Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
Not a member yet
5290 research outputs found
Sort by
Για μια συλλογική προσωπογραφία μεταφραστών του 19ου αιώνα
«Μόνο μέσω των μεταφραστών και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος (τους πελάτες, προστάτες, αναγνώστες) μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δημιουργήθηκαν οι μεταφράσεις σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο», παρατηρεί ο Anthony Pym (1998). Μολονότι τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί πολλά στην Ελλάδα για την ιστορία της λογοτεχνικής μετάφρασης, ελάχιστες μελέτες αφορούν τους μεταφραστές. Σε αυτό το άρθρο προτείνεται μια τυπολογία των Ελλήνων μεταφραστών του 19ου αιώνα, ειδικότερα των ετών 1830–1900, με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: σκοπός της μετάφρασης, εκδοτικό μέσο (βιβλίο, περιοδικό, εφημερίδα), παρουσία ενδιάμεσου (εκδότη, διευθυντή εφημερίδας) και αναγνωστικό κοινό. Ανακαλώντας συγκεκριμένα παραδείγματα, ο συγγραφέας ξεχωρίζει διάφορους τύπους μεταφραστή, όπως αυτών του ευκαιριακού, ασκούμενου ή παιδαγωγού, λόγιου, σκαπανέα–εκδότη και επιφυλλιδικού μεταφραστή, που βιοπορίζεται στις εφημερίδες.“Only trough translators and their social entourage (clients, patrons, readers) can we try to understand why translations were produced in a particular historical time and place,” suggests Anthony Pym (1998). However, while many studies on literary translations have been published in Greece in recent years, only a few have focused on the figure of the translator. In this paper, the author proposes a typology of literary translators from 1830 to 1900, based on various criteria: the purpose of the translation, the means of publication (book, review, or newspaper), the presence or absence of an intermediary (such as a publisher or newspaper editor), and the readers. Using specific examples, he distinguishes between different types of translators: the would-be translator or amateur, the apprentice (pupil or student) or teacher, the erudite translator, the writer who runs a newspaper, and the anonymous ‘worker’ who translates serial novels for daily newspapers.
Ein deutscher Klassiker im romantischen Hellas. Die griechische Rezeption Friedrich Schillers im 19. Jahrhundert (Book Review)
Βιβλιοκρισία στο Ein deutscher Klassikerim romantischen Hellas. Die griechische Rezeption Friedrich Schillers im 19. Jahrhundert, του Marco Hillemann.A review of Ein deutscher Klassikerim romantischen Hellas. Die griechische Rezeption Friedrich Schillers im 19. Jahrhundert, by Marco Hillemann
Isaiah Berlin: Η διανοητική διαδρομή μου
2024-04Μπερλίν: Προς μια καινούργια εννοιολόγηση της ελευθερίας Αϊζάϊα Μπερλίν [Isaiah Berlin]: Η διανοητική διαδρομή μου (μετάφραση Σάββας Κονταράτος, επίμετρο Μπέρναρντ Ουίλιαμς [Bernard Williams]). Αθήνα: Αντίποδες, 2024, 88 σ., 12,19 €. Κρίνει ο Φιλήμων Παιονίδης (Καθηγητής Φιλοσοφίας, Α.Π.Θ.)