Aristotle University of Thessaloniki: Prothiki/ Βιβλιοθήκη ΑΠΘ - Προθήκη
Not a member yet
5290 research outputs found
Sort by
Intercultural communication and identity
Review of the book Intercultural communication and identity, by Ron Darvin and Tongle Sun. Cambridge University Press, 2024, pp. 68, ISBN-13 978-1009478571, ISBN-10 1009478575, Online ISBN: 9781009206754, Hardcover 20.90, Kindle $19.85 DOI: https://doi.org/10.1017/978100920675
MOBILE PHONE RADIATION: DOES IT AFFECT BACTERIAL SURVIVAL?
Introduction: The present study intends to investigate the effects of cellphone radiofrequency on bacterial development.Materials and Methods: The initial stage included the collection of 100 specimens from mobile phones and 100 from pens of the same users, who were additionally asked to fill in a relevant, anonymous questionnaire. The specimens were inoculated on blood agar and McConkey agar, and were incubated at 37°C for 18-24 hours. The isolates were evaluated by microscopy, as well by specific biological properties testing.Results: A greater bacterial development on mobile phones was confirmed, especially on those with tempered glass protection. The colonies derived from mobile phones were 1053 in total, 545 from non-disinfected and 508 from disinfected ones. Τhe small difference of the numbers of colonies suggests that disinfection has little impact. The colonies from pens were 541, all retrieved from non-disinfected pens. The classification of the specimens per phone brand indicated colony development from phones with low as well as with high SAR head indexes. Saprophytic bacteria, staphylococci (including S. aureus), bacilli, pseudodiphtheroids, Moraxella spp., Micrococcus spp., Haemophilus spp. and non-haemolytic streptococci were isolated.Conclusions: Conclusively, radiofrequency radiation does not seem having any negative impact on the bacterial survival on cellphone surfaces
Focusing on the Processes : Is it More Enlightening Than Focusing on Substances for understanding Carcinogenesis
This essay challenges the prevailing gene-centered, reductionist philosophy in current biological research, particularly in understanding carcinogenesis. It advocates for a paradigm shift towards a process-centered approach, emphasizing life as defined by dynamic processes rather than fixed entities. The limitations of the Somatic Mutation Theory (SMT) are scrutinized, prompting a reconsideration of cancer development complexities. Drawing from process ontology and metaphysics, the essay introduces process thinking in understanding biological systems. It explores the dynamic and interconnected view of the universe through "Whiteheadian Chaosmos." The discussion extends to vitalism, process vitalism, and teleology, highlighting evolving perspectives in contemporary philosophy. The implications of chaos and process in carcinogenesis challenge traditional views on gene mutations. Stem cell plasticity and the role of the cellular microenvironment are emphasized. The essay proposes harnessing chaos for adaptability, citing its role in acquiring information in unknown environments. In conclusion, the essay advocates for a holistic understanding of biological systems, encouraging a departure from reductionist approaches. It invites a paradigm shift towards a more dynamic understanding of life, challenging researchers to embrace process-centered philosophies. The exploration of chaos, process, and information processing offers novel insights for future research directions
Αναγνώριση και Ταυτοποίηση Προσώπων για Σκοπούς Δίωξης Εγκλήματος Σύμφωνα με το Σχέδιο Κανονισμού της ΕΕ για την Τεχνητή Νοημοσύνη
