Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
Not a member yet
    5290 research outputs found

    Women’s Experiences of Interpersonal Violence: An Interpretative Phenomenological Analysis

    No full text
    Με την παρούσα έρευνα επιχειρήθηκε να μελετηθεί η εμπειρία γυναικών που έχουν υποστεί συντροφική βία και ο έμφυλος χαρακτήρας αυτής. Στην έρευνα συμμετείχαν επτά γυναίκες σε διαδικασία ψυχοθεραπείας, οι οποίες επεξεργάστηκαν θεραπευτικά το ζήτημα της συντροφικής βίας. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν με το εργαλείο της ατομικής ημιδομημένης συνέντευξης, αφού τηρήθηκαν όλοι οι απαραίτητοι κανόνες δεοντολογίας και εχεμύθειας. Στη συνέχεια, έγινε επεξεργασία τους με την ποιοτική μέθοδο της ερμηνευτικής φαινομενολογικής ανάλυσης. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν τον φόβο, τις ενοχές, την αμφισβήτηση της εμπειρίας και την αίσθηση απώλειας ή «συρρίκνωσης» του εαυτού ως βασικά συναισθήματα που συνοδεύουν τη συντροφική βία. Επιπροσθέτως, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχουσών συνέδεσε την κακοποίηση που βίωσε με το φύλο και την έμφυλη ταυτότητα. Τα αποτελέσματα συζητούνται στη βάση των εφαρμογών τους στο θεραπευτικό πλαίσιο.The present study investigated the accounts of women who have suffered interpersonal violence (IPV) and its gendered dimension. The participants of the study were seven female psychotherapy and counselling clients who processed the issue of IPV during sessions. Individual, semi-structured interviews were conducted, and the data was analyzed with Interpretative Phenomenological Analysis. All the necessary rules of ethics and confidentiality were met. The findings indicate that fear, guilt, self-doubt and a sense of loss or diminishment of one’s self were key features of the experience of IPV. In addition, most of the participants linked the abuse they experienced to gender and gendered identity. The results are discussed in relation to their relevance for the counselling setting

    Transformations in the Trajectory of Mother-Daughter Relationship in the Narratives of Mothers with Adult Daughters

    No full text
    Η έρευνα για τη σχέση μητέρας-κόρης τείνει να εστιάζει είτε στις πολύ πρώιμες είτε στις ύστερες σχέσεις και αναδεικνύει κυρίως την οπτική της κόρης. H παρούσα έρευνα διερευνά πώς μητέρες που έχουν νεαρές ενήλικες κόρες έχουν βιώσει σε βάθος χρόνου τη σχέση μαζί τους. Αντλεί θεωρητικά από φεμινιστικές ψυχαναλυτικές θεωρίες, που κάνουν λόγο για μια γυναικεία υποκειμενικότητα που κατασκευάζεται περισσότερο «σχεσιακά» και «εν εξελίξει», και από μελέτες των διαγενεαλογικών σχέσεων. Το ερευνητικό υλικό αποτελείται από ημιδομημένες συνεντεύξεις με επτά  μητέρες. Μέσω θεματικής ανάλυσης προέκυψαν τρεις κύριες κατηγορίες νοήματος, οι οποίες συνδέονται σε μια αναπτυξιακή συνέχεια. Οι αφηγήσεις για τα πριν την εφηβεία χρόνια επικεντρώνονται στη μητρική ταυτότητα με «εξωτερικές» (απευθυνόμενες προς τις κόρες) και «εσωτερικές» (στρεφόμενες προς τις ίδιες) όψεις της. Από την εφηβεία της κόρης και ύστερα, η μητέρα βιώνει τη σχέση να μετασχηματίζεται, καθώς η κόρη κινεί διαδικασίες αποχωρισμού, και η ίδια προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. Τέλος, οι ενήλικες σχέσεις περιγράφονται ως περισσότερο κοντινές και ισότιμες, με τις δυάδες να κινούνται μεταξύ «θετικών» και «δύσκολων» αλληλεπιδράσεων. Από τις πρώιμες συγκρουόμενες προσδοκίες «να είσαι σαν εμένα» και «να μην είσαι σαν εμένα», την αναπαράσταση μιας μητρότητας σχεδόν ταυτόσημης με την αδιάλειπτη φροντίδα, μέχρι τη δυσκολία αποδοχής της οριοθέτησης και την ασυμμετρία που επιμένει ακόμη και στις ενήλικες σχέσεις, το δίλημμα του εαυτού εγγύτερα στο «εγώ» ή το «εμείς» προβάλλει κεντρικό στην εμπειρία μαζί με αμφίθυμα συναισθήματα, αμοιβαιότητα, ενοχή, ανησυχία. Οι σχέσεις μητέρας-κόρης μοιράζονται κοινά μοτίβα, ιδιαίτερα στις έμφυλες διαστάσεις τους, αλλά η διαδρομή διαφοροποιείται στην προσωπική ιστορία κάθε δυάδας, ενώ οι διαδικασίες δεν είναι γραμμικές αλλά δυναμικές και επαναδιαπραγματεύσιμες. Η παρούσα έρευνα συμβάλλει ώστε να ακουστεί η παραγνωρισμένη και σύνθετη εμπειρία της γυναίκας-μητέρας που μεγαλώνει και συνδιαμορφώνεται με τη γυναίκα-κόρη.Research on daughter relationships tends to focus on either very early or late relationships and mainly features the daughter's perspective. This study explores how mothers who have young adult daughters have experienced their relationship with their daughters over time. It draws theoretically from feminist psychoanalytic theories, which speak of a female subjectivity constructed more "relationally" and "in progress", and from studies of intergenerational relations. The research material consists of semi-structured interviews with seven mothers. Through thematic analysis, three main categories of meaning emerged, which are connected in a developmental continuum. Narratives of the pre-adolescent years focus on the mother identity with "external" (addressed to the daughters) and "internal" (addressed to themselves) aspects. Later on, with the beginning of her daughter’s adolescence, the mother finds their relationship transforming, as her daughter moves towards separation and she herself adjusts to this new reality. Finally, the adult relationships are described as more intimate and equal, as the dyads oscillate between “positive” and “difficult” interactions. These include early "be like me" and "don’t be like me" conflicted expectations, motherhood’s representation as almost equivalent to omnipresent care, the difficulty of accepting boundaries and the asymmetry that persists even in adult relationships. The “I” or “we” dilemma of the self is central to the experience, along with ambiguous feelings, reciprocity, guilt, anxiety. Mother-daughter relationships share common patterns, especially in their gender-based aspects, but the path differs according to the personal history of each dyad, while the processes are not linear but dynamic and renegotiable. The present study contributes to hearing the unrecognized and complex experience of the woman-mother who grows up and co-forms with the woman-daughter

