Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
Not a member yet
5290 research outputs found
Sort by
Η σύγκρουση καθηκόντων του ιατρικού προσωπικού υπό το πρίσμα της πανδημίας
Στο παρόν άρθρο εξετάζεται το ζήτημα της σύγκρουσης καθηκόντων του ιατρικού προσωπικού υπό το πρίσμα της πανδημίας Covid-19. Αναλυτικότερα, στην πρώτη ενότητα εξετάζεται η νομική φυσιογνωμία της έννοιας της σύγκρουσης καθηκόντων και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να λειτουργήσει αυτή ευνοϊκά υπέρ του ιατρού. Στην δεύτερη ενότητα εξετάζεται το ζήτημα της επίλυσης της σύγκρουσης καθηκόντων με βάση το άρθρο 15 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, αλλά και το σύστημα ιεράρχησης ασθενών triage. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα εξετάζονται ειδικότερα ζητήματα σε σχέση με την επίλυση της σύγκρουσης καθώς και οι συνέπειες αυτής. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο δογματικό ζήτημα της φύσεως της σύγκρουσης καθηκόντων καθώς και στο νέο άρθρο 33 του Π.Κ., ενώ παράλληλα αναφέρονται και κάποιες από τις συνηθέστερες περιπτώσεις σύγκρουσης καθηκόντων στην κλινική πράξη
Η διεθνής θέση των Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821 και το ζήτημα των θαλάσσιων λειών & λειοδικείων
Από την έναρξή της, η Ελληνική Επανάσταση ταυτίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής με επαναστάσεις που είχαν ξεσπάσει στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Για τον λόγο αυτό θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσε τίποτα παραπάνω από άλλη μια εξέγερση η οποία έπρεπε να καμφθεί. Η νομιμοποίηση και κατά συνέπεια η τυπική αναγνώρισή της, βάσει του τότε διαμορφωμένου Διεθνούς Δικαίου, εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ικανότητα των Ελλήνων να διαφοροποιηθούν από τις προαναφερθείσες επαναστάσεις. Η μη αναγνώριση από τις Μεγάλες Δυνάμεις του καθεστώτος του εμπόλεμου στερούσε από τους Έλληνες τόσο το δικαίωμα ναυτικού αποκλεισμού των λιμανιών του εχθρού (δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) όσο και της νόμιμης κατάσχεσης ναυτικών λειών, από πλοία που εξόπλιζαν οι Έλληνες για τις ανάγκες του Αγώνα. Όταν τελικά αναγνωρίστηκαν επίσημα οι ελληνικοί ναυτικοί αποκλεισμοί και κατ’ επέκταση το δικαίωμα του εμπόλεμου από τη Μεγάλη Βρετανία, οι Έλληνες τάχθηκαν υπέρ των αρχών του Διεθνούς Δικαίου όσον αφορά τις θαλάσσιες λείες, πράγμα που έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης
ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ, ΝΕΥΡΩΤΙΣΜΟΣ, ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΚΑΙ ΜΕΤΑΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΠΙΚΡΙΑΣ = WORKPLACE BULLYING, NEUROTICISM, WORKPLACE ENVIRONMENT, AND POSTTRAUMATIC EMBITTERMENT DISORDER
Η παρούσα έρευνα αποσκοπούσε στη διερεύνηση της σχέσης χαρακτηριστικών προσωπικότητας των εργαζομένων, του εργασιακού περιβάλλοντος, και των στρατηγικών αντιμετώπισης σε περιστατικά εκφοβισμού, στην ανάπτυξη και έκβαση του εργασιακού εκφοβισμού. Επιπλέον, στόχος της μελέτης αποτελούσε η διερεύνηση συμπτωμάτων μετατραυματικής διαταραχής πικρίας, στους εργαζόμενους που βίωσαν εργασιακό εκφοβισμό. Τριακόσιοι δύο υπάλληλοι, τεσσάρων ιδιωτικών εταιρειών κλήθηκαν να απαντήσουν αρχικά σε ερωτηματολόγια που αξιολογούν το νευρωτισμό, την εξωστρέφεια και την ευσυνειδησία, το οργανωσιακό κλίμα και εργασιακή πίεση, όπως και τη μετατραυματική διαταραχή πικρίας. Επιπροσθέτως, υπάλληλοι οι οποίοι είχαν βιώσει εργασιακό εκφοβισμό τους τελευταίους έξι μήνες, κλήθηκαν να συμπληρώσουν έναν κατάλογο με στρατηγικές αντιμετώπισης του εργασιακού εκφοβισμού. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκαν δέκα ημι-δομημένες συνεντεύξεις σε εργαζόμενους, οι οποίοι δήλωσαν ότι τους τελευταίους έξι μήνες είχαν υποστεί εργασιακό εκφοβισμό. Τα αποτελέσματα υποστηρίζουν ότι τόσο ο νευρωτισμός όσο και το εργασιακό περιβάλλον σχετίζονται με την εμφάνιση του εργασιακού εκφοβισμού και της μετατραυματικής διαταραχής πικρίας. Επιπλέον, οι στρατηγικές αντιμετώπισης, αναλόγως του είδους τους, φάνηκαν να συμβάλουν σε διαφορετική εξέλιξη του εργασιακού εκφοβισμού. This research aimed to investigate the relationship between employees’ personality traits, work environment, the reaction mechanisms, and the development of workplace bullying. In addition, the study is focused on investigating the symptoms of posttraumatic embitterment disorder of employees who experienced workplace bullying. Three-hundred-two employees of four private companies were initially asked to respond to questionnaires that assess neuroticism, extroversion, conscientiousness, organizational climate and work pressure, as also post-traumatic embitterment disorder. Furthermore, employees who had experienced workplace bullying in the last 6 months were asked to complete a list of coping strategies for workplace bullying. Following the questionnaires, ten semi-structured interviews were conducted with employees who, as they had stated, had experienced workplace bullying in the last six months. The results suggested that both neuroticism and workplace environment are associated with the development of workplace bullying and post-traumatic embitterment disorder. In addition, the coping strategies, depending on their types, appeared to contribute to a different development of workplace bullying.
