γενικής χειρουργικής για καλοήθη ή κακοήθη νοσήματα, σε 12 ελληνικά νοσοκομεία, κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου 2022 έως Δεκεμβρίου 2023. Ασθενείς που δεν μπορούσαν να παράσχουν διατροφικό ιστορικό ή/και έγγραφη συγκατάθεση αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Η υποθρεψία διαγνώστηκε βάσει του Subjective Global Assessment (SGA), το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο αναφοράς (gold standard). Παράλληλα, εφαρμόστηκαν οκτώ εργαλεία εκτίμησης διατροφικού κινδύνου: GLIM (Global Leadership Initiative on Malnutrition), MNA-SF (Mini Nutrition Assessment – Short Form), MST (Malnutrition Screening Tool), MUST (Malnutrition Universal Screening Tool), NRI (Nutritional Risk Index), NRS-2002 (Nutrition Risk Screening 2002), PONS (Perioperative Nutrition Screen) και SNAQ (Short Nutrition Assessment Questionnaire). Αξιολογήθηκε η διαγνωστική ακρίβεια των εργαλείων ως προς την ευαισθησία, την ειδικότητα, τον διαγνωστικό λόγο πιθανοτήτων (diagnostic odds ratio) και την επιφάνεια κάτω από την καμπύλη ROC (AUC). Επίσης, εξετάστηκε η εγκυρότητα εννοιολογικής κατασκευής μέσω συσχετίσεων με συναφείς μεταβλητές (construct validity) καθώς και η προγνωστική εγκυρότητα για την εμφάνιση επιπλοκών, μέσω λογιστικής παλινδρόμησης. Αποτελέσματα: Συνολικά στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 1.649 ασθενείς. Η πλειονότητα αυτών υποβλήθηκε σε επεμβάσεις παχέος εντέρου (58%), ενώ το 21% σε επεμβάσεις ανώτερου γαστρεντερικού και το 14% σε επεμβάσεις ήπατος-παγκρέατος-χοληφόρων. Σύμφωνα με την εκτίμηση μέσω του SGA, το 34,1% των ασθενών αναγνωρίστηκαν ως υποθρεπτικοί. Η εγκυρότητα του SGA επιβεβαιώθηκε τόσο ως προς τη συμφωνία με σχετικές κλινικές παραμέτρους όσο και ως προς την προγνωστική του ικανότητα. Η εκτίμηση του κινδύνου υποθρεψίας διέφερε σημαντικά μεταξύ των εργαλείων. Η αξιολόγηση του κινδύνου υποθρεψίας κυμαινόταν από 24% με βάση το εργαλείο NRS-2002 έως και 58.6% με βάση το MNA-SF. Στις διαβαθμισμένες (ordinal) κλίμακες, τα εργαλεία MNA-SF (AUC = 0,83, 95% CI: 0,81–0,85) και MUST (AUC = 0,79, 95% CI: 0,77–0,82) παρουσίασαν την καλύτερη διακριτική ικανότητα για την ανίχνευση υποθρεψίας, με χαμηλό βαθμό ετερογένειας μεταξύ των συμμετεχόντων κέντρων. Ως δυαδικοί ταξινομητές, τα εργαλεία MNA-SF και MUST ανέδειξαν υψηλούς διαγνωστικούς λόγους πιθανοτήτων: OR = 30,2 (95% CI: 20,2–45,1) και OR = 16,1 (95% CI: 12,4–21,1) αντίστοιχα. Παρά ταύτα, μόνο το MUST προσέγγισε ισοδύναμα επίπεδα ευαισθησίας και ειδικότητας (~80%), καθιστώντας το κατάλληλο εργαλείο τόσο για διαγνωστική όσο και για προγνωστική χρήση. Συζήτηση: Η έγκαιρη αναγνώριση των υποθρεπτικών ή υψηλού κινδύνου ασθενών και η στοχευμένη διατροφική παρέμβαση προ της επέμβασης μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση των κλινικών εκβάσεων. Στην παρούσα μελέτη, ο εργαλείο MUST αποδείχθηκε το πλέον αξιόπιστο ως προς την αναγνώριση ασθενών υψηλού διατροφικού κινδύνου και την πρόβλεψη μετεγχειρητικών επιπλοκώνIntroduction: The nutritional status of hospitalized patients is a critical and modifiable factor that directly influences prognosis, therapeutic management, and postoperative outcomes. Malnutrition has been recognized as an independent prognostic indicator of increased morbidity and mortality, as well as prolonged hospital stay. In surgical patients specifically, it adversely affects wound healing, increases the incidence of postoperative infections, and raises the likelihood of discharge to rehabilitation facilities. Despite its significance, malnutrition is frequently underdiagnosed in clinical practice, mainly due to the absence of universally accepted assessment tools and the heterogeneity of applied methodologies. Screening tools based on structured questionnaires offer the advantages of speed, ease of application, and reproducibility. However, their utility in surgical populations remains insufficiently studied. The need to identify the most appropriate tool for detecting patients at high nutritional risk is imperative, as early detection and targeted nutritional intervention can significantly reduce adverse outcomes. Aim of the study: The objective of this prospective study was to compare seven nutritional screening tools (MNA-SF, MST, MUST, NRI, NRS-2002, PONS, and SNAQ) in terms of their diagnostic accuracy and prognostic capacity regarding postoperative outcomes. Methods: This was a multicentre prospective cohort study. Consecutive adult patients undergoing elective or emergency major abdominal operations for benign or malignant conditions were included from 12 hospitals across Greece between January 2022 and December 2023. Patients unable to provide nutritional history and/or written informed consent were excluded. Malnutrition was diagnosed using the Subjective Global Assessment (SGA), which served as the reference standard. In addition, eight malnutrition risk assessment tools were applied: GLIM (Global Leadership Initiative on Malnutrition), MNA-SF (Mini Nutritional Assessment – Short Form), MST (Malnutrition Screening Tool), MUST (Malnutrition Universal Screening Tool), NRI (Nutritional Risk Index), NRS-2002 (Nutrition Risk Screening 2002), PONS (Perioperative Nutrition Screen), and SNAQ (Short Nutrition Assessment Questionnaire). Diagnostic accuracy was assessed in terms of sensitivity, specificity, diagnostic odds ratio and area under the receiver operating characteristic curve (AUC). Construct validity was evaluated through associations with clinically relevant variables, and prognostic validity was assessed using logistic regression models. Results: A total of 1,649 patients were included in the study. The majority underwent colorectal surgery (58%), while 21% underwent upper gastrointestinal surgery and 14% underwent hepatobiliary operations . According to the SGA, 34.1% of patients were classified as malnourished. The validity of the SGA was confirmed both in terms of agreement with clinical parameters and prognostic relevance. The estimated prevalence of malnutrition risk varied significantly across tools, ranging from 24.0% using the NRS-2002 to 58.6% with the MNA-SF. Among ordinal scale tools, the MNA-SF (AUC = 0.83, 95% CI: 0.81–0.85) and MUST (AUC = 0.79, 95% CI: 0.77–0.82) demonstrated the highest discriminatory ability, with minimal inter-centre heterogeneity. As binary classifiers, both MNA-SF and MUST yielded high diagnostic odds ratios—30.2 (95% CI: 20.2–45.1) and 16.1 (95% CI: 12.4–21.1), respectively. However, only MUST achieved a balanced sensitivity and specificity close to 80%, rendering it suitable for both diagnostic and prognostic use. Discussion: Early identification of malnourished or high-risk patients and implementation of targeted nutritional interventions prior to surgery may significantly improve clinical outcomes. In the present study, the MUST tool emerged as the most reliable in detecting patients at high nutritional risk and in predicting postoperative complications

    Σχέση δομής-λειτουργίας των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας και ο ρόλος τους στην ανάπτυξη της αθηροσκλήρωσης