    Η Διαθρησκειακή και Διαδικτυακή Προσέγγιση των Πανανθρώπινων Αξιών

    No full text
    Η παρούσα διδακτική εφαρμογή αποτελεί πρόταση για την εξ αποστάσεως προσέγγιση της Δ.Ε.2.3. «Το Χριστιανικό μήνυμα και οι Πανανθρώπινες Αξίες» στη Β’ Λυκείου. Με γνώμονα τη βιωματική προσέγγιση της ενότητας και την ενθάρρυνση των μαθητών σε ενεργό συμμετοχή κατά την εξ αποστάσεως μαθησιακή διαδικασία, η σκέψη είναι να παρουσιαστούν οι Αξίες αυτής της ενότητας μέσα από την–καθοδηγούμενη-ιστοεξερεύνηση που μπορεί να πραγματοποιηθεί από τους μαθητές και ταυτόχρονα την παρουσίαση του κυρίως θέματος μέσα από κείμενα και έργα ποικίλου ύφους αλλά και άλλα έργα τέχνης,  που πιθανόν να υπάρχουν στο σπίτι των μαθητών ή που μπορούν να αλιεύσουν από το διαδίκτυο ή ακόμα και  έργα που μπορούν να δημιουργήσουν οι ίδιοι κατά τη διάρκεια της εφαρμογής.Αναμενόμενο αποτέλεσμα είναι οι μαθητές να διατυπώνουν τη δική τους συλλογιστική  για τον ρόλο των Αξιών στην κοινωνία και κριτική για τις επιπτώσεις της παρακμής αυτών των Αξιών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παράλληλοι στόχοι αυτής της διδακτικής εφαρμογής είναι μέσω της ανακαλυπτικής μάθησης και οικοδόμησης της γνώσης η ενδυνάμωση της διαδραστικής διδασκαλίας, ο κριτικός γραμματισμός των μαθητών, ο προβληματισμός τους για κοινωνικά ζητήματα μέσα από το πρίσμα  εννοιών που διδάσκονται σε θρησκευτικά κείμενα με συνέπεια την υιοθέτηση μιας ενεργούς στάσης απέναντι σε αυτά

    Η θεατροπαιδαγωγική εμψύχωση υπό το πρίσμα της κριτικής διαπολιτισμικής προσέγγισης: εντοπίζοντας παγίδες και λάθη

    No full text
    Το παρόν άρθρο αποπειράται να συνδέσει έννοιες διαπολιτισμικής εκπαίδευσης με την θεατροπαιδαγωγική, θεωρητικά και πρακτικά. Παρουσιάζεται μια σύντομη εισαγωγή με βασικές διαπολιτισμικές αρχές που συνδέονται με την εμψύχωση και τη διαπολιτισμική ικανότητα του/της θεατροπαιδαγωγού. Στη συνέχεια συζητώνται μελέτες περίπτωσης συχνών εμψυχωτικών παγίδων και λαθών: ο ρόλος των εισαγωγικών ασκήσεων στη ροή ενός εργαστηρίου, η πορεία της ομάδας στη δημιουργία μιας παράστασης και η φάση του αναστοχασμού και της αποφόρτισης, σε σχέση με την παράμετρο του διαθέσιμου χρόνου. Σε κάθε περίπτωση περιγράφονται οι συνθήκες και η προβληματική, και προτείνονται εναλλακτικές προτάσεις που επιτρέπουν στον/στην θεατροπαιδαγωγό να αποφεύγει τις προαναφερόμενες παγίδες της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης

    Παρουσίαση του ψηφιοποιημένου αρχείου του Θεάτρου Πόρτα και απόπειρες κατηγοριοποίησης με βάση τη διχοτομία θεατρικού έργου-παράστασης. Πρόταση για μια πιο ουσιαστική κατηγοριοποίηση βασισμένη στη σύζευξη έργου/παράστασης: Από το αντι-αυταρχικό θέατρο για παιδιά της δεκαετίας του ’70 στο λαϊκό, πολιτικό θέατρο για παιδιά και ενήλικες