WOMEN’S BODY-RELATED PRACTICES AND THE CONFORMITY VERSUS CHOICE DILEMMA: MANAGING ACCOUNTABILITY CONCERNS IN FOCUS GROUP DISCUSSIONS BY FEMALE AND MALE YOUTH
This study aimed at documenting how young women and young men manage accountability concerns in the context of discussing women’s bodily/beauty practices. For the purposes of the study four focus group discussions (two of which involved young women and two involved young men) were conducted. Adopting the methodological tools of critical discursive social psychology, analysis indicated that all the participants were oriented towards the widely used dilemma of conformity vs. choice. It also showed differences in the way this central dilemma was managed by female and male participants. Specifically, male participants managed the dilemma, either by constructing the image of the woman who is an exception to the rule or by representing certain bodily/beauty practices as gender neutral. Female participants, on the other hand, although they underscored the patriarchal prescriptions of femininity, they portrayed themselves as possessing a ‘feminist consciousness,’ which protects them from becoming blind victims of societal pressures
Investigating stem allomorphy in Greek and Arabic by means of lexical frequency
In this article we investigate an allomorphic pattern that emerges at the right edge of the stem of Greek and Arabic nouns. After exploring a variety of possible analyses and discussing their merits and drawbacks, we propose a novel approach that combines the theoretical tools of Gradient Harmonic Grammar (Smolensky Goldrick 2016) with corpus data and, specifically, the lexical frequency of stem variants. The proposed analysis, which attributes the emergence of allomorphy to the diminished underlying representation of stem-final segments, highlights the phonological grounding of the process and allows a unifying treatment of allomorphic phenomena across languages
Μορφή-με-σημασία vs μορφή-μετά-σημασία: Ενα πείραμα κεκαλυμμένης μορφολογικής προτεραιοποίησης στην κοινή νεοελληνική
The present study examines the role of semantic transparency in early visual word recognition, with regard to Modern Greek derivational morphology. We conducted a masked priming lexical decision experiment, comparing morphologically related prime-target pairs in three semantic transparency conditions (i.e., opaque, semitransparent, transparent). Statistical analyses revealed significant priming of the same magnitude among conditions, irrespective of semantic transparency. Results point to an early morpho-orthographic decomposition process that is semantically blind and applies to all apparently derived words on the basis of their surface morphological structure. Thus, we suggest a form-then-meaning account of morphological processing
Γλωσσικές επιδόσεις στην Eλληνική ως Γλώσσα Πολιτισμικής Κληρονομιάς: Πειραματικά δεδομένα παραγωγής και κατανόησης της ρηματικής μορφολογίας
The present study explores verbal morphology in adult heritage Greek. In an oral elicitation task, Greek monolinguals and Heritage Speakers (HSs) in Germany exhibited ceiling performance in aspectual marking, while HSs in the US were significantly less accurate. In speeded grammaticality judgements, similar results were obtained for the grammatical conditions as in the elicitation task. In ungrammatical conditions, accuracy was overall affected. HSs-US were less accurate with the perfective form, which is morphologically more complex than the imperfective form, and hours of education in Greek was a reliable predictor. Finally, HSs produced novel forms in the past tense by treating monosyllable-stems of Conjugation A similarly to Conjugation B