    No full text
    Η καρδιαγγειακή νόσος είναι η κύρια αιτία θνησιμότητας παγκοσμίως σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) και αφορά σε διαταραχές της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων, όπως η στεφανιαία νόσος (ΣΝ). Η ΣΝ προκαλείται από την αθηροσκλήρωση, μια χρόνια φλεγμονώδη διαταραχή του αρτηριακού τοιχώματος, που προκύπτει από μια ανισορροπία στο μεταβολισμό των λιπιδίων και τις ανοσολογικές αποκρίσεις. Μέχρι σήμερα, πολυάριθμες επιδημιολογικές και κλινικές μελέτες έχουν καταδείξει μια αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ του κινδύνου ανάπτυξης ΣΝ και των επιπέδων χοληστερόλης των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (High Density Lipoprotein, HDL) στο πλάσμα. Ο παραπάνω συσχετισμός οδήγησε σε αρκετές κλινικές προσπάθειες που είχαν ως στόχο μείωση του κινδύνου ανάπτυξης ΣΝ με φαρμακολογική αύξηση των επιπέδων της HDL χοληστερόλης. Ωστόσο, τα δυσμενή και παράδοξα ευρήματα που προέκυψαν από διαφορετικές κλινικές, επιδημιολογικές, πληθυσμιακές και γενετικές μελέτες έχουν μετατοπίσει το σύγχρονο επιστημονικό ενδιαφέρον από τη συγκέντρωση (ποσότητα) της HDL χοληστερόλης στη λειτουργικότητα (ποιότητα) των σωματιδίων της HDL η οποία ενσωματώνει πολλές πρωτεΐνες και λιπίδια με μοναδικές λειτουργίες. Δεδομένου ότι η διάκριση μεταξύ της ποσότητας και της ποιότητας της HDL χοληστερόλης είναι κρίσιμη και αντανακλά τις ευεργετικές πλειοτροπικές επιδράσεις της HDL έναντι της αθηροσκλήρωσης, ο κύριος στόχος αυτής της διδακτορικής διατριβής είναι να διερευνήσει τη σχέση δομής-λειτουργίας της HDL και το ρόλο της στην ανάπτυξη της αθηροσκλήρωσης. Στο Υποκεφάλαιο 3.1 μελετήσαμε την επίδραση του ενζύμου μυελοϋπεροξειδάση (myeloperoxidase, MPO) στη δομή και τη λειτουργικότητα της HDL in vivo. Η MPO, μια υπεροξειδάση που προέρχεται από τα λευκοκύτταρα, εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της φλεγμονής και συνδέεται με την HDL μειώνοντας τη λειτουργικότητά της και συμβάλλοντας στην αθηροσκλήρωση. Επιπλέον, η απολιποπρωτεΐνη Α-Ι (αποA-I), το κύριο πρωτεϊνικό συστατικό της HDL, κατέχει κεντρικό ρόλο στη βιοσύνθεση, τη δομή και τη λειτουργία της HDL αλληλεπιδρώντας με έναν αριθμό υποδοχέων και ενζύμων. Οι προαναφερθείσες αλληλεπιδράσεις πυροδοτούν την ενεργοποίηση των αθηροπροστατευτικών ιδιοτήτων της HDL όπως την εκροή χοληστερόλης καθώς και τις αντιοξειδωτικές, αντιφλεγμονώδεις, αντι-αποπτωτικές και αντιθρομβωτικές της ιδιότητες. Ως εκ τούτου, δημιουργήσαμε ανασυνδυασμένους αδενοϊούς που εκφράζουν την αγρίου τύπου και τις μεταλλαγμένες μορφές, Μet148Αla (M148A) και Tyr192Αla (Y192A), της ανθρώπινης αποA-I και της ανθρώπινης MPO και τους ενέσαμε σε ποντίκια με έλλειψη στο γονίδιο της αποΑ-Ι (αποΑ-Ι-/-). Μετά την ένεση των αδενοϊών, διαπιστώσαμε ότι τα ποντίκια με υπερεκφρασμένη MPO είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα αποA-I και HDL στο πλάσμα χωρίς να επηρεάζεται η έκφραση γονιδίων που σχετίζονται με τη σύνθεση ή τον καταβολισμό της HDL στο ήπαρ. Στη συνέχεια, εξετάσαμε περαιτέρω την επίδραση της υπερεκφρασμένης MPO στο ήπαρ ποντικών με έλλειψη στο γονίδιο της αποΑ-Ι αναλύοντας τα επίπεδα mRNA των προ- και αντι-φλεγμονωδών κυτταροκοκινών χρησιμοποιώντας τη μέθοδο αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης πραγματικού χρόνου (αγγλ. qRT-PCR). Διαπιστώθηκε λοιπόν οτι η υπερέκφραση MPO μείωσε την μεταγραφική έκφραση των προφλεγμονωδών και αύξησε ή δεν επηρέασε την έκφραση των αντιφλεγμονωδών γονιδίων υποδηλώνοντας ότι η MPO δεν είχε τοξικές επιδράσεις στο ήπαρ. Επιπλέον, διερευνήσαμε την επίδραση της αγρίου τύπου ή μεταλλαγμένων μορφών της αποΑ-Ι και MPO στα παραγόμενα σωματίδια της HDL πραγματοποιώντας πειράματα ηλεκτροφόρησης δύο διαστάσεων (2D electrophoresis) και χρωματογραφίας πρωτεϊνών υγρής φάσης (Fast Proetin Liquid Chromatography, FPLC). Στο πλάσμα των ποντικών που υπερεκφράζουν την MPO, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές στο μέγεθος της HDL ή στην ηλεκτροφορητική κινητικότητα με εξαίρεση τα ποντίκια που εκφράζουν την αποA-I (M148A) στα οποία παρατηρήθηκε σημαντική παρουσία pre-β HDL σωματιδίων σε σχέση με τα σωματίδια άλφα (α), υποδηλώνοντας ότι η μετάλλαξη αποΑ-Ι (M148A) μπορεί να επηρεάσει την αναδιαμόρφωση της HDL. Τέλος, δείξαμε ότι η υπερέκφραση της MPO συσχετίστηκε με μειωμένη αντιοξειδωτική ικανότητα των σωματιδίων HDL σε όλα τα ποντίκια. Είναι ενδιαφέρον ότι τα σωματίδια HDL που φέρουν της μεταλλαγή αποΑ-Ι (Y192A) παρουσίασαν ενισχυμένη εκροή χοληστερόλης μέσω του μεταφορέα ABCA1 (ATP binding cassette subfamily A member 1) στα μακροφάγα, ανεξάρτητη από την παρουσία της μυελοπεροξειδάσης, και αυτά τα ποντίκια είχαν μειωμένα επίπεδα χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας (αγγλ. LDL). Η μελέτη που συζητήθηκε στο Yποκεφάλαιο 3.2 πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το εργαστήριο της Καθηγήτριας Φαρμακογονιδιωματικής στην Ιατρική σχολή Αθηνών, κυρίας Δέσποινας Σανούδου και η συμμετοχή του εργαστηρίου μας σε αυτή αφορούσε στη διερεύνηση του αθηροπροστατευτικού δυναμικού της ανασυσταθείσας HDL (reconstituted HDL) που περιέχει την ανθρώπινη απολιποπρωτεΐνη Ε3 (rHDL-apoE3), in vivo. Συγκεκριμένα, αξιολογήσαμε την δράση της rHDL-apoE3 υπό παθολογικές καταστάσεις. Ως εκ τούτου, χρησιμοποιήθηκαν ποντίκια με απαλειφή στο γονίδιο της αποΕ3 (αποΕ-/-), ένα καλά μελετημένο μοντέλο ποντικών με υπερχοληστερολαιμία, αθηροσκλήρωση και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Μετά την ένεση rHDL-apoE3 σε ποντίκια αποΕ-/-, βρήκαμε ότι μια εφάπαξ δόση οδήγησε σε σημαντικά μειωμένα επίπεδα LDL στο πλάσμα συνοδευόμενα από αυξημένη συγκέντρωση χοληστερόλης στο ήπαρ, υποδηλώνοντας γρήγορη κάθαρση των σωματιδίων LDL μέσω δέσμευσης της αποΕ στους ηπατικούς υποδοχείς. Επιπλέον, η ανάλυση λιπιδίων του ορού σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία έδειξε ότι τα επίπεδα τριγλυκεριδίων αυξήθηκαν παροδικά σε ποντίκια που έλαβαν rHDL-apoE3 λόγω της γρήγορης κάθαρσης της αποΕ από την κυκλοφορία. Τέλος, για να αξιολογήσουμε την επίδραση της rHDL-apoE3 στην αγγειακή διαπερατότητα, χρησιμοποιήσαμε την μπλε χρωστική Evans blue, η οποία συνδέεται με τη λευκωματίνη και μεταφέρεται σε γειτονικούς ιστούς υπό παθολογικές συνθήκες όπου το ενδοθήλιο καθίσταται διαπερατό. Με βάση αυτό, διερευνήσαμε ότι μία μόνο ένεση rHDL-apoE3 στην ουραία φλέβα των αποΕ-/- ποντικών ήταν ικανή να βελτιώσει την αγγειακή διαπερατότητα, όπως αποδεικνύεται από τη μειωμένη συγκέντρωση της χρωστικής σε ορισμένους ιστούς όπως το στομάχι, η γλώσσα και η ουροδόχος κύστη. Στη συνέχεια, στο Υποκεφάλαιο 3.3 δημιουργήσαμε ανασυνδυασμένο αδενοϊό που εκφράζει την ανθρώπινη GALNT2 και την αναλύσαμε σε ποντίκια με έλλειψη στο ενδογενές γονίδιο της αποΑ-Ι, που τρέφονταν με κανονική ή πλούσια σε λιπαρά δίαιτα προκειμένου να διερευνήσουμε την επίδραση της ανθρώπινης GALNT2 στον μεταβολισμό των λιποπρωτεϊνών in vivo. Η ανθρώπινη GALNT2 είναι μια γλυκοτρανσφεράση και συσχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την γλυκοζυλίωση, μια από τις πιο σημαντικές μορφές μετα-μεταφραστικών τροποποιήσεων που επηρεάζει την αναδίπλωση, την επεξεργασία, την έκκριση και τις λειτουργίες των πρωτεϊνών. Οι αλλαγές στην κατάσταση γλυκοζυλίωσης των πρωτεϊνών σχετίζονται με παθολογικές καταστάσεις όπως η δυσλιπιδαιμία και η αθηροσκλήρωση. Σύμφωνα με τα ευρήματά μας, η υπερέκφραση της ανθρώπινης GALNT2 δεν επηρέασε το λιπιδαιμικό προφίλ των ποντικών που τρέφονταν με δίαιτα πλούσια σε λιπαρά HFD, αλλά αύξησε τη συνολική χοληστερόλη και την LDL και μείωσε τα επίπεδα HDL, τριγλυκεριδίων και VLDL σε ποντίκια που τρέφονταν με κανονική τροφή. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η υπερέκφραση της GALNT2 ρυθμίζει το μεταβολισμό των λιποπρωτεϊνών και υποδεικνύουν πιθανές πρωτεΐνες που σχετίζονται με το μεταβολισμό των λιποπρωτεϊνών ως τροποποιητικά υποστρώματα για γλυκοζυλίωση. Ένα ενδιαφέρον εύρημα της παρούσας μελέτης ήταν ότι η υπερέκφραση της ανθρώπινης GALNT2 σε ποντίκια που τρέφονταν με κανονική τροφή είχε ως αποτέλεσμα σημαντική μείωση στα επίπεδα mRNA των κύριων μεταβολικών ενδιάμεσων στην οδό της ενδοκυτταρικής σύνθεσης χοληστερόλης, που ελέγχεται από το SREBP-2. Το εάν η ανθρώπινη έκφραση GALNT2 σε συστήματα trans-Golgi και ER επηρεάζει την ενεργοποίηση του SREBP2 άμεσα ή έμμεσα μέσω μετα-μεταφραστικής τροποποίησης απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση. Τέλος, η μελέτη που συζητήθηκε στο Υποκεφάλαιο 4.4 παρείχε τα εργαλεία για περαιτέρω διερεύνηση του ρόλου των συγκεκριμένων καταλοίπων της αποΑ-Ι στη δομή και τις λειτουργίες της HDL και στην πρόληψη και θεραπεία της αθηροσκλήρωσης. Δεδομένου ότι η μελέτη των μεταλλάξεων αποΑ-Ι με αδενο-διαμεσολαβούμενη μεταφορά σε ασθένειες που αναπτύσσονται σε μεγάλες περιόδους, όπως η αθηροσκλήρωση, ήταν απαγορευτική, αναπτύξαμε περαιτέρω ιικούς φορείς που σχετίζονται με αδενοειδείς φορείς που προάγουν τη μακροπρόθεσμη έκφραση του γονιδίου ενδιαφέροντος σε διάφορα ζωικά μοντέλα, καθιστώντας δυνατή την εξέταση χρόνιων ασθενειών. Για το λόγο αυτό, δημιουργήσαμε, ενισχύσαμε και καθαρίσαμε ανασυνδυασμένους αδενο-συσχετισμένους ιούς που εκφράζουν της αγρίου τύπου αποΑ-Ι (apoA-I wt) και τις μεταλλαγές αποΑ-Ι(Asp89Ala/Glu91Ala/Glu92Ala) [apoA-I(D89A/E91A/E92A)] και αποΑ- Ι(Leu218Ala/Leu219Ala/Val221Ala/Leu222Ala) [apoA-I(L218A/L219A/V221A/L222A) ] για μελλοντική χρήση και in vitro και in vivo μελέτες.Cardiovascular disease (CVD) is the leading cause of mortality worldwide according to the World Health Organization (WHO) and consists of heart and blood vessel disorders such as coronary artery disease (CAD). CAD is caused by atherosclerosis, a chronic inflammatory disorder of the arterial wall, arising from an imbalance in lipid metabolism and immune responses. To date, numerous epidemiological and clinical studies have demonstrated an inverse association between the risk of developing CAD in humans and plasma high-density lipoprotein (HDL) cholesterol levels. Based on this relationship, several clinical efforts were made to decrease the CAD risk by pharmacologically increasing the HDL cholesterol levels. Nevertheless, the adverse and paradoxical findings obtained from different clinical trials, epidemiological and population studies, and genetic studies have shifted the current focus from HDL cholesterol concentration (quantity) to HDL particle functionality (quality) which incorporates many proteins and lipids with unique functions. Since the distinction between HDL cholesterol quantity and quality is crucial and reflects the beneficial pleiotropic effects of HDL, the main goal of this PhD thesis is to explore the structure-function relationship of HDL and its role in the development of atherosclerosis. In Subchapter 3.1 we studied the effect of the enzyme myeloperoxidase (MPO) on HDL structure and functionality in vivo. MPO, a leukocyte-derived peroxidase, is highly expressed during inflammation and associates with HDL by reducing its functionality and contributing to atherosclerosis. Additionally, apolipoprotein A-I (apoA-I), the primary protein component of HDL, possesses a central role in HDL biosynthesis, structure and function by interacting with a number of receptors and enzymes, including ABCA1, ABCG1, SR-BI and LCAT. The aforementioned interactions trigger the activation of atheroprotective properties of HDL such as cholesterol efflux and anti-oxidative, anti-inflammatory, anti-apoptotic and anti-thrombotic properties. Based on these, we generated recombinant adenoviruses expressing the wild type (WT) and mutant forms, Met148Ala (M148A) and Tyr192Ala (Y192A), of human apoA-I and human MPO and analyzed them in apoA-I -/- mice. Following injection of adenoviruses, we found that mice with overexpressed MPO had considerably higher plasma apoA-I and HDL levels without affecting the expression of genes related to the liver's HDL synthesis or catabolism. Next, we further examined the effect of overexpressed MPO in the liver of apoA-I -/- mice by analyzing the mRNA levels of pro- and anti-inflammatory cytokines using the RT-qPCR method. As a result, MPO overexpression reduced the expression of pro-inflammatory genes and increased or did not affect the expression of anti-inflammatory genes suggesting that MPO had no toxic effects in the liver. Moreover, we investigated the effect of WT or mutant apoA-I forms and MPO on generated HDL particles by performing two-dimensional electrophoresis (2D-PAGGE) and Fast Protein Liquid Chromatography (FPLC) filtration chromatography. In the plasma of mice overexpressing MPO, no significant alterations in HDL size or electrophoretic mobility was observed with the exception of mice expressing apoA-I (M148A) which showed enriched pre-b relative to alpha (α) HDL particles, suggesting that the apoA-I (M148A) mutation may interfere with HDL remodelling. Finally, we showed that overexpression of MPO was associated with reduced anti-oxidant capacity of HDL particles in all mice. Interestingly, HDL particles bearing apoA-I (Y192A) showed enhanced ABCA1 dependent cholesterol efflux from macrophages which was not affected by MPO and these mice had reduced levels of LDL cholesterol. The study discussed in Subchapter 3.2 performed in collaboration with Dr. Despina Sanoudou’s laboratory in Medical School of Athens and our specific contribution was the exploration of the atheroprotective potential of reconstituted HDL (rHDL) containing human apolipoprotein E3 (apoE3), the most common variant of the polymorphic apoE, in vivo. In particular, we conducted an in vivo study using a well-established mouse model of hypercholesterolemia, atherosclerosis, and endothelial dysfunction, the apoE-/- mice in order to assess rHDL-apoE3 under pathological conditions. Following the injection of rHDL-apoE3 in apoE-/- mice, we found that a single dose led to significantly reduced plasma LDL levels accompanied by an increased concentration of cholesterol in the liver suggesting a fast clearance of LDL particles through binding of apoE to liver receptors. Moreover, serum lipid analysis at specific time points indicated that triglyceride levels were transiently increased in mice that received rHDL-apoE3 due to fast clearance of apoE from the circulation. Lastly, in order to evaluate the impact of rHDL-apoE3 on vascular permeability, we used Evans Blue dye which binds to albumin and transferred to adjacent tissues under pathological conditions where the endothelium becomes imperable. Based on that, we explored that a single injection of rHDL-apoE3 in the tail vein of apoE-/- mice was able to improve vascular permeability as evidenced by the reduced concentration of the dye in certain tissues such as the stomach, the tongue, and the urinary bladder. Next, in Subchapter 3.3 we generated recombinant adenovirus expressing the human GALNT2 and analyzed it in apoA-I -/- mice either fed with Chow or High Fat Diet (HFD) in order to investigate the effect of human GALNT2 on lipoprotein metabolism in vivo. Human GALNT2 is a glycotransferase and is highly corellated with O-linked glycosylation, one of the most significant forms of post-translational modifications which affects protein folding, processing, secretion and functions. Changes in the glycosylation status of proteins are associated with pathological conditions such as dyslipidemia and atherosclerosis. According to our findings, the overexpression of human GALNT2 did not affect the lipid profile of HFD-fed mice but increased the total cholesterol and LDL and decreased the HDL, triglycerides, and VLDL levels in chow-fed mice. These findings suggest that the overexpression of GALNT2 modulates lipoprotein metabolism and indicate lipoprotein metabolism-related proteins as modifying substrates for glycosylation. An intriguing finding of the present study was that overexpression of human GALNT2 in chow-fed mice resulted in a significant decrease in mRNA levels of the major metabolic intermediates in the pathway of intracellular cholesterol synthesis, controlled by SREBP-2 (Sterol regulatory element-binding protein 2). Whether human GALNT2 expression in trans-Golgi and ER (endoplasmic reticulum) systems affects the activation of SREBP2 directly or indirectly through post-translational modification requires further investigation. Lastly, the study discussed in Subproject 4.4 has provided the tools for further investigation of the role of specific apoA-I residues on HDL structure and functions and the prevention and treatment of atherosclerosis. Since the study of apoA-I mutations in diseases that develop over long periods, such as atherosclerosis, with adeno-mediated transfer was prohibitive, we further developed adeno-associated viral vectors that promote the long-term expression of the gene of interest in various animal models and enabling the examination of chronic diseases. For that reason, we generated, amplified and purified recombinant adeno-associated viruses expressing apoA-I wt, apoA-I [D89A/E91A/E92A], and apoA-I [L218A/L219A/V221A/L222A] for use both in vitro and in vivo studies