    No full text
    Το άρθρο παρουσιάζει το (μεταδιδακτορικό ερευνητικό) έργο της ψηφιοποίησης του αρχείου παραστάσεων για παιδιά του Θεάτρου «Πόρτα». Βασικό θεωρητικό επιχείρημα του άρθρου παραμένει ότι το αρχείο ενός θεάτρου θα πρέπει να θεωρείται ως ένα ανοιχτό «πεδίο» ερευνητικών δυνατοτήτων, και ότι, ως τέτοιο, το ίδιο υποβάλλει (και επιβάλλει) την επαν-ερμηνεία των καλλιτεχνικών διαδρομών του ίδιου του θεάτρου μέσα στο χρόνο. Με αυτό το σκεπτικό, το άρθρο προτείνει μια πιο ουσιαστική κατηγοριοποίηση της ιστορικής πορείας του Θεάτρου «Πόρτα», που επιχειρεί να υπερβεί τη διχοτομία θεατρικού έργου – θεατρικής παράστασης. Από το αντι-αυταρχικό θέατρο για παιδιά της δεκαετίας του ’70 στο λαϊκό, πολιτικό θέατρο για παιδιά και ενήλικες της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, το «Πόρτα» και η δημιουργός του Ξένια Καλογεροπούλου με τους συνεργάτες της, όπως αποκαλύπτεται από το αρχείο του, θα ταυτιστούν με την ίδια την ιστορική εξελικτική πορεία του θεάτρου για παιδιά στη μεταπολιτευτική Ελλάδα

    Το Πειραματικό Θέατρο της Μαριέττας Ριάλδη (1963-1980): ιδεολογία, πειραματισμοί, ανανέωση

    No full text
    Η μελέτη αυτή αποτελεί μια συνεισφορά στη μελέτη του Πειραματικού Θέατρου της Μαριέττας Ριάλδη κατά τις δυο πρώτες δεκαετίες της πολυεδρικής δράσης του στην Ελλάδα. Αρχικά, θα διερευνήσουμε και θα αναλύσουμε τις καταβολές και τους στόχους που έθεσε το Πειραματικό Θέατρο. Εν συνεχεία, θα γίνει απόπειρα να ιχνηλατήσουμε τη θεατρική πρωτοπορία του εν λόγω θιάσου μέσω της παραστασιογραφίας και των σκηνοθετικών επιλογών, όπως διαμορφώνονται την περίοδο 1963-1980, μια περίοδο έντονων θεατρικών πειραματισμών και πολιτικών αναζητήσεων.Αν και οι βιβλιογραφικές αναφορές για το εν λόγω θέατρο είναι ελάχιστες, αξιοποιώντας τα μελετήματα και τις πρωτογενείς πήγες, διαφαίνεται ότι το Πειραματικό Θέατρο ανανέωσε τη νεοελληνική θεατρική ζωή

    Η έννοια της δημιουργίας στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό

    No full text

    ΣΧΕΣΗ ΨΥΧΙΚΗΣ ΔΥΣΦΟΡΙΑΣ, ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ ΤΟΥ COVID-19 = RELATIONSHIP OF PSYCHOLOGICAL DISTRESS, DEMOGRAPHIC CHARACTERISTICS AND SOCIAL SUPPORT DURING THE COVID-19 PANDEMIC