Γκ. Β. Φ. Χέγκελ: Φυσικό δίκαιο
2023–02 Χέγκελ: Φυσικό δίκαιοΓκ. Β. Φ. Χέγκελ: Περί των επιστημονικών τρόπων πραγμάτευσης του φυσικού δικαίου, περί της θέσης του στην πρακτική φιλοσοφία, και περί της σχέσης του προς τις θετικές επιστήμες του δικαίου (μτφ. Όλγα Σταθάτου, εισαγ.–επιμ. Δ. Καρύδας Γ. Σαγκριώτης). Αθήνα: Νήσος, 2018, 194 σ., 12 €.______________________________________________________Κρίνει η Αναστασία Ιωαννίδου (Ph.D., University of Warwick, UK)[email protected] Το κείμενο αυτό (στο εξής: ΦΔ) δημοσιεύτηκε στο Κritisches Journal der Philosophie, το οποίο διηύθυνε ο Χέγκελ μαζί με τον Σέλλινγκ, σε δύο μέρη, το 1802 και 1803.[1] Την εποχή που γράφει ο Χέγκελ η επιστήμη έχει κάνει εξαιρετικά άλματα και η κριτική φιλοσοφία είναι κινητήρια δύναμη της σκέψης του Διαφωτισμού (σ. 19, 57 υπ. 24, 25). Ο βρετανικός εμπειρισμός βρίσκεται στο από- γειό του και τα κείμενα των Βρετανών στοχαστών μεταφράζονται στα Γερμανικά (σ. 60). Στο ΦΔ ο Χέγκελ εξετάζει ιστορικά τη νεότερη εμπειρική επιστημονική σκέψη για το φυσικό δίκαιο, τις ιστορικές, αντικειμενικές προϋποθέσεις της κριτικής φιλοσοφίας και, τέλος, τις ιστορικές, εμπειρικές προϋποθέσεις της νεότερης φιλοσοφίας, η οποία θα αναπτυχθεί στο μετέπειτα έργο του.Η επιστήμη του φυσικού δικαίου εξετάζεται σε σχέση με την πρακτική ηθική φιλοσοφία και τη θετική επιστήμη του δικαίου. Τα επιχειρήματα αυτά αναπτύσσει επίσης στις διαλέξεις του στο Βερολίνο οι οποίες οδηγούν στη δημοσίευση της Φιλοσοφίας του Δίκαιου (Grundlinien der Philosophie des Rechts) το 1821. Στο κείμενο αυτό εκθέτει το θεωρησιακό επιχείρημα και τις κριτικές όψεις της εγγελιανής σκέψης, οι οποίες παραμένουν επίκαιρες για κάθε αναστοχασμό επί του μοντέρνου φυσικού δικαίου και θεωριών κοινωνικού συμβολαίου μέχρι τις μέρες μας. Η ιστορική και σε λιγότερο βαθμό η ιστοριστική, εμπειρική και κριτική σκέψη για το φυσικό δίκαιο αποτελεί αντικείμενο μελέτης για τη θεωρησιακή φιλοσοφία (Speculative Philosophie) του Χέγκελ, πριν από τη Realphilosophie και τα πρώτα σχέδια της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, η οποία δημοσιεύτηκε το 1807.Το δοκίμιο είναι σημαντικό όχι μόνο γιατί αναφέρεται από ιστορική, εμπειρική και κριτική σκοπιά στη νεότερη φιλοσοφική σκέψη της εποχής του Διαφωτισμού, άλλα και για το συνολικό συστηματικό φιλοσοφικό έργο του Χέγκελ το οποίο εδώ βρίσκεται στη νεανική φάση του. Ασκεί κριτική στη μεταφυσική, η οποία συνδέεται με την ηθική και την πρακτική φιλοσοφία του δικαίου, και στρέφεται προς μια επιστημονική, συστηματική, εργασία φιλοσοφικής κριτικής και οριοθέτησης της θετικής επιστήμης το δίκαιου (σ. 84, 163). Η κριτική του Λόγου του Καντ, ο εμπειρισμός και ο επιστημονικός εμπειρισμός εξετάζονται κριτικά με αναφορά στο σύγχρονο ενδιαφέρον για το φυσικό δίκαιο και ως κριτική προς τον δογματισμό (σ. 71-3). Ως επιστημονικούς τρόπους πραγμάτευσης του φυσικού δικαίου ο Χέγκελ εννοεί: πρώτον, τον κριτικό φορμαλισμό (Καντ, Φίχτε) (σ. 69-73, 104-5, 116, μέρος ΙΙ). Δεύτερον, τον καθαρό εμπειρισμό στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου (Χομπς, Ρουσσώ) (σ. 74-80, μερος Ι, σ. 106-7, μέρος ΙΙ). Τρίτον, τον επιστημονικό εμπειρισμό, τον οποίο βρίσκουμε για παράδειγμα στις έννοιες της πολιτικής οικονομίας και στις εμπειρικές επιστήμες (σ. 118-21, 151, 160, μέρος ΙΙΙ).