Ο τομέας των τεχνολογιών αναγνώρισης προσώπων αναπτύσσεται γρήγορα, εγείροντας ερωτήματα για την ισορροπία μεταξύ ατομικού απορρήτου και κοινωνικής ασφάλειας. Η χρήση τέτοιων τεχνολογιών από τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου αυξάνεται, προκαλώντας ανησυχίες σχετικά με την επιβολή και την επιτρεπτή έκταση της παρακολούθησης πολιτών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι απαιτήσεις λογοδοσίας και οι νομικές προϋποθέσεις προστατεύουν τα δεδομένα και τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά δεν υπάρχει παγκόσμιο η ενιαίο πλαίσιο για τη ρύθμιση των τεχνολογιών αυτών. Η ανάγκη για καθορισμό νομικού πλαισίου είναι σημαντική, ενώ η πρόταση της ΕΕ για την Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη αναδεικνύει συγκρούσεις και κοινά σημεία με το ποινικό δίκαιο. Είναι ζωτικής σημασίας η αξιολόγηση των επιπτώσεων στα δικαιώματα και η διασφάλιση διαφάνειας και ελέγχου στη χρήση των τεχνολογιών αυτών
Μετασύμπαν (metaverse) και προστασία προσωπικών δεδομένων
Στη μελέτη αυτή εξετάζεται η συμβατότητα και η δυνατότητα εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων στο εικονικό περιβάλλον του μετασύμπαντος (metaverse). Η έντονη συζήτηση γύρω από αυτό το εικονικό περιβάλλον τα τελευταία χρόνια, καθώς και οι προβληματισμοί που τίθενται σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των χρηστών καθιστούν αναγκαία την εκ των προτέρων πρόβλεψη προστασίας τους. Γίνεται μία προσπάθεια περιγραφής του περιβάλλοντος αυτού και στη συνέχεια η παρούσα εστιάζει σε δύο σημεία σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των χρηστών. Το πρώτο σχετίζεται με το ερώτημα ποιος ή ποιοι θα είναι υπέυθυνος/οι επεξεργασίας σε μία τέτοια πλατφόρμα και το δεύτερο με την επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων και την κατάρτιση προφίλ και προτείνονται σχήματα που επιτρέπουν την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ στο μετασύμπαν. Στο τέλος της παρούσης, τίθενται και κάποια περαιτέρω ανοιχτά ερωτήματα σε σχέση με την εφαρμογή του ΓΚΠΔ στο μετασύμπαν, αναδεικνύοντας την ανάγκη να στραφεί ο νομικός κόσμος προς την επίλυση αυτών
Ewa Atanassow κ.ά.: When the People Rule
2024– 02 Ατάνασοου κ.ά.: Όταν κυβερνά ο λαόςEwa Atanassow, Thomas Bartscherer David A. Bateman (επιμ.): When the People Rule. Popular Sovereignty in Theory and Practice. Cambridge: Cambridge University Press, 2023, xx+392 σ., 75 £._______________________________________________________Κρίνει η Ξένη Βενέγγα (Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Φιλοσοφίας, ΑΠΘ)[email protected] Το ζήτημα της λαϊκής κυριαρχίας είναι ιδιαίτερα κρίσιμο και άμεσα συνυφασμένο με το δημοκρατικό πολίτευμα. Οι συγγραφείς των κεφαλαίων του παρόντος συλλογικού τόμου,[1] υιοθετώντας τη λαϊκή κυριαρχία ως ένα είδος πλαισίου, εντός του οποίου οριοθετούνται οι πράξεις των κυβερνώντων και των κυβερνωμένων, υποστηρίζουν πως σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνονται οι σχέσεις μεταξύ των υποκειμένων αλλά και μεταξύ των πολιτικών φαινομένων, τα οποία σε πρώτη ανάγνωση είναι πιθανό να παρουσιάζονται ως διαφορετικά μεταξύ τους. Στο έργο τίθεται στο επίκεντρο το ζήτημα της λαϊκής κυριαρχίας και ο βαθμός στον οποίο οι πολίτες κυβερνούν –και τίθεται το ερώτημα αν κυβερνούν ουσιαστικά.