    No full text
    Σκοπός της έρευνας ήταν η διερεύνηση του επιπέδου ψυχικής δυσφορίας / ΨΔ (συμπτωμάτων άγχους, κατάθλιψης, μετατραυματικού στρες / ΜΣ, και σωματοποίησης) και η σχέση του με δημογραφικά και ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά, κατά την πανδημία του COVID-19. Η συλλογή των δεδομένων έγινε ηλεκτρονικά με ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς, μέσω της μεθόδου δειγματοληψίας «χιονοστιβάδα» σε γενικό πληθυσμό. Οι συμμετέχοντες (Ν = 261) παρουσίασαν συμπτώματα άγχους, 43.3%, κατάθλιψης, 51.7%, ΜΣ, 56.3%, σωματοποίησης, 75.5%. Το φύλο, η συντροφική σχέση, η κοινωνική υποστήριξη, η απώλεια του εισοδήματος, οι οικονομικές δυσκολίες, η παρουσία διεγνωσμένης ψυχικής διαταραχής, η απουσία μόλυνσης γνωστού από τον νέο κορωνοϊό, η αντιλαμβανόμενη πιθανότητα μόλυνσης των ίδιων και τα στρεσογόνα γεγονότα επέδρασαν στην ΨΔ. Τέλος, με βάση τα τρία προφίλ, που προήλθαν από την Ανάλυση Λανθανουσών Τάξεων (Latent Class Analysis), τα άτομα χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου (ΚΟΕ) υπήρξαν πιο ευάλωτα στην ΨΔ. Επομένως, η παρούσα έρευνα τόνισε την υψηλή ΨΔ των Ελλήνων κατά την πανδημία του COVID-19, ιδιαίτερα για άτομα με συγκεκριμένα δημογραφικά και ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά. Τα παραπάνω αποτελέσματα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στη διαμόρφωση προγραμμάτων ψυχοκοινωνικής υποστήριξης (Kontoangelos et al., 2020) και να εμπλουτίσουν την επιστημονική γνώση πάνω στον ρόλο του ΚΟΕ σε συνθήκες υγειονομικής κρίσης (Marmet et al., 2021).  Στόχος της έρευνας ήταν η διερεύνηση του επιπέδου ψυχικής δυσφορίας (ΨΔ) (δηλ. συμπτωμάτων άγχους, κατάθλιψης, μετατραυματικού στρες (Μ       Σ), και σωματοποίησης) και η σχέση της ΨΔ με δημογραφικά και ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά κατά την πανδημία του COVID-19. Η συλλογή των δεδομένων έγινε με ερωτηματολόγια αυτο-αναφοράς σε γενικό πληθυσμό. Οι συμμετέχοντες (Ν = 261) ανέφεραν ότι παρουσίασαν συμπτώματα άγχους (43.3%), κατάθλιψης (51.7%), ΜΣ (56.3%), σωματοποίησης (75.5%). Το φύλο, η συντροφική σχέση, η κοινωνική υποστήριξη, η εκτιμώμενη μείωση εισοδήματος, οι οικονομικές δυσκολίες, η παρουσία διεγνωσμένης ψυχικής διαταραχής, η απουσία μόλυνσης γνωστού από το νέο κορωνοϊό, η αντιλαμβανόμενη πιθανότητα μόλυνσης των ίδιων, και τα στρεσογόνα γεγονότα επέδρασαν στην ΨΔ. Τέλος, με βάση τα τρία προφίλ, που αναδείχθηκαν από την Ανάλυση Λανθανουσών Τάξεων, τα άτομα χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου (ΚΟΙΕ) βρέθηκαν να είναι πιο ευάλωτα στην ΨΔ. H παρούσα έρευνα τόνισε την υψηλή ΨΔ των Ελλήνων κατά την πανδημία του COVID-19, ιδιαιτέρως για άτομα με συγκεκριμένα δημογραφικά και ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά.The aim of the study was to explore the level of psychological distress (PD) (i.e., anxiety, depressive symptoms, post-traumatic stress, and somatization symptoms), and the relationship of PD with demographic and psychosocial characteristics during the COVID-19 pandemic. The data collection was based on self-report questionnaires administered to general population. The participants (N = 261) reported anxiety symptoms (43.3%), depressive symptoms (51.7%), post-traumatic stress symptoms (56.3%), and somatization symptoms (75.5%). Gender, romantic relationship, social support, income loss, financial difficulties, diagnosed mental disorders, lack of infected close ones by COVID-19, high perceived probability of infection, and additional stressful events were associated with PD. Lastly, three profiles, that emerged through Latent Class Analysis, showed that the members of the lowest socioeconomic status profile were the most vulnerable to PD. Thus, this study indicated high PD among the Greek population during the COVID-19 pandemic, especially among people characterized by specific demographic and psychosocial characteristics