Η επιστημονικότητα του φιλοσοφικού εγχειρήματος έγκειται στην οριοθέτηση και στην ανάδειξη της αρνητικότητας της κριτικής σκέψης του διαφωτισμού, υπό το πρίσμα, αυτού που ονομάζει “προσδιορισμένη άρνηση”. Αυτό εκτίθεται εννοιακά (Darstellung) με αναφορά στη σκέψη του Καντ, του Φίχτε, του βρετανικού εμπειρισμού αλλά και στο έργο του Ρουσσώ Το Κοινωνικό Συμβόλαιο και στο Πνεύμα των Νόμων του Μοντεσκιέ. Συνάγει έτσι μια έννοια της ηθικότητας (Sittlichkeit), όχι απλώς ως ατομικής, υποκειμενικής ηθικής αλλά ως της ζώσας κίνησης (Bewegung) του γινομένου (das Werden) (σ. 148).H έννοια της αρνητικής υποκειμενικής ηθικής εξηγείται με αναφορά στο γνωστό παράδειγμα της παρακαταθήκης του Καντ (σ. 94-97 μέρος ΙΙ). Η υποκειμενική ηθική τύπου Καντ έχει ως γνώμονα την κατηγορική προσταγή η οποία προσδιορίζει και το 'πρόσημο' της ελευθερίας του ατομικού πράττειν. Η έκθεση της έννοιας της υποκειμενικής ηθικής ως εξωτερίκευση της ελευθερίας και η διάκριση σε υποκειμενική ηθική και νομιμότητα χαρακτηρίζει επίσης τη σκέψη του Φίχτε, σύμφωνα με τον Χέγκελ (σ. 104-5). Όπως το διατυπώνει ο ίδιος:Όπως λοιπόν αυτή η ηθική σχετίζεται προς το υποκειμενικό ή το αρνητικό, κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει το αρνητικό εν γένει να διακρίνεται αφ' ενός ως η ύπαρξη της διαφοράς και αφ' ετέρου ως το έλλειμμά της· το πρώτο αρνητικό είναι εκείνο για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως, όμως αυτό το άλλο αρνητικό, το έλλειμμά της διαφοράς παριστά την ολότητα ως κάτι συγκαλυμμένο και μη εκδιπλωμένο, στο οποίο η κίνηση και η απειρότητα δεν τελούν στην πραγματικότητα τους. Αυτό που είναι ζωντανό κάτω από αυτή τη μορφή του αρνητικού είναι η γένεση (Werden) της ηθικότητας, η δε διαπαιδαγώγηση, σύμφωνα με το προσδιορισμό της, είναι η εμφαινόμενη προοδευτική αναίρεση του αρνητικού ή υποκειμενικού˙ διότι το παιδί, ως η μορφή της δυνατότητας ενός ηθικού ατόμου, είναι κάτι το υποκειμενικό ή αρνητικό [...]. […] όμως αυτό που είναι το θετικό και αποτελεί την ουσία είναι ότι το παιδί, γαλουχημένο στην αγκαλιά της καθολικής ηθικότητας (allgemeinen Sittlichkeit), ζει μέσα στην απόλυτη εποπτεία της σαν να πρόκειται κατ' αρχάς για μια ξένη ουσία, την συλλαμβάνει ολοένα και περισσότερο (immer mehr begreift) και μεταβαίνει (übergeht) κατ' αυτόν τον τρόπο στο καθολικό πνεύμα (allgemeinen Geist). (σ. 148, NR, σ. 507)Το παραπάνω χωρίο προσδιορίζει την ηθικότητα ως το γινόμενο της ηθικότητας (Werden der Sittlichkeit), το οποίο θα αναλυθεί εννοιακά ως το αποτέλεσμα της ελεύθερης εργασίας της έννοιας στη σκέψη. Το ζητούμενο εδώ του Χέγκελ είναι η επιστημονική προσέγγιση του φυσικού δικαίου που οδηγεί στον προσδιορισμό της υποκειμενικής ηθικής, της θετικότητας της νέας επιστήμης του δικαίου, και σε αυτό που ονομάζει την επιστήμη της θεωρησιακής φιλοσοφίας την οποία θα αναπτύξει συστηματικά στο Επιστήμη της Λογικής. Εδώ ο κριτικός φορμαλισμός του Καντ είναι το αντικείμενο εξέτασης της θεωρησιακής (Spekulative) φιλοσοφικής εξέτασης. Δηλαδή, εκθέτει αναλυτικά-εννοιακά τις προσδιορισμένες στιγμές της κίνησης της σκέψης, από την υποκειμενικότητα προς την αντικειμενικότητα του απόλυτου πνεύματος. Διακρίνει ιστορικά στη νεότερη σκέψη του φυσικού δίκαιου, στη ρωμαϊκή και στην αρχαία εμπειρική και διαλεκτική σκέψη για το φυσικό δίκαιο, εισάγοντας έτσι την έννοια της ιστορία της φιλοσοφίας η οποία πρέπει να γίνει αντικείμενο της σκέψης από τη σκοπιά της ανάπτυξης και της κίνησης της φιλοσοφικής εμπειρίας της συνείδησης: 1) ως το σύγχρονο ενδιαφέρον ή συμφέρον και της περιέργειας του νου (σ. 20, 67) (...Es würde allein das Interesse einer Neugierde über das Geschichtliche der Wissenschaft sein, NR, σ. 437) και 2) ως οι στιγμές της απόλυτης μορφής της ιδέας, με τις αναγκαίες στρεβλώσεις της, στη βάση των οριοθετημένων αρχών της εμπειρικής επιστήμης. Στο δεύτερο μέρος του δοκιμίου (σ. 122 μέρος ΙΙΙ), ο Χέγκελ στον γερμανικό φορμαλισμό, ιστορισμό και μεταφυσική αντιτάσσει τον νεότερο και αρχαίο εμπειρισμό, τη διαλεκτική σκέψη (σ. 111), την έννοια της ουσίας του Σπινόζα και το ιστορικό έργο του Μοντεσκιέ. Στο τέλος του δευτέρου μέρους (IV) του δοκιμίου εισάγει τις έννοιες της ιστορίας, της καθαρής ιστορίας και ιστορικότητας που αντλεί από το Πνεύμα των Νόμων του Μοντεσκιέ (σ. 168, μέρος IV). Εδώ η έννοια του έθνους (Volk) αποκτά μια νέα σημασία για τη νεότερη σκέψη της εποχής των επαναστάσεων και της δημιουργίας εθνικών συνταγμάτων τα οποία πηγάζουν από τη νομική-συνταγματική πλέον οντότητα, το λαό.