    Ρομποτική συγκράτηση αντικειμένων μέσω τεχνητής όρασης με χρήση βεντουζών αναρρόφησης ως τελικού επενεργητή

    No full text
    Κατά την αυτοματοποιημένη συγκομιδή ενός αντικειμένου με πολύ μεγάλη ταχύτητα μέσω ενός ρομποτικού συστήματος αναπτύσσονται στο αντικείμενο, λόγω αδράνειας, τεράστιες δυνάμεις οι οποίες είναι ανάλογες της μάζας του η οποία ενδέχεται να μην είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη. ΄Οταν ένα ρομποτικό σύστημα διαθέτει ως τελικό επενεργητή μια βεντούζα αναρρόφησης, θα πρέπει πρωτίστως να εκτιμηθεί η μορφή του αντικειμένου ώστε να βρεθεί το κατάλληλο σημείο πάνω στο αντικείμενο στο οποίο θα εφαρμοστεί η βεντούζα και το οποίο θα έχει την απαιτούμενη επιπεδότητα. ΄Ετσι διασφαλίζεται ένα ισχυρό κράτημα του αντικειμένου αφού παρέχεται ομοιόμορφη κατανομή δυνάμεων συγκράτησης του, δίνοντας στο ρομποτικό σύστημα την ικανότητα να το μεταφέρει γρήγορα και αξιόπιστα. Οι βεντούζες με μεγαλύτερη διάμετρο εφαρμογής στη βάση τους παρέχουν κατά κανόνα ισχυρότερη δύναμη συγκράτησης λόγω της μεγαλύτερης επιφάνειας στην οποία εφαρμόζονται αλλά απαιτείται και αντίστοιχη επίπεδη επιφάνεια εφαρμογής ώστε να αποφεύγονται οι διαρροές αέρα. Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας αξιοποιήθηκε ένα Καρτεσιανό ρομποτικό σύστημα το οποίο είναι εγκατεστημένο στο εργαστήριο Υπολογιστικής ΄Ορασης και Ρομποτικής του Ι.Π. του Ι.Τ.Ε. και είναι ικανό για την συγκομιδή και εναπόθεση αντικειμένων. Στον κάθετο άξονα του προσαρμόστηκε μια RGB κάμερα βάθους για την οπτική ανατροφοδότηση του ρομποτικού συστήματος. Αναπτύχθηκε και κατασκευάστηκε εξ αρχής μέσω τρισδιάστατης εκτύπωσης μια αρπάγη η οποία μπορεί να φέρει 3 διαφορετικές βεντούζες της επιλογής μας. Με την χρήση ενός βαθέως συνελικτικού νευρωνικού δικτύου (Mask R-CNN) για την α- νίχνευση αντικειμένων ενδιαφέροντος πραγματοποιείται κατάτμηση των νεφών σημείων τους. Κατόπιν αναπτύχθηκε αλγόριθμος ο οποίος αναζητά την μεγαλύτερη επίπεδη επιφάνεια στο νέφος σημείων κάθε αντικείμενου που ανιχνεύεται και επιλέγει αυτοματοποιημένα την καταλ- ληλότερη από τις διαθέσιμες βεντούζες της αρπάγης για την συγκράτηση και μεταφορά του αντικειμένου. Για την αποτίμηση της εφαρμογής της βεντούζας πάνω στα αντικείμενα χρησι- μοποιείται ένας αισθητήρας πίεσης ώστε σε περίπτωση απώλειας του αντικειμένου κατά την μεταφορά του να πραγματοποιούνται από το ρομποτικό σύστημα οι απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις. Ο πηγαίος κώδικας των εφαρμογών αναπτύχθηκε κάτω από την πλατφόρμα του λογι- σμικού υποστήριξης ρομποτικών εφαρμογών ROS, η οποία διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία και τις βιβλιοθήκες ανοικτού κώδικα, επιτρέποντας την απρόσκοπτη επικοινωνία μεταξύ υπο- λογιστικών μονάδων και αισθητήρων, ενώ προσφέρει και τη δυνατότητα προσομοίωσης του ρομποτικού συστήματος. Κατά τη διεξαγωγή πειραματικών δοκιμών διαπιστώθηκε ότι οι άξονες του Καρτεσιανού ρομπότ μπορούν να κινούνται ταυτόχρονα προς ένα σημείο-στόχο ομαλά με υψηλές ταχύτη- τες χωρίς κραδασμούς, επιτρέποντας στον τελικό επενεργητή να διαγράφει ευθεία τροχιά στο χώρο με ακρίβεια. Επιτεύχθηκε ακρίβεια 2 με 3 χιλιοστών κατά την προσέγγιση ενός επιθυμητού σημείου-στόχου μέσω οπτικής ανατροφοδότησης από την RGB-D κάμερα. Η κατασκευασθείσα εξ αρχής αρπάγη λειτούργησε άψογα και αξιόπιστα κατά τη συγκράτηση και μεταφορά των αντικειμένων. Τέλος, ο αλγόριθμος για την εύρεση της ιδανικής περιοχής, βάσει των γεωμετρικών χαρακτηριστικών της, πάνω στην επιφάνεια ενός αντικειμένου για την εφαρμογή της κατάλληλης βεντούζας αναρρόφησης και την αυτοματοποιημένη επιλογή της, λειτούργησε αποτελεσματικά δίνοντας τη βέλτιστη δυνατή λύση.During the automated grasping of an object in high-velocity transfer tasks, significant inertial forces are exerted on the object. The magnitude of these forces is directly proportional to the object’s velocity and its mass, which may not be uniformly distributed. When a robot equipped with a suction cup end-effector is required to grasp an object, it must first assess the object’s shape to locate a suitable point with a surrounding area that is smooth and flat. This ensures a strong seal and provides uniform grasping force, enabling the robot to lift and transfer the object reliably. Suction cups with a larger lip diameter tend to achieve a stronger grip due to the increased application surface area, which generates greater suction power. However, they also require a correspondingly larger flat surface on the object to ensure an effective seal and prevent air leakage. In this project, a Cartesian robot installed in the CVRL laboratory at ICS-FORTH is utilized for pick-and-place tasks, and a custom-designed gripper has been engineered to accommodate three different suction cups of our selection. An RGB-D camera, in a handeye configuration, captures point clouds of the environment beneath it to provide visual feedback. Using Mask R-CNN for object detection and segmentation, the point clouds of the objects of interest are cropped. An algorithm has been developed to identify the largest and flattest area on each detected object and to select the most suitable suction cup from the gripper, ensuring a secure grasp. To assess the effectiveness of the suction cup’s application on objects, a pressure sensor is utilized. In the event of object loss during transportation, the robotic system executes the necessary corrective maneuvers. The entire project was implemented using the Robot Operating System framework, which provided essential tools and libraries for robot software development, enabling efficient communication, control, and simulation capabilities. Experimental tests demonstrated that the robot’s axes can move simultaneously to a target point smoothly and without vibrations, even at high speeds, enabling the endeffector to achieve precise and stable straight trajectories. Integration with RGB-D vision enabled accurate 3D localization of objects, allowing the end-effector to reach target positions with high precision, achieving an error margin of approximately 2 to 3 millimeters. The custom-designed gripper operated flawlessly, demonstrating full operational reliability. Furthermore, the algorithm for identifying the optimal region on the surface of each detected object for suction cup application performed efficiently, consistently selecting the appropriate suction cup based on the object surface geometry to ensure a secure grip. The experimental videos conducted as part of this thesis have been made available on the YouTube channel accessible via the following link: https://www.youtube.com/@mcal1x/playlists To view the videos, please refer to the playlist titled "Vision-Based Grasping via the Use of Suction Cups as End Effector"