[email protected] Κατά γενική ομολογία, ο Αϊζάϊα Μπερλίν (1909-1997) υπήρξε χαρακτηριστικό δείγμα μιας κατηγορίας δημόσιων διανοουμένων του περασμένου αιώνα, οι οποίοι επέτυχαν να αφήσουν ένα τόσο έντονο αποτύπωμα που σήμερα μας φαίνεται ακατόρθωτο. Η συνεισφορά του στην ιστορία των φιλοσοφικών και των πολιτικών ιδεών συνδυάστηκε με μια σειρά πρωτότυπων προβληματοκεντρικών δημοσιεύσεων, καθώς και μ’ ένα περίτεχνο ύφος που τον κατατάσσει στους μεγάλους εκπροσώπους του αγγλόφωνου δοκιμιακού λόγου. Καθώς δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα το κυνήγι των δημοσιεύσεων, πολλά έργα του εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του από τον αφοσιωμένο συνεργάτη του Χένρι Χάρντι (1947–), ο οποίος αφιερώθηκε από τη δεκαετία του ενενήντα στην ολοκλήρωση αυτού του απαιτητικού έργου.[1] Σε αυτά συγκαταλέγονται και το ύστερο αυτοβιογραφικό κείμενό του Η διανοητική διαδρομή μου [My Intellectual Path] (1996) η ελληνική έκδοση του οποίου είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη για λόγους που ελπίζω να γίνουν κατανοητοί στη συνέχεια.[2] Στο συνοπτικό αυτό πόνημα, το οποίο αποτελεί και το κύκνειο άσμα του συγγραφέα του, αναπτύσσεται μια σειρά θέσεων που αντικατοπτρίζουν τα βασικά μοτίβα της φιλοσοφικής σκέψης του Μπερλίν. Πληροφορούμαστε μεταξύ άλλων για την αποστασιοποίησή του από την κυριαρχούσα εκδοχή της αναλυτικής φιλοσοφίας την περίοδο του μεσοπολέμου, καθώς δεν θεωρούσε ότι η επαλη-θευσιμότητα των προτάσεων συνιστά αναγκαίο στοιχείο μιας εμπειριστικής προοπτικής, και τη συνακόλουθη στροφή του στη μελέτη της ιστορίας των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών· για τους καινούργιους δρόμους που του ανοί-χτηκαν διαμέσου της μελέτης του έργου του Βίκο, του Χέρντερ και των ρομαντικών συγγραφέων· για την προσπάθειά του να χαράξει μια φιλοσοφική πορεία που θα απέφευγε όχι μόνο τις ακλόνητες και αυταπόδεικτες βεβαιότητες της philosophia perennis αλλά και την απίσχναση των αξιών που ευαγγελίζεται ο σχετικισμός· καθώς και για το περιεχόμενο συγκεκριμένων θέσεων που είχε αναπτύξει σε προγενέστερα κείμενά του, όπως ο πλουραλισμός των αξιών και η διερεύνηση των λόγων που καθιστούν την εσφαλμένη γι’ αυτόν θεωρία του ντετερμινισμού ελκυστική. Η Διανοητική πορεία μπορεί να λειτουργήσει πρωτίστως ως μία αδιαμεσολάβητη από τρίτους εισαγωγή στη σκέψη του Μπερλίν που θα διευκολύνει όσους και όσες έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του.[3] Πιστεύω, ωστόσο, ότι από την ενότητα της παρούσας έκδοσης στην οποία ο συγγραφέας κάνει λόγο για το πώς αντιλαμβάνεται την ελευθερία μπορούμε να αποκομίσουμε πολλά περισσότερα και σε αυτή την έννοια θα ήθελα τώρα να στρέψω την προσοχή μου. Το 1958 ο Μπερλίν έδωσε μια από τις πλέον επιδραστικές διαλέξεις στην αγγλόφωνη πολιτική φιλοσοφία του 20ού αιώνα που είχε τον τίτλο «Θετική και αρνητική ελευθερία».