Στην εισαγωγή του τόμου, οι επιμελητές του έργου υποστηρίζουν ότι, αγνοώντας τις κοινωνικές και τελικά πολιτικές συνέπειες της αύξησης της ανισότητας, οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού έχουν παραμελήσει τη δημοκρατία στο όνομα μιας μορφής οικονομικής ελευθερίας. Η βασική θέση που πραγματεύονται είναι πως η απήχηση και η αντοχή της έννοιας της λαϊκής κυριαρχίας δεν πηγάζει από τον ανθεκτικό και σταθερό χαρακτήρα της, αλλά από το γεγονός πως η συγκεκριμένη λαϊκή κατασκευή αξιοποιείται συχνά ως μέσο ενοποίησης του λαού και σταθεροποίησης των καθεστώτων. Υποστηρίζουν ότι οι διαφορετικές απόψεις που εκφράζονται σχετικά με το ζήτημα της λαϊκής κυριαρχίας, η αμφισβητούμενη κατάστασή της, ακόμα και ο εγγενώς φαντασιακός χαρακτήρας της, αποτελούν την προϋπόθεση για τη διατήρησή της. Αυτή η θέση είναι πιθανόν να ισχύει, ως έναν βαθμό, ωστόσο δεν θα ήταν σκόπιμο να την εκλάβουμε ως κάτι αδιαμφισβήτητο. Η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί μία πρόταση που αποσκοπεί στη βελτίωση των σύγχρονων αντιπροσωπευτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών.[2] Από αυτό προκύπτει πως τίθεται στο προσκήνιο ως ανάγκη για αναδιαμόρφωση των υπαρχουσών μορφών διακυβέρνησης με στόχο τη βελτίωση της ζωής των πολιτών. Το ενδιαφέρον μας προς την έννοια αυτή δεν πηγάζει από τις συγκρούσεις που πυροδοτεί αλλά από την ανάγκη των πολιτών για αλλαγή και άσκηση ελέγχου στην πολιτική εξουσία.Ο στόχος που τίθεται και επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό στο κρινόμενο έργο δεν είναι η άσκηση κριτικής στη λαϊκή κυριαρχία ως δόγματος, αλλά η απεικόνιση της ισχύος και της αξίας της ως εννοιολογικής δομής η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη του φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος και στην εγκαθίδρυση πρακτικών που διευκολύνουν την αυτοδιοίκηση εντός της συλλογικότητας. Ο τρόπος με τον οποίο οι τρεις επιμελητές του βιβλίου προσεγγίζουν το θέμα συνδυάζει την αφηρημένη συζήτηση με την παράθεση εμπειρικών δεδομένων. Η καταγραφή εκδηλώσεων διαμαρτυρίας που πραγματοποιήθηκαν από πολίτες σε αρκετά μέρη του κόσμου τα τελευταία χρόνια και η κριτική προσέγγισή τους, καθιστά το έργο εξαιρετικά χρήσιμο για την κατανόηση του κοινωνικού και οικονομικού πλαισίου στο οποίο βρισκόμαστε.Το έργο αποτελείται από τρία μέρη και δεκαεπτά κεφάλαια. Το πρώτο μέρος αφορά τα εννοιολογικά θεμέλια της λαϊκής κυριαρχίας: εξετάζονται θεμελιώδη κείμενα, αντλούνται από αυτά ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της υπό συζήτηση έννοιας και εντοπίζονται εσωτερικές αντιφάσεις. Εκκινώντας από την Πολιτεία του Πλάτωνα (κεφ. 1) και τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή (κεφ. 2), φτάνουμε στον Χομπς (κεφ. 4), τον Τοκβίλ και τον Σμιτ (κεφ. 5).Από το πρώτο μέρος επιλέγουμε να παρουσιάσουμε το δεύτερο κεφάλαιο, το δοκίμιο της Ελισάβετ Μάρκοβιτς (Elizabeth Markovits) «The Sovereign and the Tyrant: Boundaries and Violation in Oedipus». Η συγγραφέας υποστηρίζει πως ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή αποτυπώνει με ακρίβεια τα όρια ανάμεσα στη νομιμοποιημένη και τη μη νομιμοποιημένη εξουσία. Κρίνουμε σκόπιμο να επιμείνουμε στο συγκεκριμένο κεφάλαιο καθώς, χωρίς να επιδιώκουμε να μειώσουμε τη συνεισφορά της συγγραφέως, εντοπίζουμε σε όσα υποστηρίζει μία σύγχυση μεταξύ των χαρακτηριστικών του δημοκρατικού και του τυραννικού πολιτεύματος. Για τη Μάρκοβιτς η κυριαρχία ως έννοια συνδέεται άμεσα με τα όρια της εξουσίας και τα πρόσωπα στα οποία αυτή ασκείται (σ. 40). Η εξέταση του Οιδίποδα Τυράννου αποσκοπεί να αναδείξει τα όρια ανάμεσα σε νομιμοποιημένη και μη νομιμοποιημένη πολιτική εξουσία. Η απουσία νομιμοποίησής της μπορεί να οφείλεται είτε στον τρόπο απόκτησης της εξουσίας από τον κυβερνώντα είτε στον τρόπο άσκησης αυτής. Ο τύραννος είναι ο μοναδικός ο οποίος βρίσκεται εκτός νόμου και ορίων. Στο δεύτερο κεφάλαιο η συγγραφέας εξετάζει την πορεία του όρου τυραννία καθώς και το περιεχόμενο που της δόθηκε από αρκετούς στοχαστές της αρχαιότητας. Το έργο του Σοφοκλή δεν είναι απλώς μια προειδοποίηση για την τυραννική εξουσία και τον εκάστοτε μεμονωμένο τύραννο, ούτε πρόκειται για την ανάδειξη της τύφλωσης του δήμου για όσα τον αφορούν, αλλά αποτελεί ένα σχόλιο σχετικά με τους κινδύνους που εγείρουν οι αξιώσεις των πολιτών όταν δίνουν απεριόριστη εξουσία σε έναν κυβερνώντα.