    Γουόλτον: Κριτική επιχειρηματολογία

    No full text
    2023-05Γουόλτον: Κριτική επιχειρηματολογίαDouglas Walton: Αρχές κριτικής επιχειρηματολογίας (μτφ. Αδριανός Φριλίγγος Φιλήμων Παιονίδης, επιστημονική επιμέλεια Φ. Παιονίδης). Αθήνα: Gutenberg, 2021, 487 σ., 27 €._______________________________________________________Κρίνει ο Μιχάλης Φιλίππου (Μέλος Ε.ΔΙ.Π., Πανεπιστήμιο Αθηνών)[email protected] Ένα ισχυρό κίνητρο για να μελετήσει κανείς λογική είναι η αναμφίβολη πρακτική της συνεισφορά στην εκλέπτυνση των ικανοτήτων κάποιου να επιχειρηματολογεί ο ίδιος και να αποτιμά κριτικά την επιχειρηματολογία των άλλων κατά τη διεξα­γωγή δημόσιων συζητήσεων, πολιτικών, νομικών ή επαγγελματικών αντιπαραθέ­σεων και άλλων σύνθετων μορφών επικοινωνίας. Τούτη η πρακτικά προσανατο­λισμένη  μελέτη της λογικής – δυσδιάκριτη καμμιά φορά από τη ρητορική τέχνη – παρέμεινε κυρίαρχη για πολλούς αιώνες, υποχώρησε ωστόσο κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου όταν με την ανάπτυξη των τυπικών μεθόδων το ενδιαφέ­ρον μετα­τοπίστηκε από τη μια μεριά στη μελέτη των συμβολικών γλωσσών (προτασιακή λογική, κατηγορηματικός λογισμός) και των μεταθεωρητικών τους ιδιοτήτων, και από την άλλη στην προσπάθεια συμβολικής απεικόνισης της «λογικής μορ­φής» προτάσεων και επιχειρημάτων των φυσικών γλωσσών. Κατά τον δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα κάποιοι άρχισαν να αμφιβάλλουν ως προς το εάν η  διδασκαλία της  τυπικής λογικής είναι αρκετά αποτελεσματικός τρόπος καλ­λιέργειας κριτικών ικανοτήτων και να τονίζουν την ανάγκη μιας πλήρους θεω­ρίας του συλλογισμού που δεν περιορίζεται απλώς στη μελέτη των παραγω­γικών και επαγωγικών επιχειρημάτων. Έχουμε έτσι την επανεμφάνιση και την άνθηση ενός ακαδημαϊκού κλάδου που θα ονομαστεί «μη τυπική λογική», ο οποίος συνήθως προβάλλεται ως συμπληρωματικός στην «τυπική λογική», κά­ποιες φορές ωστόσο (όπως συμβαίνει στο έργο του Τούλμιν και του Πέρλεμαν[1]) εγείρει αξιώσεις αποδέσμευσης από την τελευταία και αντιμετω­πίζει κλάδους όπως η ρητορική ή η θεωρία επικοινωνίας ως περισσότερο συναφείς με τους στόχους της.Η θεωρία της κριτικής επιχειρηματολογίας, στις στοιχειώδεις αρχές της οποίας φιλοδοξεί να εισαγάγει τον αναγνώστη το μεταφρασμένο στα ελληνικά εγχειρί­διο του Ντάγκλας Γουόλτον Αρχές Κριτικής Επιχειρηματολογίας (εφεξής: Αρχές),[2] αποτελεί τον πυρήνα της μη τυπικής λογικής. Η θεωρία έχει δεχθεί τις επιδράσεις τριών πεδίων τα οποία μελετούν τα επιχειρήματα από διαφορετικές, αλλά συμπληρωματικές οπτικές: της λογικής με τη στενή έννοια του όρου η οποία ασχολείται  με επιχειρήματα in abstracto ενδιαφερόμενη αποκλειστικά και μόνο για τον βαθμό κατά τον οποίο οι προκείμενες ενός επιχειρήματος δικαιολο­γούν το συμπέρασμά του, της ρητορικής που δίνει έμφαση στην πειστικότητα του, και τέλος της διαλεκτικής που αντιλαμβάνεται τα επιχειρήματα κυρίως ως κινήσεις εντός ενός διαλόγου οι συμμετέχοντες στον οποίον έχουν αντιτιθέμενες απόψεις. Και οι τρεις προσεγγίσεις συνδυάζονται με ισορροπημένο τρόπο στο εγχειρίδιο του Γουόλτον, προκειμένου να εκλεπτυνθούν οι κριτικές ικανότητες του αναγνώστη, ο οποίος οφείλει να μάθει να αξιολογεί  επιχειρήματα λαμβά­νοντας υπ’ όψη του και τους τρεις άξονες αποτίμησής τους (αποδεικτική ισχύς, πειστι­κότητα, και καταλληλότητα στο συγκεκριμένο διαλογικό συγκείμενο).Το περιεχόμενο του έργουΣε αντίθεση με τη δομή μιας εισαγωγής στην τυπική λογική που είναι λίγο ως πολύ δεδομένη, η ευκρίνεια της δομής ενός εγχειριδίου κριτικής επιχειρηματολο­γίας είναι ένα σύνθετο για τον συγγραφέα του ζήτημα. Οι Αρχές επιτυγχάνουν άριστα από αυτήν την άποψη. Το βιβλίο αποτελείται από οκτώ κεφάλαια, κάθε ένα από τα οποία χωρίζεται σε επτά, οκτώ ή εννιά ενότητες. Κάθε ενότητα πραγματεύεται ένα θεωρητικό ζήτημα και συνοδεύεται από ομάδα σχετικών ασκήσεων. Κάθε κεφάλαιο ολοκληρώνεται με μία εκτενή και πολύ βοηθητική περίληψη που καθιστά εμφανέστερη τη σύνδεση των ενοτήτων του. Εκτίμησα πολύ τις περιλήψεις που είναι συνήθως εξαιρετικές και επιτρέπουν στον ανα­γνώστη να διατηρεί στον νου του την εποπτεία ενός μεγάλου βιβλίου με πολλές διακλαδώσεις.Το κεφάλαιο 1 είναι προεισαγωγικό. Εξηγούνται στοιχειώδεις έννοιες της θεω­ρίας επιχειρημάτων (προκείμενες, συμπέρασμα), ο ρόλος τους σε ένα διαλογικό πλαίσιο, τα είδη των γενικευτικών ισχυρισμών (μη επιδεχόμενες εξαίρεση καθο­λικές γενικεύσεις, επαγωγικές γενικεύσεις, και τέλος αναιρέσιμες εικοτολογικές γενικεύσεις), και συζητείται η πλάνη της αγνόησης των περιορισμών. Το κεφά­λαιο εισάγει επίσης τον αναγνώστη στο ζήτημα του ελέγχου των επιχειρημάτων μέσω κριτικών ερωτήσεων, το οποίο αναπτύσσεται πληρέστερα αργότερα.