[4] Ασχέτως του τι ακριβώς λέει ο φιλόσοφος σε αυτό το δύσβατο κείμενο, επικράτησε η άποψη –την οποία συναντούμε σε κάθε σχετικό εγχειρίδιο και εγκυκλοπαιδικό λήμμα– ότι γι’ αυτόν υπάρχουν δύο είδη ελευθερίας: η αρνητική ελευθερία, η οποία συνίσταται στην απουσία εμποδίων, και η θετική εκδοχή της, η οποία γίνεται αντιληπτή ως αυτοπραγμάτωση με πρότυπο το ιδεώδες ενός ανώτερου εαυτού. Ακόμα θεωρείται ότι ο Μπερλίν προκρίνει την εκδοχή της αρνητικής ελευθερίας, καθώς συνδέει την επίτευξη της θετικής ελευθερίας με την προσπάθεια εξωτερικής και βίαιης επιβολής στα υποκείμενα μιας ιδεατής και απρόσβλητης από κάθε κριτική αντίληψης για την ανθρώπινη προσωπικότητα, η οποία αποτελεί ίδιον των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Αυτές οι αντιλήψεις υπάρχουν σε σημαντικό βαθμό στις σελίδες της Διανοητικής πορείας που αφιερώνονται στην έννοια της ελευθερίας (σσ. 48-56), αλλά αναπτύσσονται και άλλες θεωρήσεις, οι οποίες, κατά την άποψή μου, μπορούν να αποτελέσουν το σημείο εκκίνησης προσεγγίσεων που υπερβαίνουν το δίπολο θετική/αρνητική ελευθερία. Καταρχάς, είναι σημαντικό να επισημάνουμε δύο αντιλήψεις περί ελευθερίας σε σχέση με τις οποίες ο Μπερλίν δηλώνει την αντίθεσή του. Η πρώτη από αυτές είναι η στωικής προέλευσης αντίληψη σύμφωνα με την οποία κάποιος μπορεί να γίνει ελεύθερος καταπνίγοντας τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του. Αυτό μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να χαρακτηρισθεί ως «ηθική νίκη» ή ως επιτυχής προσαρμογή αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική ελευθερία. Η τελευταία επιτυγχάνεται μόνο με την άρση συγκεκριμένων εμποδίων που βρίσκονται στον εξωτερικό κόσμο που μας περιβάλλει. Γίνομαι ελεύθερος εγκαταλείποντας το δεσμωτήριο και όχι συνηθίζοντας τα δεσμά μου. Εάν ίσχυε το τελευταίο, λέει ο Μπερλίν, οι μόνοι πραγματικά ελεύθεροι θα ήταν οι νεκροί που δεν διαθέτουν καμία επιθυμία (σ. 50). Σημασία έχει η ύπαρξη πραγματικών δυνατοτήτων δράσης από τις οποίες μπορώ να επιλέξω αυτή που επιθυμώ.[5] O Μπερλίν αντίκειται επίσης στις τριαδικές αντιλήψεις περί ελευθερίας που προτάθηκαν με στόχο μία ενιαία αντίληψη του όρου. Η πιο γνωστή από αυτές είναι του Μακάλουμ σύμφωνα με την οποία «ο χ είναι (δεν είναι) ελεύθερος από το ψ για να κάνει (να μην κάνει, να γίνει να μη γίνει) το ζ, όπου το χ αναφέρεται στους δρώντες, το ψ καλύπτει ‘αποτρεπτικές συνθήκες’ όπως τον καταναγκασμό, τον περιορισμό, την παρέμβαση και τα εμπόδια, ενώ το ζ αφορά ενέργειες, χαρακτηρολογικά στοιχεία ή περιστάσεις».[6] Ο Μπερλίν αντικρούει αυτή τη θέση με ένα αντιπαράδειγμα. Ένας φυλακισμένος μπορεί να θέλει απλώς να σπάσει τα δεσμά του «χωρίς να αποσκοπεί κατ’ ανάγκη σε μια ιδιαίτερη δραστηριότητα μετά την απελευθέρωσή του» (σ. 50). Θα μπορούσε κανείς, μιλώντας με βάση την εμπειρία, να αναφερθεί και στους Έλληνες του 1821, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς να απελευθερωθούν από τον ζυγό των Οθωμανών, χωρίς να έχουν μια σαφή εικόνα σχετικά με το τι είδους πολιτεία θα ήθελαν να θεσπίσουν, όταν εκλείψει αυτή η αποτρεπτική συνθήκη. Ωστόσο, εάν δούμε το ζήτημα από μια εννοιολογική οπτική γωνία, η απελευθέρωση από το ψ μας οδηγεί εκ των πραγμάτων στη βίωση μιας καινούργιας κατάστασης πραγμάτων, ακόμα και αν δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε μετά την εξάλειψη αυτού του εμποδίου. Η πρόταση «θέλω να είμαι ελεύθερος από το εμπόδιο ψ απλώς για να ζω σε μια κατάσταση πραγμάτων όπου το ψ δεν θα υπάρχει» έχει νόημα. Ο σύνδεσμος «για να» δεν φαίνεται να μπορεί να απαλειφθεί από μια