[2] Στον Μοντεσκιέ βρίσκει τη διάκριση του συνταγματικού και θεμελιωτικού ιστορικού ηθικού στοιχείου, το οποίο διακρίνει από την προσδιορισμένη αρνητικότητα των συμβολαιακών σχέσεων, αλλά και την τυπικότητα (fiction, Fiktion) στη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου (σ. 75, 77). Η τελευταία είναι η έκφραση της «αρνητικής σχετικής ηθικότητας», η οποία φέρει τις προσδιορισμένες πραγματικές σχέσεις ως λόγους θεμελίωσης και συγκρότησης του έθνους και του νεωτερικού κράτους. Η κανονιστικότητα της έννοιας του λαού, του έθνους και του νόμου στον Μοντεσκιέ, δεν ταυτίζεται απλώς με την αρνητικότητα της συμβολαιακής σκέψης ή τον γερμανικό ιστορισμό. Στον τελευταίο δε καταλογίζει ότι ιδεολογικοποιεί το υπάρχον, τις υπάρχουσες σχέσεις καταναγκασμού και δεν έχει διάκριση μεταξύ του είναι και του δέοντος. Η εννοιακή αυτή έκθεση της αρνητικότητας της σκέψης εντοπίζεται διεξοδικά στη σκέψη του νεότερου φυσικού δικαίου με αναφορά στις έννοιες του συμβολαίου, της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας-καταναγκασμού, της ατομικής ηθικότητας, της χωριστικής σχέσης ατομικής ηθικότητας και νομιμότητας, της φυσικής κατάστασης ως κατάστασης πολέμου (Χομπς) άλλα και της ανάπτυξης της πολιτισμένης αστικής κοινωνίας η οποία αγγίζει το υψηλότερο σημείο της ελευθερίας και της ατομικότητας (Καντ, Φίχτε). Η μοντέρνα ατομικότητα προσδιορίζεται αρνητικά από την υποχώρηση των δημοσίων αρετών, όπως αυτής της ανδρείας, και την υποκατάστασή της από την υποκειμενική ηθική και τη νομιμότητα (σ. 118). Η υποχώρηση του παραδοσιακού τρόπου απονομής δικαιοσύνης με την ανάπτυξη του ποινικού κώδικα εκτίθεται για παράδειγμα μέσω της ανάπτυξης της έννοιας της υποκειμενικής ελευθερίας σε σχέση με τον καταναγκασμό (σ. 116). Η ίδια λογική φαίνεται να διέπει τη σχέση υποκειμενικής ηθικής ελευθερίας ως της συνένωσης των βουλήσεων όλων, η οποία οδηγεί στη γενική θέληση (Ρουσσώ) και στη νομιμοποίηση του καταναγκασμού όλων. Δηλαδή, της έννοιας της ελευθερίας ως σχέσης, των ιδιαίτερων θελήσεων και της γενικής θέλησης ως όρο θεμελίωσης του κοινωνικού συμβολαίου (Ρουσσώ) η οποία καταλήγει στη θεμελίωση του καταναγκασμού (Polizeistaat) (Φίχτε) (σ. 106-8).Η ατομικότητα και η ιδιαιτερότητα των συμφερόντων, οι θρησκευτικές και κοινωνικές επαναστάσεις της εποχής αλλά και η εξέλιξη της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και οδηγούν στον αναστοχασμό των περιεχομενικών όρων, οι οποίοι τίθενται ως οι προσδιορισμένοι, ιστορικοί όροι της σκέψης και των φαινομένων της εποπτείας και της “ελεύθερης” χρήσης των εννοιών-σχέσεων, όπως αυτής της ελευθερίας σε σχέση με τον καταναγκασμό.Το κείμενο στο πρώτο μέρος (μέρος Ι, ΙΙ) διακρίνει μεταξύ των διαφορετικών τύπων φορμαλισμού (Καντ, Φίχτε) και εμπειρισμού από τον τρόπο με τον οποίο συνάγουν τις αρχές τους στα συστήματα του μοντέρνου Φυσικού Δικαίου. Προσφέρει μια κριτική του μοντέρνου φυσικού δικαίου όπως αναπτύσσεται στις παραλλαγές της από τη σχολή του κοινωνικού συμβολαίου (Ρουσσώ, Χομπς, Καντ) και της νεοσύστατης μοντέρνας θετικής επιστήμης του δικαίου ως της αυτόνομης, οριοθετημένης επιστήμης. Το ίδιο και η πολιτική οικονομία, όπως στην περίπτωση της σκέψης του Άνταμ Σμιθ υιοθετεί τις αρχές της νεότερης επιστήμης και δημιουργεί νέα