Το δεύτερο κεφάλαιο, αν και φαινομενικά απλώς εισαγωγικό, εδράζεται σε σημαντικές θεωρητικές δεσμεύσεις που σε κάποιο βαθμό διαφοροποιούν τη μη τυπική λογική από την τυπική της εκδοχή. Κομβικής σπουδαιότητας είναι η τριμερής διάκριση των επιχειρημάτων –ανάλογη με αυτή των γενικεύσεων και καινοφανής σε κάποιον εξοικειωμένο μόνον με την τυπική λογική– σε παραγω­γικά, επαγωγικά και εικοτολογικά, με τα τελευταία να διακρίνονται από τα δεύτερα και να σχολιάζονται αναλυτικά σε όλο το βιβλίο. Το κεφάλαιο εξηγεί ικανοποιητικά την έννοια της ασυνέπειας, ενώ ακροθιγώς εισάγει τον αναγνώστη στα αριστοτελικά συλλογιστικά σχήματα (επιχειρήματα δύο προκειμένων στα οποία οι προκείμενες και το συμπέρασμα είναι καθολικές ή υπαρκτικές προτά­σεις), καθώς επίσης και σε κάποιες συνηθισμένες μορφές παραγωγικών επιχει­ρημάτων. Στη συνέχεια (κεφ. 3) συζητούνται κάποια συνήθη εικοτολογικού τύπου επιχει­ρηματολογικά  σχήματα (επίκληση της γνώμης των ειδικών, επίκληση  της κοινής γνώμης, επίκληση των συνεπειών, αναλογικά επιχειρήματα, σχετικιστικά-αιτια­κά  επιχειρήματα, ad hominem επιχειρήματα κ.ά.). Το τρίτο κεφάλαιο είναι ίσως το  σημαντικότερο του βιβλίου, καθώς σε αυτό παρουσιάζεται η χαρακτηριστική, όπως θα δούμε, προσέγγιση που έχει αναπτύξει ο Γουόλτον στα προβλήματα της κριτικής επιχειρηματολογίας. Η θεματική αυτού του κεφαλαίου διατρέχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνολικά το έργο.Ακολουθεί (κεφ. 4) η παρουσίαση μιας καθαρά πρακτικής ταξινόμησης επιχειρη­μάτων σύμφωνα με τη δομή τους. Με βάση το κριτήριο αυτό ο συγγραφέας διακρίνει τα επιχειρήματα σε μεμονωμένα (επιχειρήματα μίας προκείμενης), συγκλίνοντα (περισσότερα του ενός μεμονωμένα επιχειρήματα που εμφανίζο­νται ως ένα), συνδυαστικά (επιχειρήματα περισσοτέρων από μία προκείμενες που από κοινού υποστηρίζουν κάποιο συμπέρασμα), σειριακά (συνδυασμός επι­χειρημάτων στα οποία το συμπέρασμα του προηγούμενου λειτουργεί ως προκεί­μενη του επόμενου) και τέλος αποκλίνοντα (επιχειρήματα στα οποία οι προκεί­μενες λειτουργούν ως λόγοι περισσοτέρων του ενός συμπερασμάτων). Εξετάζο­νται επίσης περιπτώσεις επιχειρημάτων με άδηλες προκείμενες ή συμπερά­σματα και παρουσιάζονται κάποιες –υπερβολικά προφανείς κατά την άποψή μου– τεχνικές κατασκευής διαγραμμάτων με τα οποία απεικονίζονται οι εν λόγω δομές. Το κεφάλαιο 5 πραγματεύεται θέματα μεγάλης σπουδαιότητας για την κριτική σκέψη. Παρουσιάζονται έξι τύποι διαλόγων (πειθούς, έρευνας, διαπραγμάτευ­σης, αναζήτησης πληροφοριών, διαβούλευσης, εριστικοί διάλογοι), συζητείται η διαλεκτική δυναμική των δεσμεύσεων των διαλεγομένων και εξετάζεται με ιδιαίτερη επιτυχία το πολύ σύνθετο θέμα του τρόπου με τον οποίο οι ερωταπο­κρίσεις οφείλουν να λειτουργούν σε έναν διάλογο. Καθώς οι ερωτήσεις φέρουν συχνά έναν αριθμό άμεσων μη τετριμμένων πραγματολογικών προϋποθέσεων που υποσημαίνονται (implicated) κατά την εκφορά τους και στις οποίες δεσμεύε­ται ο ερωτών, αλλά όχι απαραίτητα και ο ερωτώμενος, τέτοιες ερωτήσεις ενδέχε­ται να λειτουργούν ως μηχανισμοί παγίδευσης τους οποίους οφείλει να ξέρει πώς θα εντοπίσει και θα αποφύγει ο ερωτώμενος, προκειμένου να διαφύγει τον κίνδυνο να δεσμευτεί με την απάντησή του σε θέσεις με τις οποίες δεν συμφωνεί.Τα τρία τελευταία κεφάλαια του βιβλίου είναι ιδιαίτερα πλούσια. Το κεφάλαιο 6 είναι αφιερωμένο στον εντοπισμό της μεροληψίας που εμφιλοχωρεί είτε στη συναισθηματικά φορτισμένη χρήση όρων, η οποία ενδέχεται να υποκρύπτει ή να αντικαθιστά την ανάγκη διατύπωσης ενός επιχειρήματος, είτε σε άδηλα κίνητρα πίσω από την υπεράσπιση μίας θέσης η αποκάλυψη των οποίων θα περιόριζε εκ πρώτης όψεως την ευλογοφάνεια των επιχειρημάτων υπέρ αυτής. Το κεφά­λαιο συζητά επίσης εκτενώς το σύνθετο και φιλοσοφικά ενδιαφέρον ζήτημα  του ορισμού και των ειδών του. Αφορμή για τη συζήτηση είναι το θέμα των συγκινη­σιακά φορτισμένων όρων (σε ποιο βαθμό υπό ποιες προϋποθέσεις είναι θεμιτή η διατήρηση σε έναν διάλογο της όποιας θετικής ή αρνητικής φόρτισης ενός όρου;) και των απλώς λεκτικών αντιπαραθέσεων (αντιπαραθέσεις στις οποίες οι δύο πλευρές νομίζουν ότι διαφωνούν γιατί χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο με διαφορετικό νόημα).Το προτελευταίο κεφάλαιο (κεφ. 7) ασχολείται με το πολύ δύσκολο πρόβλημα των συναφών επιχειρημάτων (συναφή ως προς μία συγκεκριμένη διαλεκτική αντιπαράθεση) και περιστασιακά με τη συνάφεια των προκειμένων προς το συμπέρασμα. Το δεύτερο ζήτημα, αν και έχει γίνει αφορμή εμφάνισης μη κλασι­κών λογικών συστημάτων (relevant logics), δεν είναι τόσο πιεστικό για τη μη τυπική λογική που δεν ενδιαφέρεται τόσο πολύ για αυστηρούς ορισμούς και λεπτά θεωρητικά θέματα. Το πρώτο πρόβλημα ωστόσο (αυτό της διαλεκτικής συνάφειας) είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την κριτική σκέψη. Κατά τον Γουόλτον ένα επιχείρημα είναι διαλεκτικά συναφές όταν είναι ενταγμένο σε μία συλλογι­στική ακολουθία εντός της οποίας κάνει μια διακριτή συνεισφορά στην επίτευξη του στόχου ενός διαλόγου. Η διαλεκτική συνάφεια σχετικοποιείται έτσι ως προς τύπο του διαλόγου στον οποίο συναντάται  (αφού διαφορετικοί τύποι διαλόγου συνδέονται με διαφορετικούς στόχους), καθώς επίσης και ως προς το ιδιαίτερο θεσμικό ή πολιτισμικό συγκείμενο του υπό κρίσιν επιχειρήματος. Συχνά λοιπόν η συνάφεια εξαρτάται και από τους διαδικαστικούς κανόνες του διαλόγου. Αντιπαραθέσεις, συσκέψεις και νομικές διαδικασίες έχουν κανόνες που αποκλεί­ουν ως μη συναφή επιχειρήματα που θα αξιολογούνταν ως συναφή σε άλλους διαλόγους με το ίδιο αντικείμενο. Από την άλλη μεριά ακόμη και σχήματα που παραδοσιακά κατατάσσονται στα σοφίσματα (επίκληση του φόβου, απειλές ως επιχειρήματα, επίκληση του οίκτου) μπορεί να είναι, κατά τον Γουόλτον, κατά περίπτωση συναφή. Τέλος,  είναι δυνατόν ακόμη και εντός της ίδιας διαλεκτικής αντιπαράθεσης να μεταβληθεί η συνάφεια ενός επιχειρήματος, καθώς μερικές φορές οι συμμετέχοντες μεταβαίνουν με θεμιτό τρόπο από έναν τύπο διαλόγου σε έναν άλλο (για παράδειγμα από διάλογο πειθούς σε διάλογο έρευνας).