Στο έργο του Σοφοκλή, ο όρος τύραννος χρησιμοποιείται παράλληλα με τον όρο βασιλεύς.[3] Ο όρος τύραννος χρησιμοποιείται πρώτη φορά για τον Οιδίποδα έπειτα από την ασεβή και αλαζονική συμπεριφορά που επιδεικνύει. Ωστόσο, ο Οιδίποδας ως κυβερνών είναι αρκετά αγαπητός στον λαό του (σ. 51). Καθίσταται τύραννος καθώς ξεπερνά τα όρια, τα οποία όφειλε να έχει δει. Η στάση του δεν οφείλεται στην υπερβολική αγάπη του για εξουσία αλλά στην πίστη του στη νομιμότητα της συγκέντρωσης απόλυτης εξουσίας. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η συγγραφέας, αυτό που τον οδήγησε σε άδικες πράξεις είναι η άγνοιά του και η αδυναμία του να γνωρίζει όλες τις πλευρές της αλήθειας. Η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του και η υπερβολική εμπιστοσύνη στις νοητικές ικανότητες μπορεί να οδηγήσει σε σφάλματα όλους τους ανθρώπους. Κανένας κυβερνών, όσο ικανός και αν είναι, δεν μπορεί να αξιώνει το αλάθητο. Πάντα υπάρχει πιθανότητα σφάλματος (σ. 52).Η Μάρκοβιτς υποστηρίζει πως η πίστη στη νομιμότητα της λαϊκής κυριαρχίας μπορεί να είναι ανάλογη με την πίστη του Οιδίποδα στις δυνάμεις της λογικής του (σ. 54). Επιπλέον, επισημαίνει πως ο Σοφοκλής έγραψε για έναν τύραννο παρόλο που απευθυνόταν σε ένα δημοκρατικό ακροατήριο, και τούτο καθιστά ευκρινές πως στόχευε στη διαρκή επαγρύπνηση του λαού και την προστασία του από επίδοξους τυράννους. Η συνεισφορά του έργου, για τη Μάρκοβιτς, έγκειται στο γεγονός πως αναδεικνύει τα όρια της εξουσίας, ανεξάρτητα από το αν προκύπτει από έναν τυραννικό κυβερνώντα ή μία συλλογική δύναμη ενός λαού. Κρίνεται σκόπιμο να προσεγγίσουμε ιδιαίτερα επιφυλακτικά τη συγκεκριμένη παραδοχή. Είναι αυτονόητο ότι στο μέλλον ενδέχεται να γνωρίσουμε ένα καλύτερο πολίτευμα που δεν γνωρίζουμε τώρα. Ωστόσο, αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι η λαϊκή κυριαρχία προωθεί βασικές αξίες (ελευθερία, ισότητα, ανεκτικότητα, αλληλοσεβασμό, αυτονομία) που εχθρεύεται η τυραννία. Δεν θα ήταν ωφέλιμο να ταυτίσουμε αυτές τις δύο μορφές διακυβέρνησης, ακόμα και αν εντοπίζουμε κάποια κοινά μεταξύ τους.Ακολούθως, στα οκτώ κεφάλαια του δεύτερου μέρους εξετάζονται δύο ερωτήματα. Το πρώτο αφορά τον βαθμό στον οποίο τα λαϊκά καθεστώτα στηρίζονται σε μία φαντασιακή ενότητα, παρά την πολλαπλότητα των υποκειμένων. Επιπλέον, αξιολογούνται τα είδη πρακτικών θεσμών και οι ιδεολογίες που συντηρούν την κοινή ταυτότητα και τη διαφορετικότητα. Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη σύνθετη σχέση μεταξύ της λαϊκής κυριαρχίας και του φιλελευθερισμού, καθώς και το πώς η ένταση μεταξύ ενότητας και πλουραλισμού εκδηλώνεται σε αυτήν τη σχέση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εντοπίζεται στην προσέγγιση των κινημάτων των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία (κεφ. 8) και του κινήματος Black Lives Matter στην Αμερική (κεφ. 11).Στα κεφάλαια του δεύτερου μέρους οι συγγραφείς τους πραγματεύονται το περιεχόμενο του όρου «Εμείς», ο οποίος συνιστά τον πυρήνα κάθε συλλογικότητας. Υποστηρίζουν πως η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας στηρίζεται στην ύπαρξη πολιτών, οι οποίοι κυριαρχούν. Αυτή η διαπίστωση μπορεί να χαρακτηριστεί ταυτολογία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εξηγούμε τον τρόπο με τον οποίο ο λαός ασκεί την εξουσία. Ωστόσο αναδεικνύει ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την αναγκαιότητα, τη σύσταση και τον τρόπο διακυβέρνησης αυτού που συνιστά το «Εμείς ο λαός». Οι ερευνητές επικεντρώνονται στο γεγονός πως η κατασκευή αφηγημάτων μέσα από τα οποία αναδεικνύεται η ενότητα ενός συνόλου και καθορίζεται η ταυτότητά του διαμορφώνουν τη συλλογικότητα.