βασική κατανόηση της έννοιας της ελευθερίας. Εκείνο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι τα δύο βασικά ερωτήματα που θέτει ο Μπερλίν, στα οποία αντιστοιχούν δύο έννοιες της ελευθερίας· και αυτό είναι ένα καινούργιο στοιχείο:Το άλλο κεντρικό νόημα της ελευθερίας είναι η ελευθερία να: αν η αρνητική μου ελευθερία προσδιορίζεται από την απάντηση στο ερώτημα «Σε ποιο βαθμό ασκείται έλεγχος πάνω μου;» το ερώτημα για το δεύτερο νόημα της ελευθερίας είναι «Ποιος με ελέγχει;». Εφόσον μιλάμε για ανθρωπογενή εμπόδια, μπορώ να αναρωτηθώ: «Ποιος καθορίζει τις πράξεις μου, τη ζωή μου; Κάνω ό,τι κάνω ελεύθερα, με όποιον τρόπο έχω επιλέξει; Ή υπόκειμαι σε εντολές από κάποια πηγή ελέγχου;» (σ. 51)[7] Το πρώτο ερώτημα αποσκοπεί στο να καταγραφούν τα εμπόδια που με αποτρέπουν από το να ενεργώ όπως θα επιθυμούσα. Αυτά μπορεί να είναι εσωτερικά, όπως το ότι δεν μπορώ να ζήσω ceteris paribus εκατόν πενήντα χρόνια όπως θα ήθελα ή ο «κατώτερος» εαυτός μου που διέπεται από άγνοια και ανορθολογικότητα· ή εξωτερικά, όπως μια πόρτα που κλειδώθηκε κατά λάθος, η απειλή επιβολής μιας ποινής φυλάκισης ή η οικονομική ανέχεια. Είναι προφανές ότι το τι συνιστά εμπόδιο μπορεί να είναι απόρροια μιας συγκεκριμένης φιλοσοφικής, ιδεολογικής ή θρησκευτικής θεώρησης, με αποτέλεσμα διαφορετικοί άνθρωποι να θεωρούν ότι η ελευθερία τους περιορίζεται από την ύπαρξη διαφορετικών εμποδίων. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την προέλευση αυτού του εμποδίου, δηλαδή το ποιος το έχει τοποθετήσει και το διατηρεί στη θέση του. Στην περίπτωση της περιορισμένης διάρκειας του ανθρώπινου βίου υπεύθυνη είναι η βιολογική φύση μας και αυτό μας οδηγεί στην παραδοχή ότι προς το παρόν δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τους περιορισμούς που μας θέτει. Ωστόσο, εάν τα αίτια του ελέγχου που ασκείται επάνω μας είναι ανθρωπογενή, το ζήτημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική φιλοσοφία (και όχι μόνο), καθώς μέσω των κατάλληλων παρεμβάσεων οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί αυτά μπορούν να αμβλυνθούν ή και να εκλείψουν. Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι τα αίτια της ανέχειάς μου είναι οι δομικές ανισότητες του καπιταλιστικού συστήματος και να προτείνει τρόπους αντιμετώπισής τους. Κάποιος άλλος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι στερητικές της ελευθερίας ποινές που επιβάλλονται από τους νομοθέτες για συγκεκριμένα αδικήματα δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από εκείνα που επιλύουν και πρέπει να καταργηθούν. Εξυπακούεται ότι η συζήτηση έχει κανονιστικό χαρακτήρα και ευνοεί την επίκληση ποικίλων ηθικών αρχών και θεωρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι ενδέχεται να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η παρουσία εμποδίων και περιορισμών ως προς συγκεκριμένες μορφές δράσης είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Κανείς δεν θα υποστήριζε ότι οι παιδόφιλοι πρέπει να είναι ελεύθεροι να συνάπτουν σεξουαλικές σχέσεις με ανηλίκους. Θα πρότεινα η επικέντρωση σε αυτά τα δύο καίρια ερωτήματα για την εν τοις πράγμασι