εμπειρική γνώση. Υπάρχει άμεση παραπομπή στη Βρετανική σχολή αλλά και στην ανάπτυξη της πολιτικής οικονομίας (σ. 60 σημ. 55, σ. 119, 151-3). Ο εμπειρισμός τύπου Χομπς είναι ο καθαρός εμπειρισμός ο οποίος έχει τις ρίζες του στην καρτεσιανή επιστημονική μέθοδο. Το χάος, της φυσικής κατάστασης περιγράφει τα άτομα σε κατάσταση “πολέμου όλων εναντίων όλων” και αυτή είναι η αρχή του καθαρού εμπειρισμού. Η φύση του ανθρώπου είναι εγωιστική και τα συστήματα αυτά είναι αντικοινωνικά (antisozialistich) συστήματα σκέψης (σ. 77). Η κατάσταση σύγκρουσης μεταξύ ατόμων ερμηνεύεται καλύτερα από τους νόμους της φυσικής, παρά από τους μεταφυσικούς ηθικούς νόμους. Αυτή η κατανόηση της φυσικής κατάστασης και της φυσικής ελευθερίας είναι η προϋπόθεση της συγκρότησης του έννομου καταναγκασμού του κοινωνικού συμβολαίου και της συγκέντρωσης της δύναμης στον Λεβιάθαν στην περίπτωση του Χομπς.Η διαφορά μεταξύ καθαρού εμπειρισμού (Χομπς) και επιστημονικού εμπειρισμού τύπου πολιτικής οικονομίας είναι ότι η δεύτερη αφαιρεί όχι ως προς την εγωιστική φύση του ανθρώπου και την κατάσταση “πολέμου όλων έναντι όλων” αλλά ως προς το “σύστημα της πραγματικότητας” και το “σύστημα των αναγκών” – έννοιες οι οποίες θα απασχολήσουν τον Χέγκελ συστηματικά. Η αρνητικότητα των σχέσεων εντός του συστήματος των αναγκών σχετίζεται με την αρνητικότητα του καθαρού εμπειρισμού. Η αρνητικότητα των σχέσεων είναι, λέει ο Χέγκελ, μια αρνητική τυπική ενότητα η οποία χαρακτηρίζει τη νεότερη σκέψη εν γένει. Είναι τυπική αναλυτική, αρνητικότητα η οποία αναπαριστά τη φύση του μοντέρνου υποκειμένου. Στο δεύτερο, επιστημονικό εμπειρισμό της πολιτικής οικονομίας αναζητούνται επίσης οι φυσικές-πολιτικές σχέσεις αλληλεξάρτησης και αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο («Το θετικό προηγείται, εκ φύσεως [...] ο λαός προηγείται, εκ φύσεως, του μεμονωμένου», σ. 145).Σε αντίθεση όμως με τον Αριστοτέλη, η νεότερη εμπειρική επιστήμη αναζητά μια τυπική μορφική ενότητα η οποία είναι αρνητική ως προς τη μορφή της. Η εμπειρική επιστήμη είναι αντιφατική όταν προσπαθεί να θεμελιώσει αντικειμενικά τις αρχές της, τις οποίες αντλεί από την εμπειρία και τον κοινό νου. Έτσι η απόλυτη θεμελίωση των θεμελιωδών αρχών της, είναι αντιφατική και κατάλήγει σε αντιφάσεις και αντινομίες, όπως για παράδειγμα τη νομιμοποίηση του υπαρκτού καταναγκασμού.Η εμπειρική επιστήμη έχει εσωτερικεύσει την αντίφαση, αλλά έχει μια εσωτερική αυτονόμηση και οριοθέτηση ως σύστημα. Έτσι θεμελιώνεται η εμπειρική επιστήμη ως αυτόνομη επιστήμη και συσσωρεύει δεδομένα και εμπειρική γνώση. Θεμελιώνει έτσι την αντικειμενικότητά της ως επιστήμη αρνητικά, αλλά αναπτύσσεται αυτόνομα και ελεύθερα. Αυτή την επιστήμη την διακρίνει η θετική γνώση η οποία θεμελιώνει τις έννοιές της στον λόγο (σ. 152). Έτσι θέτει ως απόλυτες αρχές της, αυτές που ο φορμαλισμός τις προϋποθέτει ως a priori. Η κριτική των εμπειρικών επιστημών εκκινεί από την έννοια της δυνατότητας και των δυνάμεων (Potenzen) του Σέλλινγκ (μέρος IV, σ. 163-5).Ο a priori φορμαλισμός, ο οποίος συνάγει τις αρχές του αφαιρώντας από την εμπειρία, απολυτοποιεί ένα “κομμάτι” της αφαίρεσης ως αντικειμενική και απόλυτη αρχή. Οι τρόποι αυτοί θεμελίωσης της επιστήμης του φυσικού δικαίου χαρακτηρίζονται από την αρνητικότητα και θεμελιώνουν ένα μονόπλευρο, αρνητικό απόλυτο. Αυτό με όρους νεότερης ηθικότητας (Sittlichkeit) εκφράζεται ως η διάσπαση της σχετικής και απόλυτης ηθικότητας. H αρνητικότητα της νεότερης ηθικότητας εκφράζεται στην υποκειμενικότητα της νεότερης ηθικής (Moralität).H κριτική του φορμαλισμού, τύπου Καντ και Φίχτε, εντοπίζεται στο ότι η ηθική (moral) και πρακτική φιλοσοφία του Καντ θεμελιώνεται στην κριτική δύναμη του Λόγου, ενώ στην