Στο δωδέκατο κεφάλαιο του έργου, «Popular Sovereignty and Recognition», η Άμπι Έρλερ (H. Abbie Erler) αναφέρει πως η ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας απαιτεί πρώτα απ’ όλα την ύπαρξη ανθρώπων οι οποίοι συναινούν στις πράξεις της κυβέρνησης και πως αυτό το σύνολο καθορίζεται και οριοθετείται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο όνομά του και αναγνωρίζονται ως νόμιμες (σ. 218). Κρίναμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε εκτενέστερα το συγκεκριμένο κεφάλαιο, αφενός γιατί αναδεικνύει μία εξαιρετικά συνηθισμένη μορφή προπαγάνδας, η οποία αξιοποιείται από τα πολιτικά κόμματα με στόχο την εξασφάλιση της εξουσίας, και, αφετέρου, γιατί καθίσταται ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τον εντοπισμό αυτών των πρακτικών στη σύγχρονη ελληνική πολιτική σκηνή. Η λαϊκή κυριαρχία υποστηρίζεται πως ενσαρκώνει τη βούληση ενός συγκεκριμένου λαού. Ωστόσο, ο λαός δεν μπορεί να υπάρχει πριν από την επίσημη πράξη συγκρότησής του.Η Έρλερ αναφέρει πως τόσο η ιστορία της δημοκρατίας όσο και η δημοκρατική θεωρία αποδεικνύουν ότι ο λαός είναι μία πολιτική αξίωση, μία πράξη πολιτικής και όχι μία προδιαγεγραμμένη, ενοποιημένη ή φυσικά καθορισμένη εμπειρική οντότητα (σ. 218). Παραθέτει πολύ εύστοχα τα επιχειρήματά της υπέρ της άποψης πως η κατηγοριοποίηση και η ομαδοποίηση αποτελούν εργαλεία χειραγώγησης και αξιοποιούνται ιδιαίτερα αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια των προεκλογικών περιόδων (σ. 221). Επιπλέον, κάνει αναφορά στον ρόλο των Μ.Μ.Ε. στη διαμόρφωση της συλλογικής κοινωνικής ταυτότητας και υποστηρίζει πως η διαμόρφωση του ανήκειν καθορίζεται από την κρατική πολιτική ηγεσία.Η Έρλερ δεν αρκείται στην αποτύπωση των απόψεών της αλλά προχωρά στην καταγραφή ενός ιστορικού παραδείγματος. Λαμβάνει δύο περιπτώσεις ως ερευνητικές υποθέσεις, με στόχο να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο οι δημοκρατικές πλειοψηφίες χρησιμοποιούν την πολιτική πρακτική και ρητορική για να καθορίσουν το περιεχόμενο του όρου “πολίτης” αποκλείοντας ένα επιμέρους κομμάτι του συνόλου, πράγμα που αντίκειται στις φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες. Η πρώτη περίπτωση αφορά την ομάδα που ονομάστηκε Dreamers και αποτελούνταν από ανηλίκους, χωρίς πολιτικά δικαιώματα και νόμιμα έγγραφα, που βρέθηκαν εντός των αμερικανικών συνόρων λόγω της παράνομης μετακίνησης των γονιών τους. Παρόλο που στα παιδιά αυτά δεν αποδιδόταν ηθική υπαιτιότητα, το κράτος δεν τα αναγνώριζε ως πολίτες του. Ο Ντόναλντ Τραμπ στην προεκλογική του εκστρατεία χρησιμοποίησε αυτά τα παιδιά ώστε να μπορέσει να επαναπροσδιορίσει την αντίληψη του έθνους. Ως υποψήφιος ο Τραμπ προέβαλλε εμφατικά τα προβλήματα που δημιουργούν οι Dreamers στο αμερικανικό έθνος και υποσχέθηκε την αναδιαμόρφωση της ταυτότητας των Αμερικανών, μέσα από τον αποκλεισμό της συγκεκριμένης μειονοτικής ομάδας. Η δεύτερη περίπτωση η οποία μελετάται από την Έρλερ αφορά τον διαχωρισμό που πραγματοποίησε ο Τραμπ ανάμεσα στους οικονομικά και κοινωνικά ασθενέστερους και στους ισχυρότερους. Η πολιτική ρητορική του Τραμπ στόχευσε στη διαμόρφωση μίας συλλογικότητας η οποία θα αποτελούνταν από τα κατώτερα οικονομικά στρώματα. Υποσχέθηκε στους οικονομικά ασθενεστερους να διαμορφώσει μία κοινωνία η οποία θα καλύπτει τις δικές τους ανάγκες. Υποσχέθηκε να δώσει φωνή στο συγκεκριμένο σύνολο, διαμορφώνοντας πρώτα από όλα την ταυτότητα αυτού του συνόλου, ονομάζοντάς τους εργατική τάξη. Η Έρλερ μέσα από τη χρήση αυτών των παραδειγμάτων