κατανόηση της ελευθερίας που θέτει ο Μπερλίν να συνοδευτεί από την εγκατάλειψη των όρων «θετική και αρνητική ελευθερία». Θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για τη διαγνωστική και, αντίστοιχα, την καταλογιστική αντίληψη περί ελευθερίας. Η πρώτη μας κατευθύνει στο να διαπιστώσουμε τα εμπόδια που ματαιώνουν τις επιθυμίες μας και η δεύτερη στο να εντοπίσουμε το ποιος ή τι βρίσκεται πίσω από αυτά τα εμπόδια. Η διάκριση θετικής και αρνητικής ελευθερίας –όπως έχει παγιωθεί– φαίνεται να οδηγεί σε ατελέσφορες, περιοριστικές ή αποπροσανατολιστικές συζητήσεις, ιδιαίτερα όταν καταβάλλεται προσπάθεια να ανιχνευθεί στα σχετικά κείμενα στοχαστών του παρελθόντος, οι οποίοι δεν την είχαν υπόψη τους. Για παράδειγμα, έχει τεθεί το ερώτημα εάν η αντίληψη περί ελευθερίας του Τζον Στιούαρτ Μιλ, όπως αναπτύσσεται στο Περί ελευθερίας, συνίσταται στην απουσία εμποδίων ή σε μια διαδικασία αυτοπραγμάτωσης και προσωπικής τελείωσης, η οποία οδηγεί στη διαμόρφωση ενός ανώτερου εαυτού που θα αποτελεί τον φορέα συγκεκριμένων αριστειών. Το γεγονός ότι το ερώτημα τίθεται διαζευκτικά φαίνεται να αποκλείει απαντήσεις που θα εστίαζαν στο ότι για τον φιλόσοφο σημασία έχει και η απουσία εμποδίων και μια συγκεκριμένη μορφή αυτοπραγμάτωσης. Αυτή η προσέγγιση είναι αδικαιολόγητα περιοριστική. Ας δούμε τώρα πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει κανείς το εν λόγω κείμενο με γνώμονα τη διαγνωστική και την καταλογιστική αντίληψη για την ελευθερία. Το πρώτο ερώτημα «σε ποιο βαθμό ασκείται έλεγχος επάνω μου;» απαντάται από τον Μιλ ως εξής: παρόλο που ο τρόπος αντιμετώπισης των υποκειμένων από τους φορείς της πολιτικής εξουσίας είναι κατά πολύ ηπιότερος σε σχέση με παλαιότερες εποχές, οι άνθρωποι που είναι φορείς αποκλινουσών αντιλήψεων και επιθυμούν να ζουν με αντισυμβατικούς και μη δημοφιλείς τρόπους –χωρίς, ωστόσο, να προξενούν βλάβη σε τρίτους– εμποδίζονται να το κάνουν. Αυτή η διάγνωση θα πρέπει να συνοδευτεί και με μια απάντηση στο ερώτημα ποιος είναι ο φορέας ελέγχου αυτών των ατόμων, το οποίο εκφράζει την καταλογιστική αντίληψη περί ελευθερίας. Ο έλεγχος έχει ανθρωπογενή προέλευση και προέρχεται από «τη διάθεση των ανθρώπων, είτε ως κυβερνώντων είτε ως συμπολιτών, να επιβάλλουν στους άλλους ως κανόνα συμπεριφοράς τις δικές τους γνώμες και προτιμήσεις».[8] Ο έλεγχος απορρέει από μια τυραννική πλειο-ψηφία, η οποία μέσω της κοινής γνώμης ασκεί «ηθική πίεση» και συχνά πείθει τη νομοθετική εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις σε αυτά τα άτομα προκειμένου να επιτευχθεί μια απολύτως ομοιογενή και μονόδοξη κοινωνία. Αφού λοιπόν έχει εντοπισθεί και ο αυτουργός της στέρησης της ελευθερίας, ανοίγει ο δρόμος για να οικοδομηθεί ένα προστατευτικό της ελευθερίας πλέγμα το οποίο συνίσταται κατά Μιλ στην εδραίωση τριών επιμέρους ελευθεριών, της ελευθερίας σκέψης και έκφρασης, της ελευθερίας ως προς τις προσωπικές προτιμήσεις και επιδιώξεις και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι. Η κατοχύρωση αυτού του πλέγματος θα βοηθήσει τους ανθρώπους να επιτύχουν την αυτοανάπτυξη και την αυτοπραγμάτωση. Η προσέγγιση ίσως να φαντάζει