Το τελευταίο κεφάλαιο πραγματεύεται την κριτική αποτίμηση πρακτικών συλ­λογισμών, δηλαδή συλλογισμών που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι είναι καλό (ή αναγκαίο) να πράξει κανείς το Β, με δεδομένο ότι πρώτον επιθυμεί να προ­καλέσει το Α και ότι δεύτερον το Β είναι αναγκαία ή επαρκής συνθήκη πρόκλη­σης του Α. En passant θίγονται ωστόσο και άλλα χρήσιμα ζητήματα που συνδέο­νται σε κάποιο βαθμό με την πρακτική συλλογιστική: Αναγκαίες και ικανές συν­θήκες, διαζευκτικές συναγωγές, ο υπολογισμός των συνεπειών μιας πράξης, η αντίκρουση διλημματικών συναγωγών με τη μέθοδο της διατύπωσης ενός αντιδι­λήμματος (αν και δεν συζητείται η λογική παραδοξότητα της μεθόδου), θεμιτές και μη θεμιτές εφαρμογές επιχειρημάτων «εκ της άγνοιας» (αγνοούμε ότι Α, άρα όχι-Α), και τέλος η αντίθεση κλειστών – ανοικτών κόσμων.Οι θεωρητικές προϋποθέσεις του έργουΘα έλεγα ότι δύο είναι οι θεωρητικοί άξονες γύρω από τους οποίους δομείται το έργο. Ο πρώτος είναι η διάκριση μεταξύ παραγωγικών και επαγωγικών συναγωγών από τη μία πλευρά και εικοτολογικών (ή εύλογων) επιχειρημάτων από την άλλη, με το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου να αφιερώνεται στην αναλυ­τική μελέτη της τελευταίας κατηγορίας. Ο δεύτερος άξονας είναι ο εξαιρετικά γενναιόδωρος τρόπος με τον οποίο ένα επιχείρημα χαρακτηρίζεται «ορθό». Ακόμη και επιχειρήματα που παραδοσιακά ταξινομούνται ως λογικές πλάνες simpliciter (ad hominem επιχειρήματα, επικλήσεις οίκτου ή φόβου, απειλές στο πλαίσιο μιας διένεξης) μπορούν να δικαιολογηθούν, σύμφωνα με τον Γουόλτον, ως ορθές επιχειρηματολογικές στρατηγικές υπό την προϋπόθεση ότι συνεισφέ­ρουν στους σκοπούς του διαλογικού πλαισίου και της κοινωνικής πρακτικής στις οποίες είναι ενταγμένες (και αντίστοιχα να απονομιμοποιηθούν ως «πλάνες» στο συγκεκριμένο πλαίσιο, όταν δεν προωθούν τους εν λόγω στόχους).[3] Θα σχολιάσω εκτενέστερα τον πρώτο άξονα (από τον οποίο εξαρτάται και ο δεύτερος) και ειδικότερα τα χαρακτηριστικά των εικοτολογικών επιχειρημάτων. Τα επιχειρήματα αυτά, τα οποία δεν αναγνωρίζονται, όπως είπα ως διακριτή κατηγορία στα εγχειρίδια τυπικής λογικής, εγείρουν ζητήματα που είναι σημα­ντικό ο αναγνώστης να γνωρίζει προκειμένου να καταλάβει σε μεγαλύτερο βάθος το έργο που παρουσιάζεται εδώ.Σύμφωνα με τον Γουόλτον τα επιχειρήματα εικοτολογικού τύπου ταξινομούνται σε διακριτά επιχειρηματολογκά σχήματα. Τα σχήματα αυτά είναι (μη επαγω­γικώς ισχυρά ή παραγωγικώς έγκυρα) στερεοτυπικά και αναγνωρίσιμα  μοτίβα συναγωγών που συνίστανται από έναν αριθμό προκειμένων και ένα συμπέρα­σμα, το οποίο –δοθείσης της αλήθειας των προκειμένων– είναι εύλογο να εικάσει κανείς ότι είναι επίσης αληθές. Ο ορισμός θέτει δύο πιεστικά ερωτήματα: Τι σημαίνει να «εικάζεται ευλόγως» ότι το συμπέρασμα είναι αληθές; Με ποια κριτήρια αξιολογούνται τέτοιου είδους επιχειρήματα; Θα εξετάσω τα δύο ερωτήματα στη σειρά αντλώντας υλικό και από άλλες καθαρά ερευνητικές  εργασίες του Γουόλτον. [...] [Το πλήρες κείμενο της βιβλιοκρισίας βρίσκεται αμέσως παρακάτω][1] Βλ. S. Toulmin, The Uses of Argument (Cambridge: Cambridge University Press, 1958, αναθεωρημένη έκδοση 2003), καθώς επίσης D. Perelman O. T. Lucie, The new Rhetoric: A Treatise on Argumentation (μτφ. J. Wilkinson P. Weaver. Notre Dame: Uni­versity of Notre Dame Press, 1971 – δημοσιευμένο αρχικά ως La Nouvelle Rhétorique το 1958).[2] Πρώτη αγγλική έκδοση: Fundamentals of Critical Argumentation (Cambridge: Cam­bridge University Press, 2006).[3] Νομίζω ότι αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο Γουόλτον δεν αφιερώνει, όπως θα περίμενε κανείς από ένα τέτοιο βιβλίο, ειδικό κεφάλαιο για τις λογικές πλάνες. Τούτη η παράλειψη έχει προκαλέσει τις διαμαρτυρίες  κάποιων κριτικών του βιβλίου. Βλέπε χαρακτηριστικά τη βιβλιοκριτική του M. Lewiński, «Douglas Walton, Fundamen­tals of Critical Argumentation», Argumentation 23 (2009), σ. 123-6. Όμως ένα τέτοιο κεφά­λαιο δεν θα ταίριαζε στην προσέγγιση του Γουόλτον, για τον οποίο η «ορθότητα» ή μη ενός επιχειρήματος, συμπεριλαμβανομένων πολλών από αυτά που παραδοσιακά θα κατατάσσονταν στις πλάνες, μπορεί να αποτιμηθεί μόνον εντός συγκεκριμένων διαλογικών πλαισίων. Για μια βαθύτερη κατανόηση των απόψεων του Γουόλτον για τις λογικές πλάνες βλ. D. Walton, «Why Fallacies Appear to be Better Arguments than They Are», Informal Logic 30 (2010), σ. 159-84. Δημοσιεύθηκε: 7.6.2023.Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:Φιλίππου, Μιχαήλ: (Βιβλιοκρισία του:) Douglas Walton, Αρχές κριτικής επιχειρηματολογίας (μτφ. Α. Φριλίγγος Φ. Παιονίδης, επιστ. επιμ. Φ. Παιονίδης. Αθήνα: Gutenberg, 2021). Κριτικά 2023-05, https://doi.org/10.26262/critica.v13i0.9534