αναδεικνύει τη χρήση της πολιτικής και της ρητορείας στη δημιουργία ταυτοτήτων, απαραίτητων για τη χειραγώγηση του συνόλου. Οι παρατηρήσεις της Έρλερ κρίνονται ιδιαίτερα εύστοχες. Επιτυγχάνει να αποδείξει πως πράγματι, το ποιοι αποτελούν τον λαό συχνά αμφισβητείται και γίνεται αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης. Δείχνει πώς οι νόμοι για την ιθαγένεια και τη μετανάστευση, από τη μια πλευρά, και οι αναδιανεμητικές πολιτικές και η πολιτική ρητορική, από την άλλη, προβάλλουν διαστρεβλωμένες εικόνες της κοινωνικής πραγματικότητας και συχνά οδηγούν σε αμφισβήτηση και αναδιαμόρφωση του περιεχομένου της έννοιας λαός.Ωστόσο, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε πως το γεγονός ότι πολλοί ηγέτες τείνουν να αποκλείουν συγκεκριμένες κοινωνικές ή άλλες ομάδες από αυτό που αποκαλούν λαό δεν είναι κάτι που πλήττει την αξία της λαϊκής κυριαρχίας. Επιπλέον, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς πως ούτε η Έρλερ κάνει κάποια προσπάθεια ορισμού της έννοιας του λαού αλλά αρκείται στην κριτική της χρήσης της έννοιας από τους εκάστοτε πολιτικούς ηγέτες. Οι συγγραφείς του βιβλίου στο σύνολό τους επικρίνουν διαφόρους ηγέτες οι οποίοι υιοθετούν τακτικές αποκλεισμού, αλλά οι ίδιοι δεν κάνουν κάποια προσπάθεια να ορίσουν τον λαό ως έννοια.[4]Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του έργου, το οποίο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια, οι επιμελητές επιλέγουν να συμπεριλάβουν εμπειρικά παραδείγματα και έρευνες που πραγματοποιήθηκαν με στόχο την ανάδειξη του ρόλου της λαϊκής κυριαρχίας και της διαμόρφωσης της συλλογικότητας. Παρατίθενται προτάσεις με σκοπό την υιοθέτηση πρακτικών και τη δημιουργία θεσμών οι οποίοι θα συμβάλουν στη διατήρηση μίας υγιούς φιλελεύθερης δημοκρατίας.Στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του βιβλίου «Popular Sovereignty in the Trump Era: A Case Study of Pedagogy and Practice», η Νικόλ Μέλοου (Nicole Mellow) και ο Άντριου Πέριν (Andrew Perrin) εξετάζουν ένα πείραμα που πραγματοποιήθηκε μετά τις αμερικανικές εκλογές του 2016. Στόχος του πειράματος ήταν να αναδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο οι μαθητές μπορούσαν να αντιληφθούν την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας αλλά και τον ρόλο τους μέσα στο δημοκρατικό πολίτευμα (σ. 295). Παρά τις ενστάσεις που μπορεί να διατυπωθούν σχετικά με τα αποτελέσματα του πειράματος, το εγχείρημα αυτών των δύο ερευνητών θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για αντίστοιχα πειράματα και στην Ευρώπη. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αντιληφθούν οι νέοι τόσο τον ρόλο τους εντός των δημοκρατιών όσο και τις υποχρεώσεις τους, γι’ αυτόν τον λόγο επιλέγουμε να το αναλύσουμε εκτενέστερα.Το πείραμα πραγματοποιήθηκε σε δύο διαφορετικά σχολεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα σχολεία αποτελούνταν από μαθητές διαφορετικών κοινωνικών και οικονομικών τάξεων. Οι ερευνητές παρατήρησαν πως οι μαθητές ήταν ιδιαίτερα απαισιόδοξοι για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στις Η.Π.Α. και δεν θεωρούσαν ότι είναι ιδιαίτερα πιθανό να μεταβληθεί η κατάσταση. Παρόλο που οι μαθητές εντόπιζαν τις δυσλειτουργίες του καθεστώτος, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν την ευθύνη τους αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να το αλλάξουν. Σε αρκετές περιπτώσεις η οπτική τους για τη δομή της επιθυμητής δημοκρατίας ήταν ιδιαίτερα αντιδημοκρατική. Οι μαθητές θεώρησαν εξαιρετικά δύσκολο να απαντήσουν στο ερώτημα για το πώς θα μπορούσε να επανασχεδιαστεί η αμερικανική δημοκρατία προκειμένου να βελτιωθεί η εκπροσώπηση. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί θα πρέπει να περιμένουμε από τους μαθητές να μας πουν πώς μπορεί να βελτιωθεί η δημοκρατία. Οφείλουμε να αναλογιστούμε αν είναι πιθανό να πραγματοποιηθούν τέτοιες προτάσεις από μαθητές και όχι από ειδικούς.Το πείραμα ανέδειξε την ανάγκη για μία διαφορετική προσέγγιση της λαϊκής κυριαρχίας απαλλαγμένη από τις τρέχουσες πρακτικές που υιοθετούνται από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Οι ερευνητές επεσήμαναν σε αρκετά σημεία της ενότητας τον ρόλο που μπορεί να παίξει η εκπαίδευση σε αυτή τη διαδικασία.[5] Κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό να αναδείξουν τον κρίσιμο ρόλο της εκπαίδευσης στη διαμόρφωση της ιδέας του πολίτη και στη δημιουργία ζωτικών εμπειριών που μπορούν να οδηγήσουν στην πληρέστερη κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων.Τα υπόλοιπα τρία κεφάλαια του τρίτου μέρους κινούνται σε παρόμοιο μοτίβο, τόσο δομικά όσο και ως προς το περιεχόμενο. Αποτυπώνονται τα αποτελέσματα αρκετών ερευνών, μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται η αντίληψη, συχνά διαστρεβλωμένη, για τη λαϊκή βούληση και κυριαρχία.[6] Επιπλέον, παρατίθενται οι προβληματισμοί των πολιτών σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των σύγχρονων δημοκρατικών καθεστώτων.Το βιβλίο επιλογίζει μία διαλογική συζήτηση μεταξύ των τριών επιμελητών του με τη Χάνρι Χαν (Hahrie Han), που συνοψίζει τα πορίσματα του τόμου και μπορεί να πυροδοτήσει περαιτέρω συζητήσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων.Παρά τις επιμέρους διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς, στο σύνολό του το εγχείρημα είναι ιδιαίτερα αξιόλογο. Ο τρόπος προσέγγισης των θεωρητικών και των πρακτικών όψεων της λαϊκής κυριαρχίας, αποτελεί αφορμή για περαιτέρω προβληματισμό. Η συζήτηση των ζητημάτων είναι σε αρκετά σημεία καινοτόμα και ενδιαφέρουσα. Η πολύπλευρη μελέτη του ζητήματος της λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη βελτίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος και θα περιμένουμε να δούμε περισσότερα προς αυτή την κατεύθυνση και στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία.[7]__________ [1] Κρίνεται σκόπιμο να αναφέρουμε ότι το βιβλίο έχει εκδοθεί και πωλείται από τις CUP, αλλά τo περιεχόμενό του είναι ελεύθερης πρόσβασης (Open Access).[2] Φ. Παιονίδης, Η Δημοκρατία ως Λαϊκή Κυριαρχία (Αθήνα: Gutenberg, 2018), σ. 71. Στο βιβλίο αυτό υπάρχει μία πληρέστατη πραγμάτευση της έννοιας της λαϊκής κυριαρχίας και της σχέσης της με το δημοκρατικό πολίτευμα.[3] «Η ονομασία της τραγωδίας αυτής του Σοφοκλή Οἰδίπους Τύραννος δεν ανήκει ούτε στον ίδιον τον δημιουργό, αλλά ούτε και σε κάποιον αντιγραφέα της αμέσως επόμενης εποχής. Ο Αριστοτέλης, στην Ποιητική, η οποία γράφεται περίπου ογδόντα χρόνια μετά τον Οἰδίποδα, αγνοεί τον τίτλο αυτόν και αναφέρεται στο έργο απλώς ως Οἰδίποδα (Ποιητική 1452a24, 1453b7)»: Π. Παυλίδης, «Πόσο Τύραννος ήταν ο Οιδίπους;», http://users.sch.gr/pspavlidis/wordpress/?p=615.Ο τίτλος που έχουμε σήμερα προέρχεται από αρκετά μεταγενέστερη εποχή. Παρόλα αυτά η έννοια του τυραννεῖν δεσπόζει στο έργο, και πιθανώς αυτό αποτέλεσε την αιτία της προσθήκης του όρου Τύραννος στον ήδη υπάρχοντα τίτλο Οἰδίπους.[4] Θα ήταν σκόπιμο να εξετάσουμε το πώς χρησιμοποιείται ο όρος αυτός από τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα. Πολλές πολιτικές παρατάξεις χρησιμοποιούν τον όρο λαός με έναν ιδιαίτερα περιοριστικό τρόπο, εννοώντας είτε τους υποστηρικτές τους είτε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις. Αυτό αποτελεί γενική πρακτική η οποία εξυπηρετεί τα πολιτικά συμφέροντα της εκάστοτε παράταξης.