κάπως πεζή και τετριμμένη, αλλά, κατά την εκτίμησή μου, συμβάλλει με ένα πιο ουσιαστικό τρόπο στο να κατανοήσουμε τι ακριβώς πρεσβεύει ο φιλόσοφος για την ελευθερία από το να διερευνούμε εάν είναι υπέρμαχος της αρνητικής ή της θετικής ελευθερίας με τη σημασία που είθισται να αποδίδεται στους δύο αυτούς όρους. H μετάφραση του Σάββα Κονταράτου είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και ακριβής. Ωστόσο, η έκδοση θα μπορούσε να καταστεί περισσότερο χρηστική εάν οι συντελεστές της συνέδεαν τη θεματολογία της Διανοητικής διαδρομής με τα πρωτότυπα κείμενα στα οποία έχουν αναπτυχθεί εκτενώς οι ιδέες που συνοψίζονται σε αυτή. Για παράδειγμα, οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες που θα παρακινούνταν να μελετήσουν διεξοδικότερα τη θέση του Μπερλίν ότι η ιδεώδης κοινωνία είναι ανέφικτη, επειδή δεν είναι δυνατό να πραγματωθούν σε αυτή με έναν συνεκτικό τρόπο βασικές ηθικοπολιτικές αξίες, θα μπορούσαν να διευκολυνθούν από την πληροφορία ότι αυτή αναπτύσσεται στα δύο πρώτα κεφάλαια του Σαθρού υλικού του ανθρώπου.[9] Εν κατακλείδι, εάν συνομολογήσουμε ότι ένα από τα στοιχεία που συνεχίζουν να καθιστούν τη φιλοσοφία ελκυστική είναι η τάση της να υπονομεύει διαφόρων ειδών παγιωμένες θέσεις και κληρονομημένες από το παρελθόν βεβαιότητες, έχουμε πολλά να αποκομίσουμε από τη μελέτη του εκτενέστατου και πολυσχιδούς έργου του Μπερλίν, ακόμα και εάν διαφωνούμε με επιμέρους θέσεις του. Σε αυτή την προσπάθεια η Διανοητική διαδρομή, παρά τη συντομία της, συνιστά πολύτιμο αρωγό. [1] Η προσπάθεια αυτή περιγράφεται στο Henry Hardy, In Search of Isaiah Berlin: A Literary Adventure (London: Tauris Park, 2018).[2] Η ιστορία συγγραφής αυτού του κειμένου έχει ως εξής: το 1996 ο ογδονταεπτάχρονος Μπερλίν έλαβε μια επιστολή από το κινεζικό πανεπιστήμιο του Βουχάν με την οποία του ζητείτο να γράψει μια σύνοψη των βασικών θέσεών του που θα δημοσιευόταν σε έναν τόμο με μεταφράσεις κειμένων αγγλόφωνης φιλοσοφίας. Μολονότι είχε σταματήσει να γράφει, δέχτηκε να ηχογραφήσει μια αρχική εκδοχή της Διανοητικής πορείας, η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε στη New York Review of Books τον Μάϊο του 1998. Βλ. σχετικά Isaiah Berlin, Liberty, επιμ. Henry Hardy (Oxford: Oxford University Press, 2002), xxvii-xxviii. Το κείμενο συμπεριλήφθηκε στις μεταθανάτιες συλλογές The First and the Last (New York: New York Review of Books, 1999) και The Power of Ideas (επιμ. Henry Hardy· Princeton, N.J.: Princeton University Press, 22013), 1-28.[3] Ιδιαίτερα χρήσιμο είναι και το επετειακό κείμενο του Μπέρναρντ Ουίλιαμς που πλαισιώνει την έκδοση και μας παρέχει τη δυνατότητα να αναλογιστούμε ότι ο Μπερλίν είχε ανακαλύψει, ίσως και χωρίς να το συνειδητοποιήσει, «μια φιλοσοφία που κάνει χρήση της πραγματικής ιστορίας» (σ. 74).[4] Η διάλεξη αυτή συμπεριλαμβάνεται στο Isaiah Berlin, Τέσσερα δοκίμια περί ελευθερίας (μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου· Αθήνα: Scripta, 2001), 253-332. Τα δύο πρώτα και βασικά μέρη της είχαν μεταφραστεί από τον Ι. Γ. Μαρμαρινό, Δευκαλίων 4/13 (1975) 3-17. Από τη δευτερεύουσα ελληνική βιβλιογραφία, βλ. ενδεικτικά Γρηγόρης Μολύβας, «Η διάκριση μεταξύ αρνητικής και θετικής ελευθερίας κατά τον Isaiah Berlin και ο ορισμός της ελευθερίας ως αρνητικής ιδέας», Επιστήμη και Κοινωνία 1 (1998) 1-27.