    Γενετικά μοντέλα για υπερ-ανάλυση στην ιατρική απεικόνιση

    No full text
    Με την πάροδο των χρόνων, η τεχνολογία της ιατρικής απεικόνισης έχει γνωρίσει σημαντική εξέλιξη, ανταποκρινόμενη στις αυξανόμενες απαιτήσεις για υψηλότερη ανάλυση εικόνων. Η Μαγνητική Τομογραφία (MRI) αποτελεί μια από τις πλέον ασφαλείς και προηγμένες μεθόδους απεικόνισης, παρέχοντας ζωτικής σημασίας πληροφορίες για την εσωτερική δομή του ανθρώπινου σώματος, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να αποκτηθούν με άλλες τεχνικές. Οι μαγνητικές τομογραφίες συμβάλλοντας στην ακρίβεια και την αποτελεσματικότητα των ιατρικών παρεμβάσεων, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη άρα και στην ευημερία των ασθενών. Η τεχνολογία του μαγνητικού τομογράφου στηρίζεται στις αρχές Nuclear Magnetic Resonance (NMR) , οπου ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του 1940. Οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις στην επεξεργασία σήματος, στις απεικονιστικές τεχνικές και στην υπολογιστική νοημοσύνη έχουν φέρει επαναστατικές βελτιώσεις, καθιστώντας τις εικόνες MRI θεμέλιο λίθο και αναντικατάστατο εργαλείο στη σύγχρονη διαγνωστική πρακτική. Παρ΄ όλα αυτά, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς, όπως ο θόρυβος, η χαμηλή ανάλυση και ο μεγάλος χρόνος σάρωσης, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για καινοτόμες προσεγγίσεις που θα ενισχύσουν την ποιότητά τους και θα βελτιώσουν τη διαγνωστική τους αξία. Η υπερ-ανάλυση Super-Resolution μέσω γενετικών μοντέλων Generative Models αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη λύση για την αντιμετώπιση αυτών των περιορισμών, αξιοποιώντας σύγχρονες τεχνικές βαθιάς μάθησης, όπως τα Generative Adversarial Networks (GANs) και τα Diffusion Models , που επιτρέπουν την παραγωγή εικόνων υψηλής ανάλυσης από δεδομένα χαμηλότερης ανάλυσης, διατηρώντας ταυτόχρονα σημαντικές λεπτομέρειες. Αυτές οι μέθοδοι όχι μόνο ενισχύουν την ποιότητα των εικόνων, διατηρώντας υψηλή πιστότητα, αλλά παράλληλα βελτιώνουν τη διαγνωστική ακρίβεια, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη βελτιστοποίηση της θεραπευτικής διαδικασίας. Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στην εφαρμογή προηγμένων γενετικών μοντέλων, όπως τα Latent Diffusion Models , τα οποία ξεχωρίζουν για την ικανότητά τους να παράγουν εικόνες υψηλής ποιότητας και αποτελούν κορυφαία επιλογή για την υπερ-ανάλυση στις ιατρικές εικόνες. Επιπλέον, διερευνώνται διάφορες παραλλαγές των Μοντέλων Διάχυσης, με διαφορετικές αρχιτεκτονικές και μηχανισμούς πρόβλεψης. Η εργασία εξετάζει την ικανότητα των μοντέλων να μεταφέρουν την υπάρχουσα γνώση τους σε νέα, παραλλαγμένα ή ελαφρώς διαφοροποιημένα δεδομένα, ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό για τη γενίκευση και την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων τους. Συνολικά, η έρευνα αποδεικνύει την ισχύ των γενετικών μοντέλων στην υπερ-ανάλυση και ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω εφαρμογές στην εξατομικευμένη φροντίδα και τη διαγνωστική πρακτική.The discipline of medical imaging has undergone significant progress in response to the growing demand for higher-resolution images. Amongst the most sophisticated and safest imaging modalities is magnetic resonance imaging (MRI), which provides essential insights into the human body’s internal organs that are hard to image with other methods. Having its roots in the principles of Nuclear Magnetic Resonance (NMR), MRI has advanced in parallel with, and in conjunction with, signal processing and imaging techniques, transcending the baseline of the diagnostic process. However, the acquisition process of these images its not an easy task; noisy environments, lack of fine details, and over-extending scan times, indicating a necessity for innovative approaches to enhance their quality. Super-resolution (SR) through generative models presents a promising avenue for overcoming these limitations. Contemporary deep learning techniques, including Generative Adversarial Networks and Diffusion Models, can generate high-resolution images from lower-resolution counterparts while preserving existing useful details. These methods enhancing diagnostic accuracy, by bolstering low-resolution images while maintaining fidelity, which is a very significant factor for the medical professionals, thereby ameliorating the therapeutic process. This thesis reviews the application of advanced generative models, focusing particularly on diffusion models, which are recognized as a state-of-the-art method for producing high-quality images in super-resolution imaging. Additionally, various diffusion model variants are explored, with different backbone architectures. Finally, it investigates the models’ ability to transfer their existing knowledge to new data, or slightly altered data, a critical feature for generalization and the reliability of their results. Overall, this study demonstrates the power of generative models in super-resolution, while exploring and aiming to cultivate new ideas to push the boundaries of image quality enhancement and practical applications across various domains

    Αλληλεπίδραση φάγων-βακτηρίων στο θαλάσσιο περιβάλλον της Ανταρκτικής

    No full text
    Οι βακτηριοφάγοι, ή αλλιώς φάγοι, είναι ιοί οι οποίοι μολύνουν βακτήρια και θεωρούνται οι πιο πολυπληθείς βιολογικές οντότητες στον πλανήτη. Οι φάγοι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στα θαλάσσια οικοσυστήματα, καθώς εκτιμάται ότι περίπου 20-40% των βακτηρίων στη θάλασσα υπόκεινται καθημερινά σε λύση εξαιτίας των φάγων. Με αυτόν τον τρόπο επηρεάζουν τους βιογεωχημικούς κύκλους, μεταβάλλουν τις μικροβιακές κοινότητες και ενισχύουν την ποικιλότητά τους μέσω μεταγωγής. Ο ρόλος των φάγων σε ακραία περιβάλλοντα, όπως αυτό της Ανταρκτικής, αναμένεται να είναι ακόμη πιο σημαντικός. Ωστόσο, ο Νότιος Ωκεανός παραμένει μία από τις λιγότερο μελετημένες περιοχές όσον αφορά τους ιούς. Στην μελέτη αυτή, έγινε απομόνωση και χαρακτηρισμός φάγων, καθώς και των βακτηρίων-ξενιστών τους, από το θαλάσσιο περιβάλλον της Ανταρκτικής. Εξετάστηκε η μορφολογία των φάγων με την χρήση ηλεκτρονικής μικροσκοπίας διέλευσης (TEM), προσδιορίστηκε το φάσμα των βακτηριακών ξενιστών και έγινε η ταυτοποίησή τους, αξιολογήθηκε η λυτική δράση των φάγων και η αλληλεπίδρασή τους με τα βακτήρια-ξενιστές σε διαφορετικές θερμοκρασίες και τέλος, πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις των γονιδιωμάτων των φάγων αλλά και των ξενιστών τους καθώς και φυλογενετικές αναλύσεις. Η παρούσα μελέτη είναι η πρώτη που αφορά την απομόνωση και τον χαρακτηρισμό φάγων από το θαλάσσιο περιβάλλον της Ανταρκτικής. Συγκεκριμένα, απομονώθηκαν πέντε διακριτοί φάγοι οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικούς μορφότυπους (Myovirus, Siphovirus και Podovirus), ενώ δύο από αυτούς ταυτοποιήθηκαν ως ήπιοι φάγοι. Το φάσμα των ξενιστών ποικίλει ανάλογα τον φάγο, από εξαιρετικά ειδικό σε πολύ ευρύ. Οι πιο άφθονοι ξενιστές ανήκουν στα είδη Pseudoalteromonas sp. και Psychrobacter sp. Όσον αφορά το πείραμα των θερμοκρασιών, η υψηλή θερμοκρασία επηρέασε αρνητικά τη λυτική ικανότητα ενός φάγου, ενώ οι υπόλοιποι δεν επηρεάστηκαν. Η γονιδιωματική ανάλυση των βακτηριακών ξενιστών αποκάλυψε γονίδια που σχετίζονται με την προσαρμογή τους σε κρύα περιβάλλοντα, ενώ επιπλέον αποκαλύφθηκε η παρουσία ενός προφάγου μέσα στο γονιδίωμα ενός ξενιστή. Τα ευρήματα αυτά παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την περαιτέρω κατανόηση των μικροβιακών κοινοτήτων και της αλληλεπίδρασης μεταξύ φάγων και βακτηρίων σε πολικά περιβάλλοντα, ωστόσο απαιτείται περαιτέρω έρευνα.Bacteriophages are viruses that infect exclusively bacteria and are considered the most abundant biological entities in the world. Phages play a critical role in marine ecosystems since it has been estimated that approximately 20-40% of marine bacteria get lysed by phages every day, thereby affecting biochemical cycles, altering microbial communities and enhancing biodiversity through transduction. Phages are expected to play an even more significant role in ecosystems, particularly in extreme environments like the polar regions. However, the Southern Ocean remains one of the most understudied areas regarding viral communities. In this study, we conducted isolation and characterization of phages and their hosts from the Antarctic marine environment. We conducted transmission electron microscopy (TEM) to visualize the phages, determined their host range and identified the host species, evaluated their infectivity across different temperatures, and performed whole-genome analyses of both the phages and their bacterial hosts, including phylogenetic analysis. This study represents the first isolation and characterization of five distinct phages from the Antarctic marine environment. These phages were found to be novel, exhibited diverse morphotypes (Myovirus, Siphovirus and Podovirus), while two of them were identified as temperate phages. Their host range varied from very broad to highly specific, depending on the phage and the most abundant host species identified were Pseudoalteromonas sp. and Psychrobacter sp. Higher temperatures negatively impacted the infectivity of one phage, while others remained unaffected. Genome analysis of the bacterial hosts revealed genes associated with cold adaptation, along with the detection of a prophage in one host genome. These findings provide essential information for further understanding viral-host interactions and communities in polar environments, though further research is still required