περίπτωση του Φίχτε υπογραμμίζεται η διχοτόμηση σε ηθικότητα και νομιμότητα (Moralität und Legalität). H κριτική στην αρνητικότητα της a priori θεμελίωσης του Καντ εντοπίζεται στην κριτική του Λόγου ως αρνητικού και υποκειμενικού Λόγου κατά τη χρήση του. Η γενικότητα της αφαίρεσης κατά τη θεμελίωση γίνεται υποκειμενική αρνητικότητα κατά τη χρήση και έτσι μια αρνητική θεμελίωση της ελευθερίας του νεότερου υποκειμένου. Καταλήγει κατά αυτόν τον τρόπο στην υποκειμενική γνώμη (Meinen) και τον υγιή κοινό νου! Όταν δεν καταλήγει στον εμπειρισμό παραμένει φορμαλισμός του γενικού και συνάγει τις αρχές του μέσα από την κριτική του Λόγου και της κριτικής δύναμης a priori. Η διάκριση των απόλυτων αρχών από τους εμπειρικούς όρους δεν είναι σαφής. Το περιεχόμενο των κανόνων στους οποίους θεμελιώνεται η καθαρή νομοθετική δύναμη του καθαρού πρακτικού λόγου, παράγει ταυτολογίες κατά τον Χέγκελ. Καταλήγει στην ενότητα της μορφής η οποία είναι μια αναλυτική ενότητα συγκρίσιμη με αυτή του καθαρού εμπειρισμού. Οι αφαιρέσεις τύπου Καντ αφαιρούν από τις πραγματικές σχέσεις και την ιστορικότητα των σχέσεων ώστε να συναγάγουν a priori κανόνες και την κατηγορική προσταγή. Οι αρχές της κρίσης είναι το έλλογο καθήκον και το δίκαιο, αφού έχουν αφαιρεθεί τα περιεχόμενα. Το περιεχόμενο του πρακτικού λόγου είναι το ηθικό (Moral) καθήκον και η ηθική του νομοθέτη Λόγου. Έτσι η χρήση του Λόγου νομιμοποιεί συγκρουόμενες θέσεις και συμφέροντα (απειρότητα) και η πρακτική χρήση του Λόγου είναι υποκειμενική και αρνητική. Ο Χέγκελ κατηγορεί τον φορμαλισμό για αρνητικότητα και ηθικό αμοραλισμό, μια και το δίκαιο είναι το ίδιο, ως προς τη θεμελίωση, με το άδικο, αφού η αρνητικότητα της υποκειμενικής ελευθερίας μπορεί να οδηγήσει τόσο στο φυσικό δίκαιο όσο και στο φυσικό άδικο. Έτσι η ελλειμματική αρνητική θεμελίωση της αρνητικής ελευθερίας ως αρνητικής ελευθερίας μπορεί να οδηγήσει τόσο στο δίκαιο όσο και στο άδικο. Η διάκριση σε ηθικότητα και νομιμότητα είναι η συνέπεια αυτής της φορμαλιστικής, με εμπειρικά περιεχόμενα, θεμελίωσης του φυσικού δικαίου και της ατομικής ηθικής (Moralität).Ακολουθώντας τη λογική του επιχειρήματος του Χέγκελ, το παράδειγμα της παρακαταθήκης δεν αφορά απλώς την απόφαση του δρώντος, διότι δεν είναι καν υποκειμενική η απόφαση όταν απαιτείται η εφαρμογή του ηθικού νόμου και η τήρηση της νομιμότητας. Η ατομικότητα της απόφασής μας αποκαλύπτει τους υποκειμενικούς όρους της απόφασης, η οποία θα μπορούσε να εφαρμόζει και την προσταγή “να ενεργείς ώστε να αυξάνεις τον πλούτο σου” και όχι μόνο τα αντικειμενικά προσδιορισμένα περιεχόμενα της ηθικότητας ή της νομιμότητας της απόφασης (σ. 94-5). Ακόμα και αν ο όρος ο οποίος προϋποτίθεται είναι η τήρηση της υπόσχεσης και όχι ο σεβασμός της ατομικής ιδιοκτησίας, τότε η τήρηση της υπόσχεσης έχει ως ιστορικό όρο και την αναγνώριση των σχέσεων ιδιοκτησίας. Υπονοεί λοιπόν τους αστικούς νόμους και τον ποινικό κώδικα αλλά και τον καταναγκασμό και αποκλεισμό ή την ηθική επιβράβευση που συνεπάγεται η συμμόρφωση με την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, διά του ποινικού κώδικα και της κατηγορικής προσταγής.Στην περίπτωση του φορμαλισμού του Φίχτε, η μορφή ταυτίζεται με τα περιεχόμενα. Η έννοια της νομιμότητας, η οποία εκπροσωπείται από το δικαικό σύστημα και επιβάλλει τον καταναγκασμό, τον οποίο διαχειρίζεται ο κρατικός μηχανισμός, οδηγεί στην κατανόηση του κράτους ως μηχανισμού ο οποίος προστατεύει την ιδιοκτησία. Το κράτος υποβιβάζεται σε μηχανισμό επιβολής ποινών σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα. Εσωτερικεύει δηλαδή, ο μηχανισμός του κράτους τη λογική του καταλογισμού ποινών και προστίμων ανάλογα με το είδος της πράξης. Οι νόμοι κατά αναλογία λειτουργούν όπως οι τιμές στα προιόντα της αγοράς και έτσι η λογική της αγοράς και της αστικής κοινωνίας διέπεται από μια αρνητική λογική, η οποία εμποτίζει τον μηχανισμό καταναγκασμού του κράτους. Η ταυτολογία εδώ οδηγεί στο ότι ο ποινικός κώδικας λειτουργεί κατ' αναλογίαν προς τον κατάλογο των τιμών στην αγορά (σ. 116). Αυτού του είδους η υποβάθμιση του ποινικού κώδικα και της απόδοσης της δικαιοσύνης δεν είναι παρά μόνο η αρνητική πλευρά της, η θετικιστική και φορμαλιστική πλευρά του δικαίου.