[5] Πρβλ. Τέσσερα δοκίμια, 52-55.[6] Gerald C. MacCallum, “Negative and Positive Freedom”, Philosophical Review 76 (1967) 312-334, εδώ 314.[7] Να σημειώσουμε ότι έλεγχος επ’ εμού μπορεί να ασκείται και όταν φοβάμαι να προβώ σε κάποιες ενέργειες που επιθυμώ να πραγματοποιήσω, γιατί κάποιος τρίτος έχει απλώς τη δυνατότητα να με βλάψει, ακόμα και εάν δεν έχει ασκήσει ποτέ αυτή τη δυνατότητα εναντίον μου. Βλ. Quentin Skinner, «Μια τρίτη έννοια ελευθερίας» (μτφ. Γ. Λαμπράκος), Νεύσις 19 (2010-2011) 17-48.[8] John Stuart Mill, Περί ελευθερίας (μτφ. Ν. Μπαλής· Αθήνα: Επίκουρος, 1983), 39.[9] Το σαθρό υλικό του ανθρώπου (μτφ. Γ. Μερτίκας· Αθήνα: Κριτική, 2015). Δημοσιεύθηκε: 31.12.2024.Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:Παιονίδης, Φιλήμων: (Βιβλιοκρισία του:) Isaiah Berlin: Η διανοητική διαδρομή μου (μτφ. Σ. Κονταράτος). Αθήνα: Αντίποδες, 2024. Κριτικά 2024-04, https://doi.org/10.26262/critica.v14i0.10446.
Φυλετικές αναπαραστάσεις του Άλλου: Branden Jacobs-Jenkins’ An Octoroon (2014)
Όταν το 1859 ανεβαίνει στη θεατρική σκηνή της Νέας Υόρκης το The Octoroon, το δακρύβρεχτο μελόδραμα του πολυγραφότατου και εξαιρετικά ταλαντούχου Ιρλανδού συγγραφέα Dion Boucicault, ένα κύμα αμηχανίας συνεπαίρνει το κοινό και τους κριτικούς, κυρίως εξαιτίας της τολμηρής προσέγγισης του έργου στο ακανθώδες πρόβλημα της δουλείας, δύο μόλις χρόνια πριν από το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου στην Αμερική. Σχεδόν 150 χρόνια αργότερα, ο Branden Jacobs-Jenkins αναβιώνει το γνωστό έργο, με τον τίτλο An Octoroon (2014), ταράζοντας για μία ακόμη φορά τις ευαίσθητες ιδεολογικές ισορροπίες του αμερικανικού κοινού, καθώς αγγίζει θέματα φυλετικής προκατάληψης και βίας. Προσαρμόζοντας το έργο του Boucicault στη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα, ο Branden Jacobs-Jenkins δημιουργεί ένα «μεταμελόδραμα», όπως χαρακτηριστικά το ονομάζει, με σεβασμό στις δραματουργικές επιλογές του Boucicault και ταυτόχρονα τη δική του αιχμηρή αισθητική παρέμβαση. Μέσα από μια συγκριτική ματιά, το συγκεκριμένο άρθρο εξετάζει πώς το An Octoroon διαχειρίζεται την αναπαράσταση της φυλετικής ταυτότητας του «Άλλου» στην αμερικανική κοινωνία του 21ου αιώνα
Η μελαγχολία της αναπαράστασης
Το 2010 η ομάδα Nova Melancholia δημιούργησε την παράσταση Πένθος και Μελαγχολία, βασισμένη στο ομώνυμο κείμενο του Sigmund Freud. Στο τέλος της παράστασης εμφανιζόταν στη σκηνή η Σάντρα Νούλα, η μητέρα του σκηνοθέτη Βασίλη Νούλα, και, μεταξύ άλλων, τραγουδούσε πλέι μπακ το Gloomy Sunday στη διασκευή της Diamanda Galás. Το 2018 στην παράσταση Spleen της ίδιας ομάδας τρεις ηθοποιοί τραγουδούν πλέι μπακ το ίδιο ακριβώς τραγούδι παραπέμποντας στην παρουσία της Σάντρας Νούλα στην παράσταση του 2010, ενώ η Σάντρα έχει, στο μεταξύ, πεθάνει ξαφνικά. Τέλος, το 2022 στην παράσταση “Marcel Duchamp” της Nova Melancholia τρεις ηθοποιοί τραγουδούν και πάλι πλέι μπακ το Gloomy Sunday