    Poetry about literature : poetic personas in the Greek 19th century

    No full text
    Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η εξέταση της αυτοαναφορικότητας στην ποίηση της περιόδου 1800-1880. Τα «ποιήματα ποιητικής», όπως ονομάζονται συμβατικά στη βιβλιογραφία, απαντώνται σε ποιητές όλων των εποχών. Στο νεότευκτο ελληνικό κράτος η ανάγκη συγκρότησης της εθνικής λογοτεχνίας επιτείνει τη συζήτηση γύρω από τους νέους κανόνες ποιητικής. Έτσι, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ο αυτοαναφορικός λόγος της ποίησης κατακλύζει τις συλλογές λυρικών ποιημάτων (περικείμενα, λογοτεχνικό κείμενο) και τις στήλες του περιοδικού τύπου, αναδεικνύοντας τον πολλαπλό χαρακτήρα του ποιητικού αυτού είδους. Αρχικά, το σώμα κειμένων έχει επιλεγεί με τη βοήθεια βασικών ερευνητικών εργαλείων: αποθετήρια ποίησης, καταλόγους (Παρουσιολόγιο Νεοελληνικής Ποίησης, Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού»), ψηφιοποιημένα φιλολογικά περιοδικά της εποχής (Λόγιος Ερμής, Αποθήκη των Ωφελίμων και Τερπνών Γνώσεων κ.α.), από όπου αντλούνται ποιήματα που μιλούν για την ποιητική τέχνη, την καλλιτεχνική δημιουργία, τη γέννηση της έμπνευσης, τον ρόλο του ποιητή, αλλά και το ζήτημα της γλώσσας. Οι βασικές μέθοδοι που θα αξιοποιηθούν είναι: η κριτική επιλογή των ποιημάτων, η ανάλυση, η κατηγοριοποίηση και η ένταξή τους στα λογοτεχνικά και ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής. Η εργασία απαρτίζεται από δύο μέρη. Συγκεκριμένα, το πρώτο μέρος αποτελείται από την άμεση, ενώ το δεύτερο από την έμμεση αναφορά των δημιουργών στο ζήτημα της ποίησης και της γλώσσας. Επιπρόσθετα, στο τέλος της εργασίας περιλαμβάνεται παράρτημα με το πρωτογενές υλικό που πρόκειται να μελετηθεί. Θα ερευνηθούν οι λογοτεχνικοί και εξωλογοτεχνικοί λόγοι (κοινωνικοί, ιστορικοί) που ωθούν τους δημιουργούς να επιλέξουν, ανάμεσα σε φανερές αναφορές ποιητών ή σε αλληγορικές αναπαραστάσεις της ποίησης και της γλώσσας. Επιπλέον, θα εξεταστούν τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα- σύμβολα που ανιχνεύονται στους έμμετρους στίχους (καλλικέλαδα πτηνά, όνειρο κ.α.) και θα συσχετιστούν με τα αισθητικά ευρωπαϊκά ρεύματα της εποχής. Τέλος, θα διερευνηθεί η επιρροή αυτού του «αυτεπίστροφου ετασμού» (Κ.Γ.Κασίνης) στην ιστοριογραφία της λογοτεχνίας, καθώς και θα αναδειχτεί η δυναμική του πολύπλευρου γλωσσικού ζητήματος. Σκοπός είναι να αναζητηθεί η νεωτερικότητα των θεμάτων και ο βαθμός επίδρασης των κειμένων στον πνευματικό κόσμο του 19ο αιώνα.The aim of this study is to examine self-reference in poetry for the period 1800–1880. The ‘’poetry about literature" as they are referred to in scholarly literature, appear in the works of poets across all eras. In the newly established Greek state, the need to shape a national literature intensified the discussion surrounding the new rules of poetics. Thus, throughout the 19th century, the self-reference of poetry is prevalent in lyrical poetry collections (paratexts, literary texts) and the pages of literary magazines, highlighting the multifaceted nature of this poetic genre. Initially, the corpus of texts has been selected using fundamental research tools, including poetry archives and bibliographic catalogues (Παρουσιολόγιο Νεοελληνικής Ποίησης, Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού»), and literary periodicals of the time (Λόγιος Ερμής, Αποθήκη των Ωφελίμων και Τερπνών Γνώσεων etc.). These sources provide poems that explore themes such as poetic art, artistic creation, the emergence of inspiration, the role of the poet, and the issue of language. The primary methodological approaches employed in this study include the critical selection of poems, their analysis, classification and their contextualization within the literary and historical framework of the period. The study is structured into two main parts: the first examines the direct references made by poets to poetry and language, while the second focuses on their indirect references to these themes. Additionally, an appendix containing the primary material under study is included at the end of the work. The study will examine both literary and non-literary (social, historical) factors that influence poets in their choice between explicit references to poetry or allegorical representations of poetry and language. Furthermore, recurring motifs and symbols identified in the verse (such as melodious birds etc.) will be analyzed and examined in relation to the aesthetic European movements of the time. Finally, the impact of this «αυτεπίστροφος ετασμός» (K.G. Kasinis) on literary historiography will be explored, along with the dynamic nature of the multifaceted linguistic question. This research seeks to investigate the modernity of these themes and their impact on the literary and intellectual thought of the 19th century

    Εξαγωγή δομημένων δεδομένων από μεγάλες συλλογές παλαιών εφημερίδων μέσω ανάλυσης διάταξης, οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων και εξαγωγής πληροφοριών που βασίζεται σε γενεσιουργό τεχνητή νοημοσύνη