[5] Ο ρόλος της εκπαίδευσης στη διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης των πολιτών κρίνεται αδιαμφισβήτητος. Οφείλουμε, ωστόσο, να επισημάνουμε πως θα ήταν κάπως ουτοπικό να εναποθέσουμε όλες μας τις ελπίδες σε αυτή. Σαφέστατα, η αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος και η κατάλληλη εκπαίδευση των μαθητών στις πολιτικές διαδικασίες, θα μπορούσε να συμβάλει δραστικά στη βελτίωση του πολιτικού συστήματος, αλλά είναι πιθανό κάτι τέτοιο να μην επαρκεί. Στο προς μελέτη κεφάλαιο, οι συγγραφείς παρουσιάζονται εξαιρετικά αισιόδοξοι για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να λειτουργήσει η εκπαίδευση, πράγμα για το οποίο διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας. Οφείλουμε να σκεφτούμε αν θα μπορούσε η εκπαίδευση να λειτουργήσει ανεξάρτητα από τα προσωπικά και πολιτικά συμφέροντα. Η σχέση πολιτικής και εκπαίδευσης είναι αναγκαία αλλά ίσως ορισμένες φορές να καταλήγει επικίνδυνη.[6] Παρά την κριτική που ασκείται από τους συγγραφείς του βιβλίου στον τρόπο χρήσης της έννοιας της λαϊκής κυριαρχίας, οι ίδιοι αποφεύγουν να ορίσουν ποια είναι η ορθή αντίληψη της έννοιας. Όπως αναφέραμε σε προηγούμενο σημείο, οι συγγραφείς αρκούνται στην άσκηση κριτικής αλλά παρουσιάζονται ιδιαίτερα διστακτικοί στο να ορίσουν εξ αρχής έννοιες όπως λαός ή λαϊκή κυριαρχία.[7] Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους ανώνυμους κριτές του περιοδικού για την πολύτιμη βοήθειά τους και τα καίρια σχόλιά τους, χωρίς τα οποία δεν θα μπορούσα να έχω διαμορφώσει ολοκληρωμένα την κριτική μου. Δημοσιεύθηκε: 12.4.2024.Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:Βενέγγα, Ξένη: (Βιβλιοκρισία του:) Ewa Atanassow, Thomas Bartscherer David A. Bateman (επιμ.): When the People Rule. Popular Sovereignty in Theory and Practice. (Cambridge: Cambridge University Press, 2023). Κριτικά 2024-02, https://doi.org/10.26262/critica.v14i0.10022
Adverse changes in cortical and trabecular bone compartments of the femur in rats with adjuvant-induced arthritis after one remodelling cycle
It is widely known that rheumatoid arthritis (RA) is associated with articular bone damage. However, there is still not enough information on whether the inflammatory process can deteriorate bone microstructure outside the joint as well. Furthermore, the impact of RA on the microscopic structure of cortical and trabecular bone, including parameters of bone microarchitecture, strength, and geometry after one remodelling cycle, has not been determined, yet. Therefore, this study investigated possible alterations in both cortical and trabecular bone compartments of the femur in a rat model of adjuvant-induced arthritis (AA) 28 days post disease induction. AA was generally evoked by a single intradermal injection ofsuspension of heat-inactivated Mycobacterium butyricumin incomplete Freund’s adjuvant. We have found that AA resulted in inflammation as evidenced by increased hind paw swelling, decreased levels of circulating albumin, and elevated levels of nitrite/nitrate, interleukin-1β. Detrimental changes in examined bone parameters related to microarchitecture, strength, and geometry were revealed in AA rats. Overall, AA was associated with bone loss, decreased bone mineral density in bothcortical and trabecular bone compartments, as well as reduced mechanical competence, and more intense vascularization in the cortical bone. According to our results, AA-related inflammation caused structural degradation of cortical and trabecular bone quality, as well as mechanical weakness in the femoral diaphysis leading to bone fragility after only one remodelling cycle. The findings focused on the femoral diaphysis, which is located outside the joint, are the first in this field of research