στη διασκευή της Diamanda Galás, ενώ στα μόνιτορ δεξιά και αριστερά προβάλλεται το απόσπασμα από την πρώτη παράσταση Πένθος και Μελαγχολία. Τα τρία αυτά στιγμιότυπα, αν ερμηνευτούν αλληλοσυνδεόμενα, αποκαλύπτουν μια τελείως ιδιαίτερη συνθήκη αναπαραστάσεων: Το «πρωτότυπο» (η Σάντρα Νούλα της πρώτης παράστασης) έχει, κυριολεκτικά, πεθάνει. Οι επόμενες παραστάσεις επιμένουν να αναφέρονται με διαφορετικούς τρόπους στο πρόσωπο/σώμα/υποκείμενο που πια δεν υπάρχει, παρά ως ανάμνηση μιας, ούτως ή άλλως φευγαλέας, επιτέλεσης.Κάποια από τα ερωτήματα που ανακύπτουν και που θα προσπαθήσω να προσεγγίσω είναι τα ακόλουθα: i. Ποιες σημασίες προσδίδονται στην παρουσία του υποκειμένου στην πρώτη παράσταση μέσω των αναπαραστάσεών του; ii. Με ποιους τρόπους και ποια ειδικά χαρακτηριστικά υπεισέρχεται στις παραστάσεις μια θανατογραφική διάσταση; iii. Εκκινώντας από το γεγονός ότι στην πρώτη παράσταση το πρόσωπο που παρίσταται είναι ο ρόλος του (η Σάντρα Νούλα δεν αναπαριστά με τη στενή έννοια του όρου, αλλά εμφανίζεται ως η εαυτή της), ποια αισθητική (και ποια ηθική) της αναπαράστασης διατυπώνεται στις παραστάσεις;
An Unedited Epitaph for Angelos Senacherim by Manuel Philes
The present article provides an unedited epitaph by Manuel Philes for Angelos Senachereim, who held the office of megas stratopedarches in the first half of the 14th century. The poem is transmitted in a small collection of Manuel Philes’ poetry, preserved in a single manuscript dated to the 15th century. The paper includes a portrait outline of the person, information about the manuscript, commentaries on the epitaph, metrical analysis, and an edition with translation
Introduction : les croisements intermédiaux dans les arts audiovisuels et interactifs
The introduction presents an overview of the concept of intermediality and how it is linked with other concepts such as experimentation, transformation, and liminality. Furthermore, the authors claim that intermediality in the post-media era revolutionises the notion of cinematic time and space and leads to an errant spectator, one that experiences various emotions throughout the viewing of an intermedial product
Entre art numérique et monument emblématique, une expérience d’entre-deux, en faveur d’une inclusion sociale
At a time when the world is totally fantasized by the myth of digital culture, the reflection we wish to initiate will attempt to unveil the relationship between digital art and the art of space, through architectural projection. Where the visual and the symbolic merge, creating a third space between the real and the virtual, the visible and the invisible. Through a fictional world, set up in Refik Anadol's Living Architecture, our research will set out to analyze emerging practices in artistic activity, in which the digital occupies a prominent place as a vector of social inclusion. The digital revolution has profoundly altered human perceptual structures and our way of being in the world. Induced by new technologies, it is now omnipresent. The concept of digital art is thus confronted with multiple social challenges