    Διδάσκοντας διαθρησκειακά και συνεργατικά σε ένα Διαπολιτισμικό Σχολείο

    No full text
    Στη χώρα μας τα τελευταία τριάντα χρόνια συντελούνται σημαντικές αλλαγές. Η εισροή μεταναστών και προσφύγων προκάλεσε αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Οι «άλλοι» παλιννοστούντες  στην αρχή, Χριστιανοί Ορθόδοξοι στο θρήσκευμα, έγιναν ευκολότερα αποδεκτοί και ενσωματώθηκαν γρήγορα στην ελληνική κοινωνία. Οι νέοι όμως μετανάστες, και πρόσφυγες μουσουλμάνοι, αντιμετωπίστηκαν και αντιμετωπίζονται είτε ως το «ξένο σώμα», το «απόστημα» που πρέπει να αποβληθεί από την κοινωνία είτε ως οι αναγκεμένοι που θέλουν τη βοήθειά μας για να επιβιώσουν και να μετακινηθούν σε άλλη χώρα. Τα προσφυγόπουλα που μένουν στην Ελλάδα πρέπει να μορφωθούν. Πώς όμως μπορεί να επιτευχθεί η ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία  και στο σχολικό περιβάλλον; Τι μπορεί να γίνει με το μάθημα των Θρησκευτικών; Θα απαλλάσσονται από το μάθημα και θα εγκαταλείπουν την τάξη την ώρα του μαθήματος ή θα «συνεργαστούν» και θα αλληλοεπιδράσουν με τους χριστιανούς συμμαθητές τους; Μπορεί η Διαπολιτισμική Εκπαίδευση να βοηθήσει στην συμπερίληψη των προσφύγων και στο μάθημα των Θρησκευτικών;

    2,065

    full texts

    5,290

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