    No full text
    Οι παλιές εφημερίδες αποτελούν ανεκτίμητους πόρους που αποτυπώνουν τις πολιτιστικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις της εποχής τους, προσφέροντας μοναδικές πληροφορίες για γεγονότα του παρελθόντος και την καθημερινή ζωή. Αντικατοπτρίζουν τις ανησυχίες, τις αντιλήψεις και τις αντιδράσεις των ατόμων και των κοινοτήτων στις συνθήκες που βίωναν, όπως τεκμηριώνονται μέσα από άρθρα, διαφημίσεις και προσωπικές ιστορίες. Ωστόσο, το δυναμικό αυτών των αρχείων παραμένει αναξιοποίητο λόγω των περιορισμών των παραδοσιακών ερευνητικών μεθόδων, που βασίζονται στη χρονοβόρα χειροκίνητη εξέταση μεμονωμένων σελίδων ή άρθρων. Τα ψηφιακά αρχεία έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν αυτό το ζήτημα βελτιώνοντας την προσβασιμότητα, αλλά η έλλειψη αποτελεσματικών εργαλείων για την ανάλυση και επεξεργασία του περιεχομένου περιορίζει τη χρησιμότητά τους για μεγάλης κλίμακας ιστορική έρευνα. Η ψηφιοποίηση εφημερίδων, δηλαδή η διαδικασία μετατροπής φυσικών εγγράφων σε μορφές αναγνώσιμες από μηχανές, αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα για την αξιοποίηση αυτών των αρχείων. Η τεχνολογία Οπτικής Αναγνώρισης Χαρακτήρων παίζει θεμελιώδη ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, επιτρέποντας τη μετατροπή σαρωμένων εικόνων σε αναζητήσιμο κείμενο. Ωστόσο, η Οπτική Αναγνώριση Χαρακτήρων από μόνη της δεν μπορεί να διαχειριστεί τις πολυπλοκότητες των ιστορικών εφημερίδων, οι οποίες συχνά χαρακτηρίζονται από υποβαθμισμένη ποιότητα εικόνας, ασυνεπή τυπογραφία και περίπλοκες διατάξεις. Το «πρόβλημα τμηματοποίησης πληροφορίας» - η εργασία διαχωρισμού και οργάνωσης άρθρων, διαφημίσεων και άλλων στοιχείων σε συνεκτικές ενότητες - παραμένει μια σημαντική πρόκληση. Η αποτελεσματική τμηματοποίηση είναι απαραίτητη για τη δημιουργία δομημένων και λογικά ταξινομημένων δεδομένων, τα οποία είναι κρίσιμα για περαιτέρω ανάλυση. Αυτή η διπλωματική εργασία επικεντρώνεται στην ανάπτυξη μιας διαδικασίας για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, εστιάζοντας στην εφημερίδα “Λε Σέμαπηο- ρε δε Μαρσειλλε” ως μελέτη περίπτωσης η οποία αποτελείται από 35,703 τεύχη που καλύπτουν την περίοδο 1827-1944. Το προτεινόμενο σύστημα ενσωματώνει τεχνικές ανάλυσης διάταξης και εξαγωγής πληροφοριών για τη μετατροπή ακατέργαστων σελίδων εφημερίδων σε δομημένα, μηχανικά αναγνώσιμα δεδομένα. Συγκεκριμένα, η μελέτη εξετάζει αρχεία θαλάσσιου εμπορίου, όπως αφίξεις πλοίων, ονόματα καπετάνιων και πληροφορίες για φορτία, ως δοκιμαστική περίπτωση. Αυτή η δομημένη έξοδος επιτρέπει στους ιστορικούς να αναλύσουν ιστορικά μοτίβα εμπορίου, οικονομικές τάσεις και περιφερειακές αλληλεπιδράσεις πιο αποδοτικά. Η διαδικασία αξιοποιεί προηγμένες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων της Οπτικής Αναγνώρισης Χαρακτήρων και εργαλείων βασισμένων στην Τεχνητή Νοημοσύνη, για να ξεπεράσει τις πολυπλοκότητες των ιστορικών εγγράφων και να αυτοματοποιήσει τη διαδικασία εξαγωγής πληροφοριών. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος, πραγματοποιήθηκε μια αξιολόγηση πολλών βασικών στοιχείων της διαδικασίας. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τόσο τα δυνατά σημεία της διαδικασίας όσο και τις περιοχές που απαιτούν περαιτέρω βελτίωση, υπογραμμίζοντας το δυναμικό της για την προώθηση της ιστορικής έρευνας. Συνοπτικά, η διαδικασία επιτυγχάνει υψηλή ακρίβεια στην Ταξινόμηση Μπλοκ Κειμένου, αποδεκτή ποιότητα Οπτικής Αναγνώρισης Χαρακτήρων με μέσο όρο βαθμολογίας 82%, και υψηλή απόδοση στον Διαχωρισμό Παραγράφων και την Εξαγωγή Πληροφοριών, με Φ1-σςορες 0.957 και 0.960 αντίστοιχα. Ολόκληρη η διαδικασία επεξεργάζεται 26 τεύχη εφημερίδων σε περίπου 2 ώρες και 30 λεπτά. Παρόλο που οι αναπτυγμένες τεχνικές έχουν προσαρμοστεί στη συγκεκριμένη διάταξη της “Λε Σέμαπηορε δε Μαρσειλλε”, η εργασία αυτή δίνει έμφαση στην ανάγκη για ευέλικτες μεθόδους που μπορούν να αντιμετωπίσουν διάφορες μορφές εφημερίδων. Με την αντιμετώπιση των μοναδικών προκλήσεων τμηματοποίησης των ιστορικών εφημερίδων, αυτή η διπλωματική εργασία συμβάλλει στη μετατροπή στατικών αρχείων σε δυναμικούς, προσβάσιμους πόρους, ανοίγοντας τον δρόμο για καινοτόμες προσεγγίσεις στην ιστορική ανάλυση και την ακαδημαϊκή έρευνα.Historical newspapers are invaluable resources that capture the cultural, social, economic, and political dimensions of their time, providing unique insights into past events and daily life. They reflect the concerns, perceptions, and responses of individuals and communities to their circumstances, documented through articles, advertisements, and personal stories. However, the potential of these archives remains underutilised due to the limitations of traditional research methods, which rely on laborious manual examination of individual pages or articles. Digital archives have begun to address this issue by enhancing accessibility, but the lack of effective tools for parsing and analysing content restricts their utility for large-scale historical research. Newspaper digitisation, the process of converting physical documents into machine- readable formats, is a critical step in unlocking the full potential of these archives. Optical Character Recognition (OCR) technology plays a foundational role in this process, enabling the conversion of scanned images into searchable text. However, OCR alone cannot handle the complexities of historical newspapers, which of-ten feature degraded image quality, inconsistent typography, and intricate layouts. The "information segmentation problem" -the task of separating and organising articles, advertisements, and other components into coherent units- remains a significant challenge. Effective segmentation is essential for generating structured and logically ordered data, which is crucial for further analysis. This thesis focuses on the development of a pipeline to address these challenges, using the newspaper “Le Sémaphore de Marseille” as a case study which consists of 35,703 issues covering the period 1827-1944. The proposed system integrates layout analysis and information extraction techniques to transform raw newspaper pages into structured, machine-readable data. Specifically, the study explores maritime trade records, such as ship arrivals, names of captains, and cargo information, as a test case. This structured output enables historians to analyse historical trade patterns, economic trends, and regional interactions more efficiently. The pipeline leverages state-of-the-art technologies, including OCR and AI-driven tools, to overcome the complexities of historical documents and automate the information extraction process. To ensure the system’s effectiveness, an evaluation of several key components of the pipeline was conducted. The results highlight both the pipeline’s strengths and areas requiring further refinement, underscoring its potential for advancing historical research. In brief, the pipeline achieves robust accuracy in Text Block Ordering, acceptable OCR with an average score of 82%, and high performance in Paragraph Segmentation and Information Extraction, with F1-scores of 0.957 and 0.960 respectively. The entire pipeline processes 26 newspaper issues in approximately 2 hours and 30 minutes. While the techniques developed are tailored to the specific layout of “Le Sémaphore de Marseille”, this work emphasises the need for adaptable methods capable of addressing diverse newspaper formats. By tackling the unique segmentation challenges of historical newspapers, this thesis contributes to the transformation of static archives into dynamic, accessible resources, paving the way for innovative approaches to historical analysis and scholarship