Αναπτύσσοντας τις πραγματικές αντινομίες και ταυτολογίες του φορμαλισμού ως σχέσεις περιεχομένων και μορφών, ο Χέγκελ αναπτύσσει εννοιακά τη θεωρησιακή (Speculative) θεμελίωση της νεότερης θετικής επιστήμης του δίκαιου. O χωρισμός της ηθικότητας από τη νομιμότητα στο πεδίο του νόμου οδηγεί στον φορμαλιστικό χωρισμό φυσικού δίκαιου και θετικού νόμου. Ο Χέγκελ στρέφεται προς την ιστορία και την πραγμάτωση της ηθικότητας, στις “πραγματικές” και “ζωντανές μορφές” τις οποίες συνάγει η ιστορική και διαλεκτική κίνηση της σκέψης και η εμπειρική συνείδηση της κίνησης της σκέψης. Δηλαδή, στην ίδια την εμπειρία της συνείδησης, η οποία οδηγεί στη φαινομενολογία της νόησης και του πνεύματος. Η επιστήμη του δικαίου, λοιπόν, αντί απλώς να αφαιρέσει, για να συναγάγει τις αρχές της ή να ιδεολογικοποιήσει ότι απλώς ισχύει, ως απόλυτο, οφείλει επίσης να θέτει υπό εξέταση τα όριά της, σε σχέση με την ίδια την κίνηση της σκέψης, ως αντικείμενο της επιστήμης της φιλοσοφίας. Εδώ βρίσκονται οι απαρχές της επιστήμης της φιλοσοφικής σκέψης και συνείδησης και της Φαινομενολογίας της νόησης (μέρος IV).Η διαλεκτική του δούλου και του ιδιοκτήτη, της ηθικότητας και της ανηθικότητας, του δικαίου και του άδικου αναπτύσσονται εδώ σε μια πρώτη μορφή ως η ανάπτυξη των αντιθέσεων οι οποίες αντιστέκονται στη φιλοσοφική συστηματική σκέψη, της οποίας το αίτημα είναι η ελευθερία, η οποία όμως είναι μόνο αρνητική έννοια όπως πραγματώνεται στις αστικές σχέσεις στον νεότερο κόσμο και στη νεότερη φιλοσοφία.Έτσι η φιλανθρωπία δεν εξαφανίζει τη φτώχεια αλλά σε ένα βαθμό την αναπαράγει (σ. 99). Στο κείμενο αυτό ο Χέγκελ αναπτύσσει κάποιες πρώτες ιδέες για ένα “σύστημα αναγκών” το οποίο θα συναντά τις ανάγκες του νεότερου κόσμου και θα περιορίζει τους αποκλεισμούς και την αρνητικότητα των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Το σύστημα αυτό αλληλεξάρτησης έχει μια θετικότητα που διακρίνεται από το σύστημα του θετικού νόμου, το οποίο αποσαφηνίζει ελευθερίες, καθήκοντα και δικαιώματα. Στο δεύτερο μέρος αναπτύσσει μια θεωρία των τάξεων την οποία βρίσκει στα κείμενα του Πλάτωνα και Αριστοτέλη, αλλά και στη σύγχρονή του πολιτική οικονομία.Στη βιβλιογραφία έχει αναλυθεί η στροφή που παρατηρείται στο δεύτερο κομμάτι του δοκιμίου,[3] το οποίο επιστρέφει στον αρχαίο φιλοσοφικό εμπειρισμό και τη διαλεκτική του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και στην έννοια του ήθους στην αρχαία πόλη-κράτος. Στο πλαίσιο της αρχαίας πόλης και του ήθους, ασχολείται με την τέχνη και τον τρόπο με τον οποίο αναπαρίστανται οι θεμελιώδεις αντιθέσεις και οι συγκρούσεις. Η επιστήμη της ηθικότητας, αλλάζει πεδίο, επιστρέφει στην αρχαία τέχνη της αναπαράστασης στο θέατρο, ως της “τέχνης” του ήθους, στον δήμο και ως η εμπειρία της μόρφωσης της ηθικής συνείδησης.Στον αρχαίο εμπειρισμό και διαλεκτική, προσθέτει την ιστορική ανάλυση των μορφών αναπαράστασης ως εάν «η μαγεία της τέχνης», «ο μύθος» να ελευθερώνει και να συμφιλιώνει τα περιεχόμενα και τις μορφές, μια και εδώ μπορούν όλα τα δίκαια και οι συγκρούσεις να αναπαρασταθούν με τρόπους που εκπαιδεύουν και μορφώνουν. Αναλύει τους τρόπους με τους οποίους «νομοθετείται» η ηθικότητα στο πλαίσιο της α