    Distributions, phenology and escape ethology of lizard species in Cyprus

    No full text
    Λαμβάνοντας υπόψη τις περιορισμένες πληροφορίες για την κατανομή, τη φαινολογία και ηθολογία των σαυρών της Κύπρου, ειδικά για ενδημικά και απειλούμενα είδη, αρχικά διερευνώνται τα χωρικά τους πρότυπα, ώστε να καλυφθεί το κενό γνώσης και να στηριχθεί επιστημονικά ο σχεδιασμός διατήρησης των ειδών, καθώς αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις και απειλές. Καταγράφηκαν τα έντεκα είδη που υπάρχουν στο νησί, από πέντε οικογένειες (δύο ενδημικά είδη - Laudakia cypriaca, Phoenicolacerta troodica, τέσσερα ενδημικά υποείδη - Ablepharus budaki budaki, Acanthodactylus schreiberi schreiberi, Mediodactylus orientalis fitzingeri, Ophisops elegans schlueteri). Προκύπτουν νέες περιοχές σε χάρτες παρουσίας για όλα τα είδη. Ως καινοτομία, για τις σαύρες και το νησί, μοντελοποιήθηκε η κατανομή ειδών (SDM) με τον αλγόριθμο μέγιστης εντροπίας (MaxEnt), για πέντε ενδημικά τάξα χρησιμοποιώντας επιλεγμένες περιβαλλοντικές μεταβλητές και ρυθμίσεις παραμέτρων. Παρέχονται χάρτες καταλληλότητας οικοτόπων και διερευνάται ο ρόλος των περιβαλλοντικών μεταβλητών, συμπεραίνοντας ότι η θερμοκρασία, η βροχόπτωση και η βλάστηση έχουν τη σημαντικότερη επίδραση στην πρόβλεψη. Προτείνονται πέντε υποπεριοχές, ως πρότυπο διαφορετικής καταλληλότητας οικοτόπων για είδη σαύρας στο νησί. Σε δεύτερη φάση, σε τρεις περιοχές διερευνάται η φαινολογία (ημερήσια και εποχική) και πτυχές της ηθολογίας διαφυγής από πιθανό θηρευτή, για τέσσερα ενδημικά τάξα. Προκύπτουν διαφορές στην ημερήσια και εποχική φαινολογία ανάμεσα στα είδη αλλά και ανάμεσα στις περιοχές. Τα είδη εμφανίζουν σαφείς διαφορές στη σχετική αφθονία και στο εύρος της ημερήσιας δραστηριότητας τους ανά εποχή και περιοχή με τη θερμοκρασία να φαίνεται σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, φαίνεται να διαμοιράζουν τον πόρο χρόνος σε κάποιες περιοχές και εποχές εντός της μέρας. Κατά τη διαφυγή τα είδη μεταξύ τους παρουσιάζουν ξεκάθαρες προτιμήσεις και διαφορές σε αποστάσεις έναρξης διαφυγής/διαφυγής, μικροενδιαιτήματα που εμφανίζονται/διαφεύγουν. Τέλος, συζητείται η προστιθέμενη αξία γνώσεων και δεδομένων που προέκυψαν σε σχέση με διαχείριση, προστασία και διατήρηση των ειδών και ενδιαιτημάτων τους, εντός δικτύου Νatura 2000, σε περιοχές υψηλής φυσικής αξίας ή σημαντικές για τα ενδημικά και απειλούμενα είδη.Considering the limited information on the distribution, phenology and ethology of the lizards of Cyprus, especially for endemic and threatened species, their spatial patterns are initially investigated, to fill the knowledge gap and to scientifically support the conservation planning of the species, as they face increasing pressures and threats. The eleven species present on the island, from five families (two endemic species - Laudakia cypriaca, Phoenicolacerta troodica, four endemic subspecies - Ablepharus budaki budaki, Acanthodactylus schreiberi schreiberi, Mediodactylus orientalis fitzingeri, Ophisops elegans schlueteri) were recorded. New occurrence areas are provided on maps for all species. As an innovation, for lizards and the island, species distribution modelling (SDM) was performed with the maximum entropy algorithm (MaxEnt), for five endemic taxa, using selected environmental variables and parameter settings. Habitat suitability maps are provided and the role of environmental variables is explored, concluding that temperature, precipitation and vegetation have the most significant impact on the prediction. Five sub-regions are proposed as a model of different habitat suitability for lizard species on the island. In a second phase, in three regions, phenology (diurnal and seasonal) and aspects of escape ethology from a potential predator are investigated, for four endemic taxa. Differences in diurnal and seasonal phenology emerge between species and between regions. The species show clear differences in their relative abundance and in the range of their daily activity by season and area, with temperature appearing to be an important factor shaping them. In some cases, they seem to share the resource time in some areas and seasons within the day. During escape, the species show clear preferences and differences in escape initiation/escape distances, microhabitats that they appear/escape. Finally, the added value of the knowledge and data that emerged in relation to the management, protection and conservation of the species and their habitats, within the Natura 2000 network, in areas of high natural value or important for endemic and threatened species, is discussed

    The use of poetry in language teaching and the development of critical literacy in fourth grade students

    No full text
    Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η διδασκαλία της ποίησης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες. Η διδασκαλία συνδέεται κυρίως με τη μετάδοση γνώσεων, ενώ η ποίηση είναι μια μορφή δημιουργίας που σχετίζεται άμεσα με την αισθητική απόλαυση, τον θαυμασμό και τα συναισθήματα που προκαλεί στον αναγνώστη. Αυτή η αντίθεση μεταξύ του παιδαγωγικού στόχου της διδασκαλίας και της αισθητικής φύσης της ποίησης καθιστά τη διδακτική προσέγγιση της ποίησης ιδιαίτερα απαιτητική. Η παρούσα διπλωματική εργασία αναφέρεται σε μια ερευνητική προσπάθεια να καταδειχθεί η συμβολή της ποίησης στην ενίσχυση του κριτικού γραμματισμού στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η ποίηση αποτελεί ένα μορφωτικό αγαθό που δεν στοχεύει κυρίως στην παροχή γνώσεων, αλλά επικεντρώνεται στην αισθητική και συναισθηματική καλλιέργεια, καθώς και στη διαμόρφωση κριτικής στάσης απέναντι στα ζητήματα της εποχής. Η κριτική ανάλυση του ποιητικού λόγου θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για αυτούς τους λόγους. Επιπλέον, ο περιορισμένος αριθμός αντίστοιχων ερευνητικών προσπαθειών στην Ελλάδα ,όσον αφορά την διδασκαλία της ποίησης ,καθιστά αυτό το πεδίο έρευνας ανοιχτό και εξαιρετικά ενδιαφέρον για περαιτέρω μελέτη. Η έρευνα που διαμορφώθηκε υλοποιήθηκε μέσω διδακτικών παρεμβάσεων σε μαθητές της Δ' Δημοτικού, σε ένα επαρχιακό σχολείο στον νομό Χανίων. Ο σχεδιασμός της βασίστηκε σε προηγούμενες μελέτες, κυρίως ξενόγλωσσες, που υπογράμμιζαν τη συμβολή της ποίησης στην ενίσχυση του κριτικού γραμματισμού. Ο κύριος στόχος της έρευνας ήταν να φέρει τους μαθητές σε επαφή με την ποίηση, ενισχύοντας παράλληλα την κριτική τους σκέψη. Πιο συγκεκριμένα, οι διδακτικοί στόχοι περιλάμβαναν την εξοικείωσή τους με την έννοια της ποίησης, την ενθάρρυνσή τους να σκέφτονται κριτικά και να προβληματίζονται, την ευαισθητοποίηση στα μηνύματα των ποιητικών κειμένων και την καλλιέργεια της δημιουργικής γραφής. Τα ερευνητικά αποτελέσματα αποκαλύπτουν μια σαφή διαφορά μεταξύ των αρχικών και των τελικών ανταποκρίσεων των μαθητών. Οι αρχικές ανταποκρίσεις τείνουν να αντανακλούν κυρίως μη αισθητικές στάσεις, ενώ οι τελικές ανταποκρίσεις είναι περισσότερο συνδεδεμένες με αισθητικές προσεγγίσεις. Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η εφαρμογή των διδακτικών παρεμβάσεων μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά μικρής ηλικίας να γίνουν πιο ικανοί και ευαισθητοποιημένοι αναγνώστες και χρήστες της ποίησης, καλλιεργώντας την αισθητική τους αντίληψη και εκτίμηση.It is generally accepted that the teaching of poetry in primary education faces considerable difficulties. Teaching is mainly related to the transmission of knowledge, whereas poetry is a form of creation directly related to aesthetic pleasure, admiration and the feelings it evokes in the reader. This contrast between the pedagogical goal of teaching and the aesthetic nature of poetry makes the teaching approach to poetry particularly challenging. The present thesis refers to a research effort to demonstrate the contribution of poetry in enhancing critical literacy in primary education. Poetry is an educational asset that is not mainly aimed at providing knowledge, but focuses on aesthetic and emotional cultivation, as well as the formation of a critical attitude towards contemporary issues. The critical analysis of poetic discourse is considered particularly important for these reasons. Moreover, the limited number of corresponding research efforts in Greece , regarding the teaching of poetry ,makes this field of research open and extremely interesting for further study. The research was implemented through teaching interventions to 4th grade students in a rural school in the prefecture of Chania. Its design was based on previous studies, mainly in foreign languages, which emphasized the contribution of poetry in enhancing critical literacy. The main aim of the research was to bring students into contact with poetry while enhancing their critical thinking. More specifically, the teaching objectives included familiarizing them with the concept of poetry, encouraging them to think critically and reflect, raising awareness of the messages of poetic texts, and cultivating creative writing. The research results reveal a clear difference between students' initial and final responses. Initial responses tend to reflect mainly non-sensory attitudes, while final responses are more closely related to aesthetic approaches. From this we can conclude that the implementation of teaching interventions can help young children to become more competent and sensitive readers and users of poetry by cultivating their aesthetic perception and appreciation

    3,153